Appeal against rejection of retrial request partially allowed due to lack of reasoning regarding the victim's standing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Council's rejection of a retrial request. The appellant argued he was innocent and the victim lacked standing to file the criminal complaint, but the lower court failed to provide specific reasoning on this point. The Court found the lack of reasoning on the victim's standing to be a fatal flaw, ordering a new hearing to resolve this issue.
Legislator headnote
AI generatedArticles 485, 510, 519 of the Code of Criminal Procedure; A retrial request based on lack of reasoning is admissible if the lower court fails to address specific grounds regarding the victim's standing to file the criminal complaint.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1946 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) ΑΡΙΘΜΟΣ 1946/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Γεώργιο Αδαμόπουλο-Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευτέρπης Κουτζαμάνη (κωλυομένου του Εισαγγελέα) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 15η Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 76/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά. Το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητά την αναίρεση αυτού, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 19 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 475/2010.
Έπειτα η Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ευτέρπη Κουτζαμάνη εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Τσάγγα με αριθμό 249/28-7-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: Εισάγω κατ' άρθρ. 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ. την υπ' αριθμ. 3/19-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του Χ, 63 ετών, επιχειρηματία, κατοίκου ..., κατά του υπ' αριθμ. 76/5-3-2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Πειραιά και εκθέτω τα ακόλουθα:
Με το προσβαλλόμενο βούλευμα απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 30-11-2009 αίτηση του εν λόγω αναιρεσείοντος για επανάληψη της διαδικασίας υπέρ αυτού δοθέντος ότι έχει καταδικαστεί αμετακλήτως με την υπ' αριθμ. 10329/27-6-2008 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιά για αυτοδικία πράξη την οποία φέρεται να έχει τελέσει στον ...
στις 23-12-2005 σε βάρος του Δικηγόρου Πειραιά Κ με την αποξήλωση ενός πλαισίου σκούρου χρώματος διαστάσεων δύο (2) μέτρων μήκος και 0,80 εκατοστών ύψος που ευρίσκετο κάτω από το παράθυρο του δικηγορικού γραφείου του ανωτέρω Δικηγόρου και την τοποθέτηση στην θέση του αποξηλωθέντος πλαισίου μίας επαγγελματικής πινακίδας της δικής του επιχειρήσεως με τα στοιχεία "Ι.
Χ Α.Ε. ΓΕΝΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ", ενεργώντας με τον τρόπο αυτό αυθαίρετα, χωρίς προηγουμένως δηλαδή να προσφύγει στο αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο προκειμένου να επιλύσει την διαφορά που είχε ανακύψει μεταξύ τους ως προς το ζήτημα αυτό, με τον ισχυρισμό ότι ενομιμοποιείτο προς τούτο αυτοδικαίως, αποξήλωση πλαισίου για τοποθέτηση επαγγελματικής πινακίδας, που είχε τοποθετηθεί σε χώρο κοινόκτητο προοριζόμενο με βάση τον κανονισμό της πολυώροφης οικοδομής (μεγάρου) για δική του χρήση.
Ισχυρισμός όμως ο οποίος δεν έγινε δεκτός με αποτέλεσμα να καταδι-καστεί για την πράξη αυτή (αυτοδικία) σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) μηνών της οποίας η εκτέλεση έχει ανασταλεί επί τριετία (άρθρ 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 331 Π.Κ. ). Η εν λόγω αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα από πρόσωπο που έχει δικαίωμα προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 473 παρ. 1, 474, 484, 485 και 528 παρ. 1 εδάφιο τελευταίο του Κ.Π.Δ., με δήλωση στον Γραμματέα του Εφετείου Πειραιά Νικόλαο Τσιτσάνη, για την οποία συντάχθηκε η προαναφερό-μενη έκθεση, το δε προσβαλλόμενο βούλευμα έχει επιδοθεί στον αιτούντα στις 12-3-2010, και είναι ως εκ τούτου τυπικά δεκτή.
Με την κρινομένη αίτηση ο αναιρεσείων προβάλλει ως λόγους αναιρέσεως τους κατωτέρω:α) Εσφαλμένη εφαρμογή του άρθρου 484 (β) του Κ.Π.Δ., διότι απαραδέκτως δέχτηκε την υπ' αριθμ. 385/22.1.2010 πρόταση του Αντεισαγγελέα Εφετών Πειραιά Περικλή Δράκου μετά την πάροδο της μηνιαίας προθεσμίας που τάσσεται από το άρθρο 527 παρ. 3 του Κ.Π.Δ.
από της παραδόσεως σ' αυτόν της από 30-11-2009 αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, την οποία κατά τον αναιρεσείοντα το οικείο Συμβούλιο Εφετών Αθηνών όφειλε να απορρίψει επειδή ήταν εκπρόθεσμη ως απαράδεκτη κατ' άρθρο 476 παρ. 1 Κ.Π.Δ. β) Υπέρβαση εξουσίας κατ' άρθρο 484 παρ. 1 (στ) Κ.Π.Δ. καθόσο το Συμβούλιο Εφετών άσκησε δικαιο-δοσία που δεν του έδινε ο νόμος αφού δεν είχε εξουσία να εξετάσει την ουσία της υποθέσεως αλλά μόνο το νομικό σκέλος της υποβληθείσης αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας.
γ) Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας που απαιτείται κατά το άρθρο 139 Κ.Π.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος διότι δεν αναφέρει με ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία τις αποδείξεις στις οποίες στήριξε το Δικαστήριο σε Συμβούλιο την κρίση του για απόρριψη της σχετικής αιτήσεως για επανάληψη της διαδικασίας.
Κυρίως δε δεν αναφέρεται που εδράζεται το δικαίωμα υποβολής εγκλήσεως εκ μέρους του μηνυτή Κ σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 117 και επόμενα του Π.Κ. σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 63 επόμενα του Κ.Π.Δ. Εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει όταν δεν γίνεται ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε το Δικαστήριο ή Συμβούλιο ότι προέκυψαν με βάση τις αποδείξεις, καθώς και όταν έχουν εμφιλοχωρήσει στην απόφαση ή στο βούλευμα κατά την έκθεση και ανάπτυξη των περιστατικών ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση ή το βούλευμα στερείται νομίμου βάσεως ( Ολ.
Α.Π. 1/2002 Ποιν. Χρον. ΝΒ 689, Α.Π. 510/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ 24, Α.Π. 91/1997 Ποιν. Χρον. ΜΗ 25, Α.Π. 1335/1995 Ποιν. Χρον. ΜΣΤ' 358). Υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το Δικαστήριο ή Συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του δίνει ο νόμος. Η υπέρβαση εξουσίας απαντάται είτε ως θετική είτε ως αρνητική. Θετική υπέρβαση υπάρχει όταν το Δικαστήριο ή Συμβούλιο αποφάσισε για ζήτημα το οποίο δεν υπήγετο στη δικαιοδοσία του, ενώ αρνητική όταν παρέλειψε να αποφασίσει για ζήτημα που είχε υποχρέωση στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του ( Α.Π. 1164/2006 Ποιν.
Χρον. ΝΖ 36).
Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση ή στο βούλευμα που απαιτείται κατά το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 Κ.Π.Δ., υπάρχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτό με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το Δικαστήριο ή το Συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την αθωώτητα ή για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου ή αντιθέτως ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις για να υποστηριχθεί η κατηγορία στο ακροατήριο ( Α.Π. 1340/2005 Ποιν. Δ 2006 σελίδα 719, Α.Π. 1700/2003 αδημοσίευτη ).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, με επιτρεπτή αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση, δέχθηκε ότι προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Κατόπιν της από 23 Δεκεμβρίου 2005 εγκλήσεως του Κ, ετών 42, δικηγόρου, κατοίκου Πειραιώς ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του αιτούντος για αυτοδικία και παραπέμφθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, το οποίο με την αριθμ.
AM 10329/22-6-2008 απόφασή του κατεδίκασε αυτόν σε ποινή φυλακίσεως εξήντα (60) ημερών ανασταλείσα επί τριετία. Η καταγγελθείσα πράξη συνίστατο στο ότι ο αιτών ενώ διατηρούσε επιχείρηση γενικού τουρισμού σε γραφεία του πρώτου ορόφου της επί της οδού ... πολυκατοικίας στο δεύτερο όροφο της οποίας στεγαζόταν το δικηγορικό γραφείο του εγκαλούντος αφήρεσε αυθαιρέτως πλαίσιο πινακίδος διαστάσεων δύο (2) μέτρα επί ογδόντα (80) εκατοστά ευρισκό-μενο κάτω από το παράθυρο του γραφείου του εγκαλούντος, ο οποίος επροτίθετο να τοποθετήσει σ' αυτό επαγγελματική πινακίδα παρότι είχε ζητήσει την έγκριση του εγκαλούντος ο οποίος δεν ενέκρινε την αφαίρεση του πλαισίου, επί του οποίου είχε δικαίωμα χρήσεως καθότι όλοι οι ένοικοι της πολυκατοικίας τοποθετούν κάτω από τα παράθυρα των γραφείων τους τις επαγγελματικές τους πινακίδες.
Στο χώρο που κατελάμβανε το πιο πάνω πλαίσιο ο αιτών τοποθέτησε πινακίδα της δικής του επιχειρήσεως του. Για την υπόθεση αυτή είχε διενεργηθεί προανάκριση στα πλαίσια της οποίας ο αιτών είχε απολογηθεί καταθέσας και υπόμνημα. Σ' αυτό είχε προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς που επικαλείται με την αίτησή του και συγκεκριμένα ότι το πλαίσιο είχε τοποθετηθεί από παλαιό μισθωτή του γραφείου του εγκαλούντος, ότι είχε δικαίωμα να τοποθετήσει ο ίδιος διαφημιστική πινακίδα και ότι το δικαίωμα του αυτό στηριζόταν στις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις (Ν. 2946/2001 και Ν. 1577/1985) καθώς και στη σχετική διάταξη του κανονισμού του μεγάρου (άρθρ. 20 § 6 ).
Περαιτέρω από τα πρακτικά συζητήσεως της υποθέσεως ενώ-πιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς προκύπτει ότι ο εγκαλών που εξετάστηκε ως μάρτυρας κατέθεσε ότι το πλαίσιο είχε τοποθετηθεί από τον συμβολαιογράφο ΠΟΛΗ, παλαιό μισθωτή του γραφείου το οποίο αργότερα περιήλθε κατά κυριότητα σ' αυτόν, ότι αυτός είχε δικαίωμα χρήσεως του πλαισίου στο οποίο επροτίθετο να τοποθετήσει επαγγελματική πινακίδα την κατασκευή της οποίας είχε ήδη παραγγείλει και ότι ο αιτών τον είχε ρωτήσει εάν του επέτρεπε να αφαιρέσει το πλαίσιο και αυτός είχε εκδηλώσει τη ρητή άρνησή του και την πρόθεσή του να τοποθετήσει δική του πινακίδα στο πλαίσιο.
Μάλιστα κατά τον εγκαλούντα ο αιτών αντέδρασε στην άρνησή του αυτή με τη φράση "εγώ θα την βγάλω την επιγραφή είτε σ' αρέσει είτε όχι". Ακόμη από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι ο αιτών κατά την απολογία του ισχυρίστηκε ότι τοποθέτησε την πινακίδα βάσει του καταστατικού της πολυκατοικίας, αναγνωρίζοντας ότι το πλαίσιο ήταν σε χώρο του μηνυτή.
Από τα εκτεθέντα προκύπτει ότι τα επικαλούμενα στην κρινόμενα αίτηση γεγονότα ήσαν γνωστά στον αιτούντα και τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, το οποίο προφανώς εκτίμησε αυτά. 'Οσον αφορά τον ισχυρισμό ότι δεν ήταν επιτρεπτή η τοποθέτηση επαγγελματικής πινακίδος από τον εγκαλούντα λόγω σχετικής απαγορεύσεως του Κώδικος Δεοντολογίας των Δικηγόρων, πέραν του ότι η απαγόρευση ήταν γνωστή στο δικαστήριο οπωσδήποτε δεν απέρρεε απ' αυτήν δικαίωμα του εγκαλούντος να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε, δηλαδή αυθαιρέτως και κατά παράλειψη της δικαστικής οδού.
Εξάλλου οποτεδήποτε ο εγκαλών μπορούσε να μεταβάλει την ασκούμενη στο γραφείο του επαγγελματική δραστηριότητα και να τοποθετήσει σχετική μ' αυτήν πινακίδα. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν υφίσταται η απαιτούμενη για την ουσιαστική βασιμότητα της αιτήσεως προϋπόθεση της υπάρξεως "νέων γεγονότων ή νέων αποδείξεων".
Πέραν τούτου, τα ως άνω επικαλούμενα από τον αιτούντα γεγονότα και στοιχεία συνεκτιμώμενα με τα λοιπά στοιχεία που προβλήθηκαν στο Δικαστήριο, ουδόλως καθιστούν φανερό ότι αυτός [αιτών] είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε. Ειδικότερα, όπως έκρινε αμετάκλητα το Δικαστήριο και δεν αρνείται ο ανωτέρω, το αφαιρεθέν πλαίσιο είχε τοποθετηθεί έστω και εν μέρει στον εξωτερικό τοίχο του γραφείου του εγκαλούντος, ο οποίος είχε δηλώσει τη ρητή άρνησή του για την αφαίρεση του πλαισίου.
Υφισταμένης λοιπόν της αρνήσεως αυτής ήταν αναγκαία η προσφυγή του αιτούντος στο αρμόδιο αστικό δικαστήριο, στο οποίο θα μπορούσε να προβάλλει τους ισχυρισμούς που επικαλείται και να επιδιώξει την αφαίρεση του πλαισίου με τη διαταγή του δικαστηρίου. Αντ' αυτού ενήργησε αυτογνωμόνως, ικανοποι-ώντας έτσι αυθαίρετα και κατά βούληση την αξίωση για δικαίωμα που επικαλείται, με την αφαίρεση του πλαισίου και την τοποθέτηση σε τμήμα της θέσεως που κατελάμβανε δικών του διαφημιστικών πινακίδων.
Με τον τρόπο όμως αυτό πραγμάτωσε πλήρως το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε. Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι στην αίτηση ισχυρισμοί του δεν ανατρέπουν εκείνο που έκρινε το Δικαστήριο, ότι δηλαδή αυτός ήταν υπαίτιος της ανωτέρω πράξεως. Με τις παραδοχές αυτές το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά δεν διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όπως απαιτείται από το άρθρο 139 Κ.Π.Δ.
σε συνδυασμό με το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος. Και συγκεκριμένα σχετικά με τους προβαλλομένους τρεις (3) λόγους αναιρέσεως, πρέπει να γίνουν οι κατωτέρω επισημάνσεις: α) περί του μη παραδεκτού της προτάσεως του Εισαγγελέως Εφετών περί απορρίψεως της από 30-11-2009 αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας, διότι δεν υποβλήθηκε εντός μηνός από της υποβολής της σχετικής αιτήσεως όπως προβλέπεται από την παράγραφο 3 του άρθρου 527 Κ.Π.Δ.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος διότι δεν προβλέπεται από τον Κ.Π.Δ. οποιαδήποτε ακυρότητα σε περίπτωση μη εμπροθέσμου υποβολής της σχετικής προτάσεως του Εισαγγελέως (βλέπετε Μπουρόπουλο ερμηνεία του άρθρου 527 Κ.Π.Δ. και Α.Π. 259/1952 Ποιν. Χρον. Β σελ. 376 ). β) Περί υπερβάσεως εξουσίας εκ του ότι με την πρότασή του ο Εισαγγελέας με βάση την οποία εκδόθηκε το προσβαλλόμενο βούλευμα ( υπ' αριθμ. 76/5-3-2010 ) ασχολήθηκε με την ουσία της υποθέσεως αντί με την βασιμότητα αυτής σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ. 3 Κ.Π.Δ., πρέπει να λεχθεί ότι:
και με την βασιμότητα της αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας ασχολείται το προσβαλλόμενο βούλευμα αφού απέρριψε τα νέα γεγονότα που επικαλέστηκε ο αιτών για να θεμελιώσει την αίτησή του δεχόμενο ότι είχαν ήδη κριθεί από το Δικαστήριο που εξέδωσε την υπ' αριθμ. 10329/27.6.2008 απόφαση ( Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιά ) και με την ουσία της υποθέσεως.
Συνεπώς ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. γ) Αντιθέτως όσον αφορά τον τρίτο λόγο αναιρέσεως περί ελλείψεως της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας πρέπει να γίνει δεκτός: καθόσο, δεν αιτιολογεί την βασιμότητα της εγκλήσεως περί αυτοδικίας που υποβλήθηκε σε βάρος του αιτούντος σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 117 και 331 Π.Κ., δοθέντος ότι με βάση τις διατάξεις του άρθρου δύο (2) της υπ' αριθμ. 16.626 της 19-4-1967 συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας και κανονισμού της πολυωρόφου οικοδομής ( Μεγάρου ) που κείται στην οδό ...
με τις οποίες ορίζεται ότι " Εις κοινοκτήτους και κοινοχρήστους χώρους.....Τοιούτοι κοινόκτητοι είναι και ακόλουθα......β) .... οι προς τας οδούς εξωτερικοί τοίχοι...". Αλλά και με βάση τις διατάξεις του άρθρου 6 του αυτού ως άνω κανονισμού όπου ορίζεται σχετικά ότι "Κατ'αρχήν έκαστος ιδιοκτήτης αυτοτελούς τμήματος δικαιούται να χρησιμοποιή την ιδιοκτησίαν του καθ'ον βούλεται τρόπον υπό την προϋπόθεσιν ότι η άσκησις του δικαιώματος τούτου δεν θα παρακωλύη την παράλληλον άσκησιν των παρομοίων δικαιωμάτων των λοιπών ιδιοκτητών αυτοτελών τμημάτων.
Ειδικώτερον συμφωνούνται τα ακόλουθα: Α) Οι κοινόκτητοι και κοινόχρηστοι χώροι, πράγματα και εγκαταστάσεις δέον να είναι πάντοτε ελεύθεροι εις την διάθεσιν των συνιδιοκτητών απαγορευομένης της χρησιμοποιήσεως τούτων πέραν του απολύτως αναγκαίου χρόνου... 'Εκαστος ιδιοκτήτης αυτοτελούς ιδιοκτησίας δικαιούται να τοποθετή επιγραφήν φωτεινήν ή μη προ της ιδιοκτησίας του τηρών τας οικείας αστυνομικάς διατάξεις.
Απαγορεύεται η τοποθέτησις φωτεινής ή μη επιγραφής καθέτως προς την οδόν ... προσόψεως του ... καθώς και η τοποθέτησις φωτιστικών δωμάτων εκτεινομένων πέραν του χώρου του ανήκοντος εις τον κύριον της επιγραφής...", προκύπτει ότι ο εν λόγω αιτών νομίμως ενήργησε εντός του πλαισίου των δικαιωμάτων που παρέχονται στους συνιδιοκτήτες σε σχέση με την χρήση των κοινοκτήτων χώρων των εγγύς κειμένων προς την ιδιοκτησία ενός εκάστου τούτων.
Εν όψει συνεπώς των ανωτέρω εκτεθέντων είναι προφανές ότι το Συμβούλιο Εφετών Πειραιά δεν διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμα ( υπ' αριθμ. 76/5-3-2010 ) την απαιτουμένη από τον νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού δεν αιτιολογεί την βασιμότητα της υποβληθείσης εγκλήσεως σε βάρος του αιτούντος, δοθέντος ότι όπως προκύπτει από τις επισυναπτόμενες στη δικογραφία φωτογραφίες του Μεγάρου στην οδό ..., η επίδικη επιγραφή του αιτούντος αλλά και των λοιπών συνιδιοκτητών του αυτού ορόφου έχει τοποθετηθεί ακριβώς στον κοινόκτητο χώρο επί του οποίου η αποκλειστική χρήση ανήκει στον αιτούντα με βάση τον προαναφερόμενο κανονισμό της πολυωρόφου οικοδομής επί της οδού ...
που χρησιμοποιείται για επαγγελματική στέγη. Και άρα δεν ενομιμοποιείτο στην υποβολή εγκλήσεως για αυτοδικία (άρθρο 331 Π.Κ.) ο Κ σε βάρος του αιτούντος ( βλέπετε Α.Π. 1281/2002 Ποιν. Χρον. ΝΓ/2003 σελίδα 426 επομ. ), και ως εκ τούτου κατά το σκέλος αυτό πρέπει να γίνει δεκτή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, διότι δεν τέθηκε υπ' όψη του δικαστή του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου του Πειραιά ο κανονισμός του Μεγάρου της οδού ...
που εξέδωσε την υπ'αριθμ. 10329/27-6-2008 αμετάκλητη καταδικαστική για τον αιτούντα απόφαση και ως νέο γεγονός άγνωστο στο εν λόγω δικαστήριο έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη από το Συμβούλιο Εφετών και να κάνει δεκτή την αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, να ακυρωθεί συνεπώς το προσβαλλόμενο βούλευμα, και να αναπεμφθεί η προκειμένη υπόθεση στο ίδιο Συμβούλιο Εφετών Πειραιά συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΠΡΟΤΕΙΝΩ
1) Να απορριφθούν οι (α) και (β) λόγοι αναιρέσεως ως αβάσιμοι.
2) Να γίνει δεκτός ο (γ) λόγος αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
3) Να αναπεμφθεί η προκειμένη υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, προκειμένου να επαναληφθεί η συζήτηση για επανάληψη της διαδικασίας σύμφωνα με το περιεχόμενο της από 30-11-2009 αιτήσεως, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Αθήνα 7-6-2010
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Τσάγγας
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 331 του ΠΚ, όποιος ασκεί αυθαίρετα αξίωση σχετική με δικαίωμα που το έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών ή με χρηματική ποινή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο νόμος απαγορεύει την αυθαίρετη και κατ' οικεία κρίση ικανοποίηση της αξίωσης κατά παρέκκλιση της δικαστικής αρχής, αφού έτσι καταλύεται ή ουσιωδώς μεταβάλλεται ο νόμιμος τρόπος ικανοποίησης της αξίωσης έναντι τρίτου, με συνέπεια να προκαλούνται αντιρρήσεις και αμφισβητήσεις καθώς και εκδήλωση επιθετικών διαθέσεων.
Για τη στοιχειοθέτηση του αδικήματος της αυτοδικίας απαιτείται άσκηση αξίωσης κατά τρόπο αυθαίρετο, αναφορικώς με δικαίωμα διαζευκτικής μορφής, δηλαδή δικαίωμα το οποίο πραγματικά έχει ο αυτουργός ή από πεποίθηση το οικειοποιείται. Ως αυθαίρετη ενέργεια θεωρείται οποιαδήποτε υλική πράξη που τείνει στην ικανοποίηση της αξίωσης κατά παράλειψη της δικαστικής οδού με την οποία ρυθμίζεται η αμφισβήτηση που ανέκυψε.
Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που ενέχει τη γνώση του δράστη ότι ενεργεί αυθαίρετα και βούληση περαιτέρω υλοποίησης, συγχρόνως δε και η πεποίθηση ότι το δικαίωμα το οποίο προβάλλει και του οποίου επιδιώκει την ικανοποίηση θεωρεί ότι ανήκει σ' αυτόν. Παθητικό υποκείμενο είναι το πρόσωπο κατά του οποίου ασκείται η ενέργεια για την πραγμάτωση της αξιώσεως αυτογνωμόνως.
Το πρόσωπο όμως αυτό για να είναι αμέσως παθών από την πράξη της αυτοδικίας και να δικαιούται σε έγκληση πρέπει να είναι φορέας κατά το χρόνο τελέσεως της πράξεως του προσβληθέντος με αυτή εννόμου αγαθού. Τέτοιος όμως φορέας δεν είναι ο ισχυριζό-μενος ότι είναι δικαιούχος του σχετικού δικαιώματος (ΑΠ 1281/ 2002).
Κατά δε τις διατάξεις του αρθρ. 525 § 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα, εκτός από τις άλλες περιπτώσεις που περιοριστικώς αναφέρονται στο ως άνω άρθρο και όταν μετά την οριστική καταδίκη κάποιου, απεκαλύφθησαν νέα, άγνωστα στους δικαστές που τον καταδίκασαν, γεγονότα ή αποδείξεις, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί προηγουμένως κάνουν φανερό ότι αυτός που κατεδικάσθη είναι αθώος ή κατεδικάσθη άδικα για έγκλημα βαρύτερο από εκείνο που πραγματικά τέλεσε.
Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής "νέες αποδείξεις" θεωρούνται εκείνες οι οποίες, ασχέτως αν υπήρχαν και πριν την καταδίκη, δεν υποβλήθηκαν στην κρίση των δικαστών που δίκασαν. Την κρίση αυτή σχηματίζει το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της αιτήσεως για την επανάληψη της διαδικασίας από την έρευνα των πρακτικών της προηγούμενης δίκης και από τα έγγραφα.
Νέες αποδείξεις μπορεί να είναι οποιαδήποτε στοιχεία, όπως καταθέσεις νέων μαρτύρων ή και νεότερες των προηγουμένως εξετασθέντων συμπληρωματικές ή διευκρινιστικές των όσων είχαν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου ή νέα έγγραφα ή άλλα στοιχεία που διευκρινίζουν αμφίβολα στοιχεία της υποθέσεως, με την προϋπόθεση όμως, ότι αι αποδείξεις αυτές, εκτιμώμενες είτε μόνες τους είτε σε συνδυασμό με εκείνες που είχαν προσκομισθεί στο δικαστήριο που τον καταδίκασε καθιστούν φανερό και όχι απλώς πιθανό ότι ο καταδικασμένος είναι αθώος ή κατεδικάσθη άδικα για βαρύτερο έγκλημα.
Έλλειψη της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας στην απόφαση ή στο βούλευμα κατά τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σε αυτά με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την πράξη η οποία αποδίδεται στον κατηγορούμενο, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο ή το συμβούλιο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους υπήγαγαν τα πραγματικά περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι υπάρχουν αποδείξεις για την αθωότητα ή για την ενοχή του κατηγορουμένου ή ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις για την παραπομπή του.
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει ότι, κατόπιν της από 23/12/2005 εγκλήσεως του Κ, ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος για αυτοδικία και παραπέμφθηκε στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Πειραιώς, το οποίο με την ΑΜ 10329/ 2008 αμετάκλητη απόφαση του, μετά από συνεκτίμηση των εγγράφων που διαβάστηκαν στο ακροατήριο (χωρίς αυτά να εξειδικεύονται στα πρακτικά), την κατάθεση του μάρτυρα κατηγορίας ανωμοτί ως πολιτικώς ενάγοντος σε συνδυασμό προς την απολογία του κατηγο-ρημένου δέχτηκε ότι, "ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη, για την οποία κατηγορείται, όπως ειδικότερα αναλύεται κατωτέρω στο διατακτικό".
Ακολούθως, το Μονομελές Πλημμελειοδικείο τον κήρυξε ένοχο της πράξεως της αυτοδικίας με το ακόλουθο διατακτικό:
Κηρύσσει αυτόν ένοχο του ότι στον ... στις 23-12-2005 άσκησε αυθαίρετα αξίωση, σχετική με δικαίωμα που από πεποίθηση το οικειοποιήθηκε. Συγκεκριμένα, ξήλωσε το κάτωθι του παραθύρου του γραφείου του εγκαλούντα Κ ευρισκόμενου πλαισίου, σκούρου χρώματος διαστάσεων δύο (2) μέτρα επί μηδέν ογδόντα (0,80) εκατοστά στην οδό ..., για να τοποθετήσει πινακίδα της επιχείρησής του "Ι.
Χ Α.Ε. ΓΕΝΙΚΟΥ ΤΟΥΡΙΣΜΟΥ", προέβη, δε, στην ως άνω ενέργειά του αυτό-βουλα, εφόσον δεν είχε την έγκριση του ως άνω εγκαλούντα και κατά παράλειψη της νόμιμης δικαστικής οδού. Κατά της απόφασης αυτής, ο αναιρεσείων άσκησε την από 31-11-2009 αίτηση του προς επανάληψη της διαδικασίας επικαλούμενος τα αναφερόμενα σε αυτήν νέα έγγραφα μεταξύ των οποίων και τον κανονισμό της αναφερόμενης πολυκα-τοικίας (μεγάρου) από τα οποία, κατ' αυτόν, δεν ήταν παθών ο εγκαλών και συνεπώς, ως μη φορέας σχετικού ουσιαστικού δικαιώματος, δεν είχε δικαίωμα υποβολής της εγκλήσεως αυτής.
Επί της αιτήσεως αυτής επαναλήψεως της διαδικασίας, με επιτρεπτή αναφορά του στην ενσωματωμένη Εισαγγελική πρόταση, το Συμβούλιο Εφετών Πειραιώς, με το προσβαλ-λόμενο με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως υπ' αριθ. 76/ 2010 βούλευμα του απέρριψε αυτήν (αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας) με το ακόλουθο σκεπτικό:
Από τα αποδεικτικά στοιχεία (έγγραφα) της οικείας δικογραφίας, τα οποία ζητήθη-καν και υποβλήθηκαν από την Εισαγγελία Πλημμελειοδικών Πειραιώς και όσα προσκόμισαν από τον αιτούντα προκύπτουν τα εξής: Κατόπιν της από 23 Δεκεμβρίου 2005 εγκλήσεως του Κ, ετών 42, δικηγόρου, κατοίκου Πειραιώς ασκήθηκε ποινική δίωξη κατά του αιτούντος για αυτοδικία και παραπέμφθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, το οποίο με την αριθμ.
ΑΜ 10329/22-6-2008 απόφαση του κατεδίκασε αυτόν σε ποινή φυλακίσεως εξήντα (60) ημερών ανασταλείσα επί τριετία. Η καταγγελθείσα πράξη συνίστατο στο ότι ο αιτών ενώ διατηρούσε επιχείρηση γενικού τουρισμού σε γραφεία του πρώτου ορόφου της επί της οδού ... πολυκατοικίας στο δεύτερα όροφο της οποίας στεγαζόταν το δικηγορικό γραφείο του εγκαλούντος αφήρεσε αυθαιρέτως πλαίσιο πινακίδος διαστάσεων δύο (2) μέτρα επί ογδόντα (80) εκατοστά ευρισκόμενο κάτω από το παράθυρο του γραφείου του εγκαλούντος, ο οποίος επροτίθετο να τοποθετήσει σ' αυτό επαγγελματική πινακίδα παρότι είχε ζητήσει την έγκριση του εγκαλούντος ο οποίος δεν ενέκρινε την αφαίρεση του πλαισίου, επί του οποίου είχε δικαίωμα χρήσεως καθότι όλοι οι ένοικοι της πολυκατοικίας τοποθετούν κάτω από τα παράθυρα των γραφείων τους τις επαγγελματικές τους πινακίδες.
Στο χώρο που κατελάμβανε το πιο πάνω πλαίσιο ο αιτών τοποθέτησε πινακίδα της δικής του επιχειρήσεώς του. Για την υπόθεση αυτή είχε διενεργηθεί προανάκριση στα πλαίσια της οποίας ο αιτών είχε απολογηθεί καταθέσας και υπόμνημα. Σ' αυτό είχε προβάλλει όλους τους ισχυρισμούς που επικαλείται με την αίτηση του και συγκεκριμένα ότι το πλαίσιο είχε τοποθετηθεί από παλαιό μισθωτή του γραφείου του εγκαλούντος, ότι είχε δικαίωμα να τοποθετήσει ο ίδιος διαφημιστική πινακίδα και ότι το δικαίωμά του αυτό στηριζόταν στις ισχύουσες νομοθετικές διατάξεις (Ν. 2946/2001 και Ν. 1577/1985) καθώς και στη σχετική διάταξη του κανονισμού του μεγάρου (άρθρ. 20 § 6).
Περαιτέρω από τα πρακτικά συζητή-σεως της υποθέσεως ενώπιον του Μονομελούς Πλημμελει-οδικείου Πειραιώς προκύπτει ότι ο εγκαλών που εξετάστηκε ως μάρτυρας κατέθεσε ότι το πλαίσιο είχε τοποθετηθεί από τον συμβολαιογράφο ΠΟΛΗ, παλαιό μισθωτή του γραφείου το οποίο αργότερα περιήλθε κατά κυριότητα σ' αυτόν, ότι αυτός είχε δικαίωμα χρήσεως του πλαισίου στο επροτίθετο να τοποθετήσει επαγγελματική πινακίδα, την κατασκευή της οποίας είχε ήδη παραγγείλει και ότι ο αιτών τον είχε ρωτήσει εάν του επέτρεπε να αφαιρέσει το πλαίσιο και αυτός είχε εκδηλώσει τη ρητή άρνησή του και την πρόθεσή του να τοποθετήσει δική του πινακίδα στο πλαίσιο.
Μάλιστα κατά τον εγκαλούντα ο αιτών αντέδρασε στην άρνησή του αυτή με τη φράση "εγώ θα την βγάλω την επιγραφή είτε σ' αρέσει είτε όχι". Ακόμη από τα ίδια πρακτικά προκύπτει ότι ο αιτών κατά την απολογία του ισχυρίστηκε ότι τοποθέτησε την πινακίδα βάσει του καταστατικού της πολυκατοικίας, αναγνωρίζοντας ότι το πλαίσιο ήταν σε χώρο του μηνυτή.
Από τα εκτεθέντα προκύπτει ότι τα επικαλούμενα στην κρινόμενα αίτηση γεγονότα ήσαν γνωστά στον αιτούντα και τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου, το οποίο προφανώς εκτίμησε αυτά. Όσον αφορά τον ισχυρισμό ότι δεν ήταν επιτρεπτή η τοποθέτηση επαγγελματικής πινακίδος από τον εγκαλούντα λόγω σχετικής απαγορεύσεως του Κωδικός Δεοντολογίας των Δικηγόρων, πέραν το ότι η απαγόρευση ήταν γνωστή στο δικαστήριο οπωσδήποτε δεν απέρεε απ' αυτήν δικαίωμα του εγκαλούντος να ενεργήσει με τον τρόπο που ενήργησε, δηλαδή αυθαιρέτως και κατά παράλειψη της δικαστικής οδού.
Εξάλλου, οποτε-δήποτε ο εγκαλών μπορούσε να μεταβάλει την ασκούμενη στο γραφείο του επαγγελματική δραστηριότητα και να τοποθετήσει σχετική μ' αυτήν πινακίδα. Επομένως, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν υφίσταται η απαιτούμενη για την ουσιαστική βασιμότητα της αιτήσεως προϋπόθεση της υπάρξεως "νέων γεγονότων ή νέων αποδείξεων".
Πέραν τούτου, τα ως άνω επικαλούμενα από τον αιτούντα γεγονότα και στοιχεία συνεκτιμώμενα με τα λοιπά στοιχεία που προβλήθηκαν στο Δικαστήριο, ουδόλως καθιστούν φανερό ότι αυτός (αιτών) είναι αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε. Ειδικότερα, όπως έκρινε αμετάκλητα το Δικαστήριο και δεν αρνείται ο ανωτέρω, το αφαιρεθέν πλαίσιο είχε τοποθετηθεί έστω και εν μέρει στον εξωτερικό τοίχο του γραφείου του εγκαλούντος, ο οποίος είχε δηλώσει τη ρητή άρνησή του για την αφαίρεση του πλαισίου. Υφισταμένης λοιπόν της αρνήσεως αυτής ήταν αναγκαία η προσφυγή του αιτούντος στο αρμόδιο αστικό δικαστήριο, στο οποίο θα μπορούσε να προβάλλει τους ισχυρισμούς που επικαλείται και να επιδιώξει την αφαίρεση του πλαισίου με τη διαταγή του δικαστηρίου. Αντ' αυτού ενήργησε αυτογνωμόνως, ικανοποι-ώντας έτσι αυθαίρετα και κατά βούληση την αξίωση για δικαίωμα που επικαλείται, με την αφαίρεση του πλαισίου και την τοποθέτηση σε τμήμα της θέσεως που κατελάμβανε δικών διαφημιστικών πινακίδων. Με τον τρόπο όμως αυτό πραγμάτωσε πλήρως το έγκλημα για το οποίο καταδικάστηκε. Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι στην αίτηση ισχυρισμοί του δεν ανατρέπουν εκείνο που έκρινε το Δικαστήριο, ότι δηλαδή αυτός ήταν υπαίτιος της ανωτέρω πράξεως.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη αφού δεν υφίσταται η προϋπόθεση συνδρομής νέων γεγονότων ή νέων αποδείξεων και σε κάθε περίπτωση τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή, συνεκτιμώμενα με τα υπόλοιπα στοιχεία της δικο-γραφίας, δεν καθιστούν φανερό ότι ο αιτών ήταν αθώος της πράξεως για την οποία καταδικάστηκε. Με αυτά που δέχτηκε το Συμβούλιο Εφετών δεν διέλαβε επαρκή αιτιολογία και δη περί του εάν ο εγκαλών ήταν φορέας του σχετικού ουσιαστικού δικαιώματος προκειμένου να είναι αμέσως παθών και παρεπομένως δικαιούμενος προς υποβολή της εγκλήσεως αυτής κατά του αναιρεσείοντος για την πράξη του αυτή, ήτοι την αφαίρεση του άνω πλαισίου και την ανάρτηση της δικής του πινακίδας. Ειδικότερα, δεν διέλαβε αιτιολογία περί του εάν ο επικαλούμενος κανονισμός της πολυκατοικίας αυτής περί του οποίου συνετάγη το ... συμβολαιογραφικό έγγραφο του συμβολαιογράφου Αθηνών Χρήστου Κωνσταντίνου, ο οποίος στο άρθρο 6, μεταξύ άλλων, ορίζει ότι "έκαστος ιδιοκτήτης αυτοτελούς ιδιοκτησίας δικαιούται να τοποθετεί επιγραφή φωτεινή ή μη προ της ιδιοκτησίας του τηρών τις οικείας αστυνομικές διατάξεις", είναι νέο στοιχείο, το οποίο, όπως προκύπτει από την απόφαση του άνω Μονομελούς Πλημμελειοδικείου ήταν άγνωστο στη δικάσασα δικαστή και
από το οποίο προκύπτει ποιός είναι ο φορέας του δικαιώματος τοποθετήσεως πινακίδας προ της ιδιοκτησίας εκάστου συνιδιοκτήτου επί του άνω κοινόχρηστου τοίχου και εντεύθεν δικαιούμενος σε υποβολή της σχετικής έγκλησης σε περίπτωση αφαιρέσεως της σχετική επιγραφής και εν προκειμένω του πλαισίου αυτής και τοποθετήσεως δικής του επιγραφής. Όθεν, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ περί ελλείψεως αιτιολογίας ως προς το εάν ο εγκαλών ήταν φορέας του δικαιώματος προς υποβολή της εγκλήσεως αυτής κατά του αναιρεσείοντος είναι βάσιμος και, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων αναίρεσης ως αλυσιτελούς, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα και παραπεμφθεί η υπόθεση προς νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 519 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί το 76/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση σε νέα συζήτηση στο ίδιο Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ