Supreme Court quashes lower court decisions for lack of jurisdiction and remands case to competent court.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece quashed the second-instance judgment of the Single District Court of Amaliada and the first-instance judgment of the Peace Court of Myrtounion due to jurisdictional errors. The State argued that the Single District Court lacked subject-matter jurisdiction over the appeal, while the defendant failed to appear or file a non-appearance declaration. Consequently, the Court annulled both decisions and remanded the case to the Single District Court of Amaliada for first-instance trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 115 of the 1929 Decree on Public Property Administration; Article 560(3) of the Code of Civil Procedure: When a court of second instance acts without subject-matter jurisdiction, the Supreme Court annuls both the second and first instance judgments and remands the case to the competent court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1945 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1945/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό των Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και υπό του Προϊσταμένου της Κτηματικής Υπηρεσίας Νομού Ηλείας, του Προϊσταμένου της ΔΟΥ Λεχαινών και της Κτηματικής Υπηρεσίας Ηλείας, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Αικατερίνη Γαλάνη πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους .
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Μυρτουντιών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 22/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 32/2005 του Μονομελούς πρωτοδικείου Αμαλιάδας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 28-6-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 16-3-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, νομίμως εισάγεται προς συζήτηση η από 28-6-2006 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 32/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, μετά την από το άρθρο 12 παρ. 1,2 του Ν. 2118/1995, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 ν. 2593/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 Ν. 2121/1999, εμπρόθεσμη κατάθεση της με αριθμό 1619/2006 θετικής για τους λόγους αναίρεσης γνωμοδότησης του Ν.Σ.Κ. Επειδή, όπως προκύπτει από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το επισπεύδον τη συζήτηση αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με αριθμό 2972 Β/ 2-10-2008 έκθεση της αρμοδίας δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με πράξη του αρμοδίου Προέδρου, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας και προς συζήτηση, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο (568 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ.). Ο τελευταίος, όμως, δεν εμφανίσθηκε κατά τη δικάσιμο αυτή, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε κατέθεσε κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δήλωση μη παράσταση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης. Πρέπει, συνεπώς, να συζητηθεί η υπόθεση παρά την απουσία του κλητευθέντος ως άνω αναιρεσιβλήτου (576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).
Επειδή, κατά τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 διατάγματος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του Ν. 4266/1929 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του Ν. 5895/1933, όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 Α.Ν. 1540/1938, 19 Α.Ν. 1919/1939, 2 Α.Ν. 1925/1951 και 5 παρ. 4 Α.Ν. 263/1968, "εις βάρος των οπωσδήποτε άνευ συμβατικής σχέσεως καρπού μένων ή ποιούμενων χρήσιν δημοσίων κτημάτων ή τοιούτων, των οποίων την νομήν ή την χρήσιν έχει δια συμβάσεως οπωσδήποτε το Δημόσιο ή η Δ.Δ.Κ., βεβαιούται αποζημίωσις δι' ό χρονικόν διάστημα εποιήσαντο χρήσιν.
Η αποζημίωσις ορίζεται ... κατά τη κρίσιν ανδρός αγαθού δια πρωτοκόλλου, όπερ ... κοινοποιείται δια δημοσίου εγγράφου εις τον κατά τα άνω καρπούμενο ή χρησιμοποιούντα το ακίνητον, όστις θεωρείται αποδεχθείς την καθορισθείσαν αποζημίωσιν αν εντός προθεσμίας ενός μήνα (άρθρο 10 Α.Ν. 1919/1935) από της κοινοποιήσεως του πρωτοκόλλου δεν ασκήσει ανακοπή".
Περαιτέρω, ορίζεται με τις ανωτέρω διατάξεις ότι η ανακοπή ασκείται, ανάλογα με το ποσό της αποζημίωσης, ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, οι αποφάσεις των οποίων δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά (άρθρο 115 παρ. 2 του δ/τος). Ήδη, μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ, αρμοδιότητα για την εκδίκαση της ανακοπής έχει, σύμφωνα με τα άρθρα 1 εδ.
ε' και στ', 3 παρ. 1, 2 και 4 του ΕισΝΚΠολΔ, κατά τα οποία καταργούνται όλες οι διατάξεις που αφορούν θέματα που ρυθμίζει ο Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον δεν συμβιβάζονται με τις διατάξεις αυτού ή καθιερώνουν ειδικές διαδικασίες ή ειδικούς κανόνες για ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, το Μονομελές Πρωτοδικείο, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων.
Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου τέμνει οριστικά τη διαφορά σε σχέση με την οφειλή της αποζημίωσης και το ύψος της και, παρά την ακολουθούμενη διαδικασία, δεν αφορά τη λήψη ασφαλιστικού ή ρυθμιστικού της κατάστασης μέτρου. Για τον λόγο αυτόν υπόκειται στα προβλεπόμενα από τον ΚΠολΔ (άρθρα 511 και. 552 ΚΠολΔ) ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης και δεν ισχύει γι' αυτήν η απαγόρευση του άρθρου 699 του ΚΠολΔ, ενώ και η διάταξη του άρθρου 115 του από 11/12-11-1929 δ/τος, που απαγόρευε την άσκηση ενδίκων μέσων, θεωρείται ότι έχει καταργηθεί, σύμφωνα με το άρθρο 24 παρ. 1 του ΕισΝΚΠολΔ (ΟλΑΠ 21 22/02 και 38/02).
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 18 αριθ. 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στην αρμοδιότητα των Πολυμελών Πρωτοδικείων υπάγονται και οι εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων της περιφέρειας τους. Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο είχε υπερβεί την δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτει στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό επί εφέσεως αυτού (αναιρεσείοντος) κατά της υπ' αριθμ. 32/2005 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Μυρτουνίων, η οποία εκδόθηκε επί ανακοπής του αναιρεσιβλήτου κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημιώσεως για χρήση δημοσίου κτήματος, το οποίο εκδόθηκε σε βάρος του, την αιτίαση εκ του άρθρου 560 αριθ. 3 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή εσφαλμένα δέχθηκε ότι ήταν καθ' ύλην αρμόδιο να δικάσει αρμόδιο να δικάσει την άνω έφεση, ενώ αρμόδιο προς τούτο ήταν το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδας.
Ο λόγος αυτός, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην πρώτη (μείζονα) πρόταση αυτού του συλλογισμού, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών λόγων. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα, παραπέμπει την υπόθεση στο δικαστήριο που κρίνει αρμόδια, ερμηνευόμενη βάσει της αρχής της οικονομίας της δίκης σε συνδυασμό με τη ρυθμιστική της κατάστασης των διαδίκων, μετά την αναίρεση της απόφασης, διάταξη του άρθρου 579 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι μαζί με την αναιρούμενη απόφαση του σε δεύτερο βαθμό αναρμοδίως καθ' ύλην δικάσαντος Δικαστηρίου συναναιρείται και η απόφασή του σε πρώτο βαθμό επίσης αναρμοδίως καθ' ύλην δικάσαντος δικαστηρίου (όπως συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση), έτσι ώστε να καταστεί εφικτή η παραπομπή της υπόθεσης στο δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να την δικάσει σε πρώτο βαθμό (σχετ.
Ολ. ΑΠ 566/1986). Επομένως, πρέπει να αναιρεθούν η 32/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδας και η 22/2003 απόφαση του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων και να παραπεμφθεί για εκδίκαση η υπόθεση στο καθ' ύλην και κατά τόπον αρμόδιο για την εκδίκαση της σε πρώτο βαθμό Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί τις 22/2003 και 32/2005 αποφάσεις του Ειρηνοδικείου Μυρτουντίων και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αμαλιάδος, αντίστοιχα.
Παραπέμπει την υπόθεση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αμαλιάδος για εκδίκασή της απ' αυτό σε πρώτο βαθμό. Και,
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουλίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ