Legislator Case Law & Legislation
1943/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to cite substantive law violated regarding evidence evaluation.

Case Number 1943/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final judgment rendered under voluntary jurisdiction rules. The appellant argued the lower court erred by disregarding a debt certificate as evidence, but the court found this claim inadmissible because it did not specify the violated substantive law. The court held that the appeal only challenged the factual evaluation of evidence, which falls outside the Supreme Court's jurisdiction under Article 561 of the Code of Civil Procedure.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560 and 561 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if it fails to identify the specific substantive law provision violated and the corresponding legal error, as the Supreme Court cannot review the factual evaluation of evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility substantive law citation evidence evaluation voluntary jurisdiction factual assessment Code of Civil Procedure inadmissible appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 560 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 739 to 741 of the Code of Civil Procedure
Article 15 of Law 3869/2010
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1943 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1943/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. Τ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Τσουκαλά.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....." και δ.τ. "..." (πρώην "Τράπεζα ... ...”), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "..." (πρώην "... ... Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο ... και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "… ...", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Φώτιο Σαρρή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ για την 2η εμφανίστηκε ο δικηγόρος Νικόλαος Νάκης, ο οποίος δήλωσε ότι υπάρχει μεταβολή του προσώπου του μη δικαιούχου διαδίκου για τις απαιτήσεις της εδρεύουσας στο ... και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "..." και παρίσταται και εκπροσωπεί την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "… ..." και δ.τ. "".....", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-10-2014 αίτηση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο ... . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 457/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5836/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 11-11-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και ο πληρεξούσιος της 2ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση, από 11-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 114651/177/2022), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 5836/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "...-....

Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτής, διότι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 815/2024, ΑΠ 596/2024).

Συνακόλουθα, η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ` άρθρο 553 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 741 και 769 του ΚΠολΔ και ως προς την ανωτέρω πρώτη αναιρεσίβλητη και εφόσον περαιτέρω έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρα 552, 553 παρ.

Ιβ, 556, 558, 564 παρ. 3 και 769 του ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του ΚΠολΔ), επισημαινόμενου περαιτέρω και του ότι στη θέση της αρχικώς ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα ...-.... υπεισήλθε, ως καθολική διάδοχός της, η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα ...

Α.Ε.", λόγω διάσπασης της πρώτης και σύσταση της δεύτερης (αριθ. καταχ. ΓΕΜΗ 31907 και 31909/2020), με συνέπεια η τελευταία εταιρία να υποκαθίσταται από την καταχώρηση αυτή, σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της πρώτης εταιρίας (ΑΠ 1545/2024, ΑΠ 1209/2023). Από τη παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής:

Η αναιρεσείουσα, άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου ..., την από 15-10-2014 (αριθ. έκθ. κατάθ. 834/2014) αίτηση, με την οποία, επικαλούμενη ότι έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών προς τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές της, ζήτησε τη διευθέτηση των οφειλών της από το δικαστήριο, ώστε να επέλθει απαλλαγή της από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο των χρεών της έναντι των πιστωτών της, σύμφωνα με το σχέδιο διευθέτησης, που είχε υποβάλει, αφού ληφθεί υπόψη η οικογενειακή περιουσιακή της κατάσταση, όπως αναλυτικά την περιέγραφε στην αίτησή της, καθώς επίσης, να εξαιρεθεί από την εκποίηση η κύρια κατοικία της κατά το ανήκον στην ίδια ποσοστό κυριότητας.

Επί της αίτησης εκδόθηκε η με αριθ. 457/2018 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου ..., με την οποία απορρίφθηκε αυτή κατ' ουσία, με την κατάγνωση σε βάρος της αιτούσας ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αυτή προέβη σε δανεισμό δυσανάλογο με τις οικονομικές της δυνατότητες, πέραν των ορίων του δανεισμού στον οποίο θα κατέφευγε ο μέσος σώφρων καταναλωτής.

Κατά της απόφασης αυτής, η αιτούσα άσκησε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 30-4-2019 (αριθ. έκθ. κατάθ. 4871/181/2019) έφεση, με την οποία ζήτησε, λόγω εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής συγκεκριμένων διατάξεων του ν. 3869/2010 και κακής εκτίμησης των αποδείξεων, την εξαφάνιση της απόφασης και την παραδοχή της αίτησης.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...-... δεν παραστάθηκε, ωστόσο εμφανίστηκε η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "..." και με προφορική της δήλωση στο ακροατήριο που καταχωρήθηκε στα πρακτικά, καθώς και με τις νομότυπα κατατεθείσες προτάσεις της, άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα ...

Α.Ε." (καθολικής διαδόχου της "...-...), ισχυριζόμενη ότι κατόπιν της εκκρεμοδικίας που επήλθε με την κατάθεση της έφεσης η αλλοδαπή εταιρία με την επωνυμία "...", κατέστη ειδική διάδοχος της υπερής η πρόσθετη παρέμβαση και ως προς την ένδικη έννομη σχέση και επικαλούμενη έννομο συμφέρον, ενεργώντας στο όνομα και για λογαριασμό της ως άνω αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Τράπεζα ...

Α.Ε.", ζήτησε τη παραδοχή της παρέμβασης και την απόρριψη της υπό κρίση έφεσης. Το, δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο, με τη προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έκρινε παραδεκτή την ως άνω αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, η οποία δημιουργεί δεσμό αναγκαστικής ομοδικίας μεταξύ της προσθέτως παρεμβαίνουσας και της υπερής η πρόσθετη παρέμβαση και συνακόλουθα ότι η εφεσίβλητη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "Τράπεζα ...

Α.Ε." θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την παριστάμενη αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα, απέρριψε κατ' ουσία την έφεση. Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 17-2-2014, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.

Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.

Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".

Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.

Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".

Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1536/2024). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1508/2022).

Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.

Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.

Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.

Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.

Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.

Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023).

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ.

με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1544/2023).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1060/2023, ΑΠ 808/2023, ΑΠ 609/2023).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 549/2022, ΑΠ 257/2020). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει όμως εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, άρα, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1227/2023, ΑΠ 1061/2023).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους, η αναιρεσείουσα, αιτούσα την υπαγωγή της στο ν. 3869/2010, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση, τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου:

Α] ότι το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος της ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων, αλλά και μεταγενέστερα, καθώς και Β] ότι με το να δεχθεί ως ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσής της (αιτούσας) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής του ληξιπρόθεσμου χρέους της προς την πιστώτρια, την οποία πρότεινε με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου η παριστάμενη πιστώτρια, παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη ουσιαστικού κανόνα δικαίου, καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη.

Από τη προσβαλλόμενη απόφαση, που επισκοπείται επιτρεπτά (άρθρο 561 αριθ. 2 του ΚΠολΔ) για τις ανάγκες των ερευνώμενων αναιρετικών λόγων, προκύπτει ότι το, δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''.....

Η αιτούσα - εκκαλούσα, γεννηθείσα στις 24-09-1972 είναι διαζευγμένη από τον Αύγουστο του 2013 με τον Γ. Π., με τον οποίο έχει αποκτήσει δύο τέκνα και δη τον Α.Π., που γεννήθηκε στις 24.12.2001 και τον Η. Π., που γεννήθηκε στις 21.10.2008. Κατόπιν λύσης του γάμου και τα δύο τέκνα διαμένουν με την μητέρα τους. Η τελευταία δε είναι εγγεγραμμένη στα μητρώα ανέργων του ΟΑΕΔ λαμβάνοντας κοινωνικό επίδομα αλληλεγγύης ύψους 300 ευρώ μηνιαίως, κατά μέσο όρο, ενώ και κατά το παρελθόν, παρά την προσπάθεια της για εύρεση εργασίας ουδέποτε εργάστηκε επί μακρόν, περιοριζόμενη να συνδράμει στην επιχείρηση πάρκινγκ του πρώην συζύγου της.

Επιπλέον του ως άνω επιδόματος δικαιούται να λαμβάνει το ποσό των 650 ευρώ μηνιαίως από τον πατέρα των παιδιών της ως διατροφή τους δυνάμει της υπ' αριθμ. 889/25.01.2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων), αν και ο υπόχρεος δεν τηρεί την ως άνω υποχρέωση καταβολής της διατροφής.

Η εκκαλούσα συνεβλήθη ως πρωτοφειλέτρια στην υπ' αριθμ.650000179406/31.10.2005 σύμβαση στεγαστικού δανείου, δυνάμει της οποίας χορηγήθηκε στην τελευταία δάνειο συνολικού κεφαλαίου 380.000,00 ευρώ με σκοπό την αγορά/αποπεράτωση/βελτίωση ακινήτου. Στη σύμβαση αυτή συμβλήθηκε ως συνοφειλέτης και ο πρώην σύζυγος της Γ.

Π. του Α.. Το δάνειο συμφωνήθηκε εξοφλητέο σε 300 συνεχείς, μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις, αρχής γενομένης από τον Δεκέμβριο του 2005, το δε επιτόκιο ορίσθηκε κυμαινόμενο συντιθέμενο από το Βασικό Επιτόκιο (Ελάχιστο Επιτόκιο Προσφοράς Δημοπρασιών Ανταγωνιστικού Επιτοκίου) για Πράξεις Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, σύμφωνα με τα ειδικότερα αναφερόμενα στο Προσάρτημα αυτής.

Κατά το χρόνο ανάληψης του επίδικου δανείου, ήτοι το έτος 2005, η εκκαλούσα συνέδραμε στην επιχείρηση του συζύγου της (επιχείρηση εκμετάλλευσης χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων) και, ως είναι εύλογο, δεν ελάμβανε κάποια αμοιβή από την εργασία της αυτή. Το γεγονός αυτό (η ύπαρξη μηδαμινού ατομικού εισοδήματος) αποτυπώνεται και στο εκκαθαριστικό σημείωμα αυτής του οικονομικού έτους 2006 (αφορά δηλωθέντα εισοδήματα από 01.01.2005 έως 31.12.2005) από το οποίο προκύπτει το ατομικό της εισόδημα ύψους μόλις 3.648,84 €, ήτοι 304,00 ευρώ/μήνα, από την εκμίσθωση ακινήτου.

Ταυτόχρονα, την ίδια περίοδο, η οικογένειά της τύγχανε τριμελής, καθ'όσον ήδη από το έτος 2001 είχε αποκτήσει το πρώτο τέκνο της, ηλικίας, κατά το χρόνο της ανάληψης του δανείου, 4 ετών, γεγονός που σημαίνει ότι οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης αυτής και της τριμελούς οικογένειάς της ήταν αυξημένες. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι και τα έτη που ακολούθησαν δεν υπήρξε οποιαδήποτε μεταβολή αναφορικά με την προσωπική οικονομική της κατάσταση, απεναντίας το ατομικό της εισόδημα συρρικνώθηκε περαιτέρω, ενώ από την άλλη αυξήθηκε κατακόρυφα το κόστος διαβίωσης της τετραμελούς, από το έτος 2008, οικογένειάς της.

Πιο συγκεκριμένα, το οικονομικό έτος 2007 το ατομικό της εισόδημα ανερχόταν σε 3.648,84 €, τα οικονομικά έτη 2009, 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014 υπήρξε μηδενικό, και μόλις το φορολογικό έτος 2014 αρχίζει να παρουσιάζει ξανά εισόδημα, το οποίο μάλιστα στην αίτησή της του Ν. 3869/2010, χαρακτηρίζεται ως τεκμαρτό, λόγω της μεταβίβασης σε αυτήν από τον σύζυγο της της κυριότητας του με αριθμό κυκλοφορίας Ζ… 6479 αυτοκινήτου μάρκας ... .

Ακολούθως, τα προσεχή έτη, και μετά τη διάσπαση του έγγαμου βίου της, το ατομικό της εισόδημα παρέμεινε αμελητέο (το φορολογικό έτος 2015 οι ετήσιες αποδοχές της ανήλθαν σε 960,00 ευρώ, το φορολογικό έτος 2016 οι ετήσιες αποδοχές της ανήλθαν σε 960,00 ευρώ και το φορολογικό έτος 2017 κατήλθαν στο ποσό των 839,96 ευρώ).

Με βάση τα ως άνω δεδομένα αποδείχτηκε ότι η εκκαλούσα ουδέποτε διέθετε επαρκές εισόδημα ούτε καν για να καλύπτει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης της ιδίας, πολλώ δε μάλλον για να καλύπτει το βιοτικό κόστος των δύο τέκνων της και συγχρόνως να ανταποκρίνεται έστω και σε μέρος της δόσης του δανείου της. Και τούτο, διότι δεν διέθετε κανέναν οικονομικό πόρο από τον οποίο θα μπορούσε να εξασφαλίζει τα προς τα ζην, ενώ γνώριζε κατά το χρόνο κατάρτισής της ως άνω επίδικης σύμβασης ότι υπήρχε ένα συγκεκριμένο πιστωτικό όριο, το οποίο εφόσον το αξιοποιούσε, όπως και έκανε, θα καλούταν να το εξοφλήσει.

Συνεπώς, η υπερχρέωση της αιτούσας δεν οφείλεται μόνο στην επιβάρυνση της ως άνω οφειλής της με πολύ υψηλούς τόκους αλλά στην οφειλή κεφαλαίου ύψους 380.000 ευρώ, τη στιγμή που η ίδια δεν διέθετε κατ ουσία κανένα εισόδημα. Επομένως, η εκκαλούσα είχε περιέλθει με δόλο σε αδυναμία αποπληρωμής του χρέους της, πριν καν ανακύψει η σχετική της ευθύνη γι' αυτό, καθώς σε περίπτωση που καλούταν να καταβάλει το ποσό που είχε δανειστεί, δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε αυτό με τις δικές τις δυνάμεις.

Τούτο δε δεν μπορεί να αλλάξει ούτε από το γεγονός ότι στο επίδικο δάνειο έχει συμβληθεί ως συνοφειλέτης και ο σύζυγος της και ότι το εισόδημα του τελευταίου ήταν επαρκές για την ταυτόχρονη κάλυψη τόσο της καταβλητέας δόσης του δανείου όσο των ευλόγων δαπανών διαβίωσης της οικογένειάς τους, διότι δεν αναιρείται η ύπαρξη δόλου στο πρόσωπο της αιτούσας - εκκαλούσας συνεπεία της ιδιότητάς της ως συνοφειλέτριας, δοθέντος ότι στο πλαίσιο του Ν. 3869/2010, τόσο οι εγγυητές σε σχέση με τον πρωτοφειλέτη όσο και οι συνοφειλέτες μεταξύ τους αποτελούν πρόσωπα με διακριτή συναλλακτική δραστηριότητα και ευθύνη, ακριβώς λόγω του έντονου προσωποπαγούς χαρακτήρα της εφαρμοζόμενης στη προκειμένη περίπτωση διαδικασίας τόσο ως προς τις προϋποθέσεις υπαγωγής και ρύθμισης όσο και ως προς τις συνέπειες αυτών, με αποτέλεσμα οι πιστωτές να διατηρούν ακέραια τα δικαιώματά τους και κατά των δύο.

Ορθώς, επομένως, έκρινε το πρωτοβάθμιο με την εκκαλούμενη απόφασή του ότι συντρέχει στο πρόσωπο της εκκαλούσας το στοιχείο του δόλου, εφόσον εξαρχής γνώριζε την αδυναμία αποπληρωμής των οφειλομένων, απορριπτόμενου του πρώτου λόγου έφεσης, πολλώ, δε, μάλλον, εφόσον η εκκαλούμενη δεν αγνόησε το επαρκές εισόδημα του συζύγου της.

Αντιθέτως, το πρωτόδικο Δικαστήριο εκτίμησε όχι μόνο το ατομικό εισόδημα της εκκαλούσας, αλλά το ατομικό εισόδημα και του πρώην συζύγου της, το οποίο επίσης έκρινε ως μη επαρκές για την προσήκουσα εξυπηρέτηση του δανείου, αφού σε κάθε περίπτωση, η καταβολή της συνολικής ενήμερης μηνιαίας δόσης δεν ήταν δυνατή ούτε με βάση το συνολικό οικογενειακό δηλωθέν εισόδημα, με το οποίο η εκκαλούσα και ο σύζυγός της καλούνταν να καλύψουν, παράλληλα, και τις ανάγκες διαβίωσης της οικογενείας τους.

Αυτό δε αποδείχτηκε από τα εκκαθαριστικά σημειώματα της εκκαλούσας, στα οποία εμφαίνονται και τα εισοδήματα του συζύγου της μέχρι να αρχίσει η υποβολή από μέρους τους ξεχωριστών φορολογικών δηλώσεων, λόγω του επερχόμενου διαζυγίου τους. Ειδικότερα, το πραγματικό ατομικό εισόδημα του πρώην συζύγου της κατά το έτος 2005, οπότε και λήφθηκε το επίδικο δάνειο, ανερχόταν σε 15.766,19 Ευρώ, ως προκύπτει από το εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2006 και δεν ταυτίζεται με τα δηλωθέντα ακαθάριστα έσοδα της επιχείρησης του τελευταίου, όπως ισχυρίζεται ότι το πραγματικό ατομικό εισόδημα του συζύγου της ανερχόταν το 2005 σε 44.634,39 ευρώ.

Άλλωστε αυτό δήλωσε και η εκκαλούσα κατά την επ' ακροατηρίω εξέτασή της ότι το συνολικό οικογενειακό τους εισόδημα ανερχόταν σε 20.000 Ευρώ, το οποίο πράγματι προκύπτει αν συνυπολογισθεί το ποσό των 16.350,59 [= 10.506,59 € από ατομική επιχείρηση συζύγου + 5.844 € από εκμίσθωση ακινήτων συζύγου] με το ποσό των 3.283,96 Ευρώ (ατομικό εισόδημα εκκαλούσας).

Άλλωστε, αποτελεί δίδαγμα της κοινής πείρας και λογικής, ότι πάντοτε τα κέρδη μίας επιχείρησης διαφέρουν ουσιωδώς σε σχέση με το πραγματικό καθαρό κέρδος αυτής, το οποίο συνιστά και το πραγματικό εισόδημα από την εκμετάλλευση της επιχείρησης, αφού αφαιρεθούν τα λειτουργικά έξοδα αυτής.

Συνεπώς, η εκκαλουμένη, έχει λάβει υπ' όψιν της όλα τα στοιχεία που εισφέρθηκαν προς κρίση από την εκκαλούσα καθώς και το γεγονός που άλλαξε τον οικονομικό της προϋπολογισμό, δηλαδή τη διάζευξή της από τον σύζυγό της. Τα στοιχεία αυτά προέκυψαν από τα εκκαθαριστικά σημειώματα, τα οποία η εκκαλούσα προσκόμισε, ήτοι το Δικαστήριο απέκτησε σαφή εικόνα της οικονομικής κατάστασής της κατά το χρόνο συζήτησης της ένδικης αίτησης του Ν. 3869/2010 αλλά και από τα φορολογικά έγγραφα.

Ειδικότερα, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο προέβη στον έλεγχο των οικονομικών στοιχείων της εκκαλούσας για τα έτη 2005-2017, ήτοι για το επίμαχο έτος κατά το οποίο η καθ'ης ανέλαβε τη δανειακή της υποχρέωση μέχρι το χρόνο συζητήσεως της αιτήσεως αυτής και από τα οποία προέκυψε ότι το δηλωθέν ατομικό της εισόδημα δεν επαρκούσε για την κάλυψη της ανειλημμένης δανειακής της υποχρεώσης προς την πιστώτριά της ήδη από το χρόνο λήψης του επίδικου δανείου.

Το δε γεγονός ότι η ίδια συμβλήθηκε ως συνοφειλέτρια στη δανειακή σύμβαση συνεπάγεται ότι όφειλε να είναι σε θέση να αποπληρώνει την οφειλή ανά πάσα στιγμή με τα δικά της εισοδήματα, αφού ενέχεται αυτοτελώς και εις ολόκληρον με τον έτερο συνοφειλέτη για το οφειλόμενο ποσό. Τα ως άνω δε αποδείχτηκαν και από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, οπότε και η εκκαλούσα δήλωσε ότι κατά το χρόνο λήψης του επίδικου δανείου το συνολικό οικογενειακό εισόδημα αυτής και του συζύγου της ανερχόταν σε 20.000 Ευρώ, ενώ σε ερώτηση που της απευθύνθηκε από τον Δικαστή αναφορικά με την ενήμερη δόση του δανείου της, η ίδια αποκρίθηκε ότι ανερχόταν σε 2.000 ευρώ το μήνα.

Επομένως ορθώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο αποδέχτηκε ότι η ενήμερη δόση ανερχόταν στο ποσό των 2.166,30 Ευρώ, ενώ ο ισχυρισμός της ότι η δόση που όφειλε να καταβάλλει για την εξυπηρέτηση του δανείου της δεν υπερέβαινε το ποσό των 1.800 € μηνιαίως, δεν αποδείχτηκε (....). Βάσει δε του 5ου όρου της επίδικης σύμβασης αποδείχτηκε ότι η αρχική καταβλητέα δόση του δανείου ανερχόταν κατά μέσο όρο στο ποσό των 2.000 - 2.200 ευρώ (...).

Εξάλλου, ακόμη και αν η δόση του δανείου ήταν 1.800 ευρώ και πάλι η εκκαλούσα δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στην οφειλή της με συνολικό οικογενειακό εισόδημα 1.666,66 Ευρώ μηνιαίως και εύλογες δαπάνες τριμελούς οικογένειας, βάσει ΕΛΣΤΑΤ, 1.440 Ευρώ μηνιαίως. Άλλωστε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν οδηγήθηκε στην κρίση του λαμβάνοντας υπ' όψιν το υπερμέγεθες της αναληφθείσας δανειακής υποχρέωσης της εκκαλούσας, αλλά τουναντίον διαμόρφωσε την κρίση του με βάση τα επίδικα πραγματικά περιστατικά που τέθηκαν υπ'όψιν του και από τα οποία προέκυπτε η ύπαρξη δόλου της εκκαλούσας, εφόσον από τον έλεγχο του εισοδήματος αυτής (αλλά και του πρώην συζύγου της) σε συνάρτηση με την καταβλητέα μηνιαία δόση και το ύψος του αναληφθέντος δανείου ήταν πρόδηλο ότι η τελευταία ουδέποτε μπορούσε να εξυπηρετήσει το δάνειο της αυτοδύναμα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος και ως προς τα δύο σκέλη του με τα οποία προβάλλεται αφενός η αιτίαση ότι η εκκαλουμένη προέβη σε εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου, σύμφωνα με τον οποίο, κατά τους ισχυρισμούς της, δεν νοείται δόλια περιέλευση του οφειλέτη σε αδυναμία πληρωμών κατά το χρόνο ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων αφετέρου και ελλείψει του πρόσθετου στοιχείου της παραπλάνησης των πιστωτών του ως προς την πιστοληπτική του ικανότητα, δοθέντος ότι το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει όχι μόνο μετά την ανάληψη της οφειλής αλλά και ήδη και κατά το χρόνο ανάληψης της, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος, γνωρίζει ότι με βάση τα εισοδήματά του και τις εν γένει ανάγκες του δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει, ο δε δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο είτε είναι αρχικός είτε είναι μεταγενέστερος, ενώ, περαιτέρω, το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε (...).

Εξάλλου, για την κατάφαση του (ενδεχόμενου) δόλου αρκεί η συνομολόγηση, εκ μέρους του οφειλέτη, με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων, μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, με την πρόβλεψη ως ενδεχομένου ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγήσει σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και την αποδοχή του εν λόγω αποτελέσματος χωρίς να απαιτείται η συνδρομή πρόσθετων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος ή η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, καθώς ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς να είναι ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη, από την πλευρά των τελευταίων, να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (...).

Τέλος, ο προκείμενος λόγος έφεσης θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος και ως προς το σκέλος αυτού με περιεχόμενο ότι η εκ μέρους της εκκαλούσας αδυναμία εξυπηρέτησης των χρηματικών οφειλών της δεν συνέτρεχε κατά τον χρόνο λήψης των δανείων, αλλά προέκυψε μεταγενέστερα ένεκα της απρόβλεπτης συρρίκνωσης του κύκλου εργασιών της επιχείρησης του συζύγου της και της διάσπασης του έγγαμου βίου τους, διότι, όπως προκύπτει από όλα τα ως άνω διαλαμβανόμενα, αλλά και την επισκόπηση του συνόλου της δικογραφίας που τέθηκε υπ' όψιν του πρωτοβάθμιου Δικαστή, ο τελευταίος ορθώς αξιολόγησε τα σχετικά πραγματικά περιστατικά, καθώς η αιτούσα, κατά τον κρίσιμο χρόνο ανάληψης του επίμαχου δανείου δεν διέθετε επαρκή ατομικά εισοδήματα που θα της επέτρεπαν να ανταποκριθεί στις δανειακές υποχρεώσεις που αναλάμβανε, αφού το ατομικό της εισόδημα ήταν κατ' ουσία μηδαμινό.

Εκ των ανωτέρω παρέπεται ότι η εκκαλούσα ουδέποτε είχε επαρκή ατομικά εισοδήματα, παρά ταύτα προχώρησε στη συνομολόγηση δανειακής υποχρεώσεως συνολικού ύψους 380.000,00 ευρώ, γνωρίζοντας ότι η αναληφθείσα εκ μέρους της υποχρέωση, είναι δυσανάλογα μεγάλη σε σχέση με τις οικονομικές δυνατότητές της και διαβλέποντας ως ενδεχόμενη την αδυναμία της αποπληρωμής των υποχρεώσεών της στο μέλλον, καθόσον το μοναδικό εισόδημά της προερχόταν από την ατομική επιχείρηση του συζύγου της.

Σε κάθε δε περίπτωση, κατά τον χρόνο ανάληψης δανειακών υποχρεώσεων και δη όταν αυτές αντιστοιχούν σε υψηλό κεφάλαιο, ο συνετός οφειλέτης οφείλει να συνυπολογίσει και να σταθμίσει το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της περιόδου για την οποία δεσμεύεται συμβατικά να αποπληρώνει τα αναληφθέντα χρέη, ιδίως όταν ο χρόνος αποπληρωμής είναι μεγάλος, όπως στην ένδικη υπόθεση, ενδέχεται είτε να αυξηθούν οι ανάγκες του λόγω αλλαγής πχ.

οικογενειακής κατάστασης, είτε να ανακύψουν έκτακτα έξοδα εξαιτίας έκτακτου συμβάντος που ο καθένας μπορεί να αντιμετωπίσει και το οποίο θα συνιστά επί της ουσίας έμμεση μείωση των εισοδημάτων του, είτε να εκλείψει οιουδήποτε είδους οικονομική βοήθεια από τρίτα πρόσωπα. Αυτό σημαίνει ότι μία άμεση ή έμμεση μείωση των εισοδημάτων του δανειολήπτη ως προς ένα εύλογο ποσοστό ή μία πρόσκαιρη δυσμενής οικονομική συγκυρία ή στενότητα ή η απώλεια οικονομικής βοήθειας από τρίτα πρόσωπα όχι μόνο δεν συνιστά αιφνίδιο γεγονός ή έκτακτη συνθήκη που να δικαιολογεί τη μη ανταπόκριση κατά τρόπο γενικό και μόνιμο στις συμβατικές υποχρεώσεις του δανειολήπτη, όπως η τελολογία των ευνοϊκών διατάξεων του Ν. 3869/2010 την προβλέπει, αλλά πρέπει ούτως ή άλλως να λαμβάνεται υπ' όψιν από τον ίδιο τον δανειολήπτη ως πιθανή κατάσταση που μπορεί να ανακύψει κατά τη μακρά πορεία εξυπηρέτησης των αναληφθέντων δανειακών υποχρεώσεων.

Σε κάθε περίπτωση, η συνδρομή ενδεχόμενου δόλου στο πρόσωπο της εκκαλούσας δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο πρώην σύζυγος της λειτουργούσε κατά το έτος ανάληψης του επίδικου δανείου επιχείρηση εκμετάλλευσης parking και αποκόμιζε από την ως άνω δραστηριότητά του επαρκή κέρδη, καθώς, η συνδρομή του εν λόγω υποκειμενικού στοιχείου δεν συναρτάται, ως προεξετέθη, ενόψει του αυστηρώς προσωποπαγούς χαρακτήρα της ρύθμισης που εισάγει ο Ν. 3869/2010, με την οικονομική δυνατότητα τρίτων προσώπων αλλά μόνο με αυτή της οφειλέτριας, η συνδρομή του ενδεχόμενου δόλου στο πρόσωπο της οποίας δεν δύναται να αποκλειστεί, αντίθετα επιβεβαιώνεται, όταν αυτή επαφίεται σε αλλότριες δυνάμεις για τη κάλυψη των δανειακών της υποχρεώσεων.

Τούτο δε, κατά μείζονα λόγο, όταν, όπως εν προκειμένω, η εκκαλούσα συνεβλήθη στη δανειακή σύμβαση από την οποία απορρέει αγόμενη προς ρύθμιση χρηματική οφειλή της, αντιπροσωπεύουσα το σύνολο του χρέους της, και δη σε δανειακή σύμβαση από την οποία απορρέει οφειλή της ίση με 380.000 ευρώ, ως πρωτοφειλέτρια, τελώντας, εξ αυτού του λόγου, προφανώς, σε γνώση των οικονομικών υποχρεώσεων που πρωτογενώς αναλάμβανε.

Εξάλλου, η εκκαλούσα δεν απέδειξε ότι κατά την ανάληψη της επίδικης οφειλής της, ανέμενε ή ήλπιζε σε μεταγενέστερη βελτίωση των οικονομικών της, ώστε να υπάρχει δυνατότητα αποπληρωμής της, ούτε από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού, που εξετάσθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, προέκυψε κατά τον ίδιο παραπάνω χρόνο αναμενόμενη βελτίωση του ατομικού εισοδήματος της, το οποίο ήταν αμελητέο, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι διέθετε ή τυχόν διαθέτει άλλους αξιόλογους και προπάντων σταθερούς οικονομικούς πόρους, ενώ περαιτέρω από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε η επικαλούμενη εκ μέρους της ιδίας εξυπηρέτηση του δανείου της από το έτος 2005 έως σήμερα.

Υπό τα περιστατικά αυτά, ορθώς κρίθηκε πρωτοδίκως ότι υφίσταται υπαιτιότητα της αιτούσας - εκκαλούσας, με τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, στην περιέλευσή της σε αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών της, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό ως πιθανό και το αποδέχθηκε. Με τον δεύτερο λόγο της έφεσής της, η εκκαλούσα βάλλει κατά της εκκαλουμένης, ισχυριζόμενη ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο όφειλε να προβεί σε αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων και να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο και απόδειξη, ώστε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του νόμου.

Ειδικότερα, ισχυρίζεται ότι εφόσον το πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωνε ότι υπάρχουν ελλείψεις είτε στο δικόγραφο της αίτησής της είτε στα προσκομισθέντα από εκείνην έγγραφα, όφειλε, στο πλαίσιο του ανακριτικού συστήματος να την καλέσει για διευκρινίσεις καθώς και να της ζητήσει να προσκομίσει τα ελλείποντα αποδεικτικά στοιχεία.

Ωστόσο, ο ως άνω ισχυρισμός πρέπει να απορριφθεί πρωτίστως ως αβάσιμος, εφόσον εν προκειμένω η εκκαλούμενη δεν απέρριψε την αίτηση της εκκαλούσας ως απαράδεκτη λόγω μίας τυπικής παράλειψης στα προσκομισθέντα έγγραφα ή τυχόν λόγω αοριστίας αυτής, ούτως ώστε να καλέσει την εκκαλούσα για διευκρινίσεις ή συμπλήρωση του φακέλου, αλλά αντιθέτως απέρριψε την αίτηση της τελευταίας ως ουσία αβάσιμης.

Άλλωστε, από κανένα σημείο της εκκαλουμένης δεν προκύπτει ότι υπάρχει κάποιο τυπικό σφάλμα ή ότι ζητήθηκε από την εκκαλούσα να προβεί σε τυχόν διευκρινίσεις και εξηγήσεις, τις οποίες ουδέποτε έλαβε το Δικαστήριο. Μάλιστα, από το κείμενο της εκκαλουμένης, προκύπτει ότι ο πρωτοβάθμιος Δικαστής προέβη και σε αυτεπάγγελτη έρευνα, αφού υπολόγισε την αντικειμενική αξία του αυτοκινήτου της αντιδίκου, αφού συνεκτίμησε τα πραγματικά του χαρακτηριστικά (έτος κυκλοφορίας, μάρκα κλπ) με την έρευνα που διενήργησε στο διαδίκτυο σε ιστοσελίδες πώλησης αυτοκινήτων με χαρακτηριστικά αντίστοιχα με του Ι.Χ.

της αντιδίκου. Επιπροσθέτως, επιρρίπτει σφάλμα στην εκκαλούμενη, διότι δεν έγινε έλεγχος της ακρίβειας και της ορθότητας της βεβαίωσης της οφειλής της δικαιοπαρόχου τράπεζας και έρευνα των μηνιαίων εσόδων και εξόδων της κατά το χρόνο λήψης του επίδικου δανείου και παραλείφθηκε να αναζητηθεί η πραγματική και αρχική καταβλητέα μηνιαία δόσης της.

Ωστόσο, ως προεξετέθη ανωτέρω, το πρωτόδικο Δικαστήριο έλεγξε τα εκκαθαριστικά σημειώματα και τις φορολογικές δηλώσεις της εκκαλούσας από το χρόνο λήψης του επίμαχου δανείου έως και το φορολογικό έτος 2017, ως αποδεικνύεται από το κείμενο της εκκαλουμένης στο 3ο φύλλο αυτής. Από τον έλεγχο αυτό, προέκυψε ότι ήδη από το χρόνο λήψης του δανείου το εισόδημα της αντιδίκου ουδέποτε υπερέβη το ποσό των 300,00 Ευρώ μηνιαίως, προερχόμενο από την εκμίσθωση ακινήτου της τελευταίας.

Τα έξοδα δε της αντιδίκου κατά το επίμαχο έτος, αποτελούν δίδαγμα της κοινής πείρας και λογικής, αφού βάσει των στοιχείων της ΕΛΣΤΑΤ οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης μίας τριμελούς οικογένειας ανέρχονται κατ'ελάχιστο όριο σε 1.127 € και κατ'ανώτατο όριο σε 1.440 €. Επομένως, είναι εμφανής η δυσαναλογία μεταξύ ατομικού εισοδήματος και εξόδων ήδη από το χρόνο λήψης του δανείου, χωρίς να χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο έφεσης η εκκαλούσα ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα έγινε δεκτή η ένσταση του δόλου κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν 3869/2010, εφόσον την ύπαρξη του δόλου πρέπει να την αποδείξει ο πιστωτής. Ωστόσο, όπως ήδη έχει αναφερθεί ανωτέρω, η αξίωση προσθέτων στοιχείων για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου (...).......

Εν προκειμένω δε, η εκκαλούμενη έλαβε υπόψη της όλα τα προσκομισθέντα έγγραφα για τη στοιχειοθέτηση του δόλου της εκκαλούσας και ιδίως τη βεβαίωση οφειλής από την οποία προκύπτει τόσο το ύψος στο οποίο ανέρχεται η οφειλή της όσο και το ύψος της ενήμερης δόσης, τα οποία, εν συνεχεία, συσχετίζονται τόσο με τα αποδεικτικά στοιχεία και κυρίως τα εκκαθαριστικά σημειώματα που προσκόμισε η ίδια η αιτούσα, όσο και τα στοιχεία που προέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία, ούτως ώστε να σχηματίσει δικανική κρίση, έχοντας εξετάσει ενδελεχώς ολόκληρο το φάκελο της δικογραφίας.

Επομένως και ο τρίτος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος. Τέλος με τον τέταρτο λόγο η εκκαλούσα βάλλει κατά της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 457/2018 απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., ισχυριζόμενη ότι το πρωτοβαθμίως επιληφθέν Δικαστήριο, κατά παράβαση της αρχής της συζητήσεως (106 ΚΠολΔ) παρέβλεψε ότι το μηνιαίο εισόδημα της τελευταίας δεν επαρκεί για την εξυπηρέτηση των βασικών της αναγκών, παρά το γεγονός ότι προσκόμισε μετ' επικλήσεως με τις προτάσεις της, αλλά και με προφορική δήλωση της δικηγόρου της, τα εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2005 - 2016, από τα οποία προέκυπτε η κατακόρυφη μείωση των εισοδημάτων της.

Ωστόσο, όπως προεξετέθη ανωτέρω, κι όπως άλλωστε προκύπτει από τα προσκομισθέντα από την εκκαλούσα εκκαθαριστικά σημειώματα, το εισόδημα της τελευταίας, παραμένει στα ίδια χαμηλά επίπεδα, όπως κατά το χρόνο ανάληψης του δανεισμού της. Ειδικότερα, τα έτη 2005 και 2006 το ετήσιο εισόδημά της ανερχόταν σε 3.648,84 ευρώ από την εκμίσθωση του ακινήτου της.

Ακολούθως, τα έτη 2007 - 2012 το εισόδημά της υπήρξε μηδενικό και μόνο κατά τα έτη 2014 και εφεξής αρχίζει να δηλώνει ξανά εισόδημα της τάξεως των 800,00 - 900,00 Ευρώ ως αυτοτελώς φορολογούμενα ποσά. Όλα τα ως άνω επικληθέντα και νομίμως προσκομισθέντα εκ μέρους της εκκαθαριστικά σημειώματα, λήφθηκαν υπ' όψιν και εξετάστηκαν από τον πρωτοβάθμιο Δικαστή, ο οποίος μάλιστα, τα επικαλείται στην πρωτόδικη απόφαση.

Συνεπώς και μη υπάρχοντος άλλου λόγου έφεσης, πρέπει να απορριφθεί κατ' ουσία η έφεση.....''. Κρίνοντας έτσι, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο και δεχόμενο ότι το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής (όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας), καθώς και ότι για τη παραδοχή της σχετικής ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη, τέτοια δε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία πληρωμών ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, πλην όμως ουδόλως αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα, ερμήνευσε ορθά και δεν παραβίασε ευθέως, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με εσφαλμένη ερμηνεία και υπαγωγή σ` αυτήν των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν.

Αυτό δε, διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών και εν προκειμένω της αναιρεσείουσας περιορίζεται στη πρόθεσή της και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η παράλειψη από την πλευρά των πιστωτών (τραπεζών) να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024), η κατάφαση δε του δόλου αυτού δεν επηρεάζεται από το γεγονός ότι οι τράπεζες χορήγησαν σε αυτήν τα δάνεια, χωρίς να αξιολογήσουν εκ των προτέρων τη πιστοληπτική ικανότητα και φερεγγυότητά της, δοθέντος ότι η σχετική παράλειψή τους δεν αίρει τον δόλο της, εφόσον αυτή, παρά την όποια επιθετική τακτική των τραπεζών, γνώριζε καλύτερα από τον καθένα και εν προκειμένω καλύτερα από τις τράπεζες, τη πραγματική οικονομική της κατάσταση και σταθμίζοντας τις συνθήκες επέλεξε να συναλλαχθεί με αυτές (τράπεζες).

Εξ άλλου, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος της αναιρεσείουσας ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, αλλά και σε μεταγενέστερο χρόνο, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω διάταξης και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάγνωση σε βάρος της εν λόγω αναιρεσείουσας ενδεχόμενου δόλου κατά τους προεκτεθέντες χρόνους (ανάληψης των δανειακών της υποχρεώσεων και μεταγενέστερα), αφού ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στη πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων.

Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος της δανειακής σύμβασης που ανέλαβε, ως πρωτοφειλέτρια, η αιτούσα-αναιρεσείουσα, το οποίο ανέρχεται στο ποσό των 380.000 ευρώ, προερχόμενο από σύμβαση στεγαστικού δανείου, β) την ηλικία της αιτούσας και την οικογενειακή της κατάσταση, γ) το χρόνο ανάληψης του δανείου (έτος 2005), γ) το ατομικό εισόδημα της αιτούσας κατά τα έτη 2005-2017, το οποίο ανέρχονταν στο ποσό των 304,00 ευρώ κατά μήνα, προερχόμενο από την εκμίσθωση ακινήτου, καθώς και του συζύγου της, συνοφειλέτη, του οποίου το ατομικό εισόδημά του, κατά το έτος 2005 (χρόνο λήψης δανείου), ανέρχονταν στο ποσό των 15.766,19 ευρώ και το συνολικό οικογενειακό τους, κατά μήνα, εισόδημα ανέρχονταν, μέχρι το έτος 2013, όταν και λύθηκε ο μεταξύ τους γάμος, σε 1.666,66 ευρώ, δ) ότι κατά το χρόνο ανάληψης του δανείου, η αιτούσα δεν είχε εισοδήματα, αλλά συνέδραμε στην επιχείρηση του συζύγου της (επιχείρηση εκμετάλλευσης χώρου στάθμευσης αυτοκινήτων), χωρίς να λαμβάνει κάποια αμοιβή από την εργασία της αυτή, ε) ότι για την εξυπηρέτηση του δανείου απαιτούνταν το ποσό των 2.166,30 ευρώ κατά μήνα, όταν για τη κάλυψη των βιοτικών τους αναγκών απαιτούνταν ποσό 1.440 ευρώ κατά μήνα, στ) ότι, προέβη αυτή, στον ως άνω δανεισμό αποδεχόμενη το ενδεχόμενο να μην ανταποκριθεί στην εξόφλησή του (δανείου), καθόσον εκ των προτέρων γνώριζε την εισοδηματική της κατάσταση και ότι ήταν αδύνατο να το εξυπηρετήσει, δεδομένου ότι, κατά τα παραπάνω, το μόνο σταθερό εισόδημά της ήταν το ποσό των 304,00 ευρώ κατά μήνα, προερχόμενο από την εκμίσθωση ακινήτου και ζ) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε έναντι της πιστώτριάς της, υπερέβαιναν τις δυνατότητές της, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν, εν γνώσει της ότι το εισόδημά της δεν επαρκεί για την εξόφληση του δανείου και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής της θέσης ή προσωπικής της κατάστασης, ώστε να ανταποκριθεί στο χρέος της.

Τα περιστατικά αυτά, που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος της αναιρεσείουσας ενδεχόμενος δόλος τόσο κατά την ανάληψη των δανειακών της υποχρεώσεων, αλλά και μεταγενέστερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο η αναιρεσείουσα μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές της δυνατότητες (αλλά και του συζύγου της), θα την οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής του χρέους της και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε τη συμπεριφορά αυτή.

Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, με τις οποίες ειδικότερα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση αν και αναφέρεται στη δανειακή της σύμβαση, εν τούτοις περιέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες καθόσον: α) εσφαλμένα έκρινε ως μη επαρκές το εισόδημα του συζύγου της, β) προέβη σε εσφαλμένο υπολογισμό των εισοδημάτων της και των οικογενειακών της εξόδων, γ) εσφαλμένα ανάγνωσε και εκτίμησε τα εκκαθαριστικά σημειώματα που προσκομίστηκαν ως προς το εισόδημα αυτής και του συζύγου της και δ) εσφαλμένα δέχθηκε (ενδεχόμενο) δόλο της αιτούσας στη πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πληρωμής του χρέους της, αποτελούν επιχειρήματα για τη πληρέστερη κατά την άποψή της ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλονται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1504/2022, ΑΠ 1172/2022), πέραν του ότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας.

Σε κάθε περίπτωση είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε ανέλεγκτα, εξειδικεύονται αναλυτικά, τη δανειακή σύμβαση, το ατομικό και οικογενειακό εισόδημα της αναιρεσείουσας κατά τα αναλυτικά αναφερθέντα χρονικά διαστήματα των ετών 2005-2017, όπως και την οικογενειακή της κατάσταση και την περιουσία της, καθώς και ότι η υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αυτή συμφώνησε με την πιστώτρια τη σύναψη δανείου προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο δανεισμός της, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές της δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος της οφειλής της θα την οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.

Τέλος και η εμπεριεχόμενη στους αναιρετικούς λόγους αιτίαση περί αοριστίας της ένστασης δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμών, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον από τη παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας (απόφαση πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και τις, από 11-3-2022, προτάσεις της προσθέτως παρεμβαίνουσας υπέρ της εφεσίβλητης ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, ενώπιον του δικάσαντος ως Εφετείου, δικαστηρίου), προκύπτει ότι η ένσταση δόλιας περιέλευσης της αιτούσας σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής του ληξιπρόθεσμου χρέους της, υποβλήθηκε παραδεκτά από την καθής η αίτηση και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη-πιστώτρια τράπεζα ενώπιον του Ειρηνοδικείου ...

και καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, επαναφέρθηκε δε παραδεκτά, με τις από 11-3-2022, προτάσεις της προσθέτως παρεμβαίνουσας και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης, δεδομένου ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος συλλογής των αποδείξεων και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, επιτρέπεται η προβολή κρίσιμων περιστατικών και ισχυρισμών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας, αλλά και της κατ' έφεση δίκης (ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 686/2024, ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 438/2019).

Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη καθόσον περιέχει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα ότι "...από το ύψος της αναληφθείσας δανειακής υποχρέωσης της αντιδίκου περί των 400.000 ευρώ, σε συσχέτιση με το πενιχρό ατομικό της εισόδημα ήδη κατά το χρόνο λήψης του επίδικου δανείου, αλλά και κατά τα επόμενα χρόνια που ακολούθησαν, ότι συντρέχει περίπτωση κατάφωρης δόλιας περιέλευσης αυτής σε αδυναμία πληρωμών, αφού η αντίδικος προέβη σε υπέρμετρο, για τις οικονομικές της δυνατότητες, δανεισμό και περιέφερε τον εαυτό της σε κατάσταση υπερχρέωσης.

Ο δόλος της αιτούσας, συνίσταται ακριβώς στην από μέρους της ανάληψη της ευθύνης για αποπληρωμή ενός δυσθεώρητου χρέους και μιας υπέρογκης καταβλητέας μηνιαίας δόσης, χωρίς να έχει τη σχετική οικονομική δυνατότητα να ανταποκριθεί σε αυτήν ήδη από το χρόνο λήψης του δανείου..". Συνακόλουθα το, ως Εφετείο δικάσαν, Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο της οφειλέτριας.

Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης καθό μέρος αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την παραδοχή της πιο πάνω ένστασης ως ουσιαστικά βάσιμης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις προαναφερόμενες διατάξεις πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας.

Εξάλλου, οι ως άνω ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας στους οποίους επιχειρεί να θεμελιώσει και την πλημμέλεια, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ [ότι αυτοί (ισχυρισμοί περί αοριστίας) δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας], κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκαν, αφού η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021).

Σε ακολουθία των παραπάνω, οι, ενιαίως ερευνώμενοι, πρώτος, δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στη προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 εδ. α', 5 και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι και απαράδεκτοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις.

Τέλος, με τον πέμπτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τη πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι "..δεν έπρεπε να ληφθεί υπόψη η από 1-2-2016 βεβαίωση οφειλής, ως αποδεικτικό μέσο, καθόσον αυτή δεν έχει ουδεμία αποδεικτική ισχύ..". Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος, προεχόνως ως απαράδεκτος καθόσον δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το περιεχόμενο αυτής, το αποδιδόμενο στη προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλ.

η αποδιδόμενη με το λόγο αναίρεσης πλημμέλεια και η διαγνωσθείσα βάσει αυτής έννομη συνέπεια (Ολ.ΑΠ 1/2016, Ολ.ΑΠ 2/2013, ΑΠ 687/2024). Και αυτό ανεξάρτητα του ότι με τις αιτιάσεις της στο σύνολο των αναιρετικών λόγων, η αναιρεσείουσα δεν πλήττει τις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά πλήττει μόνο την αξιολόγηση και εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και ειδικότερα των εγγράφων που το δικαστήριο έλαβε υπόψη για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (ΑΠ 208/2020) και την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1198/2023, 1226/2023, ΑΠ 1442/2021, ΑΠ 319/2017).

Σε κάθε περίπτωση η προσβαλλόμενη ρητά αναφέρει στις σελίδες 13 και 22 αυτής, ότι συνεκτίμησε και τα έγγραφα, που είχαν προσκομιστεί στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από τους διαδίκους, ενώ παγίως γίνεται δεκτό από τη νομολογία, ότι το δικαστήριο δεν έχει υποχρέωση να αξιολογήσει ειδικά τα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του, πλην των εξαιρέσεων επί ενόρκου βεβαιώσεως και πραγματογνωμοσύνης, περίπτωση που δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση και αρκεί η γενική, κατά κατηγορία των αποδεικτικών μέσων, αναφορά ότι αυτά έχουν ληφθεί υπόψη (ΑΠ 687/2024, ΑΠ 208/2020, ΑΠ 425/2019, ΑΠ 151/2017).

Μετά τα παραπάνω και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου για να ερευνηθεί, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.

β` του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1509/2024, ΑΠ 597/2024).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 11-11-2022 (αριθ. έκθ. κατάθ. 114651/177/2022), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 5836/2022 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ