Legislator Case Law & Legislation
1944/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on property division, ruling evidence was properly considered and arguments inadmissible.

Case Number 1944/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the wife's appeal against the second-instance court's ruling on marital property division. The wife argued the court failed to consider specific bank documents and income certificates proving her husband's contribution to the house construction. The court found these documents were explicitly referenced in the lower court's reasoning and deemed the wife's claim regarding insufficient income inadmissible as merely an argument rather than a fact. Consequently, the appeal was dismissed, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 1400(3) Civil Code; Art. 559(1), (20) Code of Civil Procedure: In marital property cases, gifts and inheritances are excluded from community assets; an appeal based on failure to consider evidence is unfounded if the lower court's reasoning explicitly references and evaluates such evidence, while arguments lacking factual basis are inadmissible.

Keywords

AI generated
marital property division community assets exclusion failure to consider evidence inadmissible argument appellate review standard

Cited Legislation

AI generated
Art. 1400(3) Civil Code
Art. 559(1) Code of Civil Procedure
Art. 559(20) Code of Civil Procedure
Art. 559(8) Code of Civil Procedure
Art. 176 Code of Civil Procedure
Art. 183 Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1944 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1944/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 30 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημοσθένη Γκούντα.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βάσω Μεϊντή.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-3-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 108/2000 μη οριστική, 158/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 283/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-10-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 20-3-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 1400 ΑΚ στην αύξηση της περιουσίας των συζύγων δεν υπολογίζεται ό,τι αυτοί απέκτησαν από δωρεά, κληρονομία, κληροδοσία ή με διάθεση των αποκτημάτων από αυτές τις αιτίες. Ο λόγος είναι προφανής, αφού σ` αυτές τις περιπτώσεις δεν υπάρχει συμβολή του άλλου συζύγου. Λαμβανομένου δε υπόψη του σκοπού της πιο πάνω διατάξεως, ως δωρεά πρέπει να νοηθεί οποιαδήποτε απόκτηση οφέλους από χαριστική αιτία, όπως είναι και η περίπτωση κατά την οποία η παράδοση των χρημάτων δεν γίνεται απευθείας στον δωρεοδόχο αλλά σε άλλο πρόσωπο, το δανειστή του, για χάρη πάντως του δωρεοδόχου.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έγκειται στην ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή αυτού, η οποία υπάρχει όταν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ δεν υφίστανται οι πραγματικές προϋποθέσεις του, ή αντιστρόφως, όταν δεν εφαρμόζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ενώ υφίστανται οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως λόγω έλλειψης νόμιμης βάσης, όταν από το αιτιολογικό της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων για την εφαρμογή της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή της μη συνδρομής των όρων αυτών που αποκλείει την εφαρμογή της, όπως και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και όχι όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, που απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η αγωγή της περί συμμετοχής της στην, συνεστώτος του γάμου τους, αύξηση της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου πρώην συζύγου της, δέχθηκε ανελέγκτως, μετ` εκτίμηση των αποδείξεων, μεταξύ των άλλων και τα εξής:

Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 28-10-1984 στο ... και έζησαν μαζί μέχρι τον Μάρτιο του 1997, οπότε διασπάστηκε η έγγαμη συμβίωσή τους, από το γάμο τους δε αυτό απέκτησαν τέσσερα τέκνα που γεννήθηκαν τα έτη 1985, 1987, 1989 και 1995 αντίστοιχα. Κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους, οι διάδικοι δεν είχαν περιουσιακά στοιχεία.

Καθ' όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους ζούσαν με τα παιδιά τους στην πόλη .... Μέχρι το έτος 1988 φιλοξενούντο στο σπίτι των γονέων του εφεσιβλήτου (ήδη αναιρεσιβλήτου) και στη συνέχεια διέμεναν σε μισθωμένο διαμέρισμα πάνω από το κατάστημα-μπυραρία, που εκμεταλλεύετο ο πατέρας του τελευταίου στην ίδια πόλη, ο οποίος έμενε και αυτός σε άλλο διαμέρισμα της ίδιας οικοδομής.

Επίσης, ο ίδιος, τους αγόρασε όλο τον εξοπλισμό και την οικοσκευή που ήταν απαραίτητα για τη διαμονή τους στο μισθωμένο διαμέρισμα, ενώ κάλυπτε τα έξοδα μίσθωσης και συντήρησης αυτού μέχρι το έτος 1994 που επέστρεψε στην Ελλάδα. Ο αναιρεσίβλητος από τον Ιούλιο του 1984 και μέχρι τον Φεβρουάριο του 1991 εργάζετο στο κατάστημα-μπυραρία του πατέρα του με μηνιαίο μισθό 1.000 DΜ.

Από το Φεβρουάριο του 1991 μέχρι τον Σεπτέμβριο του έτους 1994 εργάσθηκε σε εργοστάσιο. Το έτος 1994 ο πατέρας του, επειδή θα επέστρεφε μόνιμα στην Ελλάδα, του παραχώρησε χωρίς αντάλλαγμα την εκμετάλλευση του καταστήματος της μπυραρίας και έκτοτε εκμεταλλεύετο αυτό μέχρι τις 4-3-1998, οπότε μεταβίβασε την επιχείρηση αυτή στην ...

έναντι του τιμήματος των 60.000 DΜ. Το ποσό αυτό, όμως , προέρχεται από διάθεση αποκτήματος που περιήλθε στον αναιρεσίβλητο κατά τη διάρκεια του γάμου του με χαριστική αιτία από τον πατέρα του και επομένως δεν υπολογίζεται στην αύξηση της περιουσίας του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 3 ΑΚ. Η εκκαλούσα (ήδη αναιρεσείουσα), σε όλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης τους, ασχολείτο με την ανατροφή των παιδιών τους και με τις οικιακές εργασίες, ενώ περιστασιακά βοηθούσε κατά τις πρωινές ώρες και στην προετοιμασία του καταστήματος του πεθερού της με καθάρισμα και διευθέτηση του χώρου.

Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωαννίνων Παναγιώτη Ευθυμιάδη, περιήλθε στην συγκυριότητα του αναιρεσιβλήτου κατά ποσοστό 241,50/1000 εξ αδιαιρέτου, με αιτία τη γονική παροχή από τους γονείς του Ξ και Θ, ένα οικόπεδο έκτασης 632,10 τμ που βρίσκεται στα ... στη θέση "...ι", στο οποίο ποσοστό εξ αδιαιρέτου, σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 61471/11-8-1987 συμβόλαιο σύστασης κάθετης ιδιοκτησίας του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Ιωαννίνων, αντιστοιχούν οι κατωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες της οικοδομής που θα ανεγείρετο μελλοντικά:

α) Η Α2 αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 8 τ.μ β) Η Υ2 αποθήκη του υπογείου, εμβαδού 90 τ.μ, γ) Το Κ2 κατάστημα του ισογείου, εμβαδού 90 τμ, δ) Το Δ2 διαμέρισμα του πρώτου πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 90 τμ, και ε) Το Δ4 διαμέρισμα του δεύτερου πάνω από το ισόγειο ορόφου, εμβαδού 90 τμ. Με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Ιωαννίνων, το υπόλοιπο ποσοστό εξ αδιαιρέτου του ως άνω οικοπέδου με τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αντιστοιχούν σ' αυτό, οι γονείς του αναιρεσιβλήτου το μεταβίβασαν με αιτία τη γονική παροχή στην αδερφή του ....

Μετά την από 21-10-1987 αίτηση του αναιρεσιβλήτου και του ..., συζύγου της αδερφής του, εκδόθηκε από το Τμήμα Πολεοδομίας της Νομαρχίας Ιωαννίνων η υπ' αριθμ. 296/24-11-1987 άδεια οικοδομής, με βάση την οποία ανεγέρθηκε στο ανωτέρω οικόπεδο η εν λόγω οικοδομή, η οποία ανήκε στον αναιρεσίβλητο και στην αδερφή του. Οι εργασίες για την ανέγερση της ανωτέρω οικοδομής άρχισαν το Δεκέμβριο του 1987 και ολοκληρώθηκαν το έτος 1993, ενώ οι δαπάνες για την ανέγερσή της ανήλθαν στο ποσό των 30.000.000 δραχμών, που διατέθηκαν από τους γονείς του αναιρεσιβλήτου, χωρίς καμία οικονομική συμμετοχή του τελευταίου και της αδελφής του.

Πρέπει να σημειωθεί, συνεχίζει το Εφετείο, ότι ο πατέρας του αναιρεσιβλήτου εργάζετο από το έτος 1960 στη ..., αρχικά ως εργάτης και στη συνέχεια, επειδή γνώριζε πολύ καλά τη γερμανική γλώσσα, ως αρχιεργάτης με ετήσιες ακαθάριστες αποδοχές, κατά το έτος 1969, 20.000 DΜ. Παράλληλα, εργάζετο ως διερμηνέας και μεταφραστής της γερμανικής γλώσσας στην περιοχή ..., όπου διέμενε και αμείβετο με το 1/3 περίπου των αποδοχών που λάμβανε ως αρχιεργάτης, καθώς επίσης και ως λογιστής, καταρτίζοντας τις φορολογικές δηλώσεις των ομογενών της περιοχής αυτής, όπως αποδεικνύεται και από δημοσιεύματα του τοπικού τύπου της πόλης ...

της 6-2-1969, τα οποία εξυμνούσαν τις προσωπικές του δυνατότητες και τις οικονομικές του δραστηριότητες. Το έτος 1975 έφυγε από το εργοστάσιο και άνοιξε δικό του κατάστημα-μπυραρία, που διατήρησε μέχρι το 1982. Στη συνέχεια άνοιξε νέο κατάστημα-μπυραρία, στο οποίο επένδυσε, αρχικά για τον εξοπλισμό του και στη συνέχεια για την ανακαίνιση του, τα ποσά των 24.000 και 50.000 DΜ, αντίστοιχα.

Το ως άνω κατάστημα το εκμεταλλεύετο ο ίδιος, χωρίς προσωπικό, με τη βοήθεια της συζύγου του, μέχρι το έτος 1984, που άρχισε να εργάζεται σ' αυτό και ο αναιρεσίβλητος μετά την τέλεση του γάμου του. Η μητέρα του τελευταίου εργάζετο από το έτος 1963 που πήγε στη ... μέχρι και τα μέσα του έτους 1992 ως εργάτρια σε εργοστάσιο επεξεργασίας σωλήνων σε πρωινή και απογευματινή βάρδια με ετήσιες ακαθάριστες αποδοχές 11.000 DΜ, όπως αποδεικνύεται από το με επίκληση προσκομιζόμενο σε επίσημη μετάφραση από 22-1-2001 έγγραφο του ...

ΕΠΕ και Σια. Οι γονείς του αναιρεσιβλήτου είχαν ανεγείρει με δικά τους χρήματα στο ίδιο ως άνω οικόπεδο και άλλη οικοδομή, αποτελούμενη από τρία διαμερίσματα και δύο καταστήματα, η οποία αποπερατώθηκε το έτος 1982, έκτοτε δε εκμίσθωναν τα ως άνω διαμερίσματα και καταστήματα και εισέπρατταν συνολικά ως μισθώματα, αρχικά, το ποσό των 300.000 δρχ.

κατά μήνα. Αποδείχθηκε ακόμη ότι η μητέρα του εφεσιβλήτου είχε ανοίξει στις 2-2-1983, δηλαδή πριν από τον γάμο των διαδίκων, στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας τον υπ' αριθμ. .... κοινό λογαριασμό συναλλάγματος σε DΜ στο όνομα το δικό της και του εφεσιβλήτου, στον οποίο λογαριασμό κατατέθηκε, μέσω του καταστήματος της Εθνικής στην ...

από την ημερομηνία του ανοίγματος μέχρι 6-11-1998, το ποσό των 186.000 DΜ (29.760.000 δρχ) ,όπως αποδεικνύεται από το από 17-9-1999 έγγραφο της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος. Ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι ο εν λόγω κοινός λογαριασμός ανοίχθηκε από τον αναιρεσίβλητο σύζυγό της και ανήκε κατά κύριο λόγο στον ίδιο είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το έτος 1983 ο αναιρεσίβλητος ευρίσκετο ακόμη στην Ελλάδα και βέβαια δεν εργάζετο, ώστε να αποταμιεύει καταθέτοντας χρήματα στο λογαριασμό αυτό.

Τα χρήματα αυτά που κατατέθηκαν στον παραπάνω λογαριασμό από τους γονείς του αναιρεσιβλήτου, αφού τα χρήματα που κέρδιζε ο τελευταίος μετά την τέλεση του γάμου του, δεν επαρκούσαν για την κάλυψη των αναγκών της πολυμελούς οικογένειας του, διατέθηκαν για την ανέγερση της ως άνω επίδικης οικοδομής. Από την κίνηση του λογαριασμού αυτού, που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσίβλητος, αποδεικνύεται ότι κατά το χρονικό διάστημα που ανεγείρετο η ως άνω οικοδομή, ήτοι από 1987 έως 1993, έγιναν αναλήψεις συνολικού ποσού 181.018 DΜ Χ 160 δρχ.

το DΜ =28.962.880 δραχμών. Με το ποσό των 30.000.000 δραχμών, που δαπανήθηκε κατά τα ανωτέρω για την ανέγερση της επίδικης οικοδομής, ολοκληρώθηκαν μόνον τα διαμερίσματα, ενώ τα καταστήματα παρέμειναν ημιτελή. Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος συνέβαλε με δικά του χρήματα στην ανέγερση των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών της οικοδομής.

Περαιτέρω, ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, ότι κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1994-1998 ο αναιρεσίβλητος κέρδισε τουλάχιστον το ποσό των 39.475.200 δρχ., το οποίο διέθεσε προφανώς για την ανέγερση της οικοδομής στα ..., είναι αβάσιμος και αυτοαναιρούμενος και από τις ίδιες τις θέσεις της αναιρεσείουσας, η οποία τόσο στην αγωγή της όσο και στην έφεσή της αναφέρει ότι κατά το έτος 1993 είχαν αποπερατωθεί και τα διαμερίσματα της εν λόγω οικοδομής.

Από την κίνηση δε του προσωπικού του, υπ' αριθμ. ... λογαριασμού συναλλάγματος της Dresdner Bank, που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσίβλητος, αποδεικνύεται ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1991 έως 1993 το ύψος των καταθέσεών του είχε ανέλθει στο ποσό περίπου των 2.000 DΜ, με μεγαλύτερο ύψος στις 9-6-1993 το ποσό των 6.063 DΜ.

Τον λογαριασμό αυτόν άνοιξε ο αναιρεσίβλητος, προκειμένου να κατατίθεται η μισθοδοσία του από το εργοστάσιο όπου εργάζετο κατά το αντίστοιχο παραπάνω χρονικό διάστημα. Εξάλλου, το γεγονός ότι ο λογαριασμός αυτός ανήλθε κατά το έτος 1996 στο ποσό των 10.295 DΜ, δικαιολογείται από δανειοδοτήσεις του αναιρεσιβλήτου την εποχή εκείνη, όπως αποδεικνύεται από τα σχετικά έγγραφα δανειοδότησής του.

Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν και δεδομένου ότι η οικοδομή στα ... ολοκληρώθηκε με δαπάνες των γονέων του αναιρεσιβλήτου, υπό τύπον δωρεάς προς τον τελευταίο, δεν επηρεάζονται τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά από τον τυπικό όρο του παραπάνω συμβολαίου γονικής παροχής, σύμφωνα με τον οποίο η δαπάνη για την ανέγερση και γενικά την κατασκευή των άνω οριζόντιων ιδιοκτησιών της οικοδομής που επρόκειτο να ανεγερθεί θα βάρυναν αποκλειστικά τον αναιρεσίβλητο, καθόσον, κατά την κοινή πείρα και αντίληψη, είναι συνήθεις ανάλογοι όροι σε συμβόλαια χαριστικών παροχών, κυρίως για φορολογικούς λόγους.

Εξάλλου, το ότι οι διάδικοι δεν ήταν σε θέση να εκταμιεύουν χρήματα από τις οικονομίες τους μέχρι το έτος 1993, που ολοκληρώθηκε η ανέγερση της οικοδομής στα ..., λόγω των πολλών εξόδων που απαιτούσε η συντήρηση της πολυμελούς τους οικογένειας, τεκμαίρεται και από το γεγονός ότι μετά το έτος 1993, παρόλο ότι είχαν στη διάθεση τους την εκμετάλλευση αποκλειστικά για λογαριασμό τους του καταστήματος της μπυραρίας στη ...

αλλά και τα μισθώματα των δύο έτοιμων διαμερισμάτων στα ..., εντούτοις δεν μπόρεσαν να διαθέσουν ούτε εκείνο το ελάχιστο χρηματικό ποσό που απαιτείτο για την αποπεράτωση του καταστήματος του ισογείου της οικοδομής στα ..., το οποίο ακόμη παραμένει ημιτελές. Ακολούθως, το Εφετείο, κρίναν ότι δεν αποδείχθηκε οιαδήποτε συμβολή της αναιρεσείουσας στο ανωτέρω περιουσιακό απόκτημα, δηλαδή στην τριώροφη οικοδομή, απέρριψε την έφεσή της κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη η αγωγή της.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1400 παρ. 3 και 498 παρ. 2 ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε, την δεύτερη εξ αυτών εμμέσως, δεχθέν ότι αποτελεί δωρεά η εκ μέρους των γονέων του αναιρεσιβλήτου διάθεση των χρημάτων για την ανέγερση της οικοδομής, για την οποία (δωρεά) δεν ήταν αναγκαία η παράδοση των απαιτηθέντων χρημάτων από τους δωρητές ευθέως προς αυτόν ως δωρεοδόχο, αλλά αρκούσε η για λογαριασμό του καταβολή αυτών στους τρίτους κατασκευαστές της οικοδομής.

Ούτε στέρησε την απόφαση του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελλιπών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, αφού διέλαβε σ' αυτή με πληρότητα, και σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις το αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε έτσι ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη εφαρμογής των ως άνω διατάξεων, δεν ήταν δε αναγκαίο κατά νόμο να αναφέρει 1)από ποια στοιχεία κατέληξε στην κρίση ότι οι δαπάνες για την ανέγερση της οικοδομής ανήλθαν στο ποσό των 30.000.000 δραχμών, 2)πως προέκυψε ότι τα χρήματα αυτά κατατέθηκαν από τους γονείς του αναιρεσιβλήτου, 3)διακεκριμένως τη δαπάνη για την ανέγερση κάθε οριζόντιας ιδιοκτησίας της οικοδομής, δεδομένου ότι οι ελλείψεις αυτές ανάγονται στην ανάλυση των αποδείξεων και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο διατυπώνεται με σαφήνεια και 4)τον χρόνο και τον τρόπο πραγματοποιήσεως των ανωτέρω δωρεών των γονέων του αναιρεσιβλήτου προς αυτόν, αφού, κατά τα προαναφερθέντα, ως δωρεά νοείται οποιαδήποτε απόκτηση οφέλους από χαριστική αιτία.

Επίσης δεν ήταν αναγκαίος, για την πληρότητα της αιτιολογίας της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο ειδικότερος προσδιορισμός των φορολογικών λόγων, χάριν των οποίων περιλήφθηκε στο μεταβιβαστικό του οικοπέδου συμβόλαιο ο τυπικός όρος ότι το κόστος ανέγερσης της οικοδομής θα βάρυνε αποκλειστικά τον αναιρεσίβλητο.

Επομένως, οι περί του αντιθέτου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., απορρέοντες πρώτος, τέταρτος και έκτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Εξάλλου, ο έκτος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο η αναιρεσείουσα αιτιάται παραβίαση από το Εφετείο των διδαγμάτων της κοινής πείρας με το να δεχθεί ότι ο ανωτέρω όρος του μεταβιβαστικού συμβολαίου περί επιβάρυνσης του αναιρεσιβλήτου αποκλειστικά με το κόστος ανεγέρσεως της οικοδομής δεν επηρεάζει τα (αποδειχθέντα) πραγματικά περιστατικά, διότι το επικαλούμενο ως δίδαγμα κοινής πείρας ότι ο όρος αυτός "ερμηνευόμενος κατά τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου που ρυθμίζουν τα της γονικής παροχής και δωρεάς, έχει ως σκοπό να περιορίσει τις παροχές των γονέων προς το τέκνο", είναι απαράδεκτος διότι αφορά στην εκτίμηση των αποδείξεων.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης μέμφεται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 17-9-1999 εγγράφου της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, απευθυνόμενο στον αναιρεσίβλητο, με το να δεχθεί ότι ο αναφερόμενος σ' αυτό λογαριασμός ανοίχθηκε από την μητέρα του αναιρεσιβλήτου και όχι από τον ίδιο, όπως προκύπτει από την αναφορά σ' αυτό "ο παραπάνω λογαριασμός σας ανοίχθηκε από εσάς στις 22-8-1983 μέσω του καταστήματός μας στη ...".

Από την επισκόπηση όμως του περιεχομένου του εγγράφου αυτού, το οποίο επιγράφεται "Λογαριασμός σας συναλλάγματος σε DEM ... στα ονόματα Ψ ή Θ", δεν προκύπτει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενό του, με το να μη δεχθεί ότι με την αναφορά σ' αυτό της φράσης "ο λογαριασμός αυτός ανοίχθηκε από εσάς...." νοείται αποκλειστικά ο αναιρεσίβλητος, αλλά ότι, αφού το ανέγνωσε σωστά και το συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η μητέρα του αναιρεσιβλήτου είχε ανοίξει στις 2-2-1983 τον υπ' αριθμ. ...

κοινό λογαριασμό συναλλάγματος σε DM στο όνομα το δικό της και του αναιρεσιβλήτου, στον οποίο λογαριασμό κατατέθηκε μέσω του καταστήματος της Εθνικής στη ... το ποσό των 186.000 DN.

Συνεπώς, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.ΠολΔ προβαλλόμενος αντίθετος ως άνω λόγος είναι αβάσιμος. Ο από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και όταν το δικαστήριο, αν και υποχρεούται στο πλαίσιο των άρθρων 335 κα 336 έως και 340 του ίδιου Κώδικα, προκειμένου να σχηματίσει την αποδεικτική του κρίση αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που αυτοί προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν, παραβίασε την υποχρέωσή του αυτή ή όταν παρά την περί αυτού βεβαίωση δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της αποφάσεως ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα ή ορισμένα από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τους τρίτο και πέμπτο, κατά ένα μέρος, λόγους της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια ότι, για την απόδειξη του αγωγικού ισχυρισμού περί συμβολής του αναιρεσιβλήτου συζύγου της και της ίδιας στην ανέγερση της οικοδομής με χρήματα που αποκτήθηκαν από την εργασία τους στη ..., δεν έλαβε υπόψη το ανωτέρω από 17-9-1999 έγγραφο της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος που προσκόμισε με επίκληση ο αναιρεσίβλητος στη δευτεροβάθμια δίκη, ούτε τις βεβαιώσεις της Οικονομικής Υπηρεσίας της πόλεως ..., τις οποίες προσκόμισε και επικαλέσθηκε κατά τη δευτεροβάθμια δίκη η ίδια και από τις οποίες προέκυπταν τα εισοδήματα του αναιρεσιβλήτου κατά τα έτη 1992-1995.

Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι από τη βεβαίωση του Εφετείου, ότι έλαβε υπόψη όλα τα από τους διαδίκους προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της πιο πάνω αποφάσεως, συνάγεται αναμφίβολα ότι αυτό (Εφετείο), για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη τόσο το από 17-9-1999 έγγραφο, για το οποίο μάλιστα γίνεται ρητή αναφορά στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προαναφέρθηκε, όσο και τις άνω βεβαιώσεις, τις οποίες και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.

Ο πέμπτος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν έλαβε υπόψη τον παραδεκτά προταθέντα ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι τα πραγματικά εισοδήματα του αναιρεσιβλήτου ήταν ικανά να χρηματοδοτήσουν την ανέγερση της οικοδομής τους στα ..., είναι απαράδεκτος, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά "πράγμα" κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αλλά επιχείρημα της αναιρεσείουσας προς θεμελίωση της ιστορικής βάσης της αγωγής της.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του καταθέσαντος έγγραφες προτάσεις αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Οκτωβρίου 2007 αίτηση της Χ για αναίρεση της υπ' αριθμ. 283/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, το ποσό των οποίων ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ