Supreme Court dismisses appeal in car accident insurance case, upholding lower court's liability finding.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by the insured and third party against the First Instance Court's judgment. The court found the appeal procedurally admissible but substantively baseless, rejecting arguments regarding the assessment of evidence and the nature of negligence. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, the costs were awarded to the appellant, and the appeal bond was remitted to the state treasury.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure; Article 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal must be rejected if the appellate court finds no grounds for the appeal based on the evidence and legal reasoning presented by the parties.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1945 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1945/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Κ. του Σ., κατοίκου Αγ. Δημητρίου Αττικής και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής και αντασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ... που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπαστογιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Του αναιρεσιβλήτου Ε. Σ. του Γ., κατοίκου Αγ. Δημητρίου Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Δημοκώστα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-3-2013 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και της Σ. Χ. του Ιωάννη, μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/2014 εν μέρει οριστική και 1075/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4770/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-1-2021 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 20-01-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 463/43/21-01-2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 4770/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρα 681 Α, 666, 667, 670 - 676 Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 Α.Κ. συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Ειδικότερα, αμέλεια, κατ` άρθρο 330 Α.Κ., υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, αυτή δηλαδή που πρέπει να καταβάλλεται κατά τη συναλλακτική καλή πίστη από το δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος στην πρόκληση ή στην επαύξηση της ζημίας του, ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 548/2020, ΑΠ 88/2019, ΑΠ 270/2018).
Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 Α.Κ., να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της.
Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχάς, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το παραπάνω άρθρο 300 Α.Κ..
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/ 2013).
Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/ 2013), αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικά, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 210/2013).
Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο, αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο (ΑΠ 12/2020, ΑΠ 1657/2018, ΑΠ 1060/2017, ΑΠ 1309/2017, ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010). Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.
δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 87/2019, ΑΠ 1032/2018).
Περαιτέρω, με το άρθρο 2 παρ. 2 του Ν. 2696/1999 (Κώδικας Οδικής Κυκλοφορία) δίδονται οι ορισμοί για την εφαρμογή του Κώδικα αυτού. Ειδικότερα, νοείται ως: "Ισόπεδος οδικός κόμβος: Κάθε ισόπεδη συμβολή, διακλάδωση ή διασταύρωση οδών, συμπεριλαμβανομένων και των ελεύθερων χώρων που σχηματίζονται από αυτές" και ως "Παραχώρηση προτεραιότητας:
Η υποχρέωση οδηγού οχήματος, να μη συνεχίσει ή επαναλάβει την κίνηση ή τους ελιγμούς του, εάν, ενεργώντας κατ` αυτόν τον τρόπο, μπορεί να υποχρεώσει τους οδηγούς άλλων οχημάτων να μεταβάλλουν απότομα την κατεύθυνση ή την ταχύτητα των οχημάτων τους". Κατά το άρθρο 4 παρ. 1β και 3 του ιδίου Ν. 2696/1999 "1. Οι για τη σήμανση των οδών τοποθετούμενες πινακίδες είναι κατά κατηγορίες οι εξής:
α) ...... β) Ρυθμιστικές της κυκλοφορίας (Ρ), δηλωτικές. 3. Οι ρυθμιστικές της κυκλοφορίας πινακίδες Ρ-1 μέχρι Ρ-77 τοποθετούνται για να πληροφορούν αυτούς που χρησιμοποιούν τις οδούς για τις ειδικές υποχρεώσεις, περιορισμούς ή απαγορεύσεις, προς τις οποίες πρέπει αυτοί να συμμορφώνονται. Η σημασία των πινακίδων αυτών είναι: ...
Ρ-3 Οδός προτεραιότητας". Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ως άνω ν. 2696/1999 : "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημίες σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες.
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή... και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...". Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1, 2 και 3 του νόμου αυτού : "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς. 2.
Ο οδηγός επιβάλλεται να ρυθμίζει την ταχύτητα του οχήματός του λαμβάνων συνεχώς υπόψη του τις επικρατούσες συνθήκες, ιδιαίτερα δε τη διαμόρφωση του εδάφους, την κατάσταση και τα χαρακτηριστικά της οδού, την κατάσταση και το φορτίο του οχήματός του, τις καιρικές συνθήκες και τις συνθήκες κυκλοφορίας, κατά τρόπον ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του οχήματός του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο που μπορεί να προβλεφθεί και το οποίο βρίσκεται στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού.
Υποχρεούται επίσης να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του και, σε περίπτωση ανάγκης, να διακόπτει την πορεία του, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν. 3. Ιδιαίτερα, ο οδηγός επιβάλλεται να μειώνει την ταχύτητα του οχήματός του σε τμήματα της οδού με περιορισμένο πεδίο ορατότητας, στις στροφές, πλησίον των σχολείων, πλησίον των ισόπεδων οδικών κόμβων, στις απότομες κατωφέρειες, πλησίον των μέσων μαζικής μεταφοράς, που σταθμεύουν για να αποβιβάζουν ή επιβιβάζουν επιβάτες, κατά τις νυκτερινές ώρες, σε περίπτωση ομίχλης, βροχής, χιόνων, παγετού και γενικά όταν το οδόστρωμα είναι ολισθηρό.
Την αυτή επίσης υποχρέωση έχει κατά τη διέλευσή του από στενές διόδους και αν η διασταύρωσή του με άλλα οχήματα καθίσταται δυσχερής, όταν υπάρχουν ζώα επί της οδού που παρουσιάζουν σημεία ταραχής, κατά τη διέλευσή του από κατοικημένες περιοχές, αν πεζοί, που βρίσκονται στην τροχιά του, καθυστερούν να απομακρυνθούν, ως και σε κάθε άλλη ειδική περίπτωση, που επιβάλλεται μετριασμός ταχύτητας".
Κατά το άρθρο 26 παρ. 1, 4 και 5 του ιδίου Κώδικα : "1. Ο οδηγός που πλησιάζει σε ισόπεδο οδικό κόμβο υποχρεούται να καταβάλλει ιδιαίτερη προσοχή για να μην προκαλέσει επί του κόμβου κίνδυνο ή παρακώλυση της κυκλοφορίας, ρυθμίζοντας την ταχύτητα του οχήματός του, ώστε να μπορεί να διακόψει την πορεία αυτού, για να διέλθουν τα οχήματα που έχουν προτεραιότητα. 4.
Στους κόμβους η προτεραιότητα ορίζεται με κατάλληλη σήμανση. 5. Στους κόμβους χωρίς τέτοια σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά. Κατ` εξαίρεση: α) Αυτοί που κυκλοφορούν στους αυτοκινητόδρομους, εθνικές οδούς και οδούς ταχείας κυκλοφορίας έχουν προτεραιότητα. β) Αυτοί που εισέρχονται σε οδό από χωματόδρομο, μονοπάτια, παρόδιο ιδιοκτησία, χώρο στάθμευσης και σταθμούς ανεφοδιασμού και εξυπηρέτησης οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα σε αυτούς που κινούνται στην οδό.
γ) Αυτοί που εκκινούν ή κινούνται προς τα πίσω, όπου αυτό επιτρέπεται, οφείλουν να παραχωρούν προτεραιότητα. δ) Τα σιδηροδρομικά ή τροχιοδρομικά οχήματα έχουν προτεραιότητα". Κατά το άρθρο 52 παρ. 1 και 7 του ιδίου Ν. 2696/1999 : "1. Μέτρα που αφορούν στη ρύθμιση της κυκλοφορίας, όπως στον καθορισμό των μονόδρομων, ποδηλατοδρόμων και κατευθύνσεων της κυκλοφορίας, στην προτεραιότητα οδών, στην αλλαγή της διατομής του οδοστρώματος ή της οδού, στην εγκατάσταση και λειτουργία φωτεινής σηματοδότησης, στον προσδιορισμό και τη λειτουργία των χώρων στάθμευσης οχημάτων σε κοινόχρηστους χώρους και γενικά στον καθορισμό χώρων στάθμευσης και στην επιβολή περιορισμών ή απαγορεύσεων κυκλοφορίας ή στάθμευσης, λαμβάνονται με αποφάσεις του Περιφερειακού ή Δημοτικού Συμβουλίου στο οδικό δίκτυο αρμοδιότητάς τους, με βάση μελέτες που έχουν εκπονηθεί από ή για λογαριασμό των αρμοδίων Τεχνικών Υπηρεσιών τους.
Οι αποφάσεις αυτές εγκρίνονται από τον Γενικό Γραμματέα της Αποκεντρωμένης Διοίκησης. Κατ' εξαίρεση, τα μέτρα του πρώτου εδαφίου, που καθορίζονται στις μελέτες που έχουν εκπονηθεί ή εγκριθεί από τις Υπηρεσίες κυκλοφορίας του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύου ή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης, λαμβάνονται με αποφάσεις των κατά τόπους αρμοδίων Περιφερειακών Αστυνομικών Διευθύνσεων ή Διευθύνσεων Τροχαίας, όταν αυτά αφορούν :.....γ) Το βασικό οδικό δίκτυο, όπως αυτό ορίζεται με αποφάσεις του Υπουργού Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων: - Των Δήμων της Περιφέρειας Αττικής εκτός των Δήμων της Περιφερειακής Ενότητας Νήσων....
Οι παραπάνω κανονιστικές αποφάσεις γνωστοποιούνται άμεσα στις κατά τόπους Υπηρεσίες Τροχαίας ή στις Αστυνομικές Υπηρεσίες που ασκούν καθήκοντα Τροχαίας, καθώς και στις αρμόδιες υπηρεσίες κυκλοφορίας της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων του Υπουργείου Υποδομών, Μεταφορών και Δικτύων. 7. Τα μέτρα που παίρνονται βάσει των διατάξεων του άρθρου αυτού ισχύουν από την τοποθέτηση των οικείων πινακίδων σήμανσης, των σηματοδοτών ή των διαγραμμίσεων στο οδόστρωμα, εκτός εάν κατά το χρόνο ισχύος των μέτρων αυτών η κυκλοφορία ρυθμίζεται από τροχονόμους ή τα μέτρα έχουν ληφθεί κατ` εφαρμογή των διατάξεων της προηγούμενης παραγράφου και από τον Κώδικα αυτόν δεν προβλέπονται αντίστοιχες πινακίδες σήμανσης, οπότε τα μέτρα αυτά ισχύουν από τη δημοσίευση των σχετικών, κατά την προηγούμενη παράγραφο, αποφάσεων ή από τη χρονολογία που θα ορίζουν οι ίδιες αυτές αποφάσεις".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 10 παρ. 1 και 2 του ιδίου Ν. 2696/1999 : "1. Όποιος έχει τις κατά τον παρόντα Κώδικα αρμοδιότητες ή την εξουσία επί του πράγματος, επί του οποίου διεξάγεται δημόσια κυκλοφορία, υποχρεούται να λαμβάνει κάθε μέτρο, ώστε από τη δημόσια κυκλοφορία να μη δημιουργείται κίνδυνος ή ζημία τρίτων προσώπων ή άλλων έννομων αγαθών. 2.
Η κατακόρυφη και οριζόντια σήμανση των οδών εκτελείται μόνο κατόπιν σχετικής μελέτης. Αρμόδιοι φορείς για την εκπόνηση έγκριση μελετών εφαρμογής, που αφορούν την κατακόρυφη και οριζόντια σήμανση των οδών (πινακίδες και διαγραμμίσεις), και για την εγκατάσταση και συντήρηση της σήμανσης αυτής είναι είτε η Γενική Γραμματεία Δημόσιων Έργων του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, είτε οι υπηρεσίες της Περιφέρειας, είτε οι Οργανισμοί Τοπικής Αυτοδιοίκησης που τις συντηρούν, κατά περίπτωση...".
Περαιτέρω, κατ` εξουσιοδότηση της διάταξης του άρθρου 99 παρ. 4 του ν. 1892/1990 (Α` 101) εκδόθηκε η απόφαση με αριθμό 62556/5073/9.10.1990 του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. ["Ορισμός βασικού οδικού δικτύου Ν. Αττικής", ΦΕΚ Δ' 701/13.12.1990], με την οποία προσδιορίσθηκαν οι οδικοί άξονες που αποτελούν το βασικό οδικό δίκτυο του Ν. Αττικής, στο σχετικό δε πίνακα του βασικού οδικού δικτύου περιελήφθη και η οδός Αγίου Δημητρίου του Δήμου Αγίου Δημητρίου Αττικής.
Μεταγενεστέρως, με την απόφαση 20539/16.5.2006 του Υπουργού ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. (ΦΕΚ Δ` 513/9.6.2006), τροποποιήθηκε το Γ.Π.Σ. του Δήμου Αγίου Δημητρίου, μεταξύ άλλων, και με ιεράρχηση του βασικού οδικού δικτύου, κατά την οποία η λεωφόρος Αγίου Δημητρίου χαρακτηρίζεται ως πρωτεύουσα αρτηρία. Η ευθύνη για την εγκατάσταση και συντήρηση της σήμανσης των οδών που έχουν ενταχθεί στο βασικό οδικό δίκτυο του Νομού Αττικής ανήκει στο Δημόσιο ή την Περιφέρεια, κατά περίπτωση και όχι στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης από τους οποίους διέρχονται οι οδοί αυτοί, λόγω του ότι οι πιο πάνω οδοί συνδέουν περισσότερους Ο.Τ.Α.
και εξυπηρετούν με τον τρόπο αυτό ανάγκες που όχι μόνο υπερβαίνουν το τοπικό επίπεδο, αλλά έχουν επιπτώσεις στην κυκλοφορία σε μείζονα πολεοδομικά συγκροτήματα που απαρτίζονται από περισσότερους Ο.Τ.Α., ενώ η ίδια ως άνω ευθύνη επί των δημοτικών οδών ανήκει στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης στους οποίους αυτές βρίσκονται και οι οποίοι τις συντηρούν.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 4770/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα : "Στις 17.9.2012 και περί ώρα 07.10 ο πρώτος ενάγων οδηγώντας την υπ' αριθ. κυκλοφορίας Ο
... δίκυκλη μοτοσικλέτα ιδιοκτησίας της συζύγου του Σ. Χ., εκινείτο στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου Αττικής, επί της Λεωφόρου Αγίου Δημητρίου με κατεύθυνση προς Λ. Βουλιαγμένης με κανονική ταχύτητα 40 χιλιόμετρα περίπου την ώρα. Η Λεωφόρος Αγίου Δημητρίου είναι οδός διπλής κατεύθυνσης με μία λωρίδα ανά κατεύθυνση, με πλάτος οδοστρώματος 10,7 έως 14,70 μέτρων, ενώ στο κέντρο του οδοστρώματος υφίσταται διπλή συνεχόμενη διαχωριστική γραμμή που διαχωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας.
Η Λεωφ. Αγίου Δημητρίου είναι χαρακτηρισμένη πρωτεύουσα αρτηρία του Δήμου Αγίου Δημητρίου, και κατά μήκος της υπάρχει σήμανση Ρ-3 (οδός προτεραιότητας, βλ.υπ'αριθ.20539/2006 Υπουργική Απόφαση και από 14.3.2014 έγγραφο της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου Αγίου Δημητρίου), συμβάλλεται, δεξιά σε σχέση με την πορεία του ενάγοντος, διαγωνίως σε οξεία γωνία με την οδό Χανίων και δεξιότερα της οδού Χανίων, καθέτως σε σχήμα Τ με την οδό Ροδόπης.
Η οδός Ροδόπης είναι οδός διπλής κατεύθυνσης με πλάτος οδοστρώματος 4,8 μέτρων χωρίς διαγράμμιση στο οδόστρωμα. Το όριο της μεγίστης επιτρεπόμενης ταχύτητας των κινουμένων οχημάτων σε αμφότερες τις οδούς καθορίζεται, ελλείψει σχετικής σημάνσεως, κατά τη διάταξη του άρθρου 20 του Κ.Ο.Κ., σε 50 χιλιόμετρα ωριαίως λόγω κατοικημένης περιοχής.
Κατά την ίδια χρονική στιγμή ο πρώτος ενάγων οδηγώντας το υπ' αριθ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο τύπου "βαν" μάρκας ..., ιδιοκτησίας του, το οποίο ήταν ασφαλισμένο, κατ' εκείνο το χρόνο με ισχυρή σύμβαση, για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στη δεύτερη εναγομένη ασφαλιστική εταιρία, εκινείτο στην ίδια περιοχή επί της οδού Ροδόπης με κατεύθυνση από την οδό Αργοστολίου προς την Λεωφόρο Αγίου Δημητρίου.
Επικρατούσε φως ημέρας, ήταν καλοκαιρία, η ορατότητα των οδηγών των οχημάτων δεν περιοριζόταν από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια, η κατάσταση του οδοστρώματος ήταν καλή (ξηρά), η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν μέτρια στην Λεωφόρο Αγίου Δημητρίου, και αραιή στην οδό Ροδόπης. Πρόθεση του πρώτου εναγομένου οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου ήταν φθάνοντας στο ύψος της διασταυρώσεως της οδού Ροδόπης με την Λεωφόρο Αγίου Δημητρίου, να εισέλθει στην διασταύρωση και αφού διασχίσει σχεδόν καθέτως το ρεύμα αυτής προς Λεωφόρο Βουλιαγμένης, να εισέλθει με αριστερόστροφο ελιγμό στο αντίθετο ρεύμα της Αγίου Δημητρίου με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Ποσειδώνος και να συνεχίσει εκεί την πορεία του.
Φθάνοντας ο πρώτος εναγόμενος στο ύψος της διασταυρώσεως, έχοντας την ως άνω πρόθεση, δεν διέκοψε την πορεία του για να παραχωρήσει προτεραιότητα στην κινούμενη επί του ρεύματος της Αγίου Δημητρίου προς Λεωφόρο Βουλιαγμένης μοτοσικλέτα του ενάγοντος, αλλά αμελώς ενεργώντας και χωρίς προηγουμένως να διασφαλίσει την προτεραιότητα κίνησης των οχημάτων που εκινούντο με ευθεία πορεία στο ρεύμα οδού με προτεραιότητα κίνησης, όπως όφειλε, συνέχισε την πορεία του και εισήλθε ανέλεγκτα με την ίδια ταχύτητα σε αυτό και έχοντας λάβει αριστερή κλίση για να πραγματοποιήσει τον αριστερό ελιγμό ευρισκόμενο ακόμη στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας, παρενεβλήθη αιφνιδίως στη σύννομη πορεία της μοτοσικλέτας, που εκινείτο κανονικά στο ρεύμα της με κανονική ταχύτητα, και επέπεσε με ταχύτητα και σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του φορτηγού στο εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας με την οποία συγκρούσθηκε πλαγιομετωπικά, με συνέπεια η μοτοσικλέτα και ο οδηγός της να καταπέσουν στο οδόστρωμα και να καταλήξουν στο οδόστρωμα του αντίθετου ρεύματος της οδού Αγίου Δημητρίου πλησίον του πεζοδρομίου, όπου βρέθηκαν κηλίδα αίματος και θραύσματα υάλων και πλαστικών εξαρτημάτων, όπως σημειώνονται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας.
Λόγω της προπεριγραφείσας αιφνίδιας και απρόβλεπτης προβολής του φορτηγού και της εγγύτητας της αποστάσεως που χώριζε τα δύο οχήματα, ο οδηγός της μοτοσικλέτας αιφνιδιασθείς, πραγματοποίησε πέδηση, ελιγμός όμως που δεν κατέστη δυνατόν να αποτρέψει την σύγκρουση των οχημάτων. Αποτέλεσμα της σύγκρουσης ήταν να υποστούν υλικές ζημίες τα οχήματα και να τραυματισθεί ο οδηγός της μοτοσικλέτας-ενάγων.
Υπό τα πραγματικά αυτά περιστατικά, που συνιστούν τις συνθήκες του ατυχήματος, αποκλειστικώς υπαίτιος της ένδικης συγκρούσεως και του επελθόντος αποτελέσματος αυτής είναι ο πρώτος εναγόμενος οδηγός του ασφαλισμένου στην εναγομένη Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου, ο οποίος, δεν κατέβαλε κατά την οδήγηση του πιο πάνω αυτοκινήτου την επιμέλεια και προσοχή την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα να καταβάλει, όπως θα έπραττε κάθε μέσος συνετός οδηγός, ευρισκόμενος υπό τις ίδιες με αυτόν κυκλοφοριακές και οδικές συνθήκες και την οποία αν επεδείκνυε θα μπορούσε να προβλέψει και να αποφύγει το ατύχημα (άρθρο 330 εδ.
β' του Α.Κ.). Συγκεκριμένα, διότι αυτός, αν και ήταν υποχρεωμένος να προχωρήσει με ιδιαίτερη προσοχή εφόσον επιθυμούσε να διασχίσει τη διασταύρωση των πιο πάνω οδών και να μην το επιχειρήσει πριν βεβαιωθεί προηγουμένως ότι δύναται να το πράξει χωρίς να δημιουργήσει κίνδυνο για τους λοιπούς χρήστες της οδού και συγκεκριμένα για την κινούμενη από αριστερά του σε οδό προτεραιότητας μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη την απόσταση που υπήρχε μεταξύ τους και την ταχύτητα του και, επιπλέον, να οδηγεί αποφεύγοντας κάθε συμπεριφορά που ενδεχομένως να εξέθετε σε κίνδυνο πρόσωπα ή να δημιουργούσε εμπόδια στην κυκλοφορία, έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και ασκώντας τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις του αυτές, αλλά κινούμενος εντελώς αμελώς, ανέλεγκτα και απερίσκεπτα επί της οδού Ροδόπης, δεν παρέμεινε σε στάση πριν την είσοδό του στη διασταύρωση προκειμένου να παραχωρήσει, όπως όφειλε, προτεραιότητα διελεύσεως στην μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο ενάγων που εκινείτο από αριστερά του σε Λεωφόρο με προτεραιότητα, αλλά συνέχισε την πορεία του και με αριστερόστροφο ελιγμό για να εισέλθει με τον τρόπο που αναφέρθηκε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ιδίας οδού, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδίως στη σύννομη πορεία της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο ενάγων, την οποία και απέφραξε, προκαλώντας έτσι τη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων, συμπεριφορά η οποία όντας ικανή να προκαλέσει τροχαίο ατύχημα, το προκάλεσε στη συγκεκριμένη περίπτωση και έτσι συνδέεται αιτιωδώς προς την αμέλεια αυτή του εν λόγω οδηγού και την εκ μέρους του παράβαση των επιτακτικών διατάξεων των άρθρων 4 παρ. 1β και 3 (Ρ-3), 12 παρ. 1,19 και 26 παρ. 1 και 4 του ν. 2696/1999 "Περί κυρώσεως του Κ.Ο.Κ." συνδέονται αιτιωδώς με την πρόκληση του πιο πάνω ατυχήματος.
Στοιχεία, τα οποία να θεμελιώνουν οποιασδήποτε μορφής υπαιτιότητα του ενάγοντος οδηγού της μοτοσικλέτας στην επέλευση της συγκρούσεως και μάλιστα ότι αυτός εισήλθε στον κόμβο κινούμενος με μεγάλη ταχύτητα, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, δεν προέκυψαν από τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η επέλευση της σύγκρουσης δεν συνδέεται αιτιωδώς με κάποια αμελή ενέργεια ή παράλειψη του ενάγοντος, αφού αυτός είχε διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση, εκινείτο σε οδό με προτεραιότητα με κανονική ταχύτητα, εισήλθε στον κόμβο με κανονική κατά τις περιστάσεις ταχύτητα, η οποία δεν αποδείχθηκε ότι υπερέβαινε το ανώτατο όριο ούτε το επιβαλλόμενο από τις πιο πάνω περιστάσεις, πλην, όμως, ενόψει της εντελώς αιφνίδιας, απρόβλεπτης και παράνομης εισόδου του ζημιογόνου αυτοκινήτου στην πορεία του, την οποία ευλόγως δεν ανέμενε, και της ελάχιστης αποστάσεως που χώριζε τα δύο οχήματα, δεν μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια προς αποφυγή της συγκρούσεως.
Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι στο ίδιο ρεύμα της Λεωφόρου Αγίου Δημητρίου, ομορρόπως και παραπλεύρως εξ δεξιών της μοτοσικλέτας εκινείτο άλλο όχημα-σχολικό λεωφορείο, το οποίο μειώνοντας την ταχύτητά του παραχώρησε προτεραιότητα στο φορτηγό του πρώτου εναγόμενου για να εισέλθει στο ρεύμα της Αγίου Δημητρίου προς Βουλιαγμένης και έτσι κινήθηκε ο οδηγός του φορτηγού και εισήλθε στην Λεωφόρο Αγίου Δημητρίου, δεν σημαίνει ότι ο οδηγός του τελευταίου είχε ανακτήσει άνευ άλλου τινός προτεραιότητα, παρά το ότι εισήρχετο σε οδό προτεραιτότητας, και ότι μπορούσε να διασχίσει αυτήν με τον πιο πάνω τρόπο, χωρίς προηγουμένως να ελέγξει προσεκτικά την κίνηση των οχημάτων στο ρεύμα αυτό και μάλιστα καθ' όλο το πλάτος του.
Επίσης, ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι στο συγκεκριμένο κόμβο ισχύει η εκ δεξιών προτεραιότητα λόγω μη ύπαρξης ΣΤΟΠ επί της οδού Ροδόπης πριν τη συμβολής της με την Αγίου Δημητρίου, και ότι έτσι προτεραιότητα είχε το φορτηγό αυτοκίνητο, είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προελέχθη, η Λεωφόρος Αγίου Δημητρίου είναι οδός προτεραιότητας ως πρωτεύουσα οδός στην περιοχή του Δήμου Αγίου Δημητρίου, υφίσταται σήμανση σε όλο το μήκος της με πινακίδα Ρ-3, και ο ίδιος ο πρώτος εναγόμενος εξεταζόμενος στην προκαταρκτική διοικητική εξέταση που διενεργήθηκε από την ΕΛΑΣ, λόγω της ιδιότητας του ενάγοντος ως Υπαρχιφύλακα της Ελληνικής Αστυνομίας, ενόρκως κατέθεσε ότι γνωρίζει ότι η Λεωφόρος Αγίου Δημητρίου είναι οδός προτεραιότητας και παραδέχτηκε την υπαιτιότητά του για το ένδικο τροχαίο ατύχημα.
Επομένως, οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον οδηγό του φορτηγού αλλά αποκλειστικά υπαίτιος είναι ο ενάγων οδηγός της μοτοσικλέτας για την ένδικη σύγκρουση, και η εκ της διατάξεως του άρθρου 300 παρ.1 εδ.α' του Α.Κ., ένσταση περί συνυπαιτιότητας του οδηγού της μοτοσικλέτας- ενάγοντος, τους οποίους παραδεκτώς προέβαλαν οι εναγόμενοι με προφορική δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου της στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφέρουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος και του επελθόντος αποτελέσματος αυτού είναι ο ενάγων οδηγός της μοτοσικλέτας, έσφαλε περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και ο συναφής λόγος της έφεσης του ενάγοντος με τον οποίο παραπονείται για την ως άνω κρίση αιτούμενος να κριθεί αποκλειστικά υπαίτιος ο οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος.
Εξαιτίας του ένδικου ατυχήματος ο ενάγων τραυματίστηκε και μεταφέρθηκε αμέσως με ασθενοφόρο του ΕΚΑΒ στο 401 Γενικό Στρατιωτικό Νοσοκομείο Αθηνών, όπου εισήχθη προς νοσηλεία στην Α' ορθοπεδική κλινική. Εκεί μετά από κλινικό και ακτινολογικό έλεγχο διαγνώσθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα διάφυσης (ΔΕ) κνήμης το οποίο έπρεπε να αντιμετωπισθεί και βαθύ θλαστικό τραύμα (ΔΕ) γόνατος, το οποίο αντιμετωπίσθηκε με συρραφή.
Αμέσως υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση για την αντιμετώπιση του κατάγματος διάφυσης (ΔΕ) κνήμης με εσωτερική οστεοσύνθεση. Παρέμεινε νοσηλευόμενος στην Α' ορθοπεδική κλινική του άνω νοσοκομείου μέχρι 21.9.2012, οπότε εξήλθε με βελτιωμένη κατάσταση της υγείας του [...], ενώ του χορηγήθηκε αναρρωτική άδεια [...].
Τέλος, από την ως άνω και υπό τις προπεριγραφείσες συνθήκες εις βάρος του ενάγοντος αδικοπραξία του εναγομένου οδηγού του ασφαλισμένου στην εναγομένη ζημιογόνου οχήματος, ο ενάγων υπέστη ηθική βλάβη [...], για την αποκατάσταση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης. Η έκταση αυτής [...] πρέπει να καθορισθεί [...] στο ποσό των δώδεκα χιλιάδων (12.000) ευρώ [...].
Κατά συνέπεια ο ενάγων δικαιούται να λάβει ως αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία του (θετική και αποθετική) το ποσό των 2.405,42 ευρώ (71,99 + 51,43 + 500 + 490 +2.478= 2.405,42) και ως χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη από το ατύχημα λόγω του τραυματισμού του το ποσό των 12.000 ευρώ, ήτοι το συνολικό ποσό των 14.405,42 ευρώ, το οποίο πρέπει να υποχρεωθούν να του καταβάλουν οι εναγόμενοι, εις ολόκληρον έκαστος, με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.
Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υπάρχουν άλλοι λόγοι εφέσεως προς έρευνα πρέπει να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η υπό κρίση έφεση του πρώτου εκκαλούντος-ενάγοντος κατά παραδοχή των προαναφερθέντων λόγων της που έγιναν δεκτοί ως βάσιμοι κατ' ουσία και να εξαφανισθούν οι εκκαλούμενες υπ' αριθ. 86/2014 εν μέρει οριστική και υπ' αριθ. 1075/2018 οριστική απόφαση, του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, μόνον κατά το μέρος και τις διατάξεις που αφορούν την αγωγή του πρώτου ενάγοντος, ως προς την οποία έσφαλαν οι εκκαλούμενες, αναγκαίως δε εξαφανίζεται και κατά τη διάταξη των δικαστικών εξόδων που αφορούν τον πρώτο ενάγοντα που θα καθορισθούν εξαρχής, και να διακρατηθεί η υπόθεση από το Δικαστήριο αυτό κατά το μέρος που χωρεί η εξαφάνιση των εκκαλουμένων αποφάσεων, και να δικαστεί η αγωγή κατ' ουσία κατά τούτο (άρθρο 535 παρ.1 Κ.Πολ.Δ), που είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 914, 926, 929, 932, 297, 298, 299, 330 εδ.β', 481 επ., 346 του Α.Κ., 1, 2, 4 του ν.ΓπΝ, 1, 2, 4, 6 και 10 του ν.489/1976 όπως κωδικ.με το Π.Δ. 237/ 1986, πρέπει να γίνει δεκτή εν μέρει ως και κατ' ουσία βάσιμη και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν στον ενάγοντα, εις ολόκληρον καθένας, το συνολικό ποσό των 14.405,42 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 31-05-2018 έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθμ. 86/2014 εν μέρει οριστικής απόφασης και κατά της υπ' αριθμ. 1075/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών [ με την πρώτη από τις οποίες (υπ' αριθμ. 86/2014) κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος και απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η από 29-03-2013 αγωγή του (καθώς και της Σ.
Χ. του Ι., η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αναιρετική δίκη), ως προς τα κονδύλια της θετικής ζημίας και της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, ενώ ως προς το κονδύλιο της αποθετικής ζημίας λόγω απώλειας εισοδημάτων, κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση, και με τη δεύτερη από αυτές (υπ' αριθμ. 1075/2018) απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η άνω αγωγή του, ως προς το επανεισαχθέν κονδύλιο της αποθετικής ζημίας λόγω απώλειας εισοδημάτων ] και αφού έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο πρώτος αναιρεσείων, εξαφάνισε τις ανωτέρω πρωτόδικες - εκκαλούμενες αποφάσεις, κράτησε και δίκασε την υπόθεση και ακολούθως δέχθηκε κατά ένα μέρος την ανωτέρω από 29-03-2013 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και υποχρέωσε τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο τα προαναφερόμενα χρηματικά ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ρητά μνημονεύει αριθμητικά, των άρθρων 297, 298, 330 εδαφ. β', 914 του Α.Κ. και 4 παρ. 1β και 3 (Ρ-3), 12 παρ. 1,19 και 26 παρ. 1 και 4 του ν. 2696/1999, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά [ και δη:
α) το μεν ότι, η πρόκληση της ένδικης σύγκρουσης των οχημάτων οφείλεται αποκλειστικά στην αμελή οδηγητική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος, ο οποίος δεν κατέβαλε κατά την οδήγηση του πιο πάνω αυτοκινήτου την επιμέλεια και προσοχή την οποία μπορούσε, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του και όφειλε κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα να καταβάλει και συγκεκριμένα αν και ήταν υποχρεωμένος να εισέλθει με ιδιαίτερη προσοχή, εφόσον επιθυμούσε να διασχίσει τη διασταύρωση της οδού Ροδόπης, όπου ο ίδιος κινείτο, με τη Λεωφόρο Αγίου Δημητρίου, όπου κινείτο ο αναιρεσίβλητος, η οποία είναι οδός προτεραιότητας, ως πρωτεύουσα αρτηρία του Δήμου Αγίου Δημητρίου και υφίσταται σήμανση σε όλο το μήκος της με πινακίδα Ρ-3, γεγονός το οποίο γνώριζε ο πρώτος αναιρεσείων, ήτοι τη ιδιότητά της ως οδού προτεραιότητας και να μην επιχειρήσει την είσοδο σε αυτή πριν βεβαιωθεί προηγουμένως ότι δύναται να το πράξει χωρίς να δημιουργήσει κίνδυνο στους λοιπούς χρήστες της εν λόγω Λεωφόρου και ειδικότερα στην κινούμενη από αριστερά του, επί της ως άνω οδού προτεραιότητας, μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος, λαμβάνοντας ιδιαιτέρως υπόψη την απόσταση που υπήρχε μεταξύ τους και την ταχύτητα του τελευταίου και, επιπλέον, να οδηγεί αποφεύγοντας κάθε συμπεριφορά που ενδεχομένως να εξέθετε σε κίνδυνο άλλους οδηγούς, έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και ασκώντας τον έλεγχο του αυτοκινήτου που οδηγούσε, δεν συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις του αυτές, αλλά κινούμενος επί της άνω οδού Ροδόπης, δεν παρέμεινε σε στάση πριν την είσοδό του στην ανωτέρω διασταύρωση, προκειμένου να παραχωρήσει, όπως όφειλε, προτεραιότητα διέλευσης στην μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος κινείτο από αριστερά του στην ανωτέρω έχουσα προτεραιότητα Λεωφόρο, αλλά συνέχισε την πορεία του με πρόθεση να εισέλθει με αριστερόστροφο ελιγμό στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ανωτέρω Λεωφόρου, με αποτέλεσμα να παρεμβληθεί αιφνιδίως στη σύννομη πορεία της μοτοσικλέτας που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος, την οποία και απέφραξε, προκαλώντας έτσι τη σύγκρουση μεταξύ των δύο οχημάτων και β) το δε ότι, ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον αναιρεσίβλητο, καθόσον αυτός οδηγούσε έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση και κινούμενος σε οδό προτεραιότητας, εισήλθε στον ανωτέρω κόμβο με κανονική κατά τις περιστάσεις ταχύτητα 40 χιλιομέτρων περίπου την ώρα, η οποία δεν υπερέβαινε το ανώτατο όριο, ούτε το επιβαλλόμενο από τις πιο πάνω περιστάσεις, πλην, όμως λόγω της εντελώς αιφνίδιας, απρόβλεπτης και παράνομης εισόδου του αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσείοντος στην πορεία του, την οποία ευλόγως δεν ανέμενε και της ελάχιστης απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα, δεν μπορούσε να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια προς αποφυγή της σύγκρουσης], πληρούσαν το πραγματικό των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, που εφαρμόστηκαν και δικαιολογούσαν την, κατά τις διατάξεις αυτές, ορθότητα του ανωτέρω αποδεικτικού του πορίσματος περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και περί ελλείψεως συνυπαιτιότητας του αναιρεσίβλητου, ενώ και η υπαγωγή των άνω γενόμενων δεκτών ως αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους ανωτέρω κανόνες ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκαν, δεν βρίσκεται σε καμία απολύτως αντίθεση με τα διδάγματα κοινής πείρας.
Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο, δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 5 και 52 παρ. 1 και 7 του Ν. 2696/1999, με τη μη εφαρμογή τους, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες και τούτο διότι : Α) η διάταξη του άρθρου 26 παρ. 5 του Ν. 2696/1999, κατά την οποία στους κόμβους χωρίς σήμανση η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά, δεν ήταν εφαρμοστέα στην ένδικη περίπτωση, καθόσον, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες σαφείς και επαρκείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η Λεωφόρος Αγίου Δημητρίου, όπου κινείτο ο αναιρεσίβλητος, είναι οδός προτεραιότητας και υφίσταται σήμανση σε όλο το μήκος της με πινακίδα Ρ-3 (ήτοι ρυθμιστική πινακίδα που σημαίνει "Οδός προτεραιότητας") και ως εκ τούτου δεν ισχύει ο κανόνας της παραγράφου 5 του άρθρου 26 του Κ.Ο.Κ., δηλαδή ότι η προτεραιότητα ανήκει σε αυτόν που έρχεται από τα δεξιά, αλλά αντίθετα ισχύει ο κανόνας της προαναφερόμενης παραγράφου 4 του ιδίου άρθρου 26 του Κ.Ο.Κ., τον οποίο, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 1β και 3 (Ρ-3) του ιδίου Κώδικα, ορθά, με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του ως προς το χαρακτηρισμό της ως άνω Λεωφόρου Αγίου Δημητρίου, ως οδού προτεραιότητας, εφάρμοσε το Εφετείο.
Σημειώνεται ότι, εφόσον κατά τις προεκτιθέμενες παραδοχές της πληττόμενης απόφασης, η Λεωφόρος Αγίου Δημητρίου είναι οδός προτεραιότητας, με αντίστοιχη σήμανση (Ρ-3), σε όλο το μήκος αυτής, τούτο συνεπάγεται ότι ισχύει και καταλαμβάνει και την επίμαχη διασταύρωσή της με την οδό Ροδόπης, αφού δεν γίνεται δεκτός από το Εφετείο κάποιος λόγος που να αίρει στην εν λόγω διασταύρωση τον γενόμενο δεκτό χαρακτηρισμό της Λεωφόρου Αγίου Δημητρίου, ως οδού προτεραιότητας και δη σε όλο το μήκος αυτής.
Επίσης, οι προεκτιθέμενες σαφείς παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι η Λεωφόρος Αγίου Δημητρίου είναι οδός προτεραιότητας, με αντίστοιχη σήμανση (Ρ-3) σε όλο το μήκος αυτής [και ανεξάρτητα από την άλλη παραδοχή της περί χαρακτηρισμού της εν λόγω λεωφόρου ως πρωτεύουσας αρτηρίας], θεμελιώνουν πλήρως το ανωτέρω αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου ως προς το κρίσιμο ζήτημα της προτεραιότητας των εμπλεκομένων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων και εντεύθεν της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος, το οποίο (αποδεικτικό πόρισμα) στηρίχθηκε στις πραναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που εφάρμοσε, το πραγματικό των οποίων δικαιολογεί το διατακτικό της απόφασής του ως προς το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.
Και Β) τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 52 παρ. 1 και 7 του Ν. 2696/1999, όσον αφορά τη Λεωφόρο Αγίου Δημητρίου είχαν υλοποιηθεί στην ένδικη περίπτωση, καθόσον σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το χρόνο του ατυχήματος, υπήρχε σήμανση περί του χαρακτηρισμού της εν λόγω Λεωφόρου ως οδού προτεραιότητας σε όλο το μήκος της με πινακίδα Ρ-3, ενώ η έλλειψη κατάλληλης σήμανσης στην κάθετο αυτής οδό Ροδόπης δεν αναιρεί το χαρακτηρισμό της Λεωφόρου Αγίου Δημητρίου ως οδό προτεραιότητας και δεν μπορεί να οδηγήσει σε αποχαρακτηρισμό της ως άνω Λεωφόρου ως οδού προτεραιότητας στο συγκεκριμένο σημείο της διασταύρωσής της, δηλαδή, με την οδό Ροδόπης, εφόσον δεν διαλαμβάνονται περαιτέρω παραδοχές σχετικά με την ύπαρξη επί της εν λόγω Λεωφόρου στο ύψος αυτό, πινακίδας (Ρ-4), σημαίνουσας το τέλος της οδού προτεραιότητας κατ' άρθρο 4 παρ. 3 ν.2606/1999 (πρβλ.
ΑΠ 658/2021), ενώ εξάλλου η έλλειψη ενδεδειγμένης σήμανσης στην ανωτέρω οδό Ροδόπης, η οποία να ενημερώνει τους οδηγούς που εξέρχονται από την οδό αυτή και εισέρχονται στην επίμαχη διασταύρωση με τη Λεωφόρο Αγίου Δημητρίου προκειμένου να κινηθούν κατόπιν αριστερής στροφής προς τη Λεωφόρο Ποσειδώνος, ότι εισέρχονται σε οδό προτεραιότητας, ανάγεται σε ευθύνη του αρμοδίου, κατ' άρθρο 10 παρ. 1 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.) για την εγκατάσταση και συντήρηση της σήμανσης επί των ως άνω οδών, φορέα, και η έλλειψη αυτή δεν μπορεί να μετακυλιστεί στους κινούμενους επί της ως άνω Λεωφόρου Αγίου Δημητρίου οδηγούς, με άρση ή διακοπή της προτεραιότητάς τους ειδικά επί της επίμαχης διασταύρωσης, χωρίς αντίστοιχη για αυτούς σήμανση, σημαίνουσας το τέλος της οδού προτεραιότητας.
Επομένως ο πρώτος αναιρετικός λόγος, καθώς και ο δεύτερος, κατά το οικείο μέρος του, αναιρετικός λόγος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Επίσης, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις προεκτιθέμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη αυτά των περιστάσεων και των ειδικότερων συνθηκών της σύγκρουσης των οχημάτων, της οδηγητικής συμπεριφοράς ενός εκάστου των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και ιδιαίτερα ως προς το κρίσιμο ζήτημα της προτεραιότητας των εμπλεκομένων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων και εντεύθεν της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος και ειδικότερα της αμελούς συμπεριφοράς του και της υπάρξεως αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων του οδηγού αυτού και της σύγκρουσης που επακολούθησε, καθώς και της ελλείψεως συνυπαιτιότητας από πλευράς του αναιρεσίβλητου οδηγού, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη ερμηνεία και εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, όπως και εκείνων ανωτέρω που δεν εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση : 1) περιγράφονται με πληρότητα και σαφήνεια ο τόπος, ο χρόνος και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο ατύχημα, 2) αναφέρεται η πορεία, η κατεύθυνση και η ταχύτητα του μοτοσυκλέτας, που οδηγούσε ο αναιρεσίβλητος και ειδικότερα ότι αυτός οδηγώντας την υπ' αριθ.
κυκλοφορίας Ο
... δίκυκλη μοτοσικλέτα κινείτο στην περιοχή του Αγίου Δημητρίου Αττικής, επί της Λεωφόρου Αγίου Δημητρίου, με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Βουλιαγμένης με κανονική ταχύτητα 40 χιλιόμετρα περίπου την ώρα, 3) αναφέρεται η πορεία, η κατεύθυνση του οχήματος, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσείων και ειδικότερα ότι αυτός οδηγώντας το υπ' αριθ.
κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο τύπου "βαν" μάρκας ..., κινείτο στην ίδια περιοχή επί της οδού Ροδόπης με κατεύθυνση από την οδό Αργοστολίου προς την Λεωφόρο Αγίου Δημητρίου, με πρόθεση φθάνοντας στο ύψος της διασταύρωσης της οδού Ροδόπης με την Λεωφόρο Αγίου Δημητρίου, να εισέλθει στη διασταύρωση και αφού διασχίσει σχεδόν καθέτως το ρεύμα αυτής προς Λεωφόρο Βουλιαγμένης, να εισέλθει με αριστερόστροφο ελιγμό στο αντίθετο ρεύμα της Αγίου Δημητρίου με κατεύθυνση προς Λεωφόρο Ποσειδώνος και να συνεχίσει εκεί την πορεία του, 4) διευκρινίζεται ότι η Λεωφόρος Αγίου Δημητρίου είναι οδός προτεραιότητας, ως πρωτεύουσα οδός, στην περιοχή του Δήμου Αγίου Δημητρίου και υφίσταται σήμανση σε όλο το μήκος της με πινακίδα Ρ-3, καθώς και ότι συμβάλλεται, δεξιά σε σχέση με την πορεία του αναιρεσίβλητου, καθέτως σε σχήμα Τ με την οδό Ροδόπης, η οποία είναι οδός διπλής κατεύθυνσης, 5) αναλύεται η οδηγητική συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσείοντος και ειδικότερα ότι αυτός φθάνοντας στο ύψος της άνω διασταύρωσης, έχοντας την πρόθεση να εισέλθει με αριστερόστροφο ελιγμό στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας της ανωτέρω Λεωφόρου, δεν διέκοψε την πορεία του, όπως όφειλε, για να παραχωρήσει προτεραιότητα στην κινούμενη επί του ρεύματος της Αγίου Δημητρίου προς Λεωφόρο Βουλιαγμένης μοτοσικλέτα του αναιρεσίβλητου, που είχε προτεραιότητα κίνησης, αλλά αμελώς ενεργώντας, συνέχισε την πορεία του, εισερχόμενος ανέλεγκτα σε αυτό και έχοντας λάβει αριστερή κλίση για να πραγματοποιήσει τον αριστερό ελιγμό, παρενεβλήθη αιφνιδίως στη σύννομη πορεία της μοτοσικλέτας, που κινείτο κανονικά στο ρεύμα της με κανονική ταχύτητα, και επέπεσε με ταχύτητα και σφοδρότητα με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του φορτηγού στο εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας με την οποία συγκρούσθηκε πλαγιομετωπικά, 6) αναλύεται η οδηγητική συμπεριφορά του αναιρεσίβλητου και ειδικότερα ότι αυτός που κινείτο σύννομα στο άνω ρεύμα της Λεωφόρου Αγίου Δημητρίου, με κανονική ταχύτητα, λόγω όμως της αιφνίδιας και απρόβλεπτης προβολής του φορτηγού και της εγγύτητας της απόστασης που χώριζε τα δύο οχήματα, αν και πραγματοποίησε πέδηση, δεν κατέστη δυνατό με την ενέργειά του αυτή να αποτρέψει την σύγκρουση των οχημάτων, 7) μνημονεύεται ο τρόπος σύγκρουσης, τα συγκρουσθέντα σημεία των δύο εμπλακέντων στο ατύχημα αυτοκινήτων, η πορεία και η τελική θέση της μοτοσικλέτας μετά τη σύγκρουση, 8) αναφέρεται ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, συνισταμένη στην προεκτιθέμενη αμελή του συμπεριφορά, 9) αξιολογείται, ως προς τον προσδιορισμό της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος, το ουσιώδες γεγονός ότι αυτός τελούσε σε γνώση ότι η Λεωφόρος Αγίου Δημητρίου είναι οδός προτεραιότητας, 10) διευκρινίζεται ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον αναιρεσίβλητο - οδηγό της μοτοσικλέτας και 11) αιτιολογείται η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσείοντος και ειδικότερα των μνημονευόμενων πράξεων και παραλείψεων αυτού, προς το επελθόν αποτέλεσμα.
Επομένως, το Εφετείο περιέλαβε σαφείς, επαρκείς και μη αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της αμελούς συμπεριφοράς του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού και του ζημιογόνου αποτελέσματος, κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο αυτόν, διαλαμβάνοντας ειδικότερα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά, που επέδειξε ο τελευταίος ως προς την πρόκληση του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις μνημονευόμενες παραβάσεις των διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, ενώ αιτιολογείται πλήρως και η έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας από πλευράς του αναιρεσίβλητου οδηγού στην πρόκληση του ένδικου ατυχήματος και η συνακόλουθη απόρριψη της ένστασης συνυπαιτιότητας αυτού, που προέβαλαν οι αναιρεσείοντες.
Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το οικείο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., είναι, ως προς τις ανωτέρω αιτιάσεις, αβάσιμος και απορριπτέος. Περαιτέρω, όλες οι λοιπές αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, που περιλαμβάνονται στον προαναφερόμενο δεύτερο αναιρετικό λόγο, είναι απαράδεκτες, καθόσον οι φερόμενες ως αντιφάσεις, ασάφειες και ανεπάρκειες στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, ανάγονται στην αξιολόγηση, στάθμιση, ανάλυση και εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προαναφερόμενο σαφές και πλήρες αποδεικτικό του πόρισμα, καθώς και σε απόψεις και επιχειρήματα των αναιρεσειόντων προς επιστήριξη των προβληθεισών από αυτούς ισχυρισμών περί των συνθηκών του ένδικου ατυχήματος, οι οποίοι όμως δεν έγιναν δεκτοί από το Εφετείο, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, με τις αιτιάσεις δε αυτές, και υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται απαραδέκτως η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), αναφορικά με την εκτίμηση των αποδείξεων και με το σαφές και μη αντιφατικό εκτιθέμενο στην προσβαλλομένη απόφαση αποδεικτικό πόρισμα, ότι η πρόκληση του ένδικου ατυχήματος οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος οδηγού.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγήθηκε σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτόν λόγο, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά το δικαστήριο ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, αφού στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.
ΑΠ 2/2008, ΑΠ 392/2022, ΑΠ 235/2019). Παραμόρφωση, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει και όταν το δικαστήριο, κατά την ανάγνωση του εγγράφου, παρέλειψε φράσεις ή περικοπές του κειμένου του που είναι κρίσιμες, δηλαδή τέτοιες που να μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό συμπέρασμα. Για τη θεμελίωση του αναιρετικού αυτού λόγου, πρέπει επιπλέον το έγγραφο να αφορά απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, δηλαδή η κρίση του δικαστηρίου για απόδειξη ή όχι του ισχυρισμού αυτού, να είναι επιβλαβής για τον αναιρεσείοντα (ΑΠ 799/2020, ΑΠ 1548/2018, ΑΠ 2060/2007).
Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 766/2022). Υπό την έννοια αυτή, δεν αποτελούν έγγραφα και άρα δεν επιδέχονται παραμόρφωση οι κατά εξουσιοδότηση νόμου εκδοθείσες υπουργικές αποφάσεις, ως αποτελούσες κανόνες δικαίου (ΑΠ 1388/2018, ΑΠ 590/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση της παραμόρφωσης του περιεχομένου της υπ' αριθμ. 20539/2006 Υπουργικής Απόφασης (Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ) και του από 14-03-2014 (με αριθμ.
πρωτ. 9037) εγγράφου της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου Αγίου Δημητρίου. Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που αφορά την υπ' αριθμ. 20539/2006 Υπουργική Απόφαση, είναι απαράδεκτος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον η Υπουργική αυτή Απόφαση δεν αποτελεί "αποδεικτικό έγγραφο" κατά την έννοια του αναιρετικού λόγου από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συνεπώς δεν ιδρύεται ως προς αυτή ο άνω αναιρετικός λόγος.
Περαιτέρω, ο ερευνώμενος τρίτος αναιρετικός λόγος, κατά το μέρος που αφορά το από 14-03-2014 (με αριθμ. πρωτ. 9037) έγγραφο της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου Αγίου Δημητρίου, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, στο έγγραφο αυτό αναφέρονται κατά λέξη τα ακόλουθα: "Σε απάντηση της με αρ. πρωτ. 9037/05.03.2014 αιτήσεως σας, σας γνωρίζουμε ότι η οδός Αγ.
Δημητρίου είναι δρόμος προτεραιότητας με ΦΕΚ 513/09.06.2006. Επίσης κατά μήκος της οδού Αγ. Δημητρίου υπάρχει σήμανση Ρ-3 (οδός προτεραιότητας) όπου και αναγράφεται ο χρόνος τοποθέτησης προ του 1994", ενώ με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτό ότι: "Η Λεωφ. Αγίου Δημητρίου είναι χαρακτηρισμένη πρωτεύουσα αρτηρία του Δήμου Αγίου Δημητρίου, και κατά μήκος της υπάρχει σήμανση Ρ-3 (οδός προτεραιότητας, βλ.
υπ'αριθ. 20539/2006 Υπουργική Απόφαση και από 14.3.2014 έγγραφο της τεχνικής υπηρεσίας του Δήμου Αγίου Δημητρίου)", καθώς και ότι "η Λεωφόρος Αγίου Δημητρίου είναι οδός προτεραιότητας ως πρωτεύουσα οδός στην περιοχή του Δήμου Αγίου Δημητρίου, υφίσταται σήμανση σε όλο το μήκος της με πινακίδα Ρ-3" και συνεπώς το Εφετείο δεν υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος, αφού δεν δέχθηκε περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το ως άνω έγγραφο περιλαμβάνει.
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναίρεσης, όσον αφορά το ανωτέρω έγγραφο, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι στην προκειμένη περίπτωση, η αιτίαση δεν αναφέρεται στην πραγματικότητα σε εσφαλμένη ανάγνωση του ως άνω εγγράφου, αλλά στη συναγωγή από αυτό αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό, και συνεπώς πρόκειται για παράπονο που ανάγεται στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 10 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι` αυτά (ΑΠ 271/2021, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 15/2020, ΑΠ 756/2011, ΑΠ 273/2011, ΑΠ 1700/2009).
Επομένως, ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος όταν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του από τα μνημονευόμενα σ' αυτήν (απόφαση) αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 559/2020, ΑΠ 876/2019, ΑΠ 217/2016, 2031/2007), χωρίς να είναι αναγκαίο να αξιολογεί ειδικά το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 609/2020) και να μνημονεύει από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο σχημάτισε την κρίση του για την αλήθεια κάθε ισχυρισμού που ερεύνησε (ΑΠ10/2021).Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλομένη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε τη δικανική του πεποίθηση και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα επί της ουσίας της υπόθεσης και ειδικότερα επί του κρίσιμου ζητήματος της προτεραιότητας των εμπλεκομένων στο ένδικο ατύχημα οχημάτων και εντεύθεν της αποκλειστικής υπαιτιότητας του πρώτου αναιρεσείοντος στην επέλευση του ενδίκου ατυχήματος (όπως ανελέγκτως δέχθηκε), αφού έλαβε υπόψη του τα ρητά μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα, όπως κατά λέξη αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα, που δόθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου με επιμέλεια του ενάγοντος και την ανώμοτη κατάθεση του πρώτου εναγομένου, οι οποίες περιέχονται στα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα υπ' αριθ. 86/13.12.2013 ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ίδιου Δικαστηρίου, από το σύνολο των εγγράφων τα οποία νομίμως προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων οι φωτογραφίες το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητείται από τους αντιδίκους και αποδεικνύεται γνήσιο και είναι επιτρεπτό αποδεικτικό μέσο ως ιδιωτικό έγγραφο (άρθρα 432, 444 αριθ. 3, 448 παρ 2, 449 παρ. 2, 453 παρ. 1, 457 παρ. 4, 458 και 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ...), τα έγγραφα της προηγηθείσας ποινικής διαδικασίας, μεταξύ των οποίων οι ένορκες καταθέσεις μαρτύρων στα πλαίσια της ποινικής διαδικασίας που σχετίζεται με το ένδικο ατύχημα [...], ακόμη και διαδίκων [...], τα οποία εκτιμώνται ελευθέρως ως δικαστικά τεκμήρια, κατά το άρθρο 395 του Κ.Πολ.Δ., η έκθεση αυτοψίας και το σχεδιάγραμμα, τα οποία συντασσόμενα, σύμφωνα με τα άρθρα 148 επ.
και 180 Κ.Π.Δ, από την αρμόδια αστυνομική αρχή, είναι μεν δημόσια έγγραφα, κατά την έννοια των άρθρων 438, 439 και 440 Κ.ΠολΔ. εκτιμώνται όμως ελευθέρως ως προς τις συνθήκες του αυτοκινητικού ατυχήματος [...], αλλά και τα εν γένει έγγραφα της ποινικής δικογραφίας που σχηματίσθηκε από τους αρμόδιους αστυνομικούς και το πόρισμα της διενεργηθείσας προκαταρκτικής διοικητικής εξέτασης [...], μερικά εκ των οποίων μνημονεύονται παρακάτω χωρίς ωστόσο η ρητή αναφορά ορισμένων εκ των εγγράφων να προσδίδει σ' αυτά αυξημένη αποδεικτική δύναμη σε σχέση με τα λοιπά επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, για τα οποία δεν γίνεται ειδική για το καθένα μνεία, που είναι όμως ισοδύναμα, και χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την ουσιαστική εκτίμηση της υποθέσεως αλλά όλα ανεξαιρέτως συνεκτιμώνται προς σχηματισμό της δικανικής κρίσεως [...], σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (άρθρο 336 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.)" και συνεπώς οι ανωτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν έγιναν χωρίς απόδειξη.
Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο τέταρτος αναιρετικός λόγος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Κατόπιν της απόρριψης της αίτηση αναίρεσης, το σωρευόμενο στο δικόγραφό της αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, με την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου να αποδώσει στην δεύτερη αναιρεσείουσα τα καταβληθέντα, σε εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ποσά, καθίσταται άνευ αντικειμένου. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παράβολου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 20-01-2021 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 463/43/21-01-2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 4770/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
-Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παράβολου στο Δημόσιο Ταμείο.
-
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ