Supreme Court dismisses appeal; employees cannot claim statutory severance if they voluntarily accepted better voluntary departure benefits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by twenty former employees against the National Bank of Greece regarding their termination benefits. The employees had voluntarily accepted a specific compensation package under a company circular that was more favorable than the statutory severance provided under Article 8 of Law 3198/1955. The court ruled that accepting these superior voluntary departure benefits precluded them from simultaneously claiming the statutory half-severance, as the two payments share the same object and purpose.
Legislator headnote
AI generatedArt. 8 of Law 3198/1955; Art. 559(1) & 19 of the Code of Civil Procedure: Employees who voluntarily accept compensation under a more favorable contractual or regulatory scheme for voluntary departure are barred from claiming statutory severance benefits under Law 3198/1955 due to the identity of the object and purpose of the payments.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1944 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1944/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, ..., και 20) Χ20. Εκπροσωπήθηκαν όλοι από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αλέξανδρο Στρίμπερη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 51/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2986/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-5-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 21-3-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή το άρθρο 8 του ν. 3198/1955 στο εδάφιο α' ορίζει ότι "μισθωτοί συνδεόμενοι δια σχέσεως εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν της παρ. 1 του άρθρου 6 του ν. 2112, ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου το 65ον έτος της ηλικίας των, αποχωρούντες της υπηρεσίας τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεως της υπό του ν. 2112, ως ετροποποιήθη μεταγενεστέρως, η του β.δ.
της 16/18.7.1920 οριζομένης αποζημιώσεως δια την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας υπολογιζομένης βάσει των παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος". Προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως αυτής, που συνεχίζει να ισχύει, είναι: α) σχέση εργασίας αόριστης διάρκειας, β) συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή συμπλήρωση του προβλεπόμενου από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας και σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου του 65 έτους της ηλικίας και γ) αποχώρηση από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη.
Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές ο μισθωτός δικαιούται το ήμισυ της αποζημιώσεως του ν. 2112 ή του β.δ. του 1920. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των άρθρων 648, 669, 672 και 673 ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία λόγω συμπλήρωσης του καθοριζομένου ορίου ηλικίας.
Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, αν δε αυτή πληρωθεί η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε αορίστου χρόνου (Ολ. ΑΠ 1110/1986). Περαιτέρω κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 5 του ν. 435/1976, με την οποία αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδ.
του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 που είχε προστεθεί με την παρ. 4 του άρθρου 8 του ν.δ. 3789/57: "Μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς χορήγησιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις δύνανται, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν της εργασίας ή να απομακρύνωνται ταύτης παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις τας περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της υπό του νόμου 2112/20 οριζομένης απροειδοποιήτου αποζημιώσεως" και κατά τη διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου "τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντος".
Η τελευταία διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρα 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 3239/1955, 7 παρ. 2 ν. 1876/1990, 8 παρ. 1 ν. 2112/20) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, λόγω της ταυτότητας του νομικού λόγου έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδαφίου α' του παραπάνω άρθρου 8 του Ν. 3198/1955, το οποίο, όπως από το ανωτέρω άρθρο 5 (παρ. 1) του ν. 435/1976 προκύπτει, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων, κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής "ως ευνοϊκότεροι όροι νοούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού είτε ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της είτε στο ίδιο το δικαίωμα καταγγελίας (Ολ.
ΑΠ 26/1992). Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος και Αθηνών ΑΕ", που καταρτίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτής και κυρώθηκε με το β.δ. της 17/26.9.1953, κατ` εφαρμογή του άρθρου 1 του ν.δ. 2510/1953 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 267/26.9.1953) και έχει ισχύ νόμου η μετά του προσωπικού της Τραπέζης σύμβαση εργασίας λύεται, εκτός από άλλους αναφερόμενους σ` αυτό λόγους, και 1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2) δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, σε κάθε δε περίπτωση με την συμπλήρωση των κάτωθι οριζομένων ορίων ηλικίας α) του 62ου έτους δια τους Διευθυντάς, Υποδιευθυντάς, Συμπράττοντας Υποδιευθυντάς και Τμηματάρχας, β) ...
γ) ... δ) ... Επίσης στο ίδιο άρθρο (26 αριθ. 2δ εδ. β`) ορίζεται και ότι "οι προ της συμπληρώσεως του ως άνω ορίου ηλικίας απολυόμενοι δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας δικαιούνται και της κατά νόμον αποζημιώσεως" (ΑΠ 1535/2004). Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε κατά κρίση ανέλεγκτη τα εξής:
Οι εκκαλόυντες και ήδη αναιρεσείοντες προσλήφθηκαν από την εφεσίβλητη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε." με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας κατά τις πιο κάτω ημερομηνίες και προσχώρησαν στον κανονισμό εργασίας αυτής. Δηλαδή η πρώτη την 8-3-1972, η δεύτερη την 10-1-1977, ο τρίτος την 30-9-1971, η τέταρτη την 11-9-1971, η πέμπτη την 6-3-1978, ο έκτος την 26-9-1970, η έβδομη την 16-12-1986, η όγδοη την 26-11-1984, ο ένατος την 6-4-1981, η δέκατη την 1-4-1982, η ενδέκατη την 7-4-1982, η δωδέκατη την 1-2-1988, η δέκατη τρίτη την 22-8-1988, η δέκατη τετάρτη την 8-3-1978, ο δέκατος πέμπτος την 26-11-1984, η δέκατη έκτη την 10-5-1985, η δέκατη εβδόμη την 22-9-1975, η δέκατη ογδόη την 1-2-1988, η δέκατη ένατη την 8-9-1982 και ο εικοστός την 16-6-1972.
Με την υπ' αριθμ. ..... Υπηρεσιακή Εγκύκλιο της Διεύθυνσης Προσωπικού της αναιρεσίβλητης καθορίστηκαν λεπτομερώς οι όροι εθελούσιας αποχώρησης από την υπηρεσία όσων είχαν θεμελιώσει δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης μέχρι την 31-12-2004. οι παροχές που θα μπορούσαν να έχουν οι μετέχοντες στο εν λόγω πρόγραμμα εθελούσιας εξόδου ήταν οι παρακάτω:
Α) Προαγωγή στον επόμενο βαθμό του κλάδου στον οποίο ανήκουν, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι αυτοί (οι μετέχοντες) έχουν συμπληρώσει την 1-7-2004 τον απαιτούμενο προς προαγωγή κατά τον ισχύοντα Κανονισμό Εργασίας χρόνο στον κατεχόμενο βαθμό. Η εν λόγω προαγωγή θα χορηγούνταν με χρόνο ισχύος (valeur) την 1-7-2004, εκτός και επιπλέον των προβλεπομένων από τον Κανονισμό Εργασίας οργανικών θέσεων.
Της ανωτέρω παροχής (προαγωγής) εξαιρούντο οι κατέχοντες βαθμό Υποδιευθυντή Α' του Κλάδου Κύριου Προσωπικού και Αρχιμηχανικού της κατηγορίας Μηχανικών του κλάδου Τεχνικού Προσωπικού. Β) Αποζημίωση κατά περίπτωση, ως εξής: 1) σε όσους θα συμπληρώσουν το 53ο έτος της ηλικίας και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα μέχρι 31-12-2005, το 20% της δικαιούμενης κατά τον Κανονισμό του Ταμείου Αυτασφάλειας, εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 30.000 ευρώ, 2) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο της ηλικίας τους και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα μέχρι 31-12-2007, το 80% της δικαιούμενης κατά τον Κανονισμό του Ταμείου Αυτασφάλειας, εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 30.000 ευρώ, 2) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο έτος της ηλικίας τους και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα μέχρι 31-12-2007 το 80% της δικαιούμενης κατά τον Κανονισμό του Ταμείου αυτασφάλειας, εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 40.000 ευρώ, γ) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο της ηλικίας και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα μέχρι 31-12-2009 το 100% της δικαιούμενης κατά τον Πιο πάνω Κανονισμό εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 50.000 ευρώ, δ) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο έτος της ηλικίας τους και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσία μέχρι 31-12-2012 το 100% της εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 60.000 ευρώ, ε) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο έτος της ηλικίας και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα από 31-12-20013 και μετά το 100% της δικαιούμενης πιο πάνω εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 70.000 ευρώ.
Αντίστοιχη με την ως άνω αποζημίωση θα ελάμβαναν και όσοι υπάλληλοι θα συμπλήρωναν 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες, έχοντας υπερβεί το 58ο έτος της ηλικίας τους. Επίσης όσοι από τους υπαλλήλους υπάγονταν στις ρυθμίσεις αυτές, δεν ήταν όμως ασφαλισμένοι στο Ταμείο Αυτασφάλειας Προσωπικού ΕΤΕ ή δεν είχαν δικαίωμα να λάβουν εφάπαξ παροχή ελλείψει επαρκούς χρόνου ασφάλισης σ' αυτό, θα λάμβαναν ως αποζημίωση το προβλεπόμενο ως ελάχιστο ποσό της κατηγορίας στην οποία αντίστοιχα υπάγονταν.
Τέλος οι καθαρίστριες, οι οποίες δικαιούνταν άμεσης λήψης σύνταξης μέχρι 31-12-2004, ανεξαρτήτως χρόνου συμπληρώσεως των ανωτέρω ορίων, θα λάμβαναν ως αποζημίωση το ποσό των 20.000 ευρώ, εφόσον ήταν πλήρους απασχολήσεως ή των 10.000 ευρώ, εφόσον ήταν μερικής απασχόλησης. Περαιτέρω, η ίδια εγκύκλιος στο Κεφάλαιο Α παρ. 3 όριζε ότι η παροχή που θα λάβουν οι αποχωρούντες υπάλληλοι, σύμφωνα με τους όρους αυτής, συνιστούσε αποζημίωση για τη λύση της σχέσεως εργασίας τους με συνέπεια οι αποχωρούντες κατ' εφαρμογή της εγκυκλίου αυτής, "δεν θα δικαιούνταν καμίας άλλης, εκτός της μιας και μόνο εκ των προβλεπομένων στο άρθρο 1 της παρούσας παροχών και ενδεικτικά ούτε την αποζημίωση του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, ούτε την αποζημίωση που προβλέπει η από 14-12-1988 απόφαση της Διοικήσεως, όπως ισχύει και εφαρμόζεται".
Οι αναιρεσείοντες έκαναν χρήση της ως άνω ευχέρειας και κατέθεσαν προς τη Διεύθυνση προσωπικού της αναιρεσίβλητης χωριστές δηλώσεις τους, με τις οποίες δήλωσαν ότι έχοντας τις σχετικές προϋποθέσεις, επιθυμούσαν να υπαχθούν στις προβλεπόμενες από την ως άνω απόφαση (εγκύκλιο) ρυθμίσεις. Προς τούτο δε κατήγγειλαν μονομερώς τη σύμβαση εργασίας τους με την Τράπεζα ώστε, εφόσον γίνει αποδεκτή η παραίτηση τους από την υπηρεσία, να ολοκληρωθεί η λύση της σχέσης εργασίας τους την 1-11-2004 και να επέλθουν οι προβλεπόμενες από την ως άνω απόφαση συνέπειες.
Ειδικότερα όλοι δήλωσαν ότι επιθυμούσαν να λάβουν το προβλεπόμενο από την ανωτέρω απόφαση χρηματικό ποσό αποζημίωσης, ενώ ρητά δήλωσαν ότι "η ως άνω επιλεγείσα παροχή συνιστά την αποζημίωση τους για τη λύση της σύμβασης εργασίας τους και καμία άλλη αξίωση δεν είχαν κατά της Τράπεζας για το λόγο αυτό".
Οι πιο πάνω δηλώσεις έγιναν δεκτές από την εφεσίβλητη και έτσι, μετά τη λύση της σχέσεως εργασίας τους την 1-11-2004, καταβλήθηκαν σ' αυτούς σύμφωνα με την επιλογή τους, οι ως άνω προβλεπόμενες αποζημιώσεις και συγκεκριμένα τα εξής ποσά: α) σε καθένα από τους, 1η, 5η, 8η, 9η, 10η, 11η, 12η, 13η, 14η, 15η, 16η, 19η το ποσό των 70.000 ευρώ, β) σε καθένα από τους 2η, 4η, 17η, 18η το ποσό των 60.000 ευρώ, γ) στον 3ο το ποσό των 30.000 ευρώ, στην 7η το ποσό 20.000 ευρώ και στον 20ο το ποσό των 49.866,81 ευρώ.
Στη συνέχεια, με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται να λάβουν εκτός από την πιο πάνω παροχή και την προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 αποζημίωση δεδομένου ότι οι όροι της πιο πάνω Υπηρεσιακής Εγκυκλίου περί παροχής κινήτρων για την εθελουσία αποχώρηση προσωπικού ήταν ευνοϊκότεροι των διατάξεων που επικαλούνται για την καταβολή σ' αυτούς της ως άνω αποζημιώσεως γεγονός που δεν αμφισβητούν οι ίδιοι.
Συνεπώς η ανωτέρω επιλογή αυτών να λάβουν την προαναφερόμενη υπέρτερη παροχή, τους στερεί το δικαίωμα να λάβουν και την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 παροχή, αφού υπάρχει ταυτότητα ως προς το αντικείμενο και το σκοπό των εν λόγω δύο παροχών. Επιπλέον, εφόσον οι όροι της προαναφερόμενης συμβατικής ρυθμίσεως περί εθελουσίας εξόδου του προσωπικού από την αναιρεσίβλητη την 1-11-2004, είναι ευνοϊκότεροι για τους εργαζόμενους κατισχύουν αυτών που προβλέπονται από τη νόμιμη ρύθμιση του άρθρου 8 του ν. 3198/1955.
Επομένως οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται να αξιώσουν αθροιστικώς και την αποζημίωση του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 και τις παροχές που προβλέπει η ως άνω συμβατική ρύθμιση, δεδομένου ότι δεν επικαλούνται αλλά ούτε και αποδεικνύεται αντίθετη συμφωνία. Μετά ταύτα το Εφετείο απέρριψε την έφεση που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή για τους ίδιους λόγους.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού οι ως άνω παροχές που επέλεξαν να λάβουν οι αναιρεσείοντες ως ευνοϊκότερες, ταυτίζονται με την αποζημίωση κατά την έννοια του ν. 2112/1920, ως ισχύει τώρα μετά την τροποποίηση του και ως εκ τούτου ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Εξάλλου, με τις πιο πάνω παραδοχές του, το Εφετείο διέλαβε πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των ως άνω διατάξεων και απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 24-5-2007 αίτηση των Χ1, κ.λ.π. για αναίρεση της 2986/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ