Legislator Case Law & Legislation
1944/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds as ground for review was abolished by law.

Case Number 1944/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's final decision rejecting their lease dispute claim. The appellants argued that the Second Instance Court failed to order evidence regarding the suitability of a ramp for pedestrian access, but the Court held this ground for review was no longer valid. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the specific legal provision cited by the appellants had been repealed prior to the judgment's issuance.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 para. 10 no. 10 of the Code of Civil Procedure; Art. 559 para. 10 no. 10 of the Code of Civil Procedure: The ground for review based on the failure to order evidence for a matter of decisive influence is inadmissible if the relevant provision has been abolished by law at the time of the appeal.

Keywords

AI generated
abrogated appeal ground Code of Civil Procedure failure to order evidence procedural inadmissibility lease dispute pedestrian access costs of appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 495 para. 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 para. 10 no. 10 of the Code of Civil Procedure
Art. 561 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Art. 564 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 176, 183, 189 para. 1 and 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1944 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1944/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Χ. του Δ., 2) Ε. Γ. του Δ. και 3) Γ. Γ. του Δ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σάββα Μαγουλά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Δ. Τ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κατρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-2014 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1879/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6804/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-4-2023 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 10-4-2023 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως στην Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 3352/337/11-4-2023 και του παρόντος Δικαστηρίου 1318/24-7-2023), αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 591 παρ. 1 και 614 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), υπ' αριθμ. 6804/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο συνεκδίκασε: α) την από 20-2-2019 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, β) τους από 25-1-2020 προσθέτους λόγους εφέσεως και γ) την με αριθμό καταθέσεως ΓΑΚ 837/27-1-2020 και ΕΑΚ 102/27-1-2020 πρόσθετη παρέμβαση, υπέρ της εναγομένης, του Ι. Τ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου έγινε τυπικώς δεκτή η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής κατά της υπ' αριθμ. 1879/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο, δικάζοντας ερήμην της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε ως βάσιμη κατ' ουσίαν την από 23-6-2014 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 73912/1631/24-6-2014) αγωγή των αναιρεσειόντων. Στην συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αφού εξαφάνισε, κατ' άρθρον 528 του Κ.Πολ.Δ., την ως άνω εκκληθείσα οριστική απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος Δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας αυτήν κατ' ουσίαν, απέρριψε την ένδικη αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 495 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., τα ένδικα μέσα, μεταξύ των οποίων και εκείνο της αιτήσεως αναιρέσεως, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στην γραμματεία του δικαστηρίου, το οποίο έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση. Για την κατάθεση συντάσσεται έκθεση, κατά δε το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, "Αν η απόφαση δεν επιδόθηκε, η προθεσμία της αναιρέσεως είναι δύο (2) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της αποφάσεως που περατώνει τη δίκη". Με την ως άνω διάταξη καθιερώνεται η διετής καταχρηστική προθεσμία για την άσκηση της αναιρέσεως.

Περαιτέρω, στην παράγραφο 1 του άρθρου 74 του Ν. 4690/2020 ορίζεται ότι: "1. Το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της Χώρας (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων.

Μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Ειδικότερα, οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας (ΚΠολΔ), καθώς και οι προθεσμίες ασκήσεως ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους", ενώ στην παράγραφο 1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής αποφάσεως του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους".

Τέλος, κατά μεν την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 4792/2021 "Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής αποφάσεως των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορονοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β' 1194)", ήτοι η 6.4.2021", κατά δε την μεταγενέστερη, επίσης ερμηνευτική, διάταξη του άρθρου 49 του Ν. 4963/2022, "1.

Κατά την αληθή έννοια του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 (Α' 104) και του πρώτου εδάφιου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α' 48) ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων βοηθημάτων και μέσων που ανεστάλησαν κατά το διάστημα από 13.3.2020 ως 31.5.2020 και από 7.11.2020 έως 5.4.2021, νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας [π.δ. 503/1985, (Α' 182), ΚΠολΔ]. 2.

Κατά την αληθή έννοια του τρίτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 74 του ν. 4690/2020 και του τρίτου εδαφίου της περ. α' της παρ. 1 του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 ως προθεσμίες ασκήσεως ενδίκων μέσων των οποίων παρατείνεται η λήξη νοούνται και οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 518, της παρ. 5 του άρθρου 545 και της παρ. 3 του άρθρου 564 ΚΠολΔ".

Είναι σαφές, επομένως, ότι οι παραπάνω διατάξεις εφαρμόζονται και στην καταχρηστική προθεσμία της ασκήσεως των ενδίκων μέσων και άρα και της αναιρέσεως και, επομένως, το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των Δικαστηρίων και των Εισαγγελιών της Χώρας δεν υπολογίζεται στην καταχρηστική προθεσμία ασκήσεως της αναιρέσεως (Α.Π. 1126/2025, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 607/2025, Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1229/2024).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης που επισκοπούνται (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά την έρευνα του παραδεκτού της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, αυτή ασκήθηκε νομοτύπως, με την κατάθεσή της, στις 11-4-2023, στην Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών και εμπροθέσμως, εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, δεδομένου ότι από την επομένη της δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, στις 8-12-2020, άρχισε να τρέχει η ως άνω διετής καταχρηστική προθεσμία, η οποία, χωρίς την προσωρινή αναστολή της λειτουργίας των Δικαστηρίων της Χώρας, θα έληγε στις 9-12-2022, λόγω, όμως, της ως άνω αναστολής και του εξ αυτής μη υπολογισμού των χρονικών διαστημάτων από 13-3-2020 έως 31-5-2020 (2 μήνες και 18 ημέρες) και από 7-11-2020 έως 6-4-2021 (5 μήνες) και, συνολικώς, χρονικού διαστήματος 7 μηνών και 18 ημερών, [καθώς και επιπλέον 30 ημερών και 10 ημερών (άρθρα 74 παρ. 1, εδάφ.

α' του Ν. 4690/2020 και 83 παρ. 1, εδάφ. α' του Ν. 4790/2021], αυτή δεν είχε συμπληρωθεί κατά την άσκηση της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, η ως άνω αίτηση αναιρέσεως είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των διαλαμβανομένων σε αυτήν λόγων αναιρέσεως (άρθρο 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Κατά το άρθρο 528 του Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο 44 παρ. 2 του νόμου 3994/2011, "Αν ασκηθεί έφεση από τον διάδικο που δικάστηκε ερήμην, η εκκαλούμενη απόφαση εξαφανίζεται μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, ανεξάρτητα από τη διαδικασία που τηρήθηκε. Ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως". Με το ανωτέρω περιεχόμενο, επαναφέρθηκε η διάταξη του άρθρου 528 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την τροποποίησή της με τον Ν. 2915/2001, προσαρμοσμένη στο καθεστώς της μιας και μοναδικής συζητήσεως και έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας ανακοπής ερημοδικίας. Η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση εφέσεως του δικασθέντος ερήμην πρωτοδίκως επιφέρει την εξαφάνιση της ερήμην αποφάσεως, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει κάποιος λόγος εφέσεως, αλλά αρκεί η "τυπική" παραδοχή της, κατά το άρθρο 532 του Κ.Πολ.Δ., με αποτέλεσμα η υπόθεση να αναδικάζεται από το Εφετείο, το οποίο, στην περίπτωση αυτή, κατ' ουσίαν, μετατρέπεται σε πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Α.Π. 381/2023, Α.Π. 285/2023, Α.Π. 1287/2022, Α.Π. 230/2020, Α.Π. 229/2020, Α.Π. 579/2018, Α.Π. 495/2017), ανεξαρτήτως από την διαδικασία που τηρήθηκε σε πρώτο βαθμό και αν ο διάδικος δικάσθηκε σαν να ήταν παρών (Α.Π. 285/2023, Α.Π. 1015/2005).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή εννόμου προστασίας, υπό οιανδήποτε μορφή της, που δημιουργεί εκκρεμότητα δίκης και, ιδίως, η αγωγή, η ανταγωγή, η κυρία παρέμβαση, η αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση, η ανακοπή ή τριτανακοπή και τα ένδικα μέσα (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Α.Π. 685/2025, Α.Π. 1095/2024, Α.Π. 1074/2024), όχι, όμως και η ένσταση. Η παντελής σιωπή του Δικαστή, είτε στο αιτιολογικό, είτε στο διατακτικό, ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως, υπό το παρόν σκέλος του (Α.Π. 1550/2021, Α.Π. 289/2017). Αντιθέτως, ο ανωτέρω εκ του αριθμού 9 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψιν και απέρριψε για οιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, την αίτηση δικαστικής προστασίας (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Α.Π. 1550/2021, Α.Π. 1586/2008), έστω και εάν η απόρριψη δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως και, ειδικότερα, από το ότι το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει κατ' ουσίαν εκ των πραγμάτων την "αίτηση" αυτή, δεχόμενο ως αποδειχθέντα γεγονότα αντίθετα προς εκείνα, που την συγκροτούν ή που αποτελούν προϋπόθεση της έρευνας ή βασιμότητάς της (Ολ.

Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1550/2021, Α.Π. 323/2017, Α.Π. 761/2017, Α.Π. 1434/2010), ή όταν από τη μη απάντηση στο αίτημα συνάγεται "σιγή" απόρριψη αυτού (Α.Π. 1550/2021, Α.Π. 353/2020, Α.Π. 143/2017).

Περαιτέρω, από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο αναιρετικός λόγος αυτός ιδρύεται, μόνο όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν την διαδικασία και τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων. Έτσι, με τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό της ασκήσεως των ενδίκων μέσων, των προσθέτων λόγων εφέσεως, της αντεφέσεως, των ανακοπών και των προσθέτων λόγων αυτών, καθώς και το παραδεκτό της προβολής των ισχυρισμών (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ. Α.Π. 8/2017, Α.Π. 225/2025, Α.Π. 170/2025).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, την από 23-6-2014 αγωγή τους, με την οποία ζήτησαν να αναγνωρισθεί ότι οποιοδήποτε μέρος του κτηρίου, στο οποίο ευρίσκονται οι οριζόντιες ιδιοκτησίες των διαδίκων, υπάγεται αυτοδικαίως στα αντικείμενα αναγκαστικής συγκυριότητος επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου και, ειδικότερα, ότι το δώμα-ταράτσα, τα δύο κεντρικά κλιμακοστάσια, τα πλατύσκαλα της οικοδομής και οι δύο είσοδοι αυτής από τον ακάλυπτο χώρο του οικοπέδου, αποτελούν κοινόκτητα και κοινόχρηστα μέρη, να αναγνωρισθεί ότι έχουν απόλυτο δικαίωμα, ως συνιδιοκτήτες της οικοδομής, να συγχρησιμοποιούν, μαζί με την εναγομένη, όλους τους ανωτέρω κοινόκτητους και κοινόχρηστους χώρους, να αναγνωρισθεί ότι οι ενάγοντες, οι υπάλληλοί τους, οι επισκέπτες τους και τα πρόσωπα, τα οποία καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο κάνουν χρήση των οριζοντίων ιδιοκτησιών τους, δικαιούνται να διέρχονται δια του τμήματος του ακαλύπτου χώρου της ανωτέρω πολυκατοικίας, ο οποίος έχει τεθεί στην αποκλειστική χρήση της εναγομένης, αποκλειστικώς και μόνο για την πρόσβασή τους στις οριζόντιες ιδιοκτησίες τους, χωρίς να παρεμποδίζουν καθ' οιονδήποτε τρόπο την άσκηση των δικαιωμάτων της εναγομένης και για τον αναγκαίο, κατά περίπτωση, χρόνο, να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους παραδώσει αντίγραφα των κλειδιών των δύο κοινοχρήστων εισόδων του κτηρίου δαπάναις των εναγόντων, άλλως, σε περίπτωση αρνήσεώς της, να τους επιτραπεί να τοποθετήσουν, δαπάναις αυτής, νέες κλειδαριές, χορηγώντας της αντίγραφα των κλειδιών και να απαγορευθεί στην εναγόμενη οποιαδήποτε πράξη που αποκλείει ή περιορίζει το δικαίωμα αυτών συγχρήσεως των κοινοχρήστων και κοινοκτήτων χώρων του κτηρίου.

Η αγωγή συζητήθηκε στις 19-4-2018 κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρα 614 επ. του Κ.Πολ.Δ.), ερήμην της εναγομένης, η οποία, όμως, δικάσθηκε σαν να ήταν παρούσα (άρθρο 595 του Κ.Πολ.Δ.) και, ακολούθως, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1879/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή κρίθηκε νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσίαν.

Κατά της αποφάσεως αυτής η ερημοδικασθείσα εναγομένη άσκησε έφεση, με την οποία, επικαλούμενη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, λόγω της ερημοδικίας της και από εσφαλμένη εκτίμηση του προσκομισθέντος από τους αντιδίκους της αποδεικτικού υλικού, δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεσή της, να εξαφανιστεί η ερήμην της εκδοθείσα εκκαλουμένη απόφαση και να απορριφθεί η εναντίον της αγωγή.

Η έφεση συζητήθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 6804/2020, απόφασή του δέχθηκε τυπικώς και κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσίβλητης, ενώ προηγουμένως είχε δεχθεί ότι, συνεπεία της ερημοδικίας της εκκαλούσας, ως εναγομένης στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και κατ' ουσίαν, σύμφωνα με το άρθρο 528 του Κ.Πολ.Δ., να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση και να δικασθεί εκ νέου η ένδικη αγωγή.

Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο έκρινε, κατ' αρχάς, ότι πρέπει να γίνει δεκτή η έφεση ως βάσιμη και κατ' ουσίαν με τις ακόλουθες σκέψεις και αιτιολογίες: "Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 520, 527 και 528 ΚΠολΔ, όπως η δεύτερη έχει αντικατασταθεί από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο Ν. 4335/2015 "Επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4-334/2015 [Α' 80]" και η τελευταία από το άρθρο 44 Ν. 3994/2011, σαφώς συνάγεται ότι η εμπρόθεσμη και παραδεκτή άσκηση εφέσεως από τον ερήμην δικασθέντα σε πρώτο βαθμό διάδικο επιφέρει, χωρίς έρευνα των επιμέρους λόγων της, εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως εντός των καθοριζόμενων από την έφεση και τους προσθέτους αυτής λόγους ορίων (...), ο δε εκκαλών δικαιούται να προβάλει με τις προτάσεις του όλους τους ισχυρισμούς, τους οποίους θα είχε τη δυνατότητα να προβάλει πρωτοδίκως, μη υποκείμενος στους περιορισμούς της διατάξεως του άρθρου 527 παρ. 3 ΚΠολΔ.

Εν προκειμένω η από 20.2.2019 υπό κρίση έφεση κατά της υπ' αριθμ. 1879/2018 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών [άρθρο 614 εν συνδυασμώ με το άρθρο 17 ΚΠολΔ], νομοτύπως και εμπροθέσμως ησκήθη υπό της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, ηττηθείσας πρωτοδίκως [άρθρα 496, 511, 513 παρ. 1, 516, 517, 520 παρ. 1, 524 και 591 παρ. 1 ΚΠολΔ], δεδομένου ότι η εκκαλουμένη, η οποία εξεδόθη στις 27.12.2018, επεδόθη στις 29.1.2019 [βλ.

σχετική επ' αυτής επισημείωση της Δικαστικής Επιμελητρίας Ευγενίας Χρ. Καραγιάννη] η δε υπό ως άνω υπό κρίση έφεση κατετέθη στις 20.2.2019 [βλ. την με ΓΑΚ 16802/2019 και με ΕΛΚ 1219/2019 έκθεση καταθέσεως δικογράφου εφέσεως του Πρωτοδικείου Αθηνών, άρθρο 518 ΚΠολΔ]. Επομένως και εφόσον έχουν καταβληθεί το παράβολο εφέσεως και γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών και ενσήμων Παραρτήματος 1 & 111 Ν. 4194/2013 [βλ.

αυτά επικαλούμενα και επισυναπτόμενα στο δικόγραφο της υπό κρίση εφέσεως] και συνοδεύεται από την καταβολή του προσήκοντος δικαστικού ενσήμου, η υπό κρίση έφεση παραδεκτώς και αρμοδίως φέρεται προς εκδίκαση στο παρόν Δευτεροβάθμιο Δικαστήριο [άρθρο 19 του ΚΠολΔ όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 4 παρ. 2 του ν. 399412011], μετ' αναβολή από τη δικάσιμο της 20.1.2020 κατά τη σημερινή δικάσιμο, η οποία εμφαίνεται στην αρχή της παρούσας, και πρέπει να ερευνήσει περαιτέρω κατά την ιδία ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών και εντός των ορίων που καθορίζονται υπ' αυτής σύμφωνα με τα άρθρα 522, 524 παρ. 1, 2, 532 και 533 ΚΠολΔ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω αποδειχθέντων και σύμφωνα με τα ως άνω στη μείζονα σκέψη διαλαμβανόμενα, η υπό κρίση έφεση πρέπει να γίνει δεκτή, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικαστεί η αγωγή κατ' ουσίαν [άρθρο 535 παρ. 1 ΚΠολΔ]". Το Εφετείο, ακολούθως, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, διακράτησε την υπόθεση και προέβη στην ουσιαστική έρευνα της αγωγής των αναιρεσειόντων.

Από όλα τα ανωτέρω προκύπτει ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη άσκησε νομίμως και εμπροθέσμως έφεση κατά της υπ' αριθμ. 1879/2018 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε ερήμην της, με λόγο εφέσεως την εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Αφού, συνεπώς, η αναιρεσίβλητη αρνήθηκε ρητώς με την έφεσή της την ιστορική βάση της προαναφερθείσας εναντίον της αγωγής των αναιρεσειόντων, ζητώντας την εξαφάνιση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και την απόρριψη της παραπάνω, εναντίον της, αγωγής, ορθώς το Εφετείο εξαφάνισε στο σύνολό της την πρωτοβάθμια απόφαση, που είχε κάνει δεκτή την παραπάνω αγωγή και ερεύνησε αυτήν κατ' ουσίαν.

Συνεπώς, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, όπως αβασίμως, αλυσιτελώς επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, καθόσον για την εξαφάνιση της πρωτοδίκου αποφάσεως, αφού αυτή εκδόθηκε σαν να ήταν παρούσα η εναγομένη, δεν απαιτείτο να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της εφέσεώς της, αλλά αρκούσε η τυπική παραδοχή της και, συνεπώς, το πρώτο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο.

Εξάλλου, το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, με τον οποίον οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 9 του Κ.Πολ.Δ., μέμφονται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι άφησε αδίκαστη την ένστασή τους περί αοριστίας του δικογράφου της εφέσεως της αναιρεσίβλητης, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτο, καθόσον η ένστασή τους αυτή δεν αποτελεί "αίτηση" κατά την έννοια της τελευταίας διατάξεως, κατά τα προαναφερθέντα στην νομική σκέψη. Κατόπιν αυτών, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος και ως απαράδεκτος, κατά τις προαναφερθείσες διακρίσεις.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 5 περ. α', 13 του Ν. 3741/1929 "Περί ιδιοκτησίας κατ' ορόφους", που διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το άρθρο 54 του Εισαγωγικού νόμου αυτού, 785, 787, 1002 και 1117 του Α.Κ. προκύπτει ότι κάθε ιδιοκτήτης ορόφου ή διαμερίσματος οικοδομής, για την οποία έχει συσταθεί εγκύρως οριζόντια ιδιοκτησία, δικαιούται, λόγω της αναγκαίας συγκυριότητάς του επί των κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, να κάνει ακώλυτη χρήση αυτών και να προβαίνει στην επισκευή και ανανέωση αυτών, αρκεί να μην βλάπτει τα αντίστοιχα δικαιώματα των λοιπών συνιδιοκτητών και να μη μεταβάλλει τον συνήθη προορισμό των μερών αυτών.

Ο προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής γίνεται με τη συστατική της οροφοκτησίας δικαιοπραξία (κανονισμό). Μπορεί, επίσης, με συμφωνία όλων των συνιδιοκτητών, η οποία πρέπει να καταρτισθεί με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να μεταγραφεί, να παραχωρηθεί η αποκλειστική χρήση κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών της οικοδομής σε έναν ή και περισσότερους από τους συνιδιοκτήτες, με αντίστοιχο αποκλεισμό των άλλων.

Αν δεν ορίζεται τίποτα από την ως άνω δικαιοπραξία, ούτε με ιδιαίτερες συμφωνίες (ομόφωνες αποφάσεις των συνιδιοκτητών, που έχουν περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφεί), τότε ισχύει ο προσδιορισμός, που προβλέπεται από τις ως άνω, ενδοτικής φύσεως, διατάξεις. Στην περίπτωση αυτή, κριτήριο για τον χαρακτηρισμό πράγματος ως κοινοκτήτου και κοινοχρήστου, είναι ο κατά την φύση του προορισμός για την εξυπηρέτηση των συνιδιοκτητών με την κοινή από αυτούς χρήση του.

Δεδομένου δε ότι η θεσπιζόμενη με τα άρθρα 1002 του Α.Κ. και 1 επ. του Ν. 3741/1929 αποκλειστική (χωριστή) κυριότητα επί ορόφου ή τμήματος ορόφου αποτελεί την εξαίρεση του κανόνα "superficies solo cedit" ("τα επικείμενα είκει τοις υποκειμένοις") που έχει περιληφθεί στο άρθρο 1001 εδάφ. α' του A.K., οποιοδήποτε μέρος του όλου ακινήτου που δεν ορίσθηκε ή δεν ορίσθηκε εγκύρως με τον συστατικό της οροφοκτησίας τίτλο ότι αποτελεί αντικείμενο της αποκλειστικής κυριότητας κάποιου συνιδιοκτήτη, υπάγεται αυτοδικαίως από τον νόμο, κατ' εφαρμογήν του ανωτέρω κανόνα, στα αντικείμενα της αναγκαστικής συγκυριότητας επί του εδάφους και θεωρείται κοινόκτητο και κοινόχρηστο μέρος του ακινήτου (Ολ.

Α.Π. 23/2000, Α.Π. 1630/2023, Α.Π. 505/2022, Α.Π. 932/2021, Α.Π. 386/2021, Α.Π. 166/2020).

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020).

Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν, το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Α.Π. 932/2025, Α.Π. 685/2025, Α.Π. 645/2025, Α.Π. 607/2025). Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ., για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, εφόσον δε το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά και κατ' επιλογήν του (Ολ.

Α.Π. 28/1198, Α.Π. 58/2023, Α.Π. 348/2025, Α.Π. 968/2018, Α.Π. 1966/2017), υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ. Α.Π. 18/2005, Ολ. Α.Π. 32/1996, Α.Π. 348/2025, Α.Π. 1096/2024, Α.Π. 322/2023, Α.Π. 1.330/2022). Για το ορισμένο, επίσης, του λόγου της αναιρέσεως, σε περίπτωση παραβιάσεως περισσότερων της μίας διατάξεων, πρέπει να εξειδικεύονται, για καθεμιά από αυτές, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου και το υπαγωγικό σφάλμα του τελευταίου.

Η από τον παραπάνω λόγο αοριστία του δικογράφου της αναιρέσεως, η οποία επάγεται την απόρριψη αυτής ως απαράδεκτης (άρθρο 562 παρ.1 και 2 του Κ.Πολ.Δ.), δεν μπορεί, όπως, άλλωστε και κάθε αοριστία οποιουδήποτε εισαγωγικού δικογράφου της δίκης, να αναπληρωθεί από στοιχεία κείμενα εκτός του αναιρετηρίου, ούτε, ειδικότερα, από την υπάρχουσα στην δικογραφία απόφαση, που προσβάλλεται με την αναίρεση, (Ολ.

Α.Π. 18/2005, Α.Π. 348/2025, Α.Π. 1096/2024, Α.Π. 322/2023, Α.Π. 1.330/2022, Α.Π. 1326/2015, Α.Π. 607/2013).

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες επικαλούνται ευθεία παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 2 παρ. 1, 3 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 και 1002 και 1117 του Α.Κ. διότι το Εφετείο παρά το νόμο έκρινε αφενός μεν ότι δήθεν ο κοινόχρηστος χώρος της πρώτης εισόδου της οικοδομής από την ανατολική πλευρά του κτιρίου ανήκει δήθεν στην αποκλειστική χρήση της αναιρεσίβλητης, αφετέρου δε ότι οι αναιρεσείοντες δεν έχουν δικαίωμα να τον χρησιμοποιούν, επειδή η εν λόγω είσοδος δεν αποτελεί δήθεν τη μόνη πρόσβαση των ιδιοκτησιών τους στο κλιμακοστάσιο, τον ανελκυστήρα κλπ κοινόχρηστους χώρους.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον, μολονότι παρατίθενται οι πιο πάνω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, που φέρεται ότι παραβιάσθηκαν, ουδόλως εκτίθενται, για το ορισμένο του ανωτέρω αναιρετικού λόγου, οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο δέχθηκε ότι υπάρχουν και άλλες 2 είσοδοι στο επίδικο κτήριο, δια μέσου των οποίων υπάρχει δίοδος των αναιρεσειόντων στις ιδιοκτησίες τους και στα κοινόχρηστα μέρη της πολυκατοικίας και οι τελευταίοι δεν έχουν ως μοναδικό τρόπο εισόδου στο κτήριο από την ανατολική πλευρά αυτού, ο ακάλυπτος χώρος της οποίας (ανατολικής πλευράς) ανήκει στην αποκλειστική χρήση της αναιρεσίβλητης σύμφωνα με τη σύσταση της οροφοκτησίας.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση της πλημμέλειας του άρθρου 559 αριθμ. 9γ του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζουν ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε μόνο επί του αιτήματός τους περί αναγνωρίσεως της δυνατότητας διελεύσεως μέσω του τμήματος αποκλειστικής χρήσεως της αναιρεσίβλητης και άφησε αδίκαστα τα λοιπά αιτήματά τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον μετά την κατ' ουσίαν απόρριψη του αιτήματος της αγωγής περί αναγνωρίσεως της δυνατότητας διελεύσεως των εναγόντων μέσω του τμήματος της αποκλειστικής χρήσεως της εναγομένης, τα λοιπά αιτήματα της αγωγής απορρίφθηκαν σιγή ως άνευ αντικειμένου.

Κατά την διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, είτε θετικώς, με λανθασμένη ανάγνωση αυτού, είτε αρνητικώς, με την παράλειψη αναγνώσεως κρίσιμων τμημάτων του κειμένου του, συνεπεία δε των παραδρομών αυτών προσέδωσε στο έγγραφο περιεχόμενο τελείως διαφορετικό από εκείνο που αυτό πράγματι έχει, στην συνέχεια δε, στηριζόμενο αποκλειστικώς ή κυρίως σ' αυτό, καταλήγει σε αποδεικτικό πόρισμα, επί ουσιώδους για την έκβαση της δίκης ισχυρισμού, επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα (Ολ. Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1426/2024). Ως έγγραφα, που η παραμόρφωση του περιεχομένου τους θεμελιώνει τον προβλεπόμενο στο άρθρο 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, νοούνται αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 επ. του Κ.Πολ.Δ.

Κατά συνέπειαν, δεν θεωρούνται έγγραφα, με την εν λόγω έννοια, τα διαδικαστικά, στα οποία περιλαμβάνεται, εκτός άλλων και η αγωγή της ενεστώσας δίκης (Α.Π. 558/2024, Α.Π. 983/2018, Α.Π. 703/2018). Επομένως, ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίον, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθμ. 20 του Κ.Πολ.Δ., αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, με το να δεχθεί γεγονότα προφανώς διαφορετικά, από εκείνα που αναφέρονται σ' αυτήν, είναι απαράδεκτος, διότι η αγωγή αποτελεί διαδικαστικό και όχι αποδεικτικό έγγραφο.

Με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμ. 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., λόγω ευθείας παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 1 του Ν. 3741/1929 και 1002 του ΑΚ, καθόσον, όπως υποστηρίζουν, με βάση και τη σκέψη (της προσβαλλομένης), ότι "υπάρχει πρόσβαση στον ανελκυστήρα από την πρώτη είσοδο της ιδιοκτησίας του πρώτου των εναγόντων, ο οποίος μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την εξυπηρέτηση των ιδιοκτησιών των εναγόντων και των επισκεπτών τους", το Εφετείο οδηγήθηκε στην κρίση, ότι "δεν είναι αναγκαίο οι ενάγοντες και τα πρόσωπα που διατηρούν σχέσεις μαζί τους να διέρχονται από τον ακάλυπτο χώρο". Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνονται όλες οι παραδοχές της προσβαλλομένης, αλλά μεμονωμένες, επιλεκτικές και κατά το δοκούν παραδοχές.

Με τον έκτο λόγο αναιρέσεως οι αναιρείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο με την παραδοχή ότι "Συνεπώς η δεύτερη είσοδος δεν είναι η μόνη από την οποία οι ενάγοντες έχουν πρόσβαση στις ιδιοκτησίες τους, καθώς και στα κοινόχρηστα μέρη της πολυκατοικίας, τα οποία είναι απαραίτητα για την πρόσβαση των ιδιοκτησιών τους", δέχθηκε εμμέσως, πλην σαφώς, ότι η ράμπα καθόδου μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την πρόσβαση των αναιρεσειόντων και των προσώπων που σχετίζονται ή συναλλάσσονται με αυτούς στο υπόγειο, παραβιάζοντας ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ. 1 και 16 του Κτιριοδομικού Κανονισμού. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ομοίως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν εκτίθενται όλες οι παραδοχές της προσβαλλομένης, αλλά μόνο αποσπασματικές και επιλεκτικές παραδοχές.

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το Δικαστήριο, παρά τον νόμο, δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται πράγματα, δηλαδή, αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, που τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσκομιστεί καμιά απόδειξη γι' αυτά (πράγματα) ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη για τα εν λόγω πράγματα (Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1084/2024, Α.Π. 1074/2024, Α.Π. 1064/2024, Α.Π. 388/2021, Α.Π. 1.284/2020, Α.Π. 1161/2020).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 24 παρ. 1 εδαφ. α' του Εισ.Ν.ΚΠολΔ, το παραδεκτό των ενδίκων μέσων, το επιτρεπτό των προβαλλόμενων λόγων και ο χρόνος της ασκήσεως κρίνονται σύμφωνα με τον νόμο, που ισχύει κατά τον χρόνο που δημοσιεύεται η απόφαση.

Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, η ισχύς της οποίας, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 15 του Ν. 2943/2001, αρχίζει από την 1-1-2002, διαγράφηκαν από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 οι λέξεις "ή δεν διέταξε απόδειξη γι' αυτά". Έτσι, μετά την 01-01-2002 δεν δημιουργείται λόγος αναιρέσεως, γιατί το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ως αληθινά, χωρίς να διατάξει απόδειξη περί αυτών, στις περιπτώσεις που υποχρεούται να πράξει τούτο κατά νόμον (Α.Π. 388/2021).

Με τον έβδομο λόγο αναιρέσεως οι αναιρεσείοντες παραπονούνται, υπό την επίκληση του αριθμού 10 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν διέταξε αποδείξεις σχετικά με την καταλληλότητα ή μη της ράμπας, που οδηγεί στο υπόγειο της οικοδομής, για την χρήση της ως διαδρόμου κυκλοφορίας πεζών και δέχθηκε αναποδείκτως ότι η ιδιοκτησία των δεύτερης και τρίτου των αναιρεσειόντων δήθεν εξυπηρετείται για την πρόσβαση προσώπων και από το σημείο αυτό.

Ο λόγος αυτός, κατά το πρώτο σκέλος του, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν διέταξε αποδείξεις για πράγμα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, εφόσον κατά τον χρόνο της συζητήσεως (27-10-2020), μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, όσο και κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως (08-12-2020) της αποφάσεως αυτής είχε καταργηθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 10 περ.

β' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στη νομική σκέψη. Κατά το δεύτερο σκέλος του ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Και τούτο, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο εκθέτει σ' αυτήν όλα τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, τα έγγραφα τα οποία νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία (αποδεικτικά μέσα) όπως ρητώς βεβαιώνει, συνεκτίμησε και έτσι οδηγήθηκε στην κρίση του για την αβασιμότητα του ισχυρισμού των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ότι η ανωτέρω ράμπα χρησιμοποιείται αποκλειστικώς για τη φορτοεκφόρτωση εμπορευμάτων και την πρόσβαση οχημάτων στο χώρο του υπογείου.

Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10-4-2023 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 6804/2020 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων ευρώ (1.800€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ