Legislator Case Law & Legislation
1946/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to lack of attorney representation for absent appellant at hearing.

Case Number 1946/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a lower court judgment regarding a guarantee contract dispute. The appellant failed to appear at the hearing, while the appellee (the bank) was properly represented by counsel. The court ruled that the absence of the appellant's attorney rendered the proceedings irregular under the Civil Procedure Code.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94 and 104 of the Civil Procedure Code: The absence of a lawyer for a party at the hearing renders the proceedings void due to lack of mandatory representation.

Keywords

AI generated
mandatory attorney representation void proceedings Civil Procedure Code absence of party supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 94 of the Civil Procedure Code
Article 104 of the Civil Procedure Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1946 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1946/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, κατοίκου ......, η οποία δεν παρέστη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε" που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ιωάννα Αχουζαρίδη - Γαλάνη, η οποία δήλωσε ότι ανακαλεί την από 2 Οκτωβρίου 2008 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4.11.1997 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 314/1998 μη οριστική και 209/2001 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 49/2004 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28 Μαρτίου 2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 21 Σεπτεμβρίου 2007 έκθεση του κωλυομένου (ως αρχικώς ορισθέντος) Αρεοπαγίτη Δημητρίου Πατινίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 94 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στον 'Αρειο Πάγο οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 104 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως και ότι το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της.

Συνεπώς η έλλειψη πληρεξουσιότητας τόσο προς το δικηγόρο που παραστάθηκε στο ακροατήριο για λογαριασμό του επισπεύδοντος, όσο και προς το δικηγόρο που επέσπευσε τη συζήτηση υπογράφοντας τη σχετική κλήση, συνεπάγεται, κατά το ανωτέρω άρθρο 104 του ΚΠολΔ, την ακυρότητα της κλήσεως. Στην προκειμένη περίπτωση, από το σχετικό πινάκιο, τα πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου και τα στοιχεία της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής :

Κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση κατά την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (6-10-2008) παρέστη νομίμως η αναιρεσίβλητη. Αντιθέτως η αναιρεσείουσα, η οποία είχε καταθέσει προτάσεις για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 1-10-2007, από την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή, δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο.

Τη συζήτηση της υποθέσεως επισπεύδει η αναιρεσείουσα, όπως αποδεικνύεται από την υπ' αριθμό ...... έκθεση του δικαστικού επιμελητή ......, περί επιδόσεως στην αναιρεσίβλητη ακριβούς αντιγράφου του δικογράφου της αιτήσεως αναιρέσεως, με την υπ' αυτή πράξη του Προέδρου και κλήση προς παράσταση κατά την αναφερόμενη στην αρχή, μετ' αναβολή δικάσιμο, μετά από παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της Μιχ.

Πικραμένου, ο οποίος είχε ειδική πληρεξουσιότητα να πράξει αυτό, δυνάμει του υπ' αριθμό ...... ειδικού πληρεξουσίου του συμβολαιογράφου Ρόδου Γεωργίου Π. Ροδίτη. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως, παρά την απουσία της αναιρεσείουσας, ως εάν ήταν και αυτή παρούσα, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.- Επειδή, κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνον κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός του ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη. Ως δικαστήριο που δικάζει την υπόθεση νοείται το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η υπόθεση κατά το χρόνο πραγματοποίησης της ομολογίας.

Εξάλλου η ύπαρξη της ομολογίας κρίνεται αντικειμενικά και δεν αποτελεί προϋπόθεσή της η πρόθεση προς ομολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η αναιρεσείουσα-ανακόπτουσα "στην προσπάθειά της να αντικρούσει το πόρισμα της πραγματογνωμοσύνης, σχετικά με τη γνησιότητα της υπογραφής της (ως εγγυήτριας) στην πρώτη σύμβαση (υπ'αριθμ. ......

σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό) ισχυριζόμενη ότι στον πραγματογνώμονα δόθηκαν εσφαλμένα στοιχεία, συνομολογεί, με την προσθήκη των προτάσεών της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ότι και η υπογραφή που τέθηκε στην υπ'αριθμ. ...... αυξητική σύμβαση της πίστωσης είναι δική της, εμμένουσα στην άρνησή της ως προς τη γνησιότητα της υπογραφής στην αρχική σύμβαση".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τους όρους του νόμου (άρθρο 339, 352 ΚΠολΔ) σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, αφού από τα ως άνω αναφερόμενα στην προσθήκη-αντίκρουση των προτάσεων της αναιρεσείουσας στο Εφετείο, δέχθηκε ότι η τελευταία ομολόγησε ότι η υπογραφή της ως εγγυήτριας που τέθηκε στην ...... (αυξητική) σύμβαση πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό είναι δική της, χωρίς να ερευνήσει την πρόθεση αυτής (αναιρεσείουσας) προς ομολογία, διότι η πρόθεση αυτή δεν αποτελεί προϋπόθεση για την ύπαρξή της.

Επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, με τον οποίο, με την επίκληση του άρθρου 559 αρ.11 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση από το άρθρο 559 αρ.10 ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο εσφαλμένα παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.- Επειδή κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά τα αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ως προς τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή για τη μη συνδρομή τους που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 847 και 851 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι η ευθύνη του εγγυητή απορρέει από τη σύμβαση της εγγυήσεως, δηλαδή από τη βούληση του εγγυητή. Εφόσον από τη βούληση του εγγυητή ή από τις διατάξεις του νόμου (όπως από τα άρθρα 851 και 852 ΑΚ), που συμπληρώνουν τη βούληση αυτή, δεν προκύπτει κάτι διαφορετικό, η εγγύηση καλύπτει την κυρία οφειλή, όπως αυτή υπήρχε κατά το χρόνο της συνάψεως της συμβάσεως εγγυήσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ανελέγκτως ότι "δυνάμει της υπ' αριθμό ...... σύμβασης πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό η καθής η ανακοπή (αναιρεσίβλητη) χορήγησε στο Α πίστωση με ανοικτό λογαριασμό ύψους 6.500.000 δραχμών. Η πίστωση αυτή αυξήθηκε με την υπ' αριθμό ......

σύμβαση σε 10.000.000 δραχμές. Προκειμένου να αυξηθεί η σύμβαση του πιστούχου σε ανώτερο ποσό, η ανακόπτουσα (αναιρεσείουσα) προσήλθε στις 11-11-1996 στο κατάστημα της καθής η ανακοπή για να υπογράψει ως εγγυήτρια για την αύξηση της πίστωσης από 10.000.000 σε 15.000.000 δραχμές. Οι αρμόδιοι υπάλληλοι της καθής η ανακοπή της εξήγησαν ότι για την αύξηση της πίστωσης προς τον πιστούχο, έπρεπε να εγγυηθεί τόσο την αρχική σύμβαση της πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, όσο και για τις μεταγενέστερες αυξητικές του ύψους της πίστωσης.

Η ανακόπτουσα συμφώνησε και εγγυήθηκε τόσο για τις προηγούμενες υπ' αριθμ. ...... και ...... συμβάσεις, όσο και για την καταρτισθείσα εκείνη την ημέρα υπ' αριθμ. ...... σύμβαση, με την οποία η πίστωση αυξήθηκε σε 15.000.000 δραχμές. 'Ετσι υπέγραψε τις δύο δηλώσεις εγγυητή, στις οποίες τέθηκαν οι ημερομηνίες 13-12-1995 και 17-7-1996, που είναι αντίστοιχες των ημερομηνιών που είχαν συνταχθεί η ......

και η μεταγενέστερη αυξητική ...... συμβάσεις. Με τις δηλώσεις αυτές η ανακόπτουσα ανέλαβε έναντι της καθής η ανακοπή την ευθύνη ότι θα τηρηθούν όλοι οι όροι της σύμβασης της πίστωσης, αρχικής και αυξητικής και την ευθύνη της ολοσχερούς εξόφλησης του καταλοίπου κατά το κλείσιμο της πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό, παραιτηθείσα όλων των ενστάσεων που προέρχονται από τη σύμβαση εγγυήσεως".

Ακολούθως, το Εφετείο δέχθηκε, ότι με την από 10-9-1997 εξώδικη δήλωση - καταγγελία, που κοινοποιήθηκε στον πρωτοφειλέτη και την εγγυήτρια-ανακόπτουσα, η καθής η ανακοπή προέβη στο κλείσιμο του ανοικτού λογαριασμού, του οποίου το χρεωστικό κατάλοιπο ανερχόταν στο ποσό των 6.248.842 δραχμών, ποσό το οποίο, ακολούθως, υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα, ως εγγυήτρια, να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, δυνάμει της ακολούθως εκδοθείσας 621/1997 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, η κατά της οποίας ανακοπή της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.

Κατά ταύτα το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντίφαση αιτιολογίες στο θέμα του ύψους της οφειλής της εγγυήτριας ανακόπτουσας, η οποία ρητά εγγυήθηκε να καλύψει (πληρώσει) την κύρια οφειλή από τον από 13-12-1995 αλληλόχρεο λογαριασμό, όσο και από τις ...... και ...... αυξητικές αυτού συμβάσεις, ήτοι το ποσό των 6.248.842 δραχμών, στο οποίο ανερχόταν το κατάλοιπο του λογαριασμού κατά το πιο πάνω κλείσιμό του, όπως ρητά αποδέχθηκε κατά την κατάρτιση της συμβάσεως εγγυήσεως η αναιρεσείουσα, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης.

Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν αιτιολόγησε το λόγο για τον οποίο η αναιρεσίβλητη προχρονολόγησε τις συμβάσεις εγγυήσεως.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-3-2006 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 49/2004 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ