Supreme Court allows appeal on vague grounds, remanding case for further examination of labor law violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece partially allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a bus driver's employment contract. The appellant argued for a direct violation of specific labor regulations and a failure to examine a set-off defense, but the court found these grounds vague and lacking necessary factual detail. Consequently, the appeal was allowed only regarding the reasoning, and the case was remanded to the lower court for a new trial with a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 2 and 3 of the Ministerial Decree of 14-8-1950; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal ground is inadmissible if it is vague, fails to state the material facts relied upon, or does not clearly identify the legal provisions violated, requiring the lower court to provide a reasoned decision based on specific facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1945 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1945/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Τρίμη. Του αναιρεσίβλητου: .... , ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Παναγόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-7-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2507/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 4467/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 24-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως, κατά την αιτίαση από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και την απόρριψη αυτής κατά τα λοιπά. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά τα άρθρα 2 και 3 της από 12-5-1998 ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των οδηγών τουριστικών λεωφορείων όλης της Χώρας, πλην της Κρήτης", που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 11679/1998 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ Β΄ 816/6-8-1998), ως και κατά τα ταυτάριθμα άρθρα των μεταγενέστερων από 29-7-1999, 22-3-2000 και 14-6-2001 ΣΣΕ, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις 12123/1999, 10931/2000 και 13595/2001 αποφάσεις του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β΄2122/6-12-1999, 748/16-6-2000 και 1449/22-10-2001), η γνωστοποίηση του χρόνου προϋπηρεσίας και της οικογενειακής καταστάσεως του οδηγού για κατάταξη σε μισθολογική βαθμίδα γίνεται με παράδοση υπεύθυνης δηλώσεως του ν. 1599/1986 προς τον εργοδότη και παράδοση με απόδειξη των πιστοποιητικών προηγούμενης εργασίας σε άλλους εργοδότες και των σχετικών ληξιαρχικών πράξεων γάμου και γέννησης παιδιών.
Από τη ρύθμιση αυτή προκύπτει ότι, εάν δεν πρόκειται για προϋπηρεσία στον ίδιο εργοδότη, οπότε ο τελευταίος οφείλει οίκοθεν να καταβάλει τον νόμιμο μισθό της αντίστοιχης μισθολογικής κλίμακας, η υποχρέωση καταβολής του νόμιμου μισθού του κλιμακίου με βάση την προϋπηρεσία αρχίζει από την κατά τα παραπάνω παράδοση της υπεύθυνης δηλώσεως και των πιστοποιητικών προϋπηρεσίας (ΑΠ 199/2004).
Ο τρόπος αυτός αποδείξεως της προϋπηρεσίας αποσκοπεί να καθιερώσει ασφαλή τρόπο γνώσεως αυτής από τον εργοδότη και δεν αποκλείει την απόδειξη της γνώσεως με άλλο ασφαλή τρόπο (ΑΠ 1168/2001). Ειδικότερα ο προαναφερόμενος τρόπος αποδείξεως δεν έχει πεδίο εφαρμογής, όταν η γνώση της προϋπηρεσίας ομολογείται από τον εργοδότη ενώπιον του δικαστηρίου (ΑΠ 588/1993).
Τα παραπάνω ισχύουν αναλόγως και για την προς τον εργοδότη γνωστοποίηση της οικογενειακής καταστάσεως του οδηγού. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, που διατηρεί τουριστικό γραφείο στο ... , προσέλαβε στις 25-5-1998 τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου και τον απασχόλησε μέχρι 20-2-2002 ως οδηγό των τουριστικών του λεωφορείων.
Ο ενάγων κατά την πρόσληψή του γνωστοποίησε στον εναγόμενο την προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες (εννέα ετών και δέκα μηνών) και την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμος με δύο ανήλικα τέκνα) και η γνώση αυτή συνομολογείται από τον εναγόμενο. Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται αποδοχές σύμφωνα με τις ΣΣΕ, που ίσχυσαν κατά το χρονικό διάστημα της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου, με συνυπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας καθώς και της οικογενειακής του καταστάσεως.
Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις διατάξεις που προεκτέθηκαν ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή εάν η γνωστοποίηση της προϋπηρεσίας και της οικογενειακής καταστάσεως του αναιρεσιβλήτου έγινε κατά τις διαγραφόμενες διατυπώσεις στις παραπάνω κανονιστικές διατάξεις των ΣΣΕ, που ίσχυσαν κατά το χρονικό διάστημα της συμβάσεως εργασίας, οι οποίες έχουν ισχύ ουσιαστικού νόμου.
Επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατά τις αιτιάσεις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 261 εδ. β΄ ΚΠολΔ, που ορίζει ότι, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει, σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση, προκύπτει ότι προϋπόθεση για να συναγάγει το δικαστήριο της ουσίας ομολογία για κάποιο πραγματικό ισχυρισμό, που αποτελεί στοιχείο της ιστορικής βάσεως της αγωγής ή της ενστάσεως, είναι η μη αμφισβήτηση του ισχυρισμού αυτού, συνδυαζόμενη με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων.
Επομένως, αν υπάρχει τέτοια αμφισβήτηση, η ύπαρξη ή μη της οποίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, και παρά ταύτα το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, υποπίπτει στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β΄ ΚΠολΔ, δηλαδή της παρά το νόμο λήψης υπόψη αποδείξεως που δεν προσκομίστηκε (ΑΠ 1453/2003).
Στην προκείμενη περίπτωση, για τη θεμελίωση της ένδικης αγωγής, ο αναιρεσίβλητος ισχυρίστηκε ότι κατά την πρόσληψή του γνωστοποίησε στον αναιρεσείοντα την προϋπηρεσία και την οικογενειακή του κατάσταση, όπως αυτές προεκτέθηκαν. Με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις (επί της εφέσεώς του κατά της πρωτόδικης αποφάσεως), ο αναιρεσείων αμφισβήτησε ρητά τον παραπάνω ισχυρισμό, αρνούμενος ότι έγινε ποτέ τέτοια γνωστοποίηση προς αυτόν.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι αναιρεσίβλητος κατά την πρόσληψή του γνωστοποίησε στον αναιρεσείοντα την προϋπηρεσία του σε άλλους εργοδότες και την οικογενειακή του κατάσταση και ότι η γνώση αυτή συνομολογείται από τον αναιρεσείοντα, αφού αυτός δεν αμφισβήτησε την προς αυτόν εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου γνωστοποίηση.
Έτσι όμως, παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν και επομένως πρέπει, κατά τον βάσιμο πρώτο λόγο της αναιρέσεως, ως προς την αιτίαση από τον αριθμό 11 περ. β΄ του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος που επιδικάστηκαν αποδοχές, με συνυπολογισμό του χρόνου προϋπηρεσίας καθώς και της οικογενειακής καταστάσεως του αναιρεσιβλήτου και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Επειδή από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όταν η αγωγή κρίθηκε κατ' ουσία βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγοι αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ), πρέπει, πλην άλλων, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα συμπεράσματα του δικαστηρίου, που φέρονται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος καθώς και οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή αβάσιμο της αγωγής, αφού διαφορετικά δεν είναι δυνατή, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, η στοιχειοθέτηση του σχετικού λόγου αναιρέσεως.
Συμπλήρωση του αναιρετηρίου με την προσβαλλόμενη απόφαση ή άλλα διαδικαστικά έγγραφα δεν επιτρέπεται (Ολ. ΑΠ 20/2005, 27/1998, 32/1996). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, του οποίου οι αιτιάσεις εκτιμώνται ενιαίως ως από τον αριθμό 1 (και όχι και 9 και 19, που επικαλείται ο αναιρεσείων) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση -με την οποία, κατά μερική παραδοχή της ένδικης αγωγής, επιδικάστηκαν στον αναιρεσίβλητο, οδηγό τουριστικών λεωφορείων του αναιρεσείοντος, αξιώσεις από τη μεταξύ τους σύμβαση εργασίας- ευθεία παραβίαση των διατάξεων της 51266/1975 αποφάσεως του Υπουργού Απασχόλησης (ΦΕΚ Β΄458), όπως αυτή τροποποιήθηκε με τη 1907/1987 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β΄594), καθώς και των άρθρων 2 και 3 του β.δ.
της 14-8-1950. Στο αναιρετήριο όμως εκτίθενται το σύντομο ιστορικό της υποθέσεως, το κατά τις απόψεις του αναιρεσείοντος πραγματικό και νομικό μέρος αυτής και οι διατάξεις ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν και δεν παρατίθενται με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία δέχθηκε αυτό για να στηρίξει την κρίση του για τη μερική παραδοχή της αγωγής και τα συμπεράσματα του δικαστηρίου, που φέρονται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος και συνακόλουθα η επίδραση που είχε το σφάλμα της αποφάσεως στο διατακτικό της και ειδικότερα στην παραδοχή ποίων αξιώσεων άσκησε επίδραση η αποδιδόμενη στην απόφαση μη διαστολή της χειμερινής και θερινής περιόδου εργασίας του αναιρεσιβλήτου, που, κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, θα είχε ως συνέπεια την εφαρμογή, στη μεν πρώτη περίπτωση του β.
δ. της 14-8-1950, στη δε δεύτερη περίπτωση της 51266/1975 αποφάσεως του Υπουργού Απασχόλησης, όπως τροποποιήθηκε με τη 1907/1987 απόφαση του Υπουργού Εργασίας. Επομένως, με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου, δεν είναι δυνατό να ελεγχθεί και να στοιχειοθετηθεί ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος, ο οποίος είναι γι΄ αυτό αόριστος και πρέπει να απορριφθεί.
Τέλος στο αναιρετήριο -χωρίς επίκληση συγκεκριμένου αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ-διαλαμβάνεται ότι το Εφετείο παρέλειψε να εξετάσει ένσταση του αναιρεσείοντος για εξόφληση των απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου. Αν ήθελε εκτιμηθεί ότι με την επίκληση αυτή επιχειρείται προβολή αναιρετικού λόγου (από τον αριθμό 8 του παραπάνω άρθρου), προεχόντως ο λόγος αυτός θα τελούσε υπό αίρεση , η οποία δεν πληρώθηκε, αφού ο αναιρεσείων αναφέρεται σε εξόφληση των αγωγικών απαιτήσεων, στο ύψος που αυτές θα έπρεπε, κατά την άποψη του, να διαμορφωθούν, αν το Εφετείο -που όμως δεν προέβη στη διαστολή αυτή- διέστελλε τη χειμερινή από τη θερινή περίοδο εργασίας του αναιρεσιβλήτου.
Ανεξαρτήτως αυτών ο παραπάνω λόγος θα ήταν απορριπτέος ως αόριστος, αφού δεν αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός εξοφλήσεως προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 4467/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που αναφέρεται στο αιτιολογικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο με άλλη σύνθεση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ