Supreme Court quashes conviction due to statute of limitations and dismisses prosecutor's appeal on sentencing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court quashed the second-instance conviction against two defendants, ruling that the criminal acts had become time-barred due to the passage of over eight years. While the prosecutor appealed the sentence, the Court found the primary grounds for the appeal were invalid because the statute of limitations had already expired. Consequently, the prosecution was permanently terminated, and the deprivation of political rights was removed from the judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 474, 476, 486, 487, 511 of the Code of Criminal Procedure; The Supreme Court must quash a conviction if the statute of limitations has expired, thereby permanently terminating the criminal prosecution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1944 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1944/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Βασιλική Ηλιοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 8 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Ν. Α. του Θ., κατοίκου ... και 2. Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Μίγγο, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 133/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης.
Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορουμένοι, ζητούν την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 18.9.2019 (αρ. πρωτ. 9762/20.9.2019 κοινή αίτησή τους, καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1386/2019.
Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε: α) να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την ποινή και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο δικαστήριο, κατά το άρθρο 522 για νέα επιμέτρηση και β) να απορριφθεί κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 18-9-2019 (αρ. πρωτ. 9762/20-9-2019) κοινή αίτηση αναίρεσης των: 1) Ν. Α. του Θ. και Α. και 2) Κ. Π. του Π. και Γ., κατοίκων ... (οδός ...), που επιδόθηκε στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμό 1133/2018 δευτεροβάθμιας απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή.
Από τις διατάξεις των άρθρων 474, 476 παρ. 2 και 498 του ισχύοντος μέχρι την 30-6-2019 Κ.Π.Δ., προκύπτει ότι η έκθεση που περιέχει τη δήλωση άσκησης του ενδίκου μέσου της έφεσης, πρέπει να διαλαμβάνει ορισμένο λόγο, όπως είναι και η κακή εκτίμηση των αποδείξεων. Προκειμένου, ειδικότερα, για έφεση του Εισαγγελέα κατά αθωωτικής απόφασης, η διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 του ισχύοντος μέχρι την 30-6-2019 Κ.Π.Δ., που προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ. 19 περ.
β' του Νόμου 2408/1996, όμοια είναι και η διάταξη του άρθρου 487 του ισχύοντος από την 1-7-2019 Κ.Π.Δ., ορίζει ότι "η άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα πρέπει να αιτιολογείται ειδικά και εμπεριστατωμένα στη σχετική έκθεση, αλλιώς η έφεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη". Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι η αιτιολόγηση της ασκούμενης από τον εισαγγελέα έφεσης κατά αθωωτικής απόφασης αποτελεί πρόσθετο τυπικό όρο του κύρους του ενδίκου αυτού μέσου και πρέπει να είναι ειδική και εμπεριστατωμένη, δηλαδή, πρέπει να εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα οι συγκεκριμένες πραγματικές και νομικές πλημμέλειες που αποδίδονται στην προσβαλλόμενη αθωωτική απόφαση, δεδομένου, μάλιστα, ότι, με την απαγγελία της αθωωτικής απόφασης στο ακροατήριο (με συνοπτική συνήθως αιτιολογία), ο Εισαγγελέας έχει άμεση πρόσβαση στα αποδεικτικά στοιχεία της δικογραφίας, καθώς και στα πρακτικά της συνεδρίασης του δικαστηρίου, όπου η καταχώριση των μαρτυρικών καταθέσεων και η απολογία του κατηγορουμένου (Ολ.
Α.Π. 9/2005). Αν η έφεση του Εισαγγελέα δεν έχει τέτοια αιτιολογία και το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αντί να την απορρίψει ως απαράδεκτη, την κρίνει παραδεκτή και, ακολούθως, εξετάζοντας την ουσία της υπόθεσης, καταλήξει στην καταδίκη του κατηγορούμενου, υποπίπτει σε θετική υπέρβαση της εξουσίας του, η οποία ιδρύει τον, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Θ' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προέκυψαν τα ακόλουθα. Κατά της υπ' αριθμό 10/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Δράμας, με την οποίαν αθωώθηκαν οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες για τις αξιόποινες πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα, της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα κατά συρροή, της απόπειρας απάτης από την οποίαν η ζημία που επιχειρήθηκε να προκληθεί είναι ιδιαίτερα μεγάλη και της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα απάτης, από την οποίαν η ζημία που επιχειρήθηκε να προκληθεί είναι ιδιαίτερα μεγάλη, η Εισαγγελέας Πλημμελειοδικών Δράμας άσκησε την υπ' αριθμό 3/27-1-2017 έφεσή της, ενώπιον του Γραμματέα Πρωτοδικών Δράμας, συνταχθείσας της σχετικής έκθεσης, η οποία παραδεκτώς επισκοπείται για την έρευνα της βασιμότητας του κατωτέρω λόγου αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Η' του Κ.Π.Δ. και το περιεχόμενο της οποίας έχει ως εξής: "Ειδικότερα αποδείχθηκε από την ακροαματική διαδικασία ότι ο μάρτυρας Γ. Α. του Κ. αγόραζε από τον κατηγορούμενο Π. Κ. υλικά για την κατασκευή εργοστασίου επεξεργασίας μαρμάρου. Στις 17-11-2005 υπέστη σοβαρή σωματική βλάβη από τροχαίο ατύχημα και παρέμεινε νοσηλευόμενος για επτά μήνες και εντός της οικίας του για έναν ακόμη χρόνο.
Για εμπορεύματα που πωλήθηκαν το 2005 ο ανωτέρω κατηγορούμενος εξέδωσε τιμολόγια το 2007. Στα τιμολόγια που εξέδωσε και αφορούν την αγορά πάνελ, αυτά τιμολογούνται με τιμή πώλησης 22 ευρώ, ενώ η συμφωνηθείσα τιμή ήταν 14,50 ευρώ, όπως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Α. του Κ. και Κ. Ι. του Σ.. Τα τιμολόγια αυτά συμπεριλαμβάνονται στη με αριθμό κατάθεσης 2054ΤΜ 142/2010 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, που άσκησε ο ανωτέρω κατηγορούμενος εναντίον της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...
Ε.Π.Ε.", και αξίωσε την καταβολή του τιμήματος αυτών. Η κατηγορούμενη Α. Ν. του Θ. είναι σύζυγος του ανωτέρω κατηγορούμενου και εργάζεται στην επιχείρησή τους και γνώριζε ότι στα τιμολόγια που εξέδιδε ο Π. οι τιμές που χρέωνε τον ανωτέρω μάρτυρα ήταν υψηλότερες από τις συμφωνηθείσες. Επομένως, ψευδώς κατέθεσε στις 18-11-2011, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Δράμας Ε.
Α., τα αντίθετα, κατόπιν συνεχών προτροπών και παραινέσεων του κατηγορούμενου Π. Κ., ο οποίος προς απόδειξη των ισχυρισμών του ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου και προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του επικαλέσθηκε και προσκόμισε την ένορκη κατάθεσή της.
Συνεπώς, αποδείχθηκε πλήρως η ενοχή των κατηγορουμένων για τις πράξεις που κατηγορούνται". Η έφεση αυτή όπως διατυπώθηκε, περιέχει την απαιτούμενη για το παραδεκτό της, κατά τη διάταξη του άρθρου 486 παρ. 3 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία του προβαλλόμενου λόγου της, αφού εκτίθενται σ' αυτήν οι συγκεκριμένες, περί την εκτίμηση των αποδείξεων, πλημμέλειες της εκκαλούμενης αθωωτικής απόφασης ως προς τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα, της άμεσης συνδρομής σε απόπειρα απάτης από την οποίαν η ζημία που επιχειρήθηκε να προκληθεί είναι ιδιαίτερα μεγάλη, που αποδίδονται στην πρώτη αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη και σ' αυτές της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και της απόπειρας απάτης από την οποίαν η ζημία που επιχειρήθηκε να προκληθεί είναι ιδιαίτερα μεγάλη, που αποδίδονται στο δεύτερο αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο και προσδιορίζονται τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, έπρεπε να πεισθεί για την ενοχή των ανωτέρω κατηγορούμενων και συνεπώς οι λόγοι για τους οποίους οδηγήθηκε σε εσφαλμένο, κατά την εκκαλούσα Εισαγγελέα, αποδεικτικό πόρισμα.
Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο εξέδωσε αθωωτική απόφαση, για το λόγο ότι δεν έλαβε υπόψη και δεν αξιολόγησε τις διαλαμβανόμενες στην έκθεση έφεσης καταθέσεις των μαρτύρων Γ. Α. του Κ. και Κ. Ι. του Σ.. Άλλη, επιπλέον, αιτιολογία δεν ήταν αναγκαία, ούτε ήταν απαραίτητο να γίνεται αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους και ως εκ τούτου οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις των αναιρεσειόντων στερούνται βασιμότητας.
Συνεπώς, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, με το να κρίνει τυπικά δεκτή την ανωτέρω έφεση και να επιληφθεί, στη συνέχεια, της κατ' ουσία έρευνάς της, ορθά, κατά τούτο, έκρινε και δεν υπέπεσε, στην πλημμέλεια της υπέρβασης εξουσίας κατ' άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' του Κ.Π.Δ., όπως αβάσιμα διατείνονται οι αναιρεσείοντες και ο σχετικός λόγος αναίρεσης, με τον οποίον πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για θετική υπέρβαση εξουσίας, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., "ουδείς δύναται να καταδικασθή διά πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.
Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επεβάλλετο κατά την στιγμήν της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Νόμο 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.
Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Π.Κ., "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".
Αναλόγου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (Ν. 4619/2019), ισχύοντος από 1-7-2019 (βλ. άρθρο 460 αυτού). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ.
Α.Π. 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποίαν καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, ως επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμία από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από τη σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος της απειλούμενης ποινής φυλάκισης, που θεωρείται βαρύτερη της χρηματικής, επί ίσων δε ποινών φυλάκισης, λαμβάνεται υπόψη και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, είναι ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 1 του ισχύοντος, όπως προαναφέρθηκε, από 1-7-2019 νέου Ποινικού Κώδικα (Νόμος 4619/2019), η οποία είναι επιεικέστερη έναντι της αντίστοιχης του άρθρου 224 παρ. 2 του παλαιού Ποινικού Κώδικα, που ίσχυσε μέχρι την 30-6-2019, αφού με αυτήν απειλείται πλέον για την ψευδή κατάθεση σε βαθμό πλημμελήματος (στην οποίαν ενσωματώθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 224 και 225 του προϊσχύσαντος Π.Κ.
για την ψευδορκία και την ψευδή ανώμοτη κατάθεση) ποινή φυλάκισης με μικρότερο ανώτατο και κατώτατο όριο [δηλαδή φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τριών ετών (και χρηματική ποινή), αντί εκείνης του ενός έως πέντε ετών, που προβλεπόταν προηγουμένως] και, συνεπώς, είναι αυτή εφαρμοστέα στην προκείμενη περίπτωση, έχουσα ως ακολούθως, "1.
Όποιος, ενώ εξετάζεται ως διάδικος ή μάρτυρας σε δικαστήριο ή ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί εξέταση για την κρινόμενη υπόθεση, εν γνώσει του καταθέτει ψευδή στοιχεία σχετικά με την υπόθεση αυτή ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών έως τρία έτη και χρηματική ποινή".
Ακόμη, με το Νόμο 4619/2019, καταργήθηκε από την 1-7-2019, η διάταξη του άρθρου 61 του παλαιού Π.Κ., που όριζε ότι: "Όταν ο δράστης καταδικάζεται σε φυλάκιση, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που προβλέπει ειδικά ο νόμος, επιβάλλεται και αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για ένα έως πέντε έτη αν: α) η ποινή που επιβλήθηκε είναι τουλάχιστον ενός έτους και β) η πράξη που έχει τελεσθεί φανερώνει από τα αίτια, το είδος, τον τρόπο εκτέλεσής της και όλες τις άλλες περιστάσεις ηθική διαστροφή του χαρακτήρα του δράστη ή συντρέχει περίπτωση του άρθρου 81Α του Π.Κ.
Επίσης, καταργήθηκε και η διάταξη του άρθρου 227 του ίδιου ως άνω Κώδικα, που όριζε ότι: "Στις περιπτώσεις των άρθρων 224 και 226 παρ. 1 επιβάλλεται στον υπαίτιο και στέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για ένα έως πέντε έτη". Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 386 παρ. 1 εδάφ. α' του νέου Π.Κ., που εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση, ως επιεικέστερη για τον κατηγορούμενο ουσιαστική ποινική διάταξη, "όποιος με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων βλάπτει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή με σκοπό από τη βλάβη αυτής της περιουσίας να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος τιμωρείται με φυλάκιση και χρηματική ποινή.
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 42 παρ. 1 του ίδιου ως άνω Κώδικα, "όποιος, έχοντας αποφασίσει να τελέσει έγκλημα, αρχίζει να εκτελεί την περιγραφόμενη στο νόμο αξιόποινη πράξη, τιμωρείται, αν το έγκλημα δεν ολοκληρώθηκε, με μειωμένη ποινή (άρθρο 83)", ενώ κατά την περ. δ' της τελευταίας διάταξης, σε κάθε άλλη περίπτωση, ο δικαστής μειώνει την ποινή ελεύθερα έως το ελάχιστο όριό της.
Αν ο νόμος προβλέπει σωρευτικά ποινή φυλάκισης και χρηματική ποινή, μπορεί να επιληφθεί και μόνο η τελευταία". Τέλος, στις διατάξεις περί άμεσης συνέργειας και ήδη συνέργειας, στις μεν διατάξεις του άρθρου 46 παρ. 1 του παλαιού Π.Κ. ορίζετο, ότι "1. Με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται επίσης: α) όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε, β) όποιος με πρόθεση παρέσχε άμεση συνδρομή στο δράστη κατά τη διάρκεια αυτής της πράξης και στην εκτέλεση της κύριας πράξης", στις δε αντίστοιχες διατάξεις του άρθρου 47 του νέου Π.Κ., που ακολούθησαν, στην αριθμητική παράθεση των άρθρων στο νέο Π.Κ., τις αυτοτελείς πλέον περί ηθικής αυτουργίας, διατάξεις, ορίζεται, ότι: "Όποιος εκτός από την περίπτωση της παραγράφου 1 του προηγούμενου άρθρου, πρόσφερε με πρόθεση σε άλλον οποιαδήποτε συνδρομή πριν από την τέλεση ή κατά την τέλεση της άδικης πράξης που διέπραξε, τιμωρείται με μειωμένη ποινή (άρθρο 83).
Το δικαστήριο μπορεί να επιβάλει την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει άμεση συνδρομή κατά την τέλεση και στην εκτέλεση της πράξης, θέτοντας το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού". Με τον τρόπο που τυποποιείται η τελευταία διάταξη στο νέο Π.Κ., γίνεται φανερό, ότι επήλθαν ουσιώδεις αλλαγές στις διατάξεις για τη συνέργεια στο έγκλημα.
Έτσι καταργήθηκε η διάκριση μεταξύ άμεσης και απλής συνέργειας, όπως αποτυπωνόταν μέχρι σήμερα στα άρθρα 46 παρ. 1 εδάφ. β' και 47 του Π.Κ. και προβλέπεται κατ' αρχήν ενιαία μειωμένη ποινή για όλες τις μορφές της συνέργειας στο έγκλημα είτε προσφέρεται κατά, είτε πριν από την τέλεση της πράξης. Με τον τρόπο αυτόν επιχειρείται να καταγραφεί ως κανόνας, ότι το άδικο και η ενοχή του συνεργού είναι μικρότερης έντασης έναντι εκείνων του φυσικού και του ηθικού αυτουργού.
Κατ' εξαίρεση μόνο προβλέπεται δυνατότητα του δικαστηρίου να επιβάλει στον συνεργό την ποινή του αυτουργού, αν ο υπαίτιος προσφέρει τη συνδρομή του κατά την τέλεση της πράξης και θέτει με αυτήν το αντικείμενο της προσβολής στη διάθεση του φυσικού αυτουργού (άμεσος συνεργός). Από τη σύγκριση των προαναφερθεισών διατάξεων, κατά την τυποποίησή τους στον παλαιό Π.Κ.
και στο νέο Π.Κ., και του συνόλου των προϋποθέσεων, που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, προκύπτει, ότι οι διατάξεις του νέου Π.Κ. είναι επιεικέστερες, οπότε είναι εφαρμοστέες, με βάση την αρχή της αναδρομικότητας της επιεικέστερης διάταξης από της τέλεσης της πράξης μέχρι της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης.
Έλλειψη της επιβαλλόμενης από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της καταδικαστικής απόφασης, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν δεν εκτίθενται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε το δικαστήριο τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί, με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφαρμόσθηκαν.
Έλλειψη τέτοιας αιτιολογίας υπάρχει και, όταν η αιτιολογία είναι εντελώς τυπική, προς την οποίαν εξομοιώνεται και εκείνη, που παραπέμπει στα πραγματικά περιστατικά του διατακτικού. Και ναι μεν το αιτιολογικό μαζί με το διατακτικό της απόφασης, στο οποίο, ως λογικό συμπέρασμα, καταχωρίζονται όλα τα στοιχεία του εγκλήματος, αποτελούν ενιαίο σύνολο και είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωσή τους, πλην όμως η συμπλήρωση αυτή δεν μπορεί να φθάσει μέχρι του σημείου ολικής αναφοράς στα περιστατικά, που αναγράφονται στο διατακτικό της απόφασης, διότι σε τέτοια περίπτωση, δεν πρόκειται για συμπλήρωση του σκεπτικού από το διατακτικό αλλά ούτε καν για πιστή αντιγραφή του τελευταίου, οπότε, αν το διατακτικό είναι τόσο αναλυτικό και πλήρες, ώστε να καθίσταται εντελώς περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του αιτιολογικού, η ταύτιση του περιεχομένου σκεπτικού και διατακτικού είναι δυνατό να μην συνιστά έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.
Στη συνέχεια το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θράκης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την υπ' αριθμό 1133/2018 προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ότι, από τα αποδεικτικά μέσα τα οποία έλαβε υπόψη του και τα οποία μνημονεύει, κατά το είδος τους, αποδείχθηκαν κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "
1) Η κατηγορουμένη Α. Ν. του Θ., στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα, στη Δράμα, στις 18-11-2011, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Δράμας Ε. Α., που είναι αρχή αρμόδια νε ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε....... ".... Ποτέ ο Γ.... και ήμουν και πάντα εγώ παρούσα δε διαμαρτυρήθηκε για την αθέτηση συμφωνίας σχετικά με τα εμπορεύματα τα οποία αναγράφονταν στα τιμολόγια που εξέδιδε ο Π. επ' ονόματί του, όπως επίσης και για τις τιμές που τον χρέωνε ο Π....." γνωρίζω πολύ καλά ότι οι τιμές που έκανε ο Π. με τον Γ. είναι αυτές που αναγράφονταν σε όλα τα τιμολόγια που εξέδωσε ο Π. επ' ονόματι του Γ. και είναι αυτές που συμφώνησαν μπροστά μου". Τα ανωτέρω είναι ψευδή και η κατηγορουμένη γνώριζε ότι είναι ψευδή. Η αλήθεια είναι όσα αναφέρονται ανωτέρω.
2α) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο ο δεύτερος κατηγορούμενος, Π. Κ. του Π., προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη, που τελικά εκείνοι διέπραξαν και συγκεκριμένα με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις προκάλεσε στην πρώτη κατηγορουμένη την απόφαση να καταθέσει ενόρκως όσα ψευδή αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχείο 1 και να διαπράξει την πράξη της ψευδορκίας.
2β) Στη ..., στις 18-11-2011, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Π. Κ. του Π., έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το πλημμέλημα της απάτης, δηλαδή με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, να βλάψει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιο σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης, πλην όμως το αποτέλεσμα της πράξης του δεν επήλθε, όχι από δική του βούληση, αλλά από αίτια εξωτερικά.
Συγκεκριμένα, παρέστησε ψευδώς στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας, κατά τη συζήτηση της με αριθμό κατάθεσης 2054ΤΜ 142/2010 αγωγής του εναντίον της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", στην οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη εταιρεία, να του καταβάλει το ποσό των 69.861,47 ευρώ, που προκύπτει από τα τιμολόγια που επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτός στο ανωτέρω Δικαστήριο, ότι του οφείλεται το ανωτέρω ποσό που αφορά σε εμπορεύματα που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν στην εναγομένη εταιρεία και τιμολογήθηκαν με τις συμφωνημένες τιμές.
Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του επικαλέσθηκε και προσκόμισε τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις της πρώτης, δεύτερης και τρίτου των κατηγορουμένων, οι οποίοι κατέθεσαν ψευδώς όσα αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχεία 1, 2 και 3. Ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας δεν έκρινε την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών του κατηγορουμένου, καθώς δυνάμει της με αριθμό 26/2012 απόφασης διέταξε το διορισμό πραγματογνώμονα.
3) Στη ..., στις 18-11-2011, η Α. Ν. του Θ., παρείχε άμεση συνδρομή στο δεύτερο κατηγορούμενο κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης του, της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, με την ανωτέρω υπό στοιχείο 1, προαναφερθείσα ένορκη κατάθεσή της, ψευδής κατά το περιεχόμενό της, και εν γνώσει της αναλήθειάς της βοήθησε άμεσα το δεύτερο κατηγορούμενο, να επιχειρήσει να παραπλανήσει το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω παραδοχών, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι". Μετά ταύτα και υπό τις παραδοχές αυτές, το Δικαστήριο, κήρυξε τους κατηγορούμενους-αναιρεσείοντες, ένοχους, κατά πιστή μεταφορά του ότι: "
1) Η κατηγορουμένη, Α. Ν. του Θ., στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα. Συγκεκριμένα, στη ..., στις 18-11-2011, ενώ εξεταζόταν ενόρκως ενώπιον του Ειρηνοδίκη Δράμας Ε. Α., που είναι αρχή αρμόδια να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε: "..... Ποτέ ο Γ..... και ήμουν και πάντα εγώ παρούσα δε διαμαρτυρήθηκε για την αθέτηση συμφωνίας σχετικά με τα εμπορεύματα τα οποία αναγράφονταν στα τιμολόγια που εξέδιδε ο Π. επ' ονόματί του, όπως επίσης και για τις τιμές που τον χρέωνε ο Π...... γνωρίζω πολύ καλά ότι οι τιμές που έκανε ο Π. με τον Γ. είναι αυτές που αναγράφονταν σε όλα τα τιμολόγια που εξέδιδε ο Π. επ' ονόματι του Γ. και είναι αυτές που συμφώνησαν μπροστά μου". Τα ανωτέρω είναι ψευδή και η κατηγορουμένη γνώριζε ότι είναι ψευδή". Η αλήθεια είναι όσα αναφέρονται ανωτέρω.
2α) Στον ανωτέρω τόπο και χρόνο, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Π. Κ. του Π., προκάλεσε σε άλλους την απόφαση να εκτελέσουν την άδικη πράξη, που τελικά εκείνοι διέπραξαν και συγκεκριμένα με συνεχείς προτροπές και παραινέσεις, προκάλεσε στην πρώτη κατηγορουμένη, την απόφαση να καταθέσει ενόρκως όσα ψευδή αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχείο 1 και να διαπράξει την πράξη της ψευδορκίας.
2β) Στη ..., στις 18-11-2019, ο δεύτερος κατηγορούμενος, Π. Κ. του Π., έχοντας αποφασίσει να εκτελέσει το πλημμέλημα της απάτης, δηλαδή, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, να βλάψει ξένη περιουσία πείθοντας κάποιο σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, επιχείρησε πράξη που περιείχε αρχή εκτέλεσης, πλην όμως το αποτέλεσμα της πράξης του δεν επήλθε, όχι από δική του βούληση, αλλά από αίτια εξωτερικά.
Συγκεκριμένα παρέστησε ψευδώς στο Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας κατάθεσης 2054ΤΜ 142/2010 αγωγής του εναντίον της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε.", στην οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η εναγομένη, να του καταβάλει το ποσό των 69.861,47 ευρώ που προκύπτει από τα τιμολόγια που επικαλέσθηκε και προσκόμισε αυτός στο ανωτέρω Δικαστήριο, ότι του οφείλεται το ανωτέρω ποσό που αφορά σε εμπορεύματα που πωλήθηκαν και παραδόθηκαν στην εναγομένη εταιρεία και τιμολογήθηκαν με τις συμφωνημένες τιμές.
Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού του επικαλέσθηκε και προσκόμισε τις προαναφερθείσες ένορκες βεβαιώσεις της πρώτης, δεύτερης και τρίτου των κατηγορουμένων, οι οποίοι κατέθεσαν ψευδώς όσα αναφέρονται ανωτέρω υπό στοιχεία 1, 2 και 3. Ο Δικαστής του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας δεν έκρινε την ουσιαστική βασιμότητα των ισχυρισμών του κατηγορουμένου, καθώς δυνάμει της με αριθμό 26/2012 απόφασης διέταξε το διορισμό πραγματογνώμονα.
3) Στη ..., στις 18-11-2011, η Α. Ν. του Θ. παρείχε άμεση συνδρομή στο δεύτερο κατηγορούμενο κατά την εκτέλεση της κύριας πράξης του, της απόπειρας απάτης στο Δικαστήριο. Ειδικότερα, με την ανωτέρω υπό στοιχείο 1, προαναφερθείσα ένορκη κατάθεσή της, ψευδής κατά το περιεχόμενό της και εν γνώσει της αναλήθειάς της, βοήθησε άμεσα το δεύτερο κατηγορούμενο να επιχειρήσει να παραπλανήσει το Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Δράμας".
Τέλος, με την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση, το Δικαστήριο της ουσίας καταδίκασε την πρώτη αναιρεσείουσα-κατηγορουμένη στην ποινή φυλάκισης ενός (1) έτους για την αξιόποινη πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα και σ' αυτή των έξι (6) μηνών για την αξιόποινη πράξη της άμεσης συνέργειας στην απόπειρα απάτης και συνολικά στην ποινή φυλάκισης του ενός έτους και των τριών μηνών, ενώ το δεύτερο εξ αυτών στην ποινή φυλάκισης του ενός (1) έτους για την αξιόποινη πράξη της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και σ' αυτήν του ενός (1) έτους για την αξιόποινη πράξη της απόπειρας απάτης και συνολικά στην ποινή φυλάκισης του ενός έτους και των έξι μηνών.
Με την ίδια απόφαση και για τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτήν, αντίστοιχα, καταγνώσθηκε και αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων εκάστου εξ αυτών διάρκειας ενός (1) έτους. Από τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ., προκύπτει ότι το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμέλημα, είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη.
Η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών. Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β', 370 εδάφ. β' και 511 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και κατ' αναίρεση.
Αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, και μετά την άσκηση της αίτησης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδάφ. β' του Κ.Π.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αναίρεσης περιέχει ένα τουλάχιστον παραδεκτό λόγο από τους περιλαμβανόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1, χωρίς να απαιτείται να είναι αυτός και βάσιμος (Ολ.
Α.Π. 1284/1992, Ολ. Α.Π. 585/1991, Ολ. Α.Π. 583/1991). Η ερμηνεία αυτή των παραπάνω διατάξεων προϋποθέτει ότι η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, δεν έχει καταστεί ακόμη αμετάκλητη, όπως συμβαίνει όταν το Εφετείο, δικάζοντας κατ' ουσία την υπόθεση, καταδίκασε τον κατηγορούμενο και κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε νόμιμη και παραδεκτή αναίρεση, οπότε ο Άρειος Πάγος, προκειμένου να προχωρήσει στην κατ' ουσία εξέταση των λόγων της, οφείλει προηγουμένως, αν η αξιόποινη πράξη έχει παραγραφεί, να παύσει απευθείας οριστικά την ποινική δίωξη.
Όπως προαναφέρθηκε, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, διότι ασκήθηκε από δικαιούμενα και έχοντα προς τούτο συμφέρον πρόσωπα, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ως λόγους αναίρεσης 1) την υπέρβαση εξουσίας και 2) την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρα 464, 474 παρ. 4, 476 παρ. 1, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 εδάφ.
α' και 510 παρ. 1 στοιχ. Θ' και Δ' του Κ.Π.Δ.). Οι προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι είναι σαφείς και ορισμένοι και ως εκ τούτου παραδεκτοί, διότι με τον πρώτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να δεχθεί την έφεση της Εισαγγελέως Πρωτοδικών Δράμας κατά της πρωτόδικης αθωωτικής απόφασης ως τυπικά βάσιμη λόγω της ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της, υπέπεσε στην πλημμέλεια της θετικής υπέρβασης εξουσίας, ενώ με το δεύτερο λόγο αναίρεσης παραπονούνται για την έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης, με τη εκδοχή της ταύτισης του αιτιολογικού και του διατακτικού της.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών και της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι, στη ..., στις 18-11-2011, η πρώτη αναιρεσείουσα-κατηγορούμενη Α. Ν. του Θ. τέλεσε τις αξιόποινες πράξεις: α) της ψευδορκίας μάρτυρα και ήδη ψευδούς κατάθεσης και β) της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα απάτης από την οποίαν η ζημία που επιχειρήθηκε να προκληθεί, είναι ιδιαίτερα μεγάλη και ο δεύτερος αναιρεσείων-κατηγορούμενος Π.
Κ. του Π. τέλεσε αυτές των α) ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και ήδη σε ψευδή κατάθεση κατά συρροή και β) απόπειρας απάτης από την οποίαν η ζημία που επιχειρήθηκε να προκληθεί είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Όμως, από την προαναφερθείσα ημερομηνία (18-11-2011) μέχρι την ημερομηνία διάσκεψης της εν λόγω υπόθεσης (29-11-2019), που συζητήθηκε αυτή ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (8-11-2011), παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της οκταετίας (συμπληρωθέν μετά τη δημοσίευση της υπ' αριθμό 1133/2018 προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης) και συνεπώς εξαλείφθηκε το αξιόποινο των εν λόγω πράξεων λόγω παραγραφής.
Επομένως, κατά το άρθρο 511 εδάφ. γ' του Κ.Π.Δ. πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και (κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 368 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ.), να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων για τις προαναφερθείσες αξιόποινες πράξεις, ενώ, πρέπει επίσης, να απαλειφθεί από την ίδια απόφαση, η διάταξή της, που αφορά την αποστέρηση των πολιτικών τους δικαιωμάτων, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 1133/2018 καταδικαστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θράκης.
Απαλείφει από την προσβαλλόμενη απόφαση, τη διάταξή της, που αφορά την αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων, η διάρκεια της οποίας ορίσθηκε σε ένα (1) έτος
Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την, κατά της 1) Α. Ν. του Θ., κατοίκου ..., ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις: α) της ψευδορκίας μάρτυρα και ήδη ψευδούς κατάθεσης και β) της άμεσης συνέργειας σε απόπειρα απάτης, από την οποίαν η ζημία που επιχειρήθηκε να προκληθεί είναι ιδιαίτερα μεγάλη και κατά του 2) Π. Κ. του Π., κατοίκου ..., ασκηθείσα ποινική δίωξη για τις αξιόποινες πράξεις: α) της ηθικής αυτουργίας σε ψευδορκία μάρτυρα και ήδη ψευδούς κατάθεσης κατά συρροή και β) της απόπειρας απάτης, από την οποίαν η ζημία που επιχειρήθηκε να προκληθεί είναι ιδιαίτερα μεγάλη, που φέρονται ότι τελέσθηκαν από αυτούς, στη ...., στις 18-11-2011.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ