1946/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 4272/2002 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1514/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 1449/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/7/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 18/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση.
Legislator headnote
AI generated1946/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση και αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της αποφάσεως αυτής, διατάσσεται, με αίτηση εκείνου που κατέβαλε, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση.
Full text
Απόφαση 1946 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1946/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εκπαιδευτικής Εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εκπαιδευτική Εταιρία Ν.Ε. ΣΤΡΑΤΗΓΑΚΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Μουρκουτά, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/1998 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 4272/2002 του Εφετείου Αθηνών. Επί της τελευταίας αποφάσεως ασκήθηκε αναίρεση και εκδόθηκε η 1514/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την απόφαση αυτή και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το Εφετείο Αθηνών εξέδωσε την 1449/2005 απόφαση, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/7/2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 18/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τη ..... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ....., που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση με κλήση για συζήτηση κατά την πιο πάνω αναφερόμενη δικάσιμο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη. Αυτή, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά τη συζήτηση και επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ΄ Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι και αυτή, που υποβάλλεται στο Εφετείο μετά την παραπομπή και με την οποία ζητείται η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (άρθρα 581 παρ. 3 και 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν αναιρεθεί η απόφαση οι διάδικοι επανέρχονται στην πριν από την αναιρεθείσα απόφαση κατάσταση και αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς η εκτέλεση (εκούσια ή αναγκαστική) της αποφάσεως αυτής, διατάσσεται, με αίτηση εκείνου που κατέβαλε, η επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση της αναιρούμενης απόφασης κατάσταση.
Με την αίτηση, η οποία μπορεί να υποβληθεί και με τις προτάσεις, υπό την προϋπόθεση ότι αυτές έχουν κατατεθεί μέχρι και την προηγούμενη της συζητήσεως ημέρα, ζητείται το κεφάλαιο, οι τόκοι και η δικαστική δαπάνη που καταβλήθηκαν, εντόκως από την επίδοση της αναιρετικής αποφάσεως. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προτάσεις της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε, στις 2-11-2004, ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση της εφέσεώς της (που έγινε στις 23-11-2004), μετά την αναίρεση, με τη 1514/2003 απόφαση του Αρείου Πάγου, της 4272/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, αυτή (αναιρεσείουσα) υπέβαλε αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, σύμφωνα με τα άρθρα 581 παρ. 3 και 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
και ζήτησε να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιστρέψει στην αναιρεσείουσα α) το ποσό των 4409 ευρώ, δηλαδή το μισό ποσό που αυτή είχε υποχρεωθεί να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη, σε εκτέλεση της 28/2001 πρωτόδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, της 4272/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της 202/2002 απόφασης του Αρείου Πάγου (ως Συμβούλιο), β) το ποσό των 2488, 57 ευρώ, που είχε, επίσης, καταβάλει στην αναιρεσίβλητη για τόκους υπερημερίας του άνω κεφαλαίου από την επίδοση της αγωγής μέχρι την ημέρα της καταβολής του και γ) ζήτησε την επιδίκαση τόκων υπερημερίας του άνω συνολικού ποσού των 6897, 57 ευρώ από την 18-10-2004, όταν επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη η 1514/2003 αναιρετική απόφαση.
Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε το αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση μόνο κατά το πρώτο σκέλος του και υποχρέωσε την αναιρεσίβλητη να αποδώσει (επιστρέψει) στην αναιρεσείουσα 1502365 δραχμές, δηλαδή το ισόποσο των 4409 ευρώ, χωρίς να αποφανθεί για τα άλλα δύο σκέλη του ίδιου αιτήματος, δηλαδή για τους τόκους.
Έτσι, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 9 του Κ.Πολ.Δ. και επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως, από τη διάταξη αυτή, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το πιο πάνω κεφάλαιο (το αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση κατά τα δύο σκέλη του) και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τη 1449/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το κεφάλαιο αυτό, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ