1945/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Ιουνίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου - καλούσης που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2071/2002 του ιδίου Δικαστηρίου και 1616/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 10 Ιουνίου 2005 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1945/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, επί των πιο πάνω αποφάσεων, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην (πρβλ. ΑΠ 1908/2005, 219/2005), καθώς και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 476/95).
Full text
Απόφαση 1945 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1945/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Ρήγα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου Γεωργίου Καλαμίδα ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος - καθού η κλήση: Χ, κατοίκου ......, που δεν παρέστη.
Της αναιρεσιβλήτου - καλούσης: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΦΥΤΑ Α. ΑΛΕΞΙΟΥ Ε.Π.Ε", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαρίλαο Αθανασόπουλο, με δήλωση κατά το άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ .
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29 Ιουνίου 2001 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου - καλούσης που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2071/2002 του ιδίου Δικαστηρίου και 1616/2005 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 10 Ιουνίου 2005 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 112/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση. Η υπόθεση έρχεται σήμερα για νέα συζήτηση, με την από 20 Φεβρουαρίου 2007 κλήση της ήδη αναιρεσιβλήτου. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Φούκας, ανέγνωσε την από 20 Νοεμβρίου 2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αντιπροέδρου Δημητρίου Κανελλόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμούς ...... και ...... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας ......, αντίγραφο της υπ' αριθμό 112/2007 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και της από 20-2-2007 αιτήσεως (κλήσεως) της αναιρεσίβλητης, με την υπ' αυτή πράξη ορισμού της δικασίμου που αναφέρεται στην αρχή (6-10-2008) και κλήση προς παράσταση κατ' αυτή για τη συζήτηση της αναιρέσεως, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως στο αναφερόμενο σε αυτές πρόσωπο για τον αναιρεσείοντα (άρ. 126 παρ. 1δ', 128 παρ. παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ - Ολομ. ΑΠ 1050/75), μετά από παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης, έχοντoς ειδική πληρεξουσιότητα, δυνάμει του υπ' αριθμό ...... πληρεξουσίου της συμβολαιογράφου Αταλάντης Χαρίκλειας Βάγια - Σαρακιώτη. Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση, με την εκφώνησή της κατά τη σειρά εγγραφής της στο οικείο πινάκιο, ο αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως παρά την απουσία του, ως εάν ήταν και αυτός παρών, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.-
Επειδή, από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται επί εφέσεως κατ' αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται για ορισμένους μόνο λόγους, περιοριστικώς αναφερόμενους στην πιο πάνω διάταξη, ήτοι μόνο για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου και από τους δικονομικούς λόγους μόνο για κακή σύνθεση του δικαστηρίου, για υπέρβαση δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων, για έλλειψη καθ' ύλην αρμοδιότητας και τέλος για παράνομο αποκλεισμό της δημοσιότητας της διαδικασίας (Ολ. ΑΠ 45/87).
Συνεπώς, επί των πιο πάνω αποφάσεων, δεν ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, μεταξύ άλλων, αν παρά το νόμο και ιδίως παρά τις σχετικές με την επίδοση διατάξεις ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην (πρβλ. ΑΠ 1908/2005, 219/2005), καθώς και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 476/95).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας ως Εφετείο, και με την αιτιολογία ότι αυτός, ως εκκαλών, είχε καταθέσει τις ενώπιον αυτού προτάσεις του στο ακροατήριο και όχι προ 20 ημερών, τον δίκασε σαν να μην είχε εμφανισθεί και απέρριψε ως ανυποστήρικτη την έφεσή του κατά της 2071/2002 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, το οποίο, λόγω του ότι, ως εναγόμενος, δεν είχε εμφανισθεί ενώπιον αυτού, τον είχε δικάσει σαν να ήταν παρών και είχε δεχθεί την από 29-6-2001 αγωγή της αναιρεσίβλητης εταιρίας, υποχρεώνοντάς τον να της καταβάλει το ποσό των 3.794,97 ευρώ, παρά το νόμο (το Πολυμελές Πρωτοδικείο) δίκασε αυτόν ερήμην και απέρριψε την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, υποπίπτοντας έτσι στην πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι αυτός, εφόσον επρόκειτο για έφεση κατά αποφάσεως του ειρηνοδικείου, ενώπιον του οποίου η κατάθεση προτάσεων δεν είναι υποχρεωτική και επομένως ούτε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, που δίκασε ως Εφετείο, λόγω του ότι και αυτό, ως Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο εφαρμόζει την ίδια διαδικασία, είχε την ευχέρεια, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 1 και 528 ΚΠολΔ, όπως αυτά έχουν αντικατασταθεί με το άρθρο 16 παρ/φοι 3 και 4, αντιστοίχως, του ν. 2915/2001 και όπως, επιπλέον, το πρώτο ισχύει όπως έχει διαμορφωθεί, με το άρθρο 8 παρ. 3 του ν. 3043/2002, να καταθέσει τις προτάσεις του και στο ακροατήριο.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, προεχόντως είναι απαράδεκτος, διότι τέτοιος λόγος δεν προβλέπεται από το άρθρο 560 ΚΠολΔ, που περιοριστικώς απαριθμεί τους λόγους αναιρέσως και κατ' αποφάσεων που εκδόθηκαν επί εφέσεων κατ' αποφάσεων ειρηνοδικείων.- Επειδή, από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως, που ταυτίζεται με τον αντίστοιχο λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται σε περίπτωση παραβιάσεως κανόνα ουσιαστικού και όχι δικονομικού δικαίου, η δε παραβίαση του κανόνα αυτού συνίσταται στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή του, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου αν και δεν συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή, στην αντίθετη περίπτωση, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, ενώ υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 28/98). Είναι δε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εκείνος που ρυθμίζει τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση των υποχρεώσεων και επιβάλλει κυρώσεις, είναι δε αδιάφορο σε ποιο επίπεδο εντάσσεται ο κανόνας από απόψεως ιεραρχίας των πηγών του δικαίου. Αντιθέτως, η παράβαση των κανόνων του δικονομικού δικαίου, δηλαδή όσων καθορίζουν τη διαδικασία, τον τρόπο, τα όργανα και τη μορφή της ένδικης προστασίας, δεν ελέγχεται με τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως.
Θεωρούνται ως κανόνες ουσιαστικού δικαίου και οι δικονομικοί, μόνο εφόσον ρυθμίζουν όχι τη διαδικασία, αλλά το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης επί της ουσίας απόφασης, θεμελιώνουν δηλαδή τη διαγνωσθείσα έννομη συνέπεια. Με βάση όλα αυτά, δικονομικού δικαίου είναι και οι διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία και την ερημοδικία του διαδίκου στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και τα αποτελέσματα αυτής.
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, ο αναιρεσείων, επικαλούμενος αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχο με τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, προβάλλει την αιτίαση, ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε ως Εφετείο, με το να θεωρήσει ότι ο ίδιος δεν παρέστη νόμιμα ενώπιον αυτού, επειδή κατέθεσε τις προτάσεις του στο ακροατήριο και όχι είκοσι ημέρες πριν από τη δικάσιμο και να απορρίψει την έφεσή του ως ανυποστήρικτη, παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 524 παρ. 1 και 528 ΚΠολΔ.
Όμως, οι διατάξεις αυτές, που ρυθμίζουν αποκλειστικά τον τρόπο και τη διαδικασία της ένδικης προστασίας, όπως συνάγεται από το περιεχόμενό τους, διαλαμβάνουν κανόνες δικονομικού και όχι ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων δεν ελέγχεται με τον προκείμενο λόγο αναίρεσης, ο οποίος έτσι είναι απαράδεκτος.
Ο ίδιος λόγος, υπό την εκδοχή ότι με αυτόν γίνεται επίκληση αναιρετικής πλημμέλειας από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι δεν προβλέπεται τέτοιος λόγος από το άρθρο 560 ΚΠολΔ.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2005 αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμό 1616/2005 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ