Legislator Case Law & Legislation
1945/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on tort liability, ruling factual assessment errors are not grounds for retrial.

Case Number 1945/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision rejecting a tort claim for damages and moral compensation. The appellants argued that the lower court distorted a specific document regarding investment experience and failed to read a crucial part of a test agreement. The court held that the lower court's evaluation of facts and evidence falls outside the scope of appellate review unless the decision relied exclusively on a distorted document, which was not the case here.

Legislator headnote

AI generated

Articles 298, 299, 330, 914 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on alleged distortion of evidence is inadmissible if the court of first instance considered the document alongside other evidence without excluding it as the sole basis for its factual finding.

Keywords

AI generated
tort liability moral compensation appellate review factual assessment distorted evidence investment experience legal costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 298, 299, 330 and 914 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564 paragraph 3, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 section e of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1945 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1945/2024

ΤΟ ΔΙΚ...ΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ασημίνα Υφαντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Ευτύχιο Νικόπουλο και Μαρία Πετσάλη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 22 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Β. Β. του Ι., 2) Ι. Β. του Β., κατοίκων ..., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων της αποβιωσάσης αρχικά ενάγουσας Σ. συζύγου Β. Β., το γένος Γ. Μ., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χατζημιχάλη και κατέθεσαν προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/3/2012 αγωγή, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1745/2019 οριστική του ίδιου Δικ...ίου και 2954/2022 του Τριμελούς Εφ...ίου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29/9/2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αρ. 2954/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφ...ίου ... που δέχθηκε την έφεση που άσκησε η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη κατά της υπ' αρ. 1745/2019 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ... και μετά από εξαφάνιση αυτής απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 7-3-2012 αγωγή που άσκησε η ήδη αποβιώσασα Σ.

συζ. Β. Β. (μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της οποίας είναι οι αναιρεσείοντες), με την οποία, μετά από περιορισμό του αρχικού αιτήματός της, ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, λόγω αδικοπραξίας των προστηθέντων υπαλλήλων της να της καταβάλει το ποσό των 164.000 ευρώ, να αναγνωριστεί ότι της οφείλει το υπόλοιπο ποσό των 164.000 ευρώ, ως αποζημίωση και να της καταβάλει επιπλέον το ποσό των 21.950 ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που υπέστη από τη σε βάρος της αδικοπραξία και τα ποσά αυτά νομιμοτόκως κατά τις ειδικότερες διακρίσεις που αναφέρονται στην αγωγή.

Η αίτηση αναιρέσεως έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξεως.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρεώσεως πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δρ...ιότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρεώσεως λήψεως ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρoκλήσεως ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1007/2019).

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφυλάξεως του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1406/2021).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996 (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007) ορίσθηκαν τα ακόλουθα:

Πρώτη αρχή: Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεών τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δρ...ιοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".

Σύμφωνα με τις διατάξεις του καταργηθέντος σήμερα Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης συμβάσεως, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.

Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσεως, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδυνεύσεως (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).

Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επενδύσεως. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επενδύσεως, για την οικονομική κατάσταση και τη φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων.

Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σ' αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο στον οποίο εκτίθεται. Στόχος, των εν λόγω υποχρεώσεων που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ δεν είναι η επιτυχία της επενδύσεως, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρεώσεως ενημερώσεως, διαφωτίσεως, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κινήσεως των κινητών αξιών που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διατάξεως του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.

Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως M., η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ. Περαιτέρω, κατά ευρέως διαδεδομένη αντίληψη, τα λεγόμενα "perρetual bonds" δηλαδή "ομόλογα ατελεύτητης διάρκειας", άλλως, "διηνεκή" ή "αιώνια" ή "αόριστης διάρκειας", ομόλογα, συνιστούν ομολογίες, οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο συνάψεως ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρεία ή ένα κράτος, και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιόγραφων την ονομαστική τους αξία, δικαίωμα απολήψεως των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων.

Οι τίτλοι αυτοί, παρέχουν μεν στον κομιστή, (ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία), δικαίωμα απολήψεως των ανωτέρω τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας τους σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξεώς τους. Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση- επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό εισπράξεως της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε.

Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως του ομολόγου, κατ' ελεύθερη αυτού βούλησή του. Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως "υβριδικοί" καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο.

Συνεπώς, είναι προφανές ότι τα ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (perpetual bonds) δεν είναι απλά στη σύλληψη και στη λειτουργία τους επενδυτικά προϊόντα, με αποτέλεσμα οι παρέχουσες επενδυτικές υπηρεσίες ανώνυμες εταιρείες να υπέχουν ιδιαιτέρως αυξημένη υποχρέωση ενημερώσεως του εκάστοτε πελάτη τους επενδυτή, δεδομένου ότι η χρήση και κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, ομολογιακού δανείου, αποδίδει μια ψευδή, εικονική εικόνα, ικανή να παραπλανήσει τον οποιονδήποτε, ακόμη και τον πιο βαθύ γνώστη επενδυτή, ως προς την νομική φύση και τη λειτουργία τους (AΠ 1266/2022, ΑΠ 1109/2019, ΑΠ 536/2019, ΑΠ 1250/2018).

Επ` αυτών και επί όλων των σύνθετων τραπεζικών προϊόντων εφαρμόζεται επιπλέον και η 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητή της ΤτΕ, η οποία δημοσιευθείσα στην ΕτΚ (ΦΕΚ Α`, 277), έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 459/2021, ΑΠ 2123/2009). Βάσει δε της Πράξεως αυτής, η ενημέρωση των συναλλασσομένων, οποιασδήποτε προελεύσεως και βαθμού εμπειρίας, πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές επί συνθέτων ομολόγων πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά, καθώς και η κατανόηση των πιθανών ειδικά ισχυόντων γι' αυτά κινδύνων και της αναμενόμενης αποδόσεώς τους.

Εξάλλου, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν.2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", όπως ίσχυε πριν το Ν. 3587/2007, που oρίζουν, μεταξύ άλλων, ότι "ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε ζημία που προκάλεσε υπαιτίως κατά την παροχή των υπηρεσιών" (παρ. 1 ), ότι "ως παρέχων υπηρεσίες θεωρείται όποιος παρέχει κατά τρόπο ανεξάρτητο υπηρεσία στο πλαίσιο της άσκησης επαγγελματικής δρ...ιότητας" (παρ. 2 εδ.

β` ), ότι "ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας" (παρ. 3) και ότι "ο παρέχων τις υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης της έλλειψης υπαιτιότητας" (παρ. 4 εδ. α'), προκύπτει ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994 (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 1028/2015).

Επομένως, αν, στο πλαίσιο παροχής υπηρεσιών από την τράπεζα, εκδηλωθεί συμπεριφορά μη ανταποκρινόμενη στην ευλόγως προσδοκώμενη ασφάλεια, δηλαδή στις συναλλακτικές υποχρεώσεις πρόνοιας και ασφάλειας, τότε η συμπεριφορά αυτή είναι παράνομη και συγχρόνως υπαίτια, εφόσον συντρέχουν αμφότερες οι προϋποθέσεις της παρανομίας και της υπαιτιότητας, δηλαδή με βάση τη θεώρηση της αμέλειας ως μορφής πταίσματος και ως μορφής παρανομίας (ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, 1849/2017).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνας που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα.

Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, δηλαδή με απόδοση στον κανόνα δικαίου έννοιας μη αληθινής ή μη αρμόζουσας, ή έννοιας περιορισμένης ή στενής, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. ΑΠ 1/2016, Ολ ΑΠ 4/2014, ΟλΑΠ 10/2011, ΑΠ 1406/2021). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικ...ίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι, τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 7/2006).

Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.

ΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 357/2023, ΑΠ 150/2023). Ειδικότερα, από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (AΠ 587/2020, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 144/2019, ΑΠ 573/2018, ΑΠ 1445/2017 ).

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την επίκληση ότι, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο αγοράς του επίδικου ομολόγου και κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αρ. 12263/β.500/11-4-1997 αποφάσεως του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β' 340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ. 1 του Ν. 2396/1996 και συγκεκριμένα, των πρώτης, τρίτης, τέταρτης και έβδομης αρχών αυτού, των άρθρων 4, 4α, 8, 9α-9θ Ν.2251/1994, της 2501/31.10.2002 Πράξεως του Διοικητή της ΤτΕ και των άρθρων 147, 200, 281, 288, 297, 298, 914, 922, 932 ΑΚ, η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την ένδικη θεμελειωθείσα επί των άνω διατάξεων αγωγή της δικαιοπαρόχου τους, Σ. Β., δεχόμενη με ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της ελάσσονος προτάσεως του νομικού της συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό των παραπάνω κανόνων δικαίου, τη μη συνδρομή των κατ' αυτούς απαιτουμένων προϋποθέσεων για την κατάφαση της αποδιδόμενης στην αναιρεσίβλητη αδικοπρακτικής συμπεριφοράς, παρά το ότι, τα ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά επέβαλαν την αποδοχή της αγωγής, ως ουσιαστικά βάσιμης.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφ...ίο δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η αρχικώς ενάγουσα ήταν κάτοικος ..., όπου και δρ...ιοποιείτο επαγγελματικά, εκμεταλλευόμενη, από κοινού με τον πρώτο εφεσίβλητο σύζυγό της, ξενοδοχειακή επιχείρηση με τα διακριτικό τίτλο "...".

Στις 22.10.2004 συμβλήθηκε με την εναγομένη, καταρτίζοντας εγγράφως την υπ' αριθ. 1713 σύμβαση εκτέλεσης επενδυτικών εντολών. Η σύμβαση αυτή είχε ως αντικείμενο την εκτέλεση ειδικών εντολών της εντολέας - ενάγουσας εκ μέρους της τράπεζας, καθώς και τη φύλαξη του χαρτοφυλακίου, ενώ δεν περιλαμβανόταν η διαχείριση του χαρτοφυλακίου ή η παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών εκ μέρους της τράπεζας προς την εντολέα.

Ειδικότερα, ορίσθηκε ότι η ενάγουσα θα ανέθ... στην εναγομένη την, έναντι προμήθειας, διενέργεια πράξεων, οι οποίες θα αφορούσαν, σύμφωνα με τα ενδεικτικά αναφερόμενα στη σύμβαση, κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, τίτλους της χρηματαγοράς, παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα (derivatives), όπως συμβάσεις προθεσμιακών συμβολαίων (futures), συμβάσεις επί χρηματοοικονομικών δικαιωμάτων (options), συμβάσεις ανταλλαγής επιτοκίων ή και νομισμάτων (swaps), συμφωνίες προθεσμιακού επιτοκίου (FRAs), χρηματιστηριακές συναλλαγές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό καθώς και οποιαδήποτε άλλη πράξη συμφωνούνταν από εκείνες που αναφέρονται στο άρθρο 2 Ν. 2396/1996 "περί παροχής επενδυτικών υπηρεσιών".

Η τράπεζα θα προέβαινε στις παραπάνω πράξεις κατόπιν ειδικής, έγγραφης ή και προφορικής εντολής της ενάγουσας, για την οποία ορίστηκε ότι μπορούσε να δίνεται μέσω τηλεφώνου, με τηλεομοιοτυπία (fax), τηλέτυπο ή και με άλλο πρόσφορο ηλεκτρονικό μέσο που τυχόν θα συμφωνούσαν ειδικά οι συμβαλλόμενοι. Για την εκτέλεση της σύμβασης τηρήθηκε ο υπ' αριθ. 383/944657-51 λογαριασμός ("τροφοδότης" λογαριασμός) με δικαιούχους την ενάγουσα και τον πρώτο εφεσίβλητο σύζυγό της.

Η εν λόγω σύμβαση συνήφθη κατόπιν διαπραγματεύσεων που έλαβαν χώρα περί τα τέλη του μήνα Οκτωβρίου 2004 στην Κω μεταξύ, αφενός μεν, της ενάγουσας, αφετέρου δε, του στελέχους της τράπεζας στον Τομέα Διαχείρισης Χαρτοφυλακίου Ιδιωτών Πελατών της εναγομένης (P. B.), Β. Χ.. Στις σχετικές συζητήσεις αναφέρθηκε από το εν λόγω στέλεχος της εναγομένης ότι οι επενδύσεις στις οποίες θα προέβαινε η ενάγουσα θα είχαν απόδοση, για ποσό άνω των 200.000 ευρώ, 6% ετησίως, κατ' ελάχιστον.

Εξάλλου, η εναγομένη, διά των προστηθέντων υπαλλήλων της, προέβη την 16.2.2005 σε αγορά για λογαριασμό της ενάγουσας, ενός τίτλου θυγατρικής εταιρίας της εναγομένης με την επωνυμία "...", με κωδικό έκδοσης XS021148920….. και αριθμό τίτλου 708050470….., ονομαστικής αξίας 328.000 ευρώ και με επιτόκιο έκδοσης 6%, λαμβάνοντας το ποσό αυτό από τον παραπάνω "τροφοδότη" λογαριασμό.

Η εναγομένη προέβη στην αγορά του παραπάνω ομολόγου κατόπιν της υπ' αριθ. 10327 εντολής της ενάγουσας, που δόθηκε τηλεφωνικά στην τράπεζα, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. παραστατικού 74 έγγραφο που προσκομίζεται από την πλευρά της εναγομένης και το οποίο, αν και δεν φέρει την υπογραφή του αρμοδίου υπαλλήλου της εναγομένης, λαμβάνεται υπόψη ως μη πληρούν τους όρους του νόμου αποδεικτικό μέσο (.......).

Στο έγγραφο αυτό αναγράφεται ότι δόθηκε εντολή μέσω του εξουσιοδοτημένου στελέχους Β. Χ., αναφέρονται δε επίσης τα στοιχεία της ενάγουσας, ως εντολέα, η περιγραφή του προϊόντος, ο αριθμός αυτού, η ημερομηνία έναρξης (16.2.2005) και η ημερομηνία λήξης (η οποία είναι ενδεικτική, 16.2.2049), η ονομαστική αξία του ομολόγου, η ημερομηνία αξίας, η ημερομηνία εκκαθάρισης και το ποσό της επένδυσης.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο εν λόγω τίτλος δεν είχε ημερομηνία λήξης αλλά υπήρχε μόνο δυνατότητα και όχι υποχρέωση ανάκλησής του από την εκδότρια την 16.2.2015 και εφεξής κάθε χρόνο την ίδια ημερομηνία, η δε ενάγουσα μπορούσε να ζητήσει την προεξόφληση αυτού, με βάση όμως την τρέχουσα τιμή και τις συνθήκες στη δευτερογενή αγορά.

Στο προσκομιζόμενο, δε, ενημερωτικό έγγραφο της εναγομένης, το οποίο αναφέρεται στο εν λόγω είδος τίτλου, σημειώνεται ότι επένδυση στους προνομιούχους τίτλους, όπως και ο ως άνω, αρμόζει μόνο σε οικονομικά ειδικευμένους επενδυτές, οι οποίοι μπορούν να αξιολογήσουν τις πρόνοιες και τους κινδύνους μίας τέτοιας επένδυσης και οι οποίοι κατέχουν ικανούς πόρους για να μπορούν να αντέξουν οποιεσδήποτε ζημίες που θα απέρρεαν από μία τέτοια επένδυση, γίνεται δε παρότρυνση προς τους μελλοντικούς επενδυτές, εφόσον έχουν οποιαδήποτε αμφιβολία να συμβουλευτούν το χρηματιστή τους, τον τραπεζίτη, το δικηγόρο τους, το λογιστή ή άλλο οικονομικό τους σύμβουλο.

Επίσης, στο εν λόγω έγγραφο αναφέρονται τα εξής: "Η αγορά των ομολόγων εμπεριέχει ουσιώδεις κινδύνους και είναι κατάλληλη μόνο για επενδυτές που έχουν την απαραίτητη γνώση και εμπειρία σε οικονομικά και επιχειρησιακά θέματα, που θα τους βοηθήσει να εκτιμήσουν τους κινδύνους και τα οφέλη μίας επένδυσης στα ομόλογα.

Προ της λήψης επενδυτικής απόφασης, οι ενδεχόμενοι αγοραστές των ομολόγων θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι κατανοούν τη φύση τους και το βαθμό της έκθεσής τους σε κινδύνους και ότι εξετάζουν προσεκτικά, υπό το πρίσμα των ιδίων οικονομικών συνθηκών, οικονομικής κατάστασης και επενδυτικών στόχων, όλες τις πληροφορίες που προβάλλονται σε αυτό το ενημερωτικά σημείωμα.

Επένδυση στα ομόλογα είναι κατάλληλη μόνο σε επενδυτές που: 1) Έχουν την προαπαιτούμενη γνώση και εμπειρία σε οικονομικά και επιχειρησιακά θέματα, καθώς και τη γνώση και πρόσβαση σε κατάλληλες αναλυτικές πηγές, ώστε να εκτιμήσουν τις πληροφορίες που εμπεριέχονται στο ενημερωτικό σημείωμα, καθώς και τα οφέλη και τους κινδύνους μίας επένδυσης στα ομόλογα, στο πλαίσιο της οικονομικής θέσης και κατάστασης τέτοιων επενδυτών. 2) Είναι ικανοί να φέρουν το οικονομικό ρίσκο μίας επένδυσης στα ομόλογα για αόριστη χρονική περίοδο και 3) αναγνωρίζουν ότι ίσως να μην είναι πιθανόν να κάνουν καμία μεταφορά των ομολόγων για σημαντικό χρονικό διάστημα, αν όχι ποτέ.

Περαιτέρω, κάθε πιθανός αγοραστής των ομολόγων πρέπει να καθορίσει, βασισμένος στην ίδια ανεξάρτητη έρευνα και οιαδήποτε επαγγελματική συμβουλή, την οποία αυτός θεωρεί κατάλληλη, κάτω από τις παρούσες συνθήκες, ότι η απόκτηση του ομολόγου I. συνέχεται πλήρως με τις δικές του οικονομικές ανάγκες, στόχους και κατάσταση ή, εφόσον αποκτά τα ομόλογα υπό την ιδιότητα καταπιστεύματος, με τις ανάγκες του δικαιούχου, II.

συμμορφώνεται και είναι πλήρως συνεπής με όλες τις επενδυτικές πολιτικές, οδηγίες και περιορισμούς που ισχύουν για αυτό, άσχετα από το αν αποκτά τα ομόλογα για τον εαυτό του ή με την ιδιότητα του καταπιστευματοδόχου, III. ότι είναι κατάλληλη επένδυση για αυτόν, έχοντας υπόψη των ξεκάθαρων και υποστατών κινδύνων που ενυπάρχουν σε περίπτωση επένδυσης ή παρακράτησης των ομολόγων".

Επίσης, στο ίδιο έγγραφο γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στη διηνεκή φύση των προνομιούχων μετοχών αναφέρεται δε ειδικότερα ότι "οι προνομιούχες μετοχές δεν έχουν καθορισμένη τελική ημερομηνία επαναγοράς και οι κάτοχοι δεν έχουν το δικαίωμα να ζητήσουν την επαναγορά των προνομιούχων μετοχών. Αν και η εκδότρια μπορεί να επιλέξει την επαναγορά των προνομιούχων μετοχών υπό συγκεκριμένες συνθήκες (περιλαμβανομένης κατά την επιλογή της, της πρώτης ημερομηνίας επαναγοράς ή οποιασδήποτε ημερομηνίας καταβολής προτιμώμενου μερίσματος που ακολουθεί ή μετ' ακολουθίαν συγκεκριμένων φορολογικών γεγονότων που θα επισυμβούν, ή κατόπιν γεγονότος αποκλεισμού του κεφαλαίου, όπως καθορίζεται κατωτέρω στην περιγραφή των προνομιούχων μετοχών), τέτοια επιλογή υπόκειται στη διάκρισή τους και τελεί υπό συγκεκριμένους περιορισμούς".

Εντεύθεν συνάγεται ότι το εν λόγω ομόλογο ανήκει στην κατηγορία των perpetual bonds, δηλαδή ομόλογο "ατελεύτητης διάρκειας", άλλως "διηνεκές" ή "αιώνιο" ή "αόριστης διάρκειας" ομόλογο, τα οποία συνιστούν ομολογίες οι οποίες εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα (χρεόγραφα, τίτλοι παραστατικοί αξίας) στο πλαίσιο σύναψης ομολογιακού δανείου από μία ανώνυμη εταιρία ή ένα κράτος και παρέχουν στον κομιστή, ο οποίος καταβάλλει στον εκδότη κατά την απόκτηση των αξιογράφων την ονομαστική τους αξία, δικαιώματα απόληψης των συμφωνημένων, σε υψηλά συνήθως επίπεδα, τόκων.

Έτσι, η ενάγουσα, ως κομίστρια ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούταν σε παράδοση - επιστροφή αυτού στον εκδότη του προς το σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μίας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε, η εκδότρια εταιρία, αντίθετα, διατηρούσε το δικαίωμα της μονομερούς ανάκλησης του ομολόγου, κατ' ελεύθερη αυτής βούληση.

Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί, καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς ωστόσο να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο.

Συνεπώς, το επίδικο ομόλογο ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας δεν ήταν απλό στη σύλληψη και στη λειτουργία του επενδυτικό προϊόν, με αποτέλεσμα η παρέχουσα τις σχετικές επενδυτικές υπηρεσίες εναγομένη να υπείχε αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης της ενάγουσας, δεδομένου ότι η χρήση και η κυκλοφορία των perpetual bonds ως ομολόγων, αποδίδει μία εικόνα, ικανή να παραπλανήσει ακόμη και τον γνώστη επενδυτή, ως προς τη νομική φύση και λειτουργία του.

Περαιτέρω, όμως και όσον αφορά το επενδυτικό προφίλ της ενάγουσας αποδείχθηκαν τα εξής: Η ενάγουσα ήταν μία επιχειρηματίας, η οποία εκμεταλλεύονταν επιτυχώς, επί σειρά ετών, μία ξενοδοχειακή μονάδα 300 κλινών στην Κω, έχοντας επομένως εμπειρία στις εμπορικές συναλλαγές. Εκτός αυτού, επί πολλά χρόνια, διαχειρίζονταν μέσω της εναγομένης τράπεζας, ένα χαρτοφυλάκιο εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ (ενδεικτικά, 669.173,45 ευρώ στις 28/12/2006, το οποίο αποτελεί άθροισμα ποσών καταθέσεων, ομολόγων και σύνθετων προϊόντων στο τριμηνιαίο ενημερωτικό σημείωμα δ' τριμήνου 2006, το οποίο της απέστειλε η εναγομένη, ενώ στο παραπάνω ποσό δεν περιλαμβάνονται οι επενδύσεις σε μετοχές που, επίσης, κατείχε η ενάγουσα κατά το ανωτέρω χρονικό σημείο), επενδύοντάς σε διάφορα χρηματοπιστωτικά μέσα και κατ' εξαίρεση μόνον σε απλές προθεσμιακές καταθέσεις.

Μάλιστα, όπως και η ίδια η ενάγουσα συνομολογούσε, η εναγομένη δεν ήταν η μοναδική τράπεζα με την οποία κατά καιρούς έχει συνεργαστεί ενώ είχε προβεί και σε επενδύσεις σε ακίνητα ήτοι αγορά οικοπέδων και ανέγερση τουριστικών καταλυμάτων στη νήσο Κω. Στις 20/12/2007, η ενάγουσα είχε κληθεί από τους προστηθέντες της εναγομένης του Καταστήματος Κω, προκειμένου, σύμφωνα προς τις αυξημένες απαιτήσεις της νεοεισαχθείσας τότε νομοθεσίας (Ν. 3606/2007), να ερωτηθεί και εγγράφως για τις γνώσεις και την εμπειρία της στις επενδύσεις.

Σύμφωνα, δε, με τη διάταξη του άρθρου 14 παρ.3 της υπ' αριθ. 1/452/1.11.2007 απόφασης του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς (ΦΕΚ Β 2136/2007), που εκδόθηκε κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 25 παρ.10 του Ν. 3606/2007: "Κοινές διατάξεις για την αξιολόγηση καταλληλότητας και συμβατότητας... 3. Η ΕΠΕΥ δικαιούται να βασίζεται στην πληροφόρηση που της παρέχουν οι πελάτες της, εκτός εάν γνωρίζει ή όφειλε να γνωρίζει ότι η πληροφόρηση αυτή είναι καταφανώς παρωχημένη, ανακριβής ή ελλιπής." Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 13 παρ.1 της ως άνω απόφασης του ΔΣ της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, συμβατότητα σημαίνει την ικανότητα του επενδυτή να κατανοεί τους κινδύνους που ενέχει ένα επενδυτικό προϊόν.

Κατά την ανωτέρω ημερομηνία η ενάγουσα συμπλήρωσε ένα έγγραφο επονομαζόμενο "Τεστ Συμβατότητας Επενδυτή" πληροφορώντας την εναγομένη ότι διαθέτει σημαντική επενδυτική εμπειρία, παρακολουθεί τακτικά τις ειδήσεις στον κλάδο και έχει σχετικά καλό επίπεδο γνώσεων, πολύ συχνά (τουλάχιστον 2 φορές την εβδομάδα) καταρτίζει συναλλαγές σε διάφορα χρηματοπιστωτικά μέσα, και κατανοεί τούς συσχετιζόμενους με τις επενδύσεις κινδύνους.

Με βάση το παραπάνω τεστ η ενάγουσα βαθμολογήθηκε με 13,20, το οποίο δείχνει συμβατότητα για επενδύσεις σε σύνθετα επενδυτικά προϊόντα, σε αντίθεση με την πλειοψηφία του πελατολογίου της εναγομένης, που έλαβε βαθμολογία κάτω από 8, που σημαίνει συμβατότητα για επενδύσεις μόνον σε απλά προϊόντα. Τα ως άνω επιβεβαιώνει και ο μάρτυρας της εναγομένης Η.

Γ., στέλεχος της διεύθυνσης P. B. της εναγομένης, που χειρίστηκε το χαρτοφυλάκιο της ενάγουσας, μετά τον Β. Χ. στην υπ' αριθ. 910/2016 ένορκη βεβαίωση αναφέροντας μεταξύ άλλων: "Αργότερα, όταν ανέλαβα εγώ το φάκελο της Στ.Β., από τις μεταξύ μας τηλεφωνικές συνομιλίες διαπίστωσα ότι ήταν μία έμπειρη επιχειρηματίας που, στην αναζήτηση υψηλότερων αποδόσεων για το κεφάλαιο της, είχε κατά καιρούς προβεί σε διάφορες, διαφορετικών ειδών, επενδυτικές επιλογές.

Κατά την άποψη μου, η Στ. Β. ήταν σε θέση να αντιληφθεί τα χαρακτηριστικά των τίτλων που κατείχε και δεν είναι αλήθεια ότι συνέχεε τα εταιρικά ομόλογα με είδος προθεσμιακής κατάθεσης πενταετούς διάρκειας." Πράγματι οι επενδυτικές επιλογές της ενάγουσας, κατά τη διάρκεια της συνεργασίας της με την εναγομένη δεν έδιναν την εικόνα μίας συντηρητικής επενδύτριας - αποταμιεύτριας αλλά μάλλον την εικόνα μίας σχετικά έμπειρης επενδύτριας, η οποία επιδίωκε υψηλές αποδόσεις στις επενδύσεις της.

Ειδικότερα η ενάγουσα κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2000 και εφεξής επένδυσε σε μετοχές δεκάδων εταιρειών, και μάλιστα όχι μόνον υψηλής, αλλά και μεσαίας ή μικρής κεφαλαιοποίησης, όπως, μεταξύ άλλων, των τραπεζών ..., ..., ..., ..., ... και των εταιρειών ΟΠΑΠ, ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ ΑΙΓΑΙΟΥ, ..., ..., ..., ..., ..., ΕΘΝΙΚΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ, ..., ..., ..., ...

και ..., όπως αυτό προκύπτει από την κίνηση του μετοχικού της χαρτοφυλακίου, για το χρονικό διάστημα από 29/8/2006 μέχρι 7/9/2011, τις ετήσιες Καταστάσεις Περιουσιακών Στοιχείων Επενδυτικών Προϊόντων με ημερομηνίες αναφοράς 31/12/2008, 2009, 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014 και την κίνηση των υπ' αριθ. 383/74713006 και 383/94465751 λογαριασμών ταμιευτηρίου που τηρούσε η ενάγουσα στην εναγόμενη τράπεζα.

Ας σημειωθεί ότι οι μετοχές αποτελούν ένα από τα πιο ευμετάβολα επενδυτικά προϊόντα (..........), σε σημείο που δεν επιδέχονται καμία πιστοληπτική διαβάθμιση, αφού δεν υπάρχει καμία διασφάλιση του αρχικά επενδυόμενου σε αυτές κεφαλαίου. Αποτελούν, δηλαδή οι μετοχές επένδυση με κατ' εξοχήν κερδοσκοπικά χαρακτηριστικά ή άλλως υψηλού ρίσκου, και τούτο ισχύει ακόμη και για τις μετοχές μεγάλων εταιρειών (μεγάλης κεφαλαιοποίησης).

Ενδεικτικά οι μετοχές της εταιρείας ΟΠΑΠ που κατείχε η ενάγουσα είχαν στις 31/12/2008 χρηματιστηριακή τιμή 69.877,72 ευρώ, ενώ στις 31/12/2014 η τιμή του ίδιου αριθμού μετοχών είχε μειωθεί στα 49.030,10 ευρώ. Μάλιστα, τα ποσά που φαίνεται να είχε επενδύσει κατά καιρούς η ενάγουσα σε μετοχές ανέρχονται σε δεκάδες χιλιάδες ευρώ.

Έτσι, κατά το έτος 2008, που, σύμφωνα με την ετήσια κατάσταση της 31/12/2008, η ενάγουσα κατείχε μόνον έξι από τις παραπάνω μετοχές, η συνολική τους αποτίμηση ανέρχονταν σε ποσό 85.611,46 ευρώ. Περαιτέρω, κατά το χρονικό διάστημα από 1/7/2002 - 22/10/2003 η ενάγουσα επένδυσε ποσά 250.000 ευρώ, 300.000 ευρώ και 130.000 ευρώ, αντίστοιχα, στο αμοιβαίο κεφάλαιο υπό τον τίτλο "..." της εταιρείας "...." ("....") και κατά το διάστημα 28/7/2008 - 3/11/2010 επένδυσε ποσό 10.000 ευρώ στο αμοιβαίο κεφάλαιο υπό τον τίτλο "...", όπως προκύπτει από την από 24/3/2015 αναλυτική κίνηση της παραπάνω εταιρείας.

Στις αιτήσεις για την αγορά και εξαγορά των μεριδίων των παραπάνω αμοιβαίων κεφαλαίων, στις οποίες κατ' επανάληψη προέβη η ενάγουσα, αλλά και σε όλα το έντυπο υλικό της παραπάνω εταιρείας αναγράφονταν πάντοτε σε ευδιάκριτα σημείο με κεφαλαία γράμματα η φράση "ΤΑ ΑΜΟΙΒΑΙΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΕΓΓΥΗΜΕΝΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΔΕΝ ΔΙΑΣΦΑΛΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΕΣ".

Επρόκειτο, δηλαδή, για επενδύσεις που δεν εγγυούνταν τη διατήρηση του επενδυμένου κεφαλαίου της ενάγουσας (......), γεγονός που ουδόλως την εμπόδισε να τις επαναλάβει αρκετές φορές. Πέραν, δε, του επιδίκου ομολόγου η ενάγουσα επένδυσε και σε άλλα τρία εταιρικά ομόλογα και συγκεκριμένα: α) στις 4/11/2004 αγόρασε το εταιρικό ομόλογο της Ε.Μ.Π.Ο.Ρ.Ι.Κ.Η.Σ.

Τ.Ρ.Α.Π.Ε.Ζ.Α.Σ. με ISIN XS 01979…. και ονομαστική αξία 328.000 ευρώ. Το ως άνω ομόλογο αγοράστηκε στην δευτερογενή αγορά σε τρέχουσα τιμή διάφορη της ονομαστικής του και πωλήθηκε στις 2/2/2005 πριν τη λήξη του (5/8/2014) και πάλι στην δευτερογενή αγορά (βλ. ενημερωτικό σημείωμα του "τροφοδότη" λογαριασμού α' τριμήνου 2005), β) περί αρχές του 2006 αγόρασε τίτλους ονομαστικής αξίας 104.000 ευρώ του ομολόγου της Ε.Ε.

Τ. με ISIN XS 02198….., αργότερα, δε αγόρασε και άλλους τίτλους αξίας 85.000 ευρώ. Σύμφωνα με την περιγραφή του, το παραπάνω εταιρικό ομόλογο είχε ημερομηνία λήξης στις 8/6/2020 και απόδοση σταθερή 7% μέχρι τον 6/2006, 5% μέχρι τον 6/2007, στη συνέχεια δε κυμαινόμενη, βασιζόμενη στη διαφορά μεταξύ των δεκαετών διατραπεζικών επιτοκίων προς τα αντίστοιχα διετή.

Το καλοκαίρι του έτους 2009 η ενάγουσα ζήτησε τη ρευστοποίηση του παραπάνω ομολόγου, όταν, όμως, πληροφορήθηκε από την εναγομένη ότι η τρέχουσα τιμή του στη διατραπεζική αγορά ήταν στο 86,80% της ονομαστικής του αξίας, επέλεξε να μην το προεξοφλήσει. Ένα χρόνο αργότερα, όταν η τιμή του παραπάνω ομολόγου στη δευτερογενή αγορά είχε ανέβει, το πούλησε στο 98,90% της ονομαστικής του αξίας, γ) τέλος, η ενάγουσα στις 4/10/2006, 17/10/2006 και 27/10/2006, αντίστοιχα, αγόρασε, μέσω της δευτερογενούς αγοράς, τίτλους και άλλου εταιρικού ομολόγου της εναγομένης με ISIN XS 0149903055, ονομαστικής αξίας 75.000 ευρώ, 19.000 ευρώ και 50.000 ευρώ αντίστοιχα, και συνολικά 144.000 ευρώ.

Το παραπάνω ομόλογα έληγε στις 25/6/2012 και είχε σταθερή απόδοση (τριμηνιαίο euribor + 0,80 μέχρι τον 6/2007 και τριμηνιαίο euribor + 2,10% στη συνέχεια μέχρι τη λήξη του). Το παραπάνω ομόλογο ανακλήθηκε από την εναγομένη στις 25/6/2007, όπως η δυνατότητα αυτή προβλεπόταν στους όρους του, και η ενάγουσα έλαβε το 100% του κεφαλαίου της πλέον τόκων.

Επίσης στις 25/7/2006 η ενάγουσα είχε αγοράσει και Ομόλογα Ελληνικού Δημοσίου (ΟΕΔ) αξίας 60.000 ευρώ. Περαιτέρω, η ενάγουσα επένδυσε και σε προθεσμιακές καταθέσεις ειδικού τύπου, εγγυημένου αρχικού κεφαλαίου, οι οποίες παρείχαν υψηλότερες αποδόσεις από τις απλές προθεσμιακές καταθέσεις, τα ακόλουθα ποσά: α) στις 17/7/2006 ποσό 30.000 ευρώ, β) στις 5/6/2008 ποσό 50.000 ευρώ, γ) στις 24/7/2008 ποσό 45.000 ευρώ και δ) στις 26/9/2008 ποσό 20.000 ευρώ.

Όπως προκύπτει από τα ενημερωτικά έντυπα των παραπάνω προϊόντων, που επισυνάπτονται στα αντίστοιχα παραστατικά, κανένα από αυτά δεν είχε σταθερή απόδοση για όλη τη διάρκεια ισχύος του. Ειδικά δε η απόδοση του πρώτου και δεύτερου από αυτά καθοριζόταν με βάση ειδικό τύπο, στους γενικούς, δε, όρους συμμετοχής των παραπάνω προϊόντων απαριθμούνται οι κίνδυνοι στους οποίους αυτά εκτίθενται:

επιτοκίων, πιστωτικός, ρευστότητας, αγοράς και μη συστηματικός. Από όλα τα ανωτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα διέθ... αξιόλογη επενδυτική εμπειρία και ένα σχετικά καλό επίπεδο γνώσεων, γεγονός που της επέτρεπε να αντιλαμβάνεται τα ειδικότερα χαρακτηριστικά των διάφορων επενδυτικών της επιλογών και να μην θεωρεί ότι το επίδικο ομόλογο συνιστά είδος προθεσμιακής κατάθεσης.

Επίσης ήταν σε θέση να κατανοεί τους κινδύνους των επενδυτικών της επιλογών ακόμα και όταν επρόκειτο για σύνθετα προϊόντα όπως το επίδικο. Γι' αυτό εξάλλου δεν επένδυε όλα της τα χρήματα σε ένα μόνον ομόλογο και σε ένα μόνο είδος επενδυτικού προϊόντος αλλά προέβαινε σε αυτό που στην οικονομική επιστήμη ονομάζεται "διασπορά κινδύνου".

Οι επενδυτικές επιλογές της ενάγουσας που είχαν και κερδοσκοπικά χαρακτηριστικά, δεν σκιαγραφούν το επενδυτικό προφίλ μιας συντηρητικής επενδύτριας - αποταμιεύτριας αλλά μίας επενδύτριας που ήταν διατεθειμένη να διακινδυνεύσει χάριν των υψηλότερων αποδόσεων. Περαιτέρω και όσον αφορά την ενημέρωση της ενάγουσας από τους προστηθέντες της εναγομένης, για τις ιδιότητες του επίδικου προϊόντος αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα γνώριζε ότι το επίδικο προϊόν ήταν αενάου διαρκείας διότι όπως προκύπτει από το υπ' αριθ. 0435510/16.2.2005 γραμμάτιο εισπράξεως, που εκδόθηκε για την αγορά του, για καθαρά τεχνικούς λόγους, ορθής μηχανογραφικής απεικόνισης, το πρακτορείο ...

είχε αναγράψει ως ημερομηνία "λήξης" την εξαιρετικά απομακρυσμένη 16/2/2049. Από την ως άνω αναφερόμενη εμπειρία της στις επενδύσεις, όμως, η ενάγουσα γνώριζε ότι δεν προσδοκούσε την είσπραξη του ομολόγου κατά το έτος 2049 ήτοι 44 έτη μετά την έκδοση του αλλά αυτό σήμαινε ότι αυτό ήταν διηνεκές ομόλογο, τη στιγμή, μάλιστα, που σε αντιδιαστολή, τα παραστατικά των άλλων τριών ομολόγων, στα οποία η ίδια είχε επενδύσει (βλ.

σελ.15 της παρούσας) ανέγραφαν ως ημερομηνίες λήξης την 5/8/2014 το ομόλογο της Ε.Τ., την 25/6/2012 το ομόλογο της Ε.Ε.Τ. και την 8/6/2020 το δεύτερο ομόλογο της εναγομένης. Επίσης, η ενάγουσα είχε πληροφορηθεί και ήταν απολύτως σε θέση να αντιληφθεί ότι η κατόπιν δικής της πρωτοβουλίας ρευστοποίησή του επίδικου μπορούσε να λάβει χώρα μέσω της δευτερογενούς αγοράς, ενώ υπήρχε και η πιθανότητα και όχι υποχρέωση ανάκλησής του από την εναγομένη στις 16/2/2015.

Από δε την προηγούμενη εμπειρία της στις επενδύσεις σε μετοχές γνώριζε, επίσης, ότι οι τιμές των τίτλων που διαπραγματεύονται σε αγορές επενδυτικών προϊόντων δεν είναι σταθερές, αλλά παρουσιάζουν διακυμάνσεις. Επιπλέον, τις συγκεκριμένες διακυμάνσεις της τιμής του επίδικου ομολόγου τις πληροφορούνταν από τα τριμηνιαία ενημερωτικά σημειώματα που ελάμβανε όπου στα κεφάλαιο υπό τον τίτλο "ΟΜΟΛΟΓΑ", αναγράφονταν πάντοτε η εκάστοτε τρέχουσα τιμή του επίδικου στη δευτερογενή αγορά.

Το γεγονός ότι η ενάγουσα, αν και τελούσε εν γνώσει των παραπάνω, για το χρονικό διάστημα 2005 - 2009, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε, αλλά και ουδέποτε ζήτησε την εκποίηση του τίτλου της στη δευτερογενή αγορά, μαρτυρά εκτός από γνώση της για τα χαρακτηριστικά και την πορεία του τίτλου, και ότι η ενάγουσα δεν ενδιαφέρονταν για τη (μη) λήξη των επίδικων τίτλων, αλλά υπήρξε επενδυτική της επιλογή να δεσμεύσει μέρος του διαθέσιμου κεφαλαίου της σε μία μακροπρόθεσμη επένδυση, προκειμένου να επιτύχει υψηλότερες αποδόσεις από αυτές μίας προθεσμιακής κατάθεσης, συνολικούς ύψους 141.674,09 ευρώ.

Εξάλλου, προς επίρρωση του γεγονότος ότι η ενάγουσα είχε πλήρη επίγνωση του ότι η τιμή των επίδικων ομολόγων υπόκειται σε διακυμάνσεις στην δευτερογενή αγορά, και το αποδέχονταν αυτό, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι κατά το έτος 2006 από τη διαδοχική πώληση και επαναγορά του επίδικου ομολόγου στην διατραπεζική αγορά κέρδισε, χάρη στη διαφορά μεταξύ τιμής πώλησης και εν συνεχεία εκ νέου αγοράς του, το συνολικό ποσό των 19.080,16 ευρώ.

Τέλος, αποδείχθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση, η σημαντική μείωση της αξίας του επίδικου τίτλου στην δευτερογενή αγορά και η αντικατάσταση της εγγύησης της τράπεζας με κοινές μετοχές της εναγομένης (Πράξη Υ.Σ. υπ' αριθ. 45/5.12.2015), που είχε ως συνέπεια την εκμηδένιση της αξίας των ίδιων των τίτλων και την αντικατάστασή τους, στην ουσία, με μετοχές, δεν οφείλεται στα χαρακτηριστικά του επίδικου τίτλου (αέναη διάρκεια, διαπραγμάτευση στη δευτερογενή αγορά, σύνθετη απόδοση μετά από την 16/212010), αλλά συνδέεται αιτιωδώς με το γεγονός της απρόοπτης επέλευσης του πιστωτικού κινδύνου.

Πράγματι, αποτελεί γεγονός πασίδηλο ότι η εναγομένη, όπως και όλες οι συστημικές ελληνικές τράπεζες, συνεπεία της ελληνικής χρηματοπιστωτικής κρίσης, απώλεσε σημαντικό μέρος των κεφαλαίων της, γεγονός που οδήγησε σε διαδοχικές ανακεφαλαιοποιήσεις της με δημόσιο χρήμα, στο πλαίσιο των οποίων υποχρεώθηκε και σε μερική αθέτηση των υποχρεώσεων της έναντι των ομολογιούχων της προκειμένου να επιτευχθεί η "ελάχιστη δυνατή επιβάρυνση του δημοσίου χρέους" (βλέπ...

εισαγωγικές παρατηρήσεις της παραπάνω Υ.Α., υπό 6, αλλά και την από 27/11/2012 Απόφαση του ... κατόπιν της οποίας η εναγομένη υποχρεώθηκε να σταματήσει να καταβάλει τις αποδόσεις του επίδικου ομολόγου). Όμως, οι ανατροπές που επήλθαν λόγω της ουσιαστικής ελληνικής χρεωκοπίας, και που προκάλεσαν ακόμη και το "κούρεμα" των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, ήταν όλως απρόβλεπτες με κάθε μέτρο επιμέλειας κατά το χρόνο αγοράς από την αντίδικο του επίδικο ομολόγου.

Από όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα προέκυψε ότι η ζημία της αρχικώς ενάγουσας δεν συνδέεται αιτιωδώς με οποιαδήποτε αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης ή των προστηθέντων υπαλλήλων της και επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος λόγος εφέσεως, να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση από το παρόν Δικαστήριο ώστε να εξετασθεί περαιτέρω στην ουσία της και να απορριφθεί η αγωγή ως ουσία αβάσιμη...".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε. Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, η αρχικώς ενάγουσα, η οποία εκμεταλλευόταν επί σειρά ετών μια ξενοδοχειακή μονάδα στην Κω, διαχειριζόταν μέσω της αναιρεσίβλητης ένα χαρτοφυλάκιο εκατοντάδων χιλιάδων ευρώ, επενδύοντας σε διάφορα χρηματοπιστωτικά μέσα (ομόλογα, σύνθετα προϊόντα, μετοχές και κατ' εξαίρεση σε απλές προθεσμιακές καταθέσεις), οι επενδυτικές επιλογές της είχαν και κερδοσκοπικά χαρακτηριστικά που καταδείκνυαν επενδύτρια διατεθειμένη να διακινδυνεύσει χάριν των υψηλότερων αποδόσεων, διέθ...

αξιόλογη επενδυτική εμπειρία που της επέτρεπε να αντιλαμβάνεται τα ειδικότερα χαρακτηριστικά των διαφόρων επενδυτικών επιλογών της και να κατανοεί τους κινδύνους αυτών, ακόμη και όταν επρόκειτο για σύνθετα προϊόντα, γνώριζε ότι οι τιμές των τίτλων που διαπραγματεύονται σε αγορές επενδυτικών προϊόντων δεν είναι σταθερές, αλλά παρουσιάζουν διακυμάνσεις, προέβη στις 16-2-2005 στην αγορά του επίδικου ομολόγου, ονομαστικής αξίας 328.000 ευρώ, με επιτόκιο εκδόσεως 6%, γνωρίζοντας ότι το ομόλογο αυτό ήταν αέναης διάρκειας, καθόσον στο γραμμάτιο εισπράξεως που εκδόθηκε για την αγορά του αναγραφόταν ως ημερομηνία λήξεως 16-2-2049, είχε πληροφορηθεί ότι η ρευστοποίησή του μπορούσε να γίνει μέσω της δευτερογενούς αγοράς, ενώ υπήρχε και η περίπτωση ανακλήσεώς του από την αναιρεσίβλητη, στις 16-2-2015, ενημερωνόταν δε για τις διακυμάνσεις της τιμής του επίδικου ομολόγου στην δευτερογενή αγορά από τα τριμηνιαία ενημερωτικά σημειώματα, που ελάμβανε από την αναιρεσίβλητη, η σημαντική δε μείωση της αξίας του επίδικου ομολόγου στην δευτερογενή αγορά και η αντικατάσταση της εγγυήσεως της Τράπεζας με κοινές μετοχές της αναιρεσίβλητης που είχε ως συνέπεια την εκμηδένιση της αξίας του ομολόγου και την αντικατάστασή του με μετοχές δεν οφείλεται στα παραπάνω χαρακτηριστικά του ομολόγου, αλλά συνδέεται αιτιωδώς με την ελληνική χρηματοπιστωτική κρίση και την συνεπεία αυτής απώλεια σημαντικού μέρους των κεφαλαίων της αναιρεσίβλητης, γεγονός απρόβλεπτο με κάθε μέτρο επιμέλειας κατά το χρόνο αγοράς του ομολόγου και ως εκ τούτου η ζημία της αρχικώς ενάγουσας δεν συνδέεται αιτιωδώς με οποιαδήποτε αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης ή των προστηθέντων υπαλλήλων αυτής.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της μη συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με το οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμοί 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο αναιρετικό λόγο αναφέρονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων και δεν ελέγχονται από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).Επομένως, ο ως άνω λόγος, κατά το αντίστοιχο μέρος του, είναι απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής είναι οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που συγκροτούν την ιστορική βάση και, επομένως, θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 25/2003) και όχι οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ' αυτούς (ΟλΑΠ 14/2004), ούτε οι αρνητικοί ισχυρισμοί, που συνέχονται με την ιστορική βάση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση καθεμιάς εξ αυτών, ούτε οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικ...ίου, που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών (ΑΠ 1079/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 258/2019).

Εξάλλου για την πληρότητα του προαναφερθέντος λόγου αναιρέσεως πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ποια ήταν τα πράγματα τα οποία, μολονότι προτάθηκαν παραδεκτά δεν ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1593/2017, ΑΠ 447/2014). Τέλος, δεν στοιχειοθ...ίται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, είτε ρητά είτε "εκ του πράγματος" με την περί του αντιθέτου παραδοχή (Ολ ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1376/2022, ΑΠ 339/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 250/2020, ΑΠ 1162/2019, ΑΠ 96/2019).

Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου της αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφ...ίο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό τους που προέβαλαν με τις προτάσεις της κατ' έφεση δίκης ότι η Π.Υ.Σ 45/5.12.2015 για την αναγκαστική μετατροπή της εγγυήσεως της αναιρεσίβλητης ως προς τον επίδικο τίτλο, συνεπεία της οποίας αυτός αντικαταστάθηκε με μετοχές, είναι παράνομη, αφού η εγγύηση της αναιρεσίβλητης κατά τον όρο 16 του ενημερωτικού εγγράφου της εκδότριας του τίτλου εταιρείας διέπεται από το Αγγλικό δίκαιο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, αφού από τις παρατιθέμενες ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφ...ίο έλαβε υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε κατ' ουσίαν, δεχόμενο ότι η αντικατάσταση της εγγυήσεως της αναιρεσίβλητης με κοινές μετοχές (ΠΥΣ 45/2015) που είχε ως συνέπεια την εκμηδένιση της αξίας των ίδιων των τίτλων και την αντικατάστασή τους με μετοχές, δεν οφείλεται στα χαρακτηριστικά του επίδικου τίτλου, αλλά συνδέεται αιτιωδώς με την ελληνική χρηματοπιστωτική κρίση.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ, το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη, τόσο τα αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική δύναμη του καθενός, όσο και τα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα.

Δηλαδή όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα. Έτσι, λαμβάνονται παραδεκτά υπόψη, αδιακρίτως πλέον και έγγραφα αχρονολόγητα, ανεπικύρωτα, αχαρτοσήμαντα, άκυρα για οποιοδήποτε λόγο και μη συντεταγμένα κατ` αποδεικτικό τύπο, καθώς και ιδιωτικά ανυπόγραφα ή υπέρ του εκδότη τους, γενικά δε κάθε είδους έγγραφα και φωτοτυπίες εγγράφων, των οποίων δε βεβαιώνεται η ακρίβειά τους από το αρμόδιο για το σκοπό αυτό πρόσωπο, χωρίς να ιδρύεται ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 11 εδαφ.

α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει (ΑΠ 714/2022, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 1658/2017). Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφ...ίο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη, για την απόδειξη της δήθεν δοθείσας από την ενάγουσα εντολής προς τους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης για την αγορά του επίδικου επενδυτικού προϊόντος, το προσκομισθέν από την τελευταία με αρ.

παραστατικού 74 και αρ. εντολής 10327 ανυπόγραφο έγγραφο. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος, διότι, όπως προεκτέθηκε, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ, το ως άνω έγγραφο, το οποίο είναι υποστατό, λαμβάνεται υπόψη ως αποδεικτικό μέσο, ανεξάρτητα αν είναι ανυπόγραφο και συνεπώς νομίμως, ως επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο, λήφθηκε υπόψη από το Εφ...ίο και εκτιμήθηκε ελεύθερα, αφού από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι χρησιμοποιήθηκε και το εμμάρτυρο μέσο αποδείξεως, το οποίο ορθά επετράπη, διότι δεν επρόκειτο για την απόδειξη συμβάσεως που έχει συνταχθεί εγγράφως με αξία αντικειμένου υπερβαίνουσα το ποσό των 30.000 ευρώ, ούτε για την απόδειξη κατά περιεχομένου έγγραφης δικαιοπραξίας, αλλά επρόκειτο για την απόδειξη της αδικοπραξίας που τελέστηκε από την αναιρεσίβλητη.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθμό 11α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι το Εφ...ίο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον, προβληθέντα με τις προτάσεις της κατ' έφεση δίκης, ισχυρισμό τους ότι, εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε, ως αόριστη, την περί αδικοπραξίας βάση της αγωγής της δικαιοπαρόχου τους, λόγω τελεσθείσας σε βάρος της, εκ μέρους των προστηθέντων υπαλλήλων της αναιρεσίβλητης, απάτης, η εκ της οποίας ζημία υπερβαίνει το ποσό των 73.000 ευρώ και παραπλανήσεώς της σε χρηματιστηριακές πράξεις (386ΠΚ).

Ωστόσο, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι έφεση κατά της πρωτόδικης αποφάσεως άσκησε μόνο η εναγομένη τράπεζα και ήδη αναιρεσίβλητη και όχι οι αναιρεσείοντες.

Συνεπώς, αφού δεν προσβλήθηκε με έφεση από τους αναιρεσείοντες η πρωτόδικη απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε ως αόριστη τη βάση της αγωγής τους από την αδικοπραξία, δεν μεταβιβάστηκε το κεφάλαιο αυτό στο Εφ...ίο και ως εκ τούτου αυτό δεν υποχρεούτο να λάβει υπόψη τον ως άνω ισχυρισμό των αναιρεσειόντων.

Κατόπιν αυτών, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Το νόμιμο δε της επικλήσεως κρίνεται μόνο από τις προτάσεις του διαδίκου και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως (ΑΠ 1573/2006) ή από το δικόγραφο της εφέσεως. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση.

Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναιρέσεως για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.

Αρκεί και μόνον η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (ΟλΑΠ 8/2016, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 252/2021).

Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφ...ίο δεν έλαβε υπόψη : α) τα κάτωθι αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν με επίκληση στις προτάσεις τους και από τα οποία αποδεικνύονταν ότι η δικαιοπάροχός τους έλαβε γνώση των ειδικών χαρακτηριστικών και των κινδύνων που απέρρεαν από την αγορά του επίδικου προϊόντος μεταγενέστερα της αγοράς του και συγκεκριμένα, στις 19-11-2009, ήτοι:

την από 21-9-2009 εξώδικη πρόσκληση μετά διαμαρτυρίας της δικαιοπαρόχου τους προς την αναιρεσίβλητη, που της επιδόθηκε με δικαστικό επιμελητή, σύμφωνα με την προσκομισθείσα επίσης υπ' αρ. 10896Β/22-9-2009 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή ... Ν. Π., καθώς και την υπ' αρ. πρωτ. 110313169-09/19-11-2009 απαντητική επιστολή της αναιρεσίβλητης με συνημμένα σε αυτή το γραμμάτιο εισπράξεως για την αγορά του επίδικου ομολόγου, την περιγραφή αυτού αποτελούμενη από 104 πυκνογραμμένες σελίδες στην αγγλική γλώσσα και ένα ενημερωτικό σημείωμα του επίδικου ομολόγου και β) την από 3-3-2016 κατάσταση αναλυτικής κινήσεως του τροφοδότη λογαριασμού της δικαιοπαρόχου τους με αριθμ. 383/9446....

που αναφέρεται στον υπ' αρ. 2 όρο της επίδικης υπ' αρ. 1713/22-10-2004 συμβάσεως εκτελέσεως επενδυτικών εντολών, έγγραφο, που προσκομίστηκε πρωτοδίκως από την αναιρεσίβλητη και από τους ίδιους κατ' έφεση και από το οποίο αποδεικνύεται ότι η δικαιοπάροχός τους δεν είχε μεγάλη ρευστότητα ούτε μεγάλο ύψος επενδύσεων πριν την αγορά του επίδικου ομολόγου.

Από τη βεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση : "Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικ...ίου, κατά τη δικάσιμο στις 13.12.2017, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση απομαγνητοφωνημένα πρακτικά δημόσια συνεδρίασης, από την υπ' αριθ. 27/2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κω, την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι εφεσίβλητοι και η οποία ελήφθη κατόπιν νομοτύπου κλητεύσεως της εκκαλούσας (βλ.

την υπ' αριθ. 10192Γ/2.3.2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο .... Ν. Π.), την υπ' αριθ. 1554/2020 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου .... Κ. Π., την οποία προσκομίζουν και επικαλούνται οι εφεσίβλητοι το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικ...ίου (άρθρο 529 παρ.1 εδ.α ΚΠολΔ) και η οποία ελήφθη κατόπιν νομοτύπου κλητεύσεως της εκκαλούσας (βλ.

την υπ' αριθ. 1587Δ/7.12.2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο ... Ν.Π.), την υπ' αριθ. 910/2016 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της Ειρηνοδίκη ... την οποία προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα και η οποία ελήφθη κατόπιν νομοτύπου κλητεύσεως της αρχικώς ενάγουσας (βλ. την υπ' αριθ. 8524Α/9.3.2016 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο ...

Π. Τ.), την υπ' αριθ. 5598/2021 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου ... Γ. Σ., την οποία προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικ...ίου (άρθρο 529 παρ. 1 εδ. α ΚΠολΔ) και η οποία ελήφθη κατόπιν νομοτύπου κλητεύσεως των εφεσίβλητων (βλ. τις υπ' αριθ. 584Δ και 585Δ/29.12.2020 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο ....

Φ. Κ.), καθώς και από όλα τα έγγραφα, που επικαλούνται και νομίμως προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω, χωρίς, όμως, να έχει παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της ένδικης διαφοράς (........), σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως..." σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί ενημερώσεως της ενάγουσας κατά την αγορά του επίδικου επενδυτικού προϊόντος για το είδος και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά αυτού, περί της επενδυτικής της εμπειρίας και συνακόλουθα, περί της μη υπάρξεως αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των προστηθέντων της αναιρεσίβλητης τράπεζας, χωρίς να είναι αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός από αυτά.

Επομένως, ο ως άνω αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1273/2022, ΑΠ 224/2020).

Με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου αναιρετικού λόγου οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφ...ίο παρέλειψε να αναγνώσει κρίσιμο μέρος του προσκομισθέντος από την αναιρεσίβλητη τέστ συμβατότητας επενδυτή, που υπέγραψε η δικαιοπάροχός τους, Σ.

Β. τον Δεκέμβριο του 2007, καθώς στην ερώτηση 1 του τεστ αυτού "Ποιά είναι η επενδυτική σας εμπειρία;" αναγράφεται στην απόφαση το μέρος της απαντήσεως "Σημαντική Εμπειρία" ενώ παραλείπεται το υπόλοιπο εντός παρενθέσεως μέρος της απαντήσεως, που αναφέρεται στο ότι η εμπειρία της δικαιοπαρόχου τους ήταν σε "μετοχές ή μετοχικά/λοιπά Α/Κ, ή μακροχρόνια προϊόντα εγγυημένου κεφαλαίου στην λήξη", παραμορφώνοντας συνεπώς, το περιεχόμενο του άνω εγγράφου.

Ο λόγος αυτός, παρεκτός του ότι είναι απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, διότι δεν προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αληθινό περιεχόμενο του φερόμενου ως παραμορφωθέντος εγγράφου (κατά λέξη παρατιθέμενο) και το περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό η προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε από τη σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα της, είναι και αβάσιμος, καθόσον από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφ...ίο δεν υπέπεσε σε διαγνωστικό σφάλμα, αναγόμενο στην ανάγνωση του εν λόγω εγγράφου, το οποίο ορθά ανέγνωσε, κατέληξε δε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό που θεωρούν ορθό οι αναιρεσείοντες, ενώ, εξάλλου, το συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξάρει την βαρύτητά του για την διαμόρφωση της κρίσεώς του ως προς την επενδυτική εμπειρία της Σ.Β..

Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσειόντων που ηττήθηκαν (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 29-9-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ` αριθ. 2954/2022 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου ....

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ