1945/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου - Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη-Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1945/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω, ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη. Τέλος, με την υπαλληλική ιδιότητα λαμβάνει κανείς χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, όταν μεταξύ της λήψεως και της υπαλληλικής ιδιότητας του λήπτη υπάρχει μια άμεση σχέση αιτιότητας.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1945 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1945/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου - Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη-Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 19 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Β.Β. του Π., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Σέτκο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 360/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς. Με πολιτικώς ενάγουσα την εταιρία με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν. ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ Α.Ε" η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Καστοριάς, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. 7/10-11-2017 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1525/2017.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη υπ' αριθμ. 7/10-11-2017 αίτηση του Β.Β. του Π. κατατεθείσα στις 10-11-2017 στον Γραμματέα του Πλημμελειοδικείου Καστοριάς, για αναίρεση της 360/20-9-2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς που καταχωρήθηκε στο Ειδικό Βιβλίο (άρθρ. 473 παρ. 3 ΚΠΔ) στις 31-10-2017, με την οποία ο αναιρεσείων κηρύχθηκε ένοχος για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση και της υπεξαγωγής εγγράφων κατ' εξακολούθηση με το ελαφρυντικό της ειλικρινούς μεταμελείας και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών και δέκα (10) ημερών ανασταλείσα, επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και τη βασιμότητα, των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 258 περ. α του ΠΚ, "υπάλληλος ο οποίος παράνομα ιδιοποιείται χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα που τα έλαβε ή τα κατέχει λόγω αυτής της ιδιότητας του, και αν ακόμα δεν ήταν αρμόδιος γι' αυτό, τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτήν εγκλήματος της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία, το οποίο περιλαμβάνει την αντικειμενική υπόσταση της κατά το άρθρο 375 παρ. 1 ΠΚ υπεξαιρέσεως με επαύξηση της ποινής, απαιτείται:
α) Παράνομη ιδιοποίηση ξένων (ολικά ή εν μέρει) κινητών πραγμάτων ή χρημάτων, τέτοια δε θεωρούνται εκείνα τα οποία βρίσκονται σε ξένη, σε σχέση με το δράστη, κυριότητα, με την έννοια κατά την οποία αυτή εκλαμβάνεται στο αστικό δίκαιο. Κατοχή δε, κατά την έννοια των προαναφερομένων διατάξεων, δεν είναι μόνο η σχέση φυσικής εξουσιάσεως του πράγματος από τον κατέχοντα αυτό κατά τη βούληση του, αλλά και η πραγματική σχέση που καθιστά δυνατή κατά τις αντιλήψεις των συναλλαγών την εξουσίαση του πράγματος από το δράστη κατά τη βούληση του, β) Ιδιότητα του δράστη ως υπαλλήλου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.
α' του ΠΚ, όπως αυτή διευρύνεται με το άρθρο 263Α του ίδιου Κώδικα, ως υπάλληλος δε θεωρείται και ο οδηγός του Υπεραστικού Κοινού Ταμείου Εισπράξεων Λεωφορείων (ΚΤΕΛ) Ν. Καστοριάς με την επωνυμία "ΥΠΕΡΑΣΤΙΚΟ ΚΤΕΛ Ν. ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ Α.Ε'', το οποίο καίτοι έχει τη μορφή Ανωνύμου Εταιρίας, παρέχει αγαθά ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο και ασκεί πράγματι δημόσια υπηρεσία, όπως συνάγεται από το ίδιο το Σύνταγμα (άρθρα 23 παρ. 2, 29 παρ. 3, 106 παρ. 3), γιατί πρόκειται περί επιχειρήσεως που στην ουσία ασκεί έμμεση κρατική εξουσία, επιδιώκοντας σκοπό τη δημόσια συγκοινωνία που ανήκει στο κράτος, έχουσα την μορφή νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (ΑΠ 676/2009), και γ) ο υπάλληλος να έλαβε ή να κατέχει τα κινητά πράγματα ή τα χρήματα υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, αδιάφορα αν ήταν αρμόδιος ή όχι γι' αυτό.
Ιδιοποίηση αποτελεί κάθε ενέργεια ή παράλειψη του δράστη, η οποία καταδηλώνει τη θέληση του να εξουσιάζει και διαθέτει το πράγμα σαν να είναι κύριος. Υποκειμενικώς απαιτείται η ύπαρξη δόλου του δράστη, ο οποίος ενέχει τη γνώση αυτού ότι το πράγμα ή τα χρήματα είναι ξένα (ολικά ή εν μέρει) ως προς αυτόν και ότι τα έλαβε ή τα κατέχει υπό την υπαλληλική του ιδιότητα, καθώς και τη βούληση να τα ιδιοποιηθεί παράνομα, δηλαδή χωρίς την συγκατάθεση του ιδιοκτήτη.
Περαιτέρω, ξένο θεωρείται το πράγμα όταν είναι υπό ξένη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο και δεν περιήλθε στην κατοχή του υπαιτίου με κάποια μεταβιβαστική της κυριότητας πράξη. Τέλος, με την υπαλληλική ιδιότητα λαμβάνει κανείς χρήματα ή άλλα κινητά πράγματα, όταν μεταξύ της λήψεως και της υπαλληλικής ιδιότητας του λήπτη υπάρχει μια άμεση σχέση αιτιότητας.
Κάτι τέτοιο, όμως, δεν περιορίζεται μόνο στις περιπτώσεις που υπάλληλος λαμβάνει ένα πράγμα στο πλαίσιο της υπαλληλικής του αρμοδιότητας, αλλά υπάρχει και εκεί, που μπορεί κανείς να μην έχει "inconcreto" αρμοδιότητα, το πράγμα όμως δίνεται σ' αυτόν ως υπάλληλο (ΑΠ 682/2015).
Για την, κατά το άρθρο 222 ΠΚ β στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της υπεξαγωγής εγγράφου, υπαλλακτικώς μικτού, με προστατευόμενο έννομο αγαθό - αντικείμενο το έγγραφο, ως αποδεικτικό μέσο, απαιτούνται α) έγγραφο, δημόσιο ή ιδιωτικό, κατά την έννοια του άρθρου 13 εδ. γ' ΠΚ, προορισμένο ή πρόσφορο έστω και ως δικαστικό τεκμήριο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, β) απόκρυψη, βλάβη ή καταστροφή του εγγράφου, γ) να μη είναι κύριος ή αποκλειστικός κύριος του εγγράφου ο δράστης ή να είναι μεν κύριος αυτού, αλλά να έχει υποχρέωση κατά τις διατάξεις του ΑΚ προς παράδοση ή επίδειξη σε άλλον και δ) να ενήργησε ο δράστης προς το σκοπό της βλάβης του τρίτου, δηλαδή του κυρίου ή συγκυρίου του εγγράφου ή αυτού που δικαιούται απλώς στην επίδειξη ή παράδοση του, αδιαφόρως εάν επιτεύχθηκε ή όχι ο σκοπός αυτός, αφού το έγκλημα είναι διακινδύνευσης, που αποσκοπεί στην αχρήστευση του εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη βλάβης, η οποία μπορεί να είναι είτε περιουσιακή είτε ηθική και να αφορά οποιοδήποτε πρόσωπο. Υποκειμενικά απαιτείται άμεσος δόλος εγκείμενος στο σκοπό του δράστη που γνωρίζει και θέλει την επέλευση της βλάβης τρίτου, ως άμεσης και απευθείας συνέπειας της πράξης της υπεξαγωγής και όχι άλλης ενέργειάς του, η δε βλάβη δεν απαιτείται να επήλθε, αρκεί και μόνο να απειλήθηκε (ΑΠ 627/2017).
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠοινΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι κατ' αρχήν αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού, επελεύσεως, δηλαδή, ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους, χωρίς να απαιτείται και αναλυτική παράθεση του5και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως. Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, αφού δεν εξαιρούνται ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολογήσεως γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα.
Εντεύθεν και δεν αποτελεί λύγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογήσεως και αναφοράς κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.ΑΠ 3/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του το Τριμελές Πλημμελειοδικείου Καστοριάς που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση και υπεξαγωγής εγγράφου κατ' εξακολούθηση με το ελαφρυντικό της εμπράκτου μετανοίας και τον καταδίκασε σε συνολική ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) μηνών και δέκα (10) ημερών, ανασταλείσα.
Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το δικάσαν Τριμελές Πλημμελειοδικείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων δέχθηκε ανελέγκτως κατά λέξη τα εξής: "αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στην … κατά το χρονικό διάστημα από 13-3-2015 έως 1-5-2015, αν και όφειλε, ως υπάλληλος - οδηγός της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Υπεραστικό ΚΤΕΛ Ν.
Καστοριάς Α.Ε.", να αποδίδει αυθημερόν ή το αργότερο την 5η εργάσιμη ημέρα των εισπράξεων στο λογαριασμό της εργοδότριας εταιρείας τις εισπράξεις από τα εισιτήρια επιβατών που εξέδιδε ο ίδιος κατά τη διάρκεια των δρομολογίων που εκτελούσε καθώς και να παραδίδει τα δελτία ημερησίας κίνησης "Ζ" στα οποία αναφέρονται τα συνολικά αθροίσματα των συναλλαγών της ημέρας, εν τούτοις με πρόθεση παρακράτησε εισπράξεις από την έκδοση εισιτηρίων των προαναφερόμενου χρονικού διαστήματος, συνολικού ποσού 782,60 ευρώ, το οποίο ιδιοποιήθηκε και ενσωμάτωσε στην περιουσία του.
Συγκεκριμένα, εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος παρακράτησε και ιδιοποιήθηκε α) στις 13-3-2015 το χρηματικό ποσό των 17,90 ευρώ που αφορούσε τα εκδοθέντα από τον ίδιο εισιτήρια με αριθμό 43837 και 43838 για την εκτέλεση δρομολογίου με το λεωφορείο με αριθμό 38, β) στις 16-3-2015 το χρηματικό ποσό των 195,80 ευρώ που αφορούσε τα εκδοθέντα από τον ίδιο εισιτήρια με αριθμό 43843 έως και 43988 για την εκτέλεση δρομολογίου με το λεωφορείου με αριθμό 38, γ) στις 18-3-2015 το-χρηματικό ποσό των 256,60 ευρώ που αφορούσε τα εκδοθέντα από τον ίδιο εισιτήρια με αριθμό 43989 έως και 44176 για την εκτέλεση δρομολογίων με το λεωφορείο με αριθμό 38, δ) στις 21-3-2015 το χρηματικό ποσό των 7,80 ευρώ που αφορούσε το εκδοθέν από τον ίδιο εισιτήριο με αριθμό 44302 για την εκτέλεση δρομολογίου με το λεωφορείο με αριθμό 38, ε) στις 21-3-2015 το χρηματικό ποσό των 178,40 ευρώ που αφορούσε τα εκδοθέντα από τον ίδιο εισιτήρια με αριθμό 44303 έως 44418 για την εκτέλεση δρομολογίου με το λεωφορείο με αριθμό 38, στ) στις 19-4-2015 το χρηματικό ποσό των 7,40 ευρώ που αφορούσε του εκδοθέν από τον ίδιο εισιτήριο με αριθμό 46159 για την εκτέλεση δρομολογίου με το λεωφορείο με αριθμό 38, ζ) στις 20-4-2015 το χρηματικό ποσό των 47,20 ευρώ που αφορούσε τα εκδοθέντα από τον ίδιο εισιτήρια με αριθμό 46160 έως και 46164 για την εκτέλεση δρομολογίου με το λεωφορείο με αριθμό 38, η) στις 1-5-2015 το χρηματικό ποσό των 43,20 ευρώ που αφορούσε τα εκδοθέντα από τον ίδιο εισιτήρια με αριθμό 46909 έως και 4-6913 για την εκτέλεση δρομολογίου με το λεωφορείο με αριθμό 38, θ) στις 1-5-2015 το χρηματικό ποσό των 32,30 ευρώ που αφορούσε τα εκδοθέντα από τον ίδιο εισιτήρια με αριθμό 46914 έως και 46916 νια την εκτέλεση δρομολογίου με το λεωφορείο με αριθμό 38.
Επίσης, ο κατηγορούμενος δεν απέδωσε στην πολιτικώς ενάγουσα τα δελτία ημερήσιας κίνησης "Ζ", στα οποία αναφέρονται τα συνολικά αθροίσματα των συναλλαγών της ημέρας, της μηχανής με κωδικό 147 του λεωφορείου 38 της προαναφερόμενης περιόδου από 13-3-2015 έως 1-5-2015, τα οποία και απέκρυψε με σκοπό να βλάψει την τελευταία, η οποία έτσι στερήθηκε της δυνατότητας τήρησης των απαιτούμενων εκ του νόμου φορολογικών στοιχείων.
Μετά ταύτα, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος για αμφότερες τις πράξεις που του αποδίδονται με το κατηγορητήριο, να αναγνωρισθεί, όμως, σε αυτόν η ελαφρυντική περίσταση της ειλικρινούς μετάνοιας (84 παρ. 2 περ. δ' ΠΚ) στην πράξη της υπεξαίρεσης στην υπηρεσία, καθόσον, όπως από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα προέκυψε, ο κατηγορούμενος αμέσως μετά την πράξη του απέδωσε στην πολιτικώς ενάγουσα μέρος του υπεξαιρεθέντος ποσού, ύψους τριακοσίων (300) περίπου ευρώ και αποδέχθηκε να παρακρατηθεί το υπόλοιπο από το μισθό του.
Ακολούθως δε κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα με το ελαφρυντικό της εμπράκτου μετανοίας του ότι: "Στην … κατά το χρονικό διάστημα από την 13-3-2015 έως την 1-5-2015 με περισσότερες πράξεις του τέλεσε πλείονα του ενός εγκλήματα, ειδικότερα δε; Α) Υπό την ιδιότητα του ως υπαλλήλου κατά την έννοια των άρθρων 13 στοιχ.α και 263α του Ποινικού Κώδικα ιδιοποιήθηκε παράνομα χρήματα που τα έλαβε και τα κατείχε λόγω αυτής της ιδιότητάς του.
Συγκεκριμένα υπό την ιδιότητα του ως υπαλλήλου του Υπεραστικού ΚΤΕΛ Ν. Καστοριάς Α.Ε., το οποίο αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και εποπτεύεται από το κράτος καθόσον εξυπηρετεί τις συγκοινωνιακές ανάγκες του νομού Καστοριάς, εκτελούσε χρέη οδηγού λεωφορείου και υπαλλήλου αρμοδίου για την έκδοση εισιτηρίων των επιβατών του δρομολογίου που εκτελούσε ο ίδιος ως οδηγός για την είσπραξη του αντίστοιχου κομίστρου από τους επιβάτες, την απόδοση αυθημερόν ή το αργότερο την 5η εργάσιμη ημέρα των εισπράξεων από τα εκδοθέντα εντός του λεωφορείου εισιτήρια στο λογιστήριο της εταιρίας και την παράδοση των δελτίων ημερησίας κίνησης, εκμεταλλευόμενος όμως την ως άνω ιδιότητά του και την εξαιτίας αυτής της ιδιότητας του- δυνατότητα άμεσης και ευχερούς πρόσβασης στα έσοδα του Υπεραστικού ΚΤΕΛ Ν.
Καστοριάς Α.Ε. καθόσον για την έκδοση εισιτηρίων εντός του λεωφορείου από τον οδηγό, κατά τη διάρκεια του εκτελούμενου δρομολογίου, είχαν τοποθετηθεί σε κάθε λεωφορείο ειδικές μηχανές έκδοσης εισιτηρίων οι οποίες συνδέονταν διαδικτυακά με το κεντρικό σύστημα της εταιρίας, προέβη με μερικότερες πράξεις του στην λήψη και κατακράτηση μερικότερων χρηματικών ποσών- κομίστρων- και συνολικά για όλο το ως άνω χρονικό διάστημα του χρηματικού ποσού των 782,60 ευρώ.
Ειδικότερα εντός του ως άνω χρονικού διαστήματος ανέλαβε και κατακράτησε: α) τις 13-3-2015 το χρηματικό ποσό των 17,90 ευρώ που αφορούσε τα εκδοθέντα από τον ίδιο εισιτήρια με αριθμό 43837 και 43838 για την εκτέλεση δρομολογίου με το λεωφορείο με αριθμό 38, β) στις 16-3-2015 το χρηματικό ποσό των 195,80 ευρώ που αφορούσε τα εκδοθέντα από τον ίδιο εισιτήρια με αριθμό 43843 έως και 43988 για την εκτέλεση δρομολογίου με το λεωφορείου με αριθμό 38, γ) στις 18-3-2015 το χρηματικό ποσό των 256,60 ευρώ που αφορούσε τα εκδοθέντα από τον ίδιο εισιτήρια με αριθμό 43989 έως και 44176 για την εκτέλεση δρομολογίων με το λεωφορείο με αριθμό 38, δ) στις 21-3-2015 το χρηματικό ποσό των 7,80 ευρώ που αφορούσε το εκδοθέν από τον ίδιο εισιτήριο με αριθμό 44302 για την εκτέλεση δρομολογίου με το λεωφορείο με αριθμό 38, ε) στις 21-3-2015 το χρηματικό ποσό των 178,40 ευρώ που αφορούσε τα εκδοθέντα από τον ίδιο εισιτήρια με αριθμό 44303 έως 44418 για την εκτέλεση δρομολογίου με το λεωφορείο με αριθμό 38, στ) στις 19-4-2015 το χρηματικό ποσό των 7,40 ευρώ που αφορούσε του εκδοθέν από τον ίδιο εισιτήριο με αριθμό 46159 για την εκτέλεση δρομολογίου με το λεωφορείο με αριθμό 38, ζ) στις 20-4-2015 το χρηματικό ποσό των 47,20 ευρώ που αφορούσε τα εκδοθέντα από τον ίδιο εισιτήρια με αριθμό 46160 έως και 46164 για την εκτέλεση δρομολογίου με το λεωφορείο με αριθμό 38, η) στις 1-5-2015 το χρηματικό ποσό των 43,20 ευρώ που αφορούσε τα εκδοθέντα από τον ίδιο εισιτήρια με αριθμό 46909 έως και 46913 για την εκτέλεση δρομολογίου με το λεωφορείο με αριθμό 38, θ) στις 1-5-2015 το χρηματικό ποσό των 32,30 ευρώ που αφορούσε τα εκδοθέντα από τον ίδιο εισιτήρια με αριθμό 46914 έως και 46916 για την εκτέλεση δρομολογίου με το λεωφορείο με αριθμό 38.
Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε τα προαναφερθέντα χρηματικά ποσά για την κάλυψη δικών του προσωπικών αναγκών ενσωματώνοντας τα στην ιδιοκτησία του και ιδιοποιούμενος αυτά χωρίς κανένα νόμιμο προς τούτο δικαίωμα, ήτοι χωρίς την έγκριση και παρά την αντίθετη βούληση του διοικητικού συμβουλίου του Υπεραστικού ΚΤΕΛ Ν.
Καστοριάς Α.Ε. και χωρίς άλλο νόμιμο δικαίωμα, αφού δεν του οφείλονταν από καμία αιτία, προκειμένου δε να συγκαλύψει τις παράνομες ενέργειές του αφενός αφαίρεσε από την ειδική μηχανή έκδοσης εισιτηρίων το καλώδιο του διαδικτύου διαμέσου του οποίου το μηχάνημα έκδοσης εισιτηρίων του με αριθμό 38 λεωφορείου λάμβανε και έστελνε άμεσα τα δεδομένα στο κεντρικό σύστημα του λογιστηρίου της εταιρίας αφετέρου δεν παρέδωσε στο λογιστήριο τα δελτία ημερήσιας κίνησης "Ζ" στα οποία αναφέρονται τα συνολικά αθροίσματα των συναλλαγών της ημέρας, ήτοι συγκεντρωτικά η αξία των εκδοθέντων εισιτηρίων ημερησίως από τη μηχανή έκδοσης εισιτηρίων.
Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο με σκοπό να βλάψει άλλον απέκρυψε έγγραφα των οποίων δεν ήταν κύριος και συγκεκριμένα ενώ ήταν υπάλληλος του Υπεραστικού ΚΤΕΛ Ν. Καστοριάς Α.Ε. το οποίο αποτελεί νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου και εποπτεύεται από το κράτος καθόσον εξυπηρετεί τις συγκοινωνιακές ανάγκες του νομού Καστοριάς, εκτελώντας χρέη οδηγού λεωφορείου και υπαλλήλου αρμόδιου για την έκδοση εισιτηρίων των επιβατών του δρομολογίου που εκτελούσε ο ίδιος ως οδηγός, για την είσπραξη του αντίστοιχου κομίστρου από τους επιβάτες, την απόδοση αυθημερόν ή το αργότερο την 5η εργάσιμη ημέρα των εισπράξεων από τα εκδοθέντα εντός του λεωφορείου εισιτήρια στο λογιστήριο της εταιρίας και την παράδοση των δελτίων ημερησίας κίνησης "Ζ" στα οποία αναφέρονται τα συνολικά αθροίσματα των συναλλαγών της ημέρας, ήτοι συγκεντρωτικά η αξία των εκδοθέντων εισιτηρίων ημερησίως από τη μηχανή έκδοσης εισιτηρίων τα οποία αποτελούν δικαιολογητικά εγγραφών στα τηρούμενα από την εταιρία Υπεραστικό ΚΤΕΛ Ν.
Καστοριάς Α.Ε. βιβλία και πρέπει να διαφυλάσσονται για την επίδειξη τους σε περίπτωση φορολογικού ελέγχου, αν και έλαβε στην κατοχή του λόγω της ανωτέρω ιδιότητας του, τα δελτία ημερησίας κίνησης της μηχανής με κωδικό 147 του λεωφορείου 38 της περιόδου από 13-3-2015 έως 1-5-2015 στη συνέχεια τοποθέτησε τα έγγραφα αυτά των οποίων δεν ήταν κύριος και δεν είχε κανένα δικαίωμα να τα παραλάβει, σε άγνωστο τόπο απομακρύνοντας τα από την κατοχή του κυρίου αυτών-εγκαλούσας εταιρίας, από την οποία και τα απέκρυψε αυθαίρετα, χωρίς κανένα νόμιμοι δικαίωμα, ενώ στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να βλάψει την εγκαλούσα η οποία έτσι στερείτο των ως άνω εγγράφων, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η τήρηση των απαιτούμενων εκ του νόμου φορολογικών στοιχείων.
Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν στην ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των άνω εγκλημάτων της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση και υπεξαγωγής εγγράφου κατ' εξακολούθησιν για τα οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 98, 222, 258, περ.
α', 263, 263 α ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία. Επομένως, οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ και Ε του ΚΠοινΔ, λόγοι αναιρέσεως με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων των άρθρων 258 και 222ΠΚ, είναι αβάσιμοι.
Οι, εμπεριεχόμενες στους άνω λόγους, αιτιάσεις περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αποδεικτικών μέσων είναι απαράδεκτες, γιατί με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη, περί τα πράγματα κρίση του Δικαστηρίoυ της ουσίας. Eξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 4411/2016 εξαλείφεται το αξιόποινο και παύει η δίωξη των αξιοποίνων πράξεων ...
β) των πλημμελημάτων, κατά των οποίων ο νόμος απειλεί φυλάκιση μέχρι δύο (2) έτη ή χρηματική ποινή ή και τις δύο ποινές ... παρ.5 Η κατά τα ανωτέρω παραγραφή του αξιόποινου ... δεν ισχύει για τα εγκλήματα α) ως προς τον ποινικό κώδικα των άρθρων ... 222 ...''. Στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για τις αξιόποινες πράξεις της υπεξαιρέσεως στην υπηρεσία κατ' εξακολούθηση (258 ΠΚ) η οποία τιμωρείται α) με φυλάκιση τουλάχιστον έξι (6) μηνών, και της υπεξαγωγής εγγράφων (222 ΠΚ), επί της οποίας σύμφωνα με τα προεκτεθέντα ...
δεν ισχύει η κατά την παρ. 1 του άνω άρθρου παραγραφή του αξιοποίνου και η παύση της ποινικής διώξεως. Επομένως ο λόγος αναιρέσεως με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου λόγω μη εφαρμογής της διατάξεων του άρθρου 8 του ν. 4411/2016, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 ΚΠΔ: "Ως λόγοι για να αναιρεθεί η απόφαση μπορεί να προταθούν μόνο Α) η απόλυτη ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο (άρθρ. 171), Κατά την οποία "Ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της δίκης ακόμη και στον Άρειο Πάγο προκαλείται 1) Αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν α..., β..., γ..., δ)... την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται από το νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης, η οποία διενεργείται παραδεκτώς στα πλαίσια του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτουν τα εξής: κατά την απολογία του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος εκλήθη υπό του Προέδρου του δικαστηρίου προς συμπληρωματική εξέταση ο μάρτυρας Α.Μ., ακολούθως δε συνεχίστηκε η απολογία του κατηγορουμένου, και προ της κηρύξεως της λήξεως της αποδεικτικής διαδικασίας, "Ο Πρόεδρος ρώτησε ... το συνήγορο υπεράσπισης του κατηγορουμένου και τον κατηγορούμενο αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνηση και αυτοί απάντησαν αρνητικά. Επομένως κατ' ουδένα τρόπο παρακωλύθηκε ο αναιρεσείων στην άσκηση των δικαιωμάτων του προς υπεράσπισή του και ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-11-2017 (με αριθμ. πρωτ. 7/2017) αίτηση του Β.Β. του Π. για αναίρεση της 360/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Καστοριάς. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ