Supreme Court dismisses appeal against bank mortgage enforcement, ruling abuse of right requires exceeding good faith limits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding the Agricultural Bank of Greece's mortgage enforcement. The appellant argued the bank acted abusively by registering mortgages on multiple properties, while the bank relied on its statutory mandate to secure agricultural loans. The court found the bank's actions within legal bounds and good faith, rejecting claims of abuse of right or procedural errors.
Legislator headnote
AI generatedArt. 281 Civil Code; Art. 116, 933 Civil Procedure Code; Art. 2, 919 Civil Code; Art. 1, 12 Agricultural Bank Law 1929: The exercise of a right is prohibited if it clearly exceeds the limits imposed by good faith and social purpose, and constitutes a tort only when combined with other conditions of abuse.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1946 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1946/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βάη Καραφυλλίδου.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραχωβίτη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 91/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2006 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 9-10-2006 αίτησή του και με τους από 5-3-2009 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 15-4-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Από την παραπάνω διάταξη σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 116 και 933 Κ.Πολ.Δ., 20 παρ. 1 και 25 παρ. 3 του Συντάγματος συνάγεται ότι άσκησαν ουσιαστικού δικαιώματος που ανήκει στο δημόσιο δίκαιο, αποτελεί και η μέσω αναγκαστικής εκτελέσεως πραγμάτωση της απαιτήσεως του δανειστή.
Η καταχρηστική όμως άσκηση του δικαιώματος αυτού, εφόσον συντρέχουν και οι λοιποί όροι του άρθρου 914 ΑΚ, συνιστά αδικοπραξία. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 1 του ιδρυτικού της Αγροτική Τράπεζας ν. 4332/1929, η Αγροτική Τράπεζα αποτελεί αυτόνομο τραπεζικό οργανισμό κοινωφελούς χαρακτήρα με σκοπό την ενάσκηση αγροτική πίστεως σε όλες τις μορφές της, την ενίσχυση της συνεταιριστική οργανώσεως και τη βελτίωση των όρων της διεξαγωγής των γεωργικών εν γένει και συναφών εργασιών.
Αποτέλεσμα του ειδικότερου ως άνω σκοπού της ΑΤΕ ήταν η καθιέρωση σειράς ευνοϊκών ρυθμίσεων και ειδικών προνομίων, ουσιαστικών και δικονομικών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το στο άρθρο 12 του ως άνω νόμου δικαίωμα της ΑΤΕ να εγγράφει οποτεδήποτε υποθήκη επί ακινήτων των οφειλετών της και συνυποχρέων δυνάμει δανειστικών ή εν γένει αποδεικτικών των απαντήσεών της εγγράφων.
Στη συνέχεια, με το άρθρο 26 παρ. 1 του ν. 1914/1990 η ΑΤΕ μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία και προβλέφθηκε η κατάρτιση του καταστατικού του σύμφωνα με τις διατάξεις περί ανωνύμων τραπεζικών εταιριών και η έγκρισή του με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Γεωργίας, ενώ έχει εισαχθεί και στο Χρηματιστήριο.
Επίσης ο ν. 2076/1992 ο οποίος ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την οδηγία 89/646/ΕΟΚ, και έχει εφαρμογή και στην ΑΤΕ, δυνάμει ου άρθρου 3 αυτού, ορίζει στο άρθρο 26 παρ. 9 ότι η εφαρμογή των διατάξεων του ΝΔ 17/7/13-8-1993 επεκτείνεται αυτόματα σε όλες τις τράπεζες, αφότου δοθεί η άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος για τη λειτουργία τους.
Παρά την επέκταση όμως της εφαρμογής του ως άνω ΝΔ/τος σε όλες τις τράπεζες και τις ουσιώδεις μεταβολές που επήλθαν στο νομικό χαρακτήρα και το σκοπό της ΑΤΕ, το νομοθετικό καθεστώς των προνομίων διατηρήθηκε. Ειδικότερα, με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 26 του ν. 1914/1990, διατηρήθηκαν σε ισχύ όλες οι ειδικές ρυθμίσεις που αφορούν την ΑΤΕ κα αναφέρονται στα ουσιαστικά και δικονομικά προνόμιά της, χωρίς να θιγούν από τις διατάξεις του ν. 2076/1992, που είχε σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, την ενσωμάτωση στην ελληνική τραπεζική νομοθεσία των διατάξεων της οδηγίας 89/646/ΕΟΚ, η οποία αφορούσε κυρίως τη ρύθμιση των προϋποθέσεων προσβάσεως στην τραπεζική αγορά και όχι τη ρύθμιση ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων οφειλετών τραπεζών.
Ούτε, τέλος, η διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 26 του τελευταίου αυτού νόμου (2076/1992), με την οποία ορίσθηκε ότι οι διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικού των τραπεζών που έχουν έδρα την Ελλάδα καταργούνται, έθιξε τις αναφερόμενες στα ως άνω προνόμια της ΑΤΕ ειδικές ρυθμίσεις, ενόψει του ότι αυτές έπαυσαν να αποτελούν περιεχόμενο αποκλειστικό του καταστατικού νόμου 4332/1929 και διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει της παρ. 4 του άρθρου 26 του ν. 1914/1990 (Ολ.
ΑΠ 24 και 25/2006). Στην προκειμένη περίπτωση όπως από την επισκόπηση του αντιγράφου της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: Η ... και η εναγομένη τράπεζα, δια του εκπροσώπου του καταστήματος της στην ..., κατήρτισαν στις 15.3.1999, την υπ' αριθμ. 16 σύμβαση, βάσει της οποίας η εναγομένη χορήγησε στην πρώτη δάνειο ποσού 1.000.000 δραχμών (2.934,7 ευρώ), με τους αναφερόμενους σ' αυτή όρους και ειδικότερες συμφωνίες.
Στη ίδια σύμβαση συμβλήθηκε ως εγγυητής και ο ενάγων εργολάβος οικοδομών στην ..., ο οποίος εγγυήθηκε απέναντι στην Τράπεζα ότι θα καταβληθεί η οφειλή της ... παραιτούμενος της ενστάσεως διζήσεως. Μεταξύ των άλλων, με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε και έγιναν αποδεκτά από τον ενάγοντα τα εξής: "γ) επί πλέον σε ασφάλεια της πίστωσης που ανοίγεται με τη σύμβαση αυτή και κάθε απαίτησης της τράπεζας που απορρέει απ1 αυτή και μέχρι την πλήρη εξόφληση της ο "πιστούχος" και ο "εγγυητής" δηλώνουν και αναγνωρίζουν ότι αυτή, εκτός από τα υπέρ αυτής υπάρχοντα προνόμια κατά τους νόμους που τη διέπουν, πρωτοπραξίας. ...
δικαιούται ακόμη να εγγράψει οποτεδήποτε υποθήκη σε οποιοδήποτε ακίνητο του "πιστούχου" ή του "εγγυητή" ή και των δύο οπουδήποτε και αν βρίσκεται αυτό, είτε πριν από τη χρήση της πίστωσης, είτε μετά είτε για ολόκληρο το ποσό της πίστωσης είτε για μέρος της, με βάση το άρθρο 12 της από 27/6/29 σύμβασης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της Εθνικής τράπεζας της Ελλάδος που κυρώθηκε με το Νόμο 4332/1929, όπως αυτή ισχύει τώρα... .
Οι υποθήκες που θα εγγραφούν για ασφάλεια της πίστωσης μπορεί να ασφαλίζουν και αυξητικές της σύμβασης αυτής πρόσθετες πράξεις που τυχόν θα υπογραφούν. ...". Η οφειλέτρια ... δεν κατέβαλε τις δόσεις του δανείου και κατά τη λήξη προθεσμίας πληρωμής του στις 31-12-1999, η οφειλή ανέρχονταν σε 3.402,2 ευρώ. Αυτή και ο ενάγων οχλήθηκαν πολλές φορές για την εξόφληση του χρέους τους.
Ειδικότερα, ο ενάγων οχλήθηκε αρκετές φορές προφορικά από τους εκπροσώπους της εναγομένης στο κατάστημα της ..., για το σχετικό χρέος και υπόσχονταν ότι θα το πληρώσει. Εγγράφως ειδοποιήθηκε στις 26-6-2000 με δικαστικό επιμελητή όταν επιδόθηκε σ' αυτόν (με την εγγράφου στα χέρια του) επιταγή προς πληρωμή ποσού 3.668,38 ευρώ όπου αναγράφονταν η αιτία του χρέους, το ποσό κατά κεφάλαιο και τόκους και ότι σε περίπτωση που καταβάλει το ποσό αυτό θα ακολουθήσει αναγκαστική εκτέλεση.
Την επιταγή αυτή η εναγομένη Τράπεζα δεν την ενέγραψε στα βιβλία κατασχέσεων ως είχε δικαίωμα βάσει του άρθρου 13 § 1 Ν. 4332/1929 οπότε η εγγραφή θα ίσχυε ως αναγκαστική κατάσχεση. Αλλά και πάλι αυτός αδιαφόρησε, συμπεριφορά που επέδειξε και στις μετέπειτα προφορικές οχλήσεις. Για τον λόγο αυτόν, η Τράπεζα ενέγραψε στις 27-12-2001, σε ακίνητο του ενάγοντος υποθήκη για το ποσό των 3.521,64 ευρώ.
Ειδικότερα, η τράπεζα έχοντας το δικαίωμα βάσει του παραπάνω όρου της σύμβασης αλλά και βάσει του νόμου (αρθρ. 12 Ν. 4332/1929) ενέγραψε υποθήκη σε ακίνητο του εμβαδού 744,22 τ.μ. που βρίσκεται στην .... Το ακίνητο αυτό ο ενάγων το είχε αγοράσει με το αριθμ. ... συμβόλαιο της συμ/φου Αλεξανδρούπολης Σμαρώ Καρυωτάκη. Στο συμβόλαιο αυτό αναγράφεται ως τίμημα το ποσό 32.281,73 ευρώ, ενώ προσδιορίζεται η αντικειμενική αξία αυτού στο ποσό των 48.049,42 ευρώ.
Στο ακίνητο αυτό ο ενάγων σκόπευε να ανεγείρει διαμερίσματα τα οποία θα πωλούσε σε τρίτους με σκοπό το κέρδος. Με το αριθμ. ... συνιδιοκτησίας του συμ/φου Αλεξανδρούπολης Θεόδωρου Ν. Δημητρόπουλου συνεστήθη κάθετη ιδιοκτησία επ' αυτού το δε συμβόλαιο τούτο μεταγράφηκε στο υποθηκοφυλακείο στις 13-5-2002. Επίσης, ο ενάγων στην ίδια περιοχή της ...
είχε και άλλα ακίνητα, μεγαλύτερης όμως έκτασης, όπως αγρούς έκτασης 7.750 τ.μ. (αριθμ. τεμ. 692), 14.460 τ.μ. (αριθμ. τεμ. 413) με οικοπεδική όμως αξία, και οικόπεδο εμβαδού 839 τ.μ.. Η αξία όλων ανά τ.μ. ήταν ίδια περίπου. Παρόλη την αδιαφορία του ενάγοντος -και της πρωτοφειλέτριας- η τράπεζα, παρά την κοινοποίηση της επιταγής, δεν προχώρησε στην εγγραφή αυτής.
Μόλις στις 10-1-2002, η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα κατασχετήρια επιταγή την οποία όμως και πάλι δεν ενέγραψε στο υποθηκοφυλακείο. Στις 16-1-2002,0 ενάγων εξόφλησε την οφειλή του. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι η πρωτοφειλέτρια ουδέν περιουσιακό στοιχείο είχε, πλην ενός ΙΧΕ αυτοκινήτου εργοστασίου κατασκευής CΙΤRΟΕΝ ΧΒΗC έτους κυκλοφορίας 28-1-1992, η δε αξία αυτού κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, αλλά και των τιμών που επικρατούν στην αγορά για μεταχειρισμένα αυτοκίνητα, δεν ξεπερνούσε το ποσό των 2.900 ευρώ.
Ενόψει όλων αυτών, η εκ μέρους της εναγομένης εγγραφή υποθήκης επί ακινήτου του ενάγοντος έγινε βάσει δικαιώματος που είχε αυτή από τη μεταξύ τους σύμβαση, αλλά και βάσει του άρθρου 12 του Ν. 4332/1929 "περί κυρώσεως της μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος συμβάσεως περί συστάσεως και λειτουργίας της Αγροτικής Τραπέζης", το οποίο δίνει το δικαίωμα στην εναγομένη Αγροτική Τράπεζα να εγγράψει υποθήκη επί ακινήτου των οφειλετών της προς ασφάλεια οποιασδήποτε απαιτήσεως της.
Η υποθήκη γράφηκε σε ακίνητο του ενάγοντος, το οποίο είχε την ίδια περίπου αξία με άλλα ίσης εκτάσεως ακίνητα του που βρίσκονταν στην περιοχή .... Η τράπεζα δεν γνώριζε ότι ο ενάγων σκόπευε να ανοικοδομήσει σ' αυτό και δεν ενήργησε σκοπίμως, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, αφού δεν είχε ανεγερθεί οικοδομή, η δε σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας έγινε στις 22-4-2002 και εγγράφηκε στο υποθηκοφυλακείο στις 13-5-2002, ήτοι μεταγενέστερα της εγγραφής της υποθήκης.
Ο ενάγων γνώριζε το ύψος του χρέους του, για το οποίο μάλιστα είχε κοινοποιηθεί στις 26-5-2000 επιταγή προς πληρωμή και όσα με την αγωγή του ισχυρίζεται ο ενάγων, πως αν τον ειδοποιούσε η εναγομένη Τράπεζα θα κατέβαλε αμέσως την οφειλή του, είναι αβάσιμα. Κατ' ακολουθίαν, η εκ μέρους της εναγομένης εγγραφή υποθήκης - και όχι κατασχετήριας επιταγής όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων με την αγωγή του- αποτελεί ενάσκηση ουσιαστικού δικαιώματος το οποίο ασκήθηκε μέσα στα αντικειμενικά όρια της καλής πίστης των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού αυτού.
Η άσκηση του δικαιώματος αυτού της εναγομένης- καθώς και η μεταγενέστερη κοινοποίηση κατασχετήριας επιταγής- δεν είναι καταχρηστική με την έννοια του άρθρου 281 Α. Κ., και συνεπώς δεν έλαβε χώρα παρανομία της εναγομένης η οποία αν συνέτρεχαν και οι λοιπές προϋποθέσεις του άρθρου 914 Α.Κ., - ήτοι υπαιτιότητα, ζημία και αιτιώδη συνάφεια- θα γεννούσε υποχρέωση της εναγομένης για αποζημίωση και αποκατάσταση ηθικής βλάβης.
Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση της εναγομένης (ήδη αναιρεσίβλητης), εξαφάνισε την ερήμην της τελευταίας εκδοθείσα πρωτοβάθμια απόφαση και στη συνέχεια, δικάζοντας επί της αγωγής, απέρριψε αυτή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281, 914 και 932 ΑΚ, καθόσον τα γενόμενα ως άνω δεκτά πραγματικά περιστατικά δεν ανταποκρίνονται στις προϋποθέσεις εφαρμογής τους ειδικότερα δεν ενέχουν προφανή υπέρβαση των αξιολογικών ορίων που θέτει το άρθρο 281 ΑΚ.
Διέλαβε, άλλωστε, στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικό έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ειρημένων διατάξεων.
Συνεπώς, οι περί του αντιθέτου εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., τρίτος και τέταρτος κύριοι και πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι. Ο πρώτος πρόσθετος λόγος, κατά την από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου αιτίαση για παραβίαση των άρθρων 2 του ν. 2251/1994 και 919 ΑΚ, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν εφαρμόσθηκαν από το Εφετείο οι εν λόγω διατάξεις, ούτε με βάση τις παραδοχές του συνέτρεχε περίπτωση εφαρμογής τους. Ο πρώτος κύριος λόγος, με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι "εσφαλμένα και αυθαίρετα έκρινε ότι τα λοιπά αγροτεμάχιά μου είναι της αυτής αξίας με τα επίδικα υποθηκευθέντα. Αυτό αποδεικνύεται περίτρανα και από τις αξίες που αναγράφονται στα συμβόλαια από την αρμόδια ΔΟΥ", μη υπαγόμενος σε έναν εκ των περιοριστικώς προβλεπόμενων στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ., λόγων αναιρέσεως, είναι απαράδεκτος. Ο δεύτερος εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., λόγος, κατά τον οποίο το Εφετείο δεν αιτιολογεί το γεγονός ότι η αναιρεσίβλητη καταχρηστικά και για να τον βλάψει ενέγραψε υποθήκη επί δύο ακινήτων του και όχι επί ενός μολονότι το ένα υπερκάλυπτε την αξίωσή της, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, αφού, όπως από την προσβαλλόμενη απόφασή του προκύπτει, το Εφετείο δέχθηκε ότι η υποθήκη ενεγράφη επί ενός ακινήτου του αναιρεσείοντος.
Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο συνήγαγε το αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενόρκως στο πρωτοβάθμιο και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και τα έγγραφα που με επίκληση προσκόμισαν οι διάδικοι.
Συνεπώς, ο τέταρτος πρόσθετος λόγος, κατά το μέρος που με αυτόν αποδίδεται στο Εφετείο η εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη την κατάθεση του μάρτυρος του αναιρεσείοντος στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος (τέταρτος) λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο όμοια πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη τα με επίκληση προσκομισθέντα συμβόλαια των ακινήτων (αγροτεμαχίων) του αναιρεσείοντος, είναι αόριστος, αφού δεν προσδιορίζεται η ταυτότητα των εν λόγω εγγράφων. Τέλος, ο ίδιος (τέταρτος πρόσθετος) λόγος, κατά το μέρος με το οποίο, υπό την επίκληση του αριθμού 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται ότι, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι τα ανωτέρω συμβόλαια των αγροτεμαχίων δεν προσκομίσθηκαν νομίμως, τότε το Εφετείο έλαβε υπόψη μη προσαχθείσες αποδείξεις, ήτοι τα ανωτέρω συμβόλαια, είναι απαράδεκτος, αφενός εξαιτίας της αοριστίας του και αφετέρου διότι κανείς δεν μπορεί να δημιουργήσει λόγο αναίρεσης από δικές του πράξεις (562 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 9-10-2006 αίτηση του ..., για αναίρεση της 19/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θράκης και τους με το από 5-3-2009 ιδιαίτερο δικόγραφο ασκηθέντες προσθέτους λόγους αναιρέσεως. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ