Legislator Case Law & Legislation
1945/2007 AI generated

1945/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1945/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2000 του Ειρηνοδικείου Αθηνών και 1728/2001 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 7975/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/8/2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 10/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της 7975/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Legislator headnote

AI generated

1945/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη, δε συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενης ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δε συνδέεται με την συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1945 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1945/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ-ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. ..... , 2. ..... , οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/7/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2000 του Ειρηνοδικείου Αθηνών και 1728/2001 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 7975/2002 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/8/2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 10/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση για αναίρεση της 7975/2002 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες .... και ..... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..... με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στις αναιρεσίβλητες επικυρωμένο ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με την υφιστάμενη παρά πόδας αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για συζήτησή της, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητες δεν εμφανίστηκαν κατά την άνω δικάσιμο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης, παρά την απουσία αυτών. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος υπάρχει και όταν από την προηγούμενη συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν, η εκ των υστέρων άσκηση του δικαιώματος έρχεται σε προφανή αντίθεση προς την ευθύτητα και εντιμότητα που πρέπει να κρατούν στις συναλλαγές, προς τα επιβαλλόμενα χρηστά συναλλακτικά ήθη ή προς τον εγκείμενο στο δικαίωμα κοινωνικό και οικονομικό σκοπό, έτσι ώστε η ενάσκησή του να προσκρούει στην περί δικαίου και ηθικής αντίληψης του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Ολ ΑΠ 17/1995, 19/1998).

Για την εφαρμογή της διάταξης αυτής δεν αρκεί μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου ν' ασκήσει το δικαίωμά του, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν και άλλα περιστατικά ή ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που προέρχονται κυρίως από τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη που προηγήθηκε, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, να δημιουργήθηκε εύλογα στον οφειλέτη η πεποίθηση της μη ενάσκησης του δικαιώματος, οπότε η μεταγενέστερη άσκηση τούτου, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρονικό διάστημα, ν' αντίκειται προφανώς στις καθοριζόμενες από το άρθρο 281 ΑΚ αρχές, γιατί δημιουργεί δυσανάλογη προς την ωφέλεια του δικαιούχου επιβάρυνση του υποχρέου (Ολ ΑΠ 8/2001, 1/1997).

Η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη, δε συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενης ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά στις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του ήδη ασκηθέντος δικαιώματος και δε συνδέεται με την συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος.

Εάν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θ' ασκήσουν όμοιες αξιώσεις, την περαιτέρω επιδίωξη των οποίων εξαρτούν από την έκβαση της επίδικης αξίωσης μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση των επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξίωσης στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση μόνο της επίδικης αξίωσης δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη (ΑΠ 1032/2006).

Στην προκείμενη υπόθεση οι ενάγουσες και ήδη αναιρεσίβλητες με την από 27-1-2003 αγωγή τους ισχυρίστηκαν ότι εργάζονται στην εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, η πρώτη από 1-1-1985 και η δεύτερη από 16-6-1981, ως διοικητικοί υπάλληλοι της εταιρίας, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και ότι, μολονότι γνωστοποίησαν σ' αυτή τη γέννηση των τέκνων τους, η τελευταία δεν χορήγησε σ' αυτές το επίδομα από 5% επί των αποδοχών τους για κάθε τέκνο, κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 31-7-1999 για την πρώτη και από 1-1-1996 έως 31-7-1999 για τη δεύτερη.

Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει σ' αυτές το ποσό των 459.676 δραχμών στην πρώτη και των 830.554 δραχμών στη δεύτερη, με το νόμιμο τόκο. Αποκρούοντας την αγωγή αυτή η αναιρεσείουσα ισχυρίσθηκε παραδεκτώς με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ότι οι αναιρεσίβλητες δεν υπέβαλαν σχετική αίτηση για λήψη του επίδικου επιδόματος για μια δεκαετία περίπου, ότι παρά την πρόσκληση προς αυτές, που γινόταν με τη μηνιαία ανάλυση της μισθοδοσίας, να εκφέρουν τυχόν διαφωνίες τους, επί των κονδυλίων της μισθοδοσίας τους εντός διμήνου οι αναιρεσίβλητες δεν διετύπωσαν ποτέ κάποια διαμαρτυρία, αντίρρηση ή επιφύλαξη και ότι από την ανωτέρω συμπεριφορά τους δημιουργήθηκε σ' αυτήν η εύλογη πεποίθηση ότι δεν έχουν και δεν διατηρούν καμιά σχετική απαίτηση.

Περαιτέρω, ότι η οικονομική κατάστασή της (αναιρεσείουσας) είναι δραματική, αφού το συσσωρευμένο έλλειμμα στις 31-12-1998 ανερχόταν στο ποσό των 65.154, 675.048 δραχμών, ότι ήδη ευρίσκεται στο στάδιο ολοκλήρωσης της εξυγίανσής της, ότι με τους νόμους 2271/1994 και 2602/1998 απαγορεύθηκε, για τον σκοπό αυτό (εξυγίανσης) η αύξηση των τακτικών αποδοχών του προσωπικού, ότι η εταιρία είναι σε οριακό σημείο πτώχευσής της, ότι αν ευδοκιμήσει η ένδικη αγωγή καθώς και άλλες όμοιες αγωγές, οι οποίες εκκρεμούν, θα επιβαρυνθεί δραματικά ο προϋπολογισμός με το ποσό των 1. 000.000.000 δραχμών, με συνέπεια την πτώχευση της εταιρίας.

Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, έκρινε με την 1728/2001 απόφασή του ότι η ένσταση είναι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν και, ως εκ τούτου, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων, ενώ το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την άνω απόφαση του Πρωτοδικείου, και στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή, απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του την προαναφερόμενη ένσταση της αναιρεσείουσας από το άρθρο 281 του ΑΚ, ως μη νόμιμη, με την αιτιολογία ότι τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά δεν αρκούν για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ διότι, υπό τα προεκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων αντίκειται στις καθοριζόμενες από την εν λόγω διάταξη αρχές, αφού η προεκτιθέμενη συμπεριφορά των τελευταίων δικαιολογεί στην αναιρεσείουσα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται οι αναιρεσίβλητες ν' ασκήσουν την αξίωσή τους αυτή με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί, μέχρι τον χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής, συγκεκριμένη κατάσταση, η αναδρομική ανατροπή της οποίας θα είναι οικονομικά υπέρμετρα επαχθής για την αναιρεσείουσα, ενόψει του ότι το αξιούμενο, για την ίδια αιτία από ικανό αριθμό υπαλλήλων, ποσό των 1.600.000.000, λόγω του πάγια ελλειμματικού προϋπολογισμού της και του ότι αυτή βρίσκεται στο στάδιο της εξυγίανσής της, είναι αδύνατο να εκταμιευθεί.

Επομένως ο πρώτος από το αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος. Κατόπιν τούτων πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που την είχαν δικάσει.

Επειδή η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τις προτάσεις της ότι κατέβαλε στην πρώτη αναιρεσίβλητη 2.377,42 € και στη δεύτερη 3.810,88 €, σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και ζητεί να διαταχθεί σε περίπτωση ευδοκίμησης της αναίρεσης η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της άνω απόφασης και η καταβολή σ'αυτήν των παραπάνω ποσών με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της απόφασης που θα εκδοθεί. Η αίτηση αυτή υποβάλλεται παραδεκτά με τις προτάσεις που κατέθεσε εμπροθέσμως η αναιρεσείουσα και είναι νόμιμη, ως στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ. Από τα προσκομιζόμενα δε επικυρωμένα φωτοαντίγραφα των 3686 και 3685/13-11-2002 εντάλματα πληρωμής, που φέρουν τις μη αμφισβητούμενες υπογραφές των αναιρεσιβλήτων προαποδεικνύεται ότι καταβλήθηκαν πράγματι σ' αυτές για κεφάλαιο και τόκους των απαιτήσεων, που επιδίκασε η προσβαλλόμενη απόφαση, τα, αναφερόμενα στην αίτηση ποσά. Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες ν'αποδώσουν στην αναιρεσείουσα τα ποσά αυτά με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της παρούσας απόφασης, (άρθρο 345 ΑΚ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 7975/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Διατάσσει την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Υποχρεώνει τις αναιρεσίβλητες ν' αποδώσουν στην αναιρεσείουσα η πρώτη από αυτές ..... το ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων εβδομήντα εφτά € και σαράντα δύο λεπτών (2.377,42) και η δεύτερη ..... το ποσό των τριών χιλιάδων οχτακοσίων δέκα € και ογδόντα οχτώ λεπτών (3.810,88) με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της παρούσας.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει σε χίλια εκατό (1.100) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 23 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ