Supreme Court dismisses appeal on mandatory minimum engineer fees, ruling contract terms valid without proof of non-compliance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding mandatory minimum fees for architectural studies. The appellants sought a 25% increase on their contractually agreed fees, arguing the amount equaled the statutory minimums under the relevant decrees. The court rejected this claim because the appellants failed to provide evidence proving their contract matched the legal minimums or fell below them. Consequently, the appeal was found baseless, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 1, 2, 4, 80, 81, 82, 83, 87, 224, 227 of Decree 696/1974; Articles 1, 3, 41, 42 of Decree 515/1989: Contractually agreed engineer fees are valid even if they equal the statutory minimums, provided the party claiming non-compliance fails to substantiate that the agreement does not meet or exceeds the legal floor.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1944 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1944/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Ειρήνη Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1) .... , 2) .... και 3) .... . Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Βρανά. Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου Εταιρίας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΕΣ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΕΣ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΑΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΡΟΔΩΝ Α.Ε.", που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Ορφανίδη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς το: Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδος", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Δεν παρέστη ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 182/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 3046/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-12-2004 αίτησή τους και τον από 12-9-2006 πρόσθετο λόγο. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καράμπελας, διάβασε την από 24-10-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και του προσθέτου λόγου, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 2, 4, 80 παρ. 1α΄, 81, 82 παρ. 1 και 2, 83 παρ.1 και 3, 87 παρ. 2, 224 και 227 παρ. 1 του π.δ. 696/1974, όπως τα άρθρα 2, 4, 82 παρ. 2 και 83 παρ.1 αντικαταστάθηκαν αντιστοίχως με τα άρθρα 1, 3, 41 και 42 του π. δ. 515/1989, προκύπτουν τα ακόλουθα: Οι αμοιβές των μηχανικών, που καθορίζονται με τα διατάγματα αυτά αποτελούν τα υποχρεωτικώς εφαρμοζόμενα κατώτατα όρια αποζημιώσεως για την εκπόνηση, μεταξύ άλλων, και αρχιτεκτονικής μελέτης κτιριακού έργου.
Οι αμοιβές της μελέτης αυτής υπολογίζονται επί του συνολικού ποσού του προϋπολογισμού δαπάνης, που περιλαμβάνει και τους προϋπολογισμούς της φέρουσας κατασκευής και των εγκαταστάσεων, τα δε ποσοστά των αμοιβών αυτών υπολογίζονται με βάση μαθηματικό τύπο, οι συντελεστές του οποίου συναρτώνται και με την κατηγορία κάθε έργου.
Κάθε αρχιτεκτονική μελέτη κτιριακού έργου υπάγεται σε μία από τις αναφερόμενες στο άρθρο 82 παρ. 2 του του π.δ. 696/1974 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρ 41 του π. δ. 515/1989) πέντε κατηγορίες, με βάση τα εκεί αναλυτικά καθοριζόμενα κριτήρια. Τα στάδια της μελέτης αυτής είναι η προμελέτη, η οριστική μελέτη και η μελέτη εφαρμογής.
Εάν ανατεθεί στον μελετητή η εκπόνηση μόνο των δύο πρώτων σταδίων της μελέτης, οι αντίστοιχες αμοιβές προσαυξάνονται κατά 25%. Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών με το άρθρο 361 ΑΚ συνάγεται ότι, σε σύμβαση αναθέσεως εκπονήσεως αρχιτεκτονικής μελέτης, είναι επιτρεπτός ο όρος, με βάση τον οποίο ο εργοδότης θα έχει το δικαίωμα να διακόψει την εκπόνησή της σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής, οπότε ο μελετητής θα δικαιούται αμοιβή μόνο για το τμήμα του έργου που έχει εκπονηθεί, ενώ δεν θα δικαιούται καμία αμοιβή ή αποζημίωση για το υπόλοιπο μέρος της μελέτης, του οποίου δεν άρχισε η εκπόνηση.
Ο συμβατικός αυτός όρος, από το περιεχόμενο του οποίου -ειδικότερα για την περίπτωση που ο εργοδότης, θα διέκοπτε την εκπόνηση της μελέτης μετά την εκτέλεση των δύο πρώτων σταδίων αυτής-προκύπτει ότι τα συμβαλλόμενα μέρη θα ήθελαν στη μη οφειλόμενη αμοιβή ή αποζημίωση να περιλαμβάνεται και η κατά 25% προσαύξηση επί του συνολικού ποσού της αμοιβής για τα στάδια της μελέτης που εκτελέστηκαν, δεν προσκρούει στις περί ελάχιστων νόμιμων ορίων αμοιβής μηχανικών διατάξεις του π.δ. 696/1974, όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 515/1989, εφόσον η συμφωνημένη αμοιβή δεν ταυτίζεται με την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή ή υπολείπεται αυτής.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα ακόλουθα: Με την από 4-3-1988 σύμβαση η εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη ανέθεσε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες να εκπονήσουν από κοινού, ως διπλωματούχοι αρχιτέκτονες μηχανικοί, αρχιτεκτονική μελέτη για την αποκατάσταση και τη σύγχρονη λειτουργία του ξενοδοχείου των ".... ", που αυτή διατηρούσε στη Ρόδο.
Ειδικότερα οι ενάγοντες ανέλαβαν να εκπονήσουν α) αρχιτεκτονική αποτύπωση του ξενοδοχείου, β) αρχιτεκτονική προμελέτη των εσωτερικών χώρων και του περιβάλλοντος χώρου του ξενοδοχείου, γ) αρχιτεκτονική οριστική μελέτη των χώρων αυτών, αντί συμφωνημένης αμοιβής 3.900.000, 21.000.000 και 15.000.000 δραχμών αντιστοίχως και δ) μελέτη εφαρμογής και σύνταξη τευχών δημοπράτησης του έργου.
Η αρχιτεκτονική αποτύπωση εκτελέστηκε, υποβλήθηκε δε στην εναγόμενη και εγκρίθηκε από αυτή τον Ιούνιο του 1988. Η προμελέτη εκτελέστηκε και υποβλήθηκε αρχικά στην εναγόμενη στις 2-10-1989, μετά δε από διορθώσεις, επανυποβλήθηκε στις 3-1-1990 και εγκρίθηκε από αυτή στις 2-4-1990. Η οριστική μελέτη εκπονήθηκε και υποβλήθηκε αρχικά για έγκριση στις 16-6-1990, ύστερα δε από διορθώσεις και συμπληρώσεις των αρχικών σχεδίων, σύμφωνα με τις σχετικές παρατηρήσεις της επιτροπής παρακολούθησης του έργου από την πλευρά της εναγόμενης, υποβλήθηκε σ' αυτή για έγκριση στις 26-9-1990 και, μετά από νεότερες διορθώσεις και συμπληρώσεις, επανυποβλήθηκε στις 24-10-1990 και εγκρίθηκε μέσα στον Φεβρουάριο 1991.
Αντίθετα, η μελέτη εφαρμογής δεν εκπονήθηκε και τα τεύχη δημοπράτησης δεν συντάχθηκαν, επειδή η εναγόμενη με το 43/30-4-1991 έγγραφό της ζήτησε από τους ενάγοντες να μη προχωρήσουν στην εκπόνηση της μελέτης και τη σύνταξη των τευχών, ενόψει μεταβολής του προορισμού του ξενοδοχείου ως έδρας λειτουργίας καζίνου.
Η εναγόμενη εξόφλησε την αμοιβή της αρχιτεκτονικής αποτύπωσης του ξενοδοχείου και της προμελέτης και κατέβαλε στους ενάγοντες το ποσό των 8.228.109 δρχ. σε μερική εξόφληση της οριστικής μελέτης, για την οποία απέμενε έτσι υπόλοιπο 6.771.891 δρχ. (15.000.000-8.228.109), το οποίο τελικώς επιδικάστηκε στους ενάγοντες με την προσβαλλόμενη απόφαση.
Με τον όρο 9 της παραπάνω συμβάσεως συμφωνήθηκε ρητά ότι η εναγομένη, αν το κρίνει αναγκαίο, θα έχει το δικαίωμα να διακόψει την εκπόνηση της μελέτης σε οποιοδήποτε στάδιο αυτής, οπότε οι ενάγοντες θα δικαιούνται αμοιβή μόνο για το τμήμα του έργου που έχει εκπονηθεί, έστω και αν το τμήμα αυτό δεν είναι ολοκληρωμένο, ενώ δεν θα δικαιούνται καμία αμοιβή ή αποζημίωση για το υπόλοιπο μέρος της μελέτης, του οποίου δεν άρχισε η εκπόνηση.
Κατά τη σαφή βούληση των συμβαλλόμενων μερών, στην έννοια της μη οφειλής αμοιβής ή αποζημίωσης, για το μέρος της μελέτης που δεν άρχισε να εκπονείται, περιλαμβάνεται και η ζητούμενη από τους ενάγοντες προσαύξηση ποσού 9.000.000 δραχμών, ήτοι ποσοστού 25% επί του συνολικού ποσού της αμοιβής των 36.000.000 δραχμών για τις μελέτες (προμελέτη και οριστική μελέτη) που εκτελέστηκαν και η οποία προσαύξηση συνδέεται αιτιωδώς με την εντολή της εναγόμενης για μη εκπόνηση της μελέτης εφαρμογής και σύνταξη των τευχών δημοπράτησης, που δεν είχαν ακόμη αρχίσει.
Ο συμβατικός δε αυτός όρος δεν προσκρούει στις διατάξεις του π.δ. 696/1974, όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 515/1989, που ορίζουν τα ελάχιστα νόμιμα όρια της αμοιβής μηχανικών για εκτέλεση μελετών, αφού με την ένδικη αγωγή δεν αξιώνεται η ελάχιστη νόμιμη αμοιβή των εναγόντων, αλλά η αμοιβή που συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, για την οποία δεν προκύπτει -ούτε οι διάδικοι επικαλούνται- ότι ταυτίζεται με την ελάχιστη νόμιμη ή ότι υπολείπεται αυτής.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσείοντες δεν δικαιούνται προσαύξηση επί της αμοιβής των μελετών που εκπονήθηκαν. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες περί ελάχιστων νόμιμων ορίων αμοιβών διατάξεις του π.δ. 696/1974, όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 515/1989 και επομένως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος του κύριου αναιρετηρίου, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι, παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση για την παροχή έννομης προστασίας (ΟλΑΠ 3/1997 και 11/1996, ΑΠ 1121/1998).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο του δικογράφου των προσθέτων, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, οι -παραιτηθέντες, με τις προτάσεις τους, από τον ταυτάριθμο πρώτο λόγο του κύριου αναιρετηρίου- αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον αγωγικό ισχυρισμό ότι η συμφωνημένη με την αναιρεσίβλητη αμοιβή τους ταυτίζεται με εκείνη, που προκύπτει από την εφαρμογή του προαναφερόμενου π.
δ/τος. Από το περιεχόμενο όμως της αγωγής προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες ισχυρίστηκαν ότι η συμβατική αμοιβή τους ήταν εκείνη, που προέκυπτε από την εφαρμογή του προαναφερόμενου π. δ/τος, χωρίς όμως να παραθέτουν στοιχεία (όπως ο προϋπολογισμός δαπάνης και η κατηγορία του έργου, κατά την έννοια που προεκτέθηκε), από τα οποία να μπορεί να συναχθεί ότι η αμοιβή αυτή ταυτίζεται πράγματι με την ελάχιστη νόμιμη αμοιβή ή ότι υπολείπεται αυτής, σύμφωνα με τις περί ελάχιστων νόμιμων ορίων αμοιβών διατάξεις του π.δ. 696/1974, όπως τροποποιήθηκε με το π.δ. 515/1989.
Επομένως ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-12-2004 αίτηση των .... , .... και .... για αναίρεση της 3046/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει στο ποσό των τετρακοσίων είκοσι (420) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 28 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 12 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ