Legislator Case Law & Legislation
1943/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against debt restructuring court ruling due to lack of procedural grounds.

Case Number 1943/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the bank's appeal against a final judgment ordering debt restructuring for an individual debtor. The appellant argued the lower court violated the duty of candor regarding undisclosed bank deposits, but the court found the original decision sufficiently reasoned and legally sound. Consequently, the appeal was dismissed in its entirety, and the deposit was returned to the state treasury.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 577 of the Code of Civil Procedure; Article 1 of Law 3869/2010: An appeal is inadmissible if the lower court's decision is based on sufficient and non-contradictory reasoning regarding the duty of candor, thereby precluding the appellate court from finding a violation of substantive law.

Keywords

AI generated
debt restructuring procedure duty of candor violation appeal admissibility insolvency law court reasoning standard bank deposit disclosure procedural dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1b), 556, 558, 564(3), 74(1) of Law 4690/2020
Article 741 and 769 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 1(1) of Law 3869/2010
Η πρώτη αυτή αίτηση δεν ανέφερε, κατά το άρθρο 4 § 1 εδάφ.
Article 2 of Law 3869/2010
3869/2010 και ειδικότερα σε αυτές των άρθρων 8 § 2 και 9 §§ 1 και 2.
Article 10 of Law 3869/2010
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 8(6)(b) of Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1943 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1943/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ..., ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία ..., που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Χονδρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Α. - Ξ. Μ. του Ε., κατοίκου Καλαμάτας, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Κακαντώνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2015 αίτηση της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 92/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 89/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-7-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 06-07-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5/10-07-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 89/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επ. ΚΠολΔ (με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 564 παρ. 3, 74 παρ. 1 Ν. 4690/2020, 741 και 769 Κ.Πολ.Δ.). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το νόμο 4336/2015 (ΦΕΚ 94/Α/14-8-2015), που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α. 4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του [και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, καθόσον η ένδικη από 23-12-2015 αίτηση της αναιρεσίβλητης, περί υπαγωγής της στις διατάξεις του νόμου 3869/2010, υποβλήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του, ήτοι στις 24-12-2015 ], ορίζεται ότι "Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.

Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση, δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο".

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 16 Ν. 4161/2013 (ΦΕΚ Α' 143/14-6-2013) και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση, ορίζεται ότι "Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη".

Ακολούθως, κατά το άρθρο 8 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 17 του άρθρου 1 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του νόμου 4336/2015 και καταλαμβάνει σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 2 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του νόμου 4336/2015, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη της ισχύος του: "Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των εύλογων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν.4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου".

Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν τη δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και τη στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα:

Βασική προϋπόθεση για να δικαιούται ο οφειλέτης να υπαχθεί στις διατάξεις του νόμου Ν. 3869/2010, για τη ρύθμιση των οφειλών του και απαλλαγή από το υπόλοιπο αυτών, πρέπει να βρίσκεται σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμών, που πρέπει να την περιγράψει στην αίτησή του και, ακολούθως, να αποδείξει και που δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου), πάντως, η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή.

Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας έλλειψης ρευστότητας, δηλαδή έλλειψης όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα χρέη του, που καθίστανται ληξιπρόθεσμα και απαιτητά (όταν επέλθει ο χρόνος εκπλήρωσής τους, όπως αυτός καθορίζεται από την δικαιοπραξία ή από τις περιστάσεις ή από τη φύση της ενοχικής σχέσης, κατ' άρθρα 323 και 340 Α.Κ.), έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως.

Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ειδικότερα, η αδυναμία του οφειλέτη να αντεπεξέλθει στις οφειλές του κρίνεται συνολικά με βάση την σχέση ρευστότητάς του προς τις ληξιπρόθεσμες οφειλές του και αφού ληφθούν υπόψη, εφόσον το ορίζει ο νόμος, οι απαιτούμενες δαπάνες για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών του ίδιου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του.

Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για την αξιολόγηση της σχέσης ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018).

Επισημαίνεται ότι η εν λόγω αδυναμία πληρωμών πρέπει να εξετάζεται υπό το πρίσμα της αξιοπρεπούς διαβίωσης του οφειλέτη και της οικογένειάς του, δηλαδή η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών πρέπει να συνδυάζεται με τη βασική προστασία της προσωπικής αξιοπρέπειας και, συνακόλουθα, τη διατήρηση - εξασφάλιση ενός στοιχειώδους επιπέδου διαβίωσης του οφειλέτη και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 1208/2017).

Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της κατάθεσης της αίτησης και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και τη συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 883/2020, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 551/2018).

Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από τη συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από τη συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον. Πράξεις που φανερώνουν μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη για την αντιμετώπιση ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του μπορούν ενδεικτικά να αποτελέσουν διαμαρτυρικά συναλλαγματικών για τη μη πληρωμή, επιταγές που δεν πληρώθηκαν κατά την εμπρόθεσμη εμφάνισή τους προς πληρωμή, διαταγές πληρωμής πιστωτικών τίτλων, τελεσίδικες καταψηφιστικές δικαστικές αποφάσεις, αιτήματα του οφειλέτη που διατυπώνονται σε επιστολές προς δανειστές για φιλικό διακανονισμό κ.λπ. (ΑΠ 540/2022, ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 951/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε, τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 31/2009, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 757/2015). Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου), όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Με το λόγο αυτό, δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 53/2020, ΑΠ 634/2019, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017, ΑΠ 849/2007). Για να είναι ορισμένος ο από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. (όπως και από τον αριθμό 1 του άρθρου 559) λόγος αναίρεσης, πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, δηλαδή που εντοπίζεται η παραβίαση και, εφόσον το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, και η ελάσσων πρόταση του νομικού του συλλογισμού, δηλαδή, τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (Ολομ.

ΑΠ 9/2016, Ολομ. ΑΠ 20/2005, Ολομ. ΑΠ 28/1998, Ολομ. ΑΠ 32/1996). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ άλλων και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού) και εφαρμόζεται, στην προκειμένη περίπτωση, ως εκ του χρόνου καταθέσεως της ένδικης αίτησης αναίρεσης (10.7.2020), η οποία (διάταξη) είναι ταυτόσημη με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του Κ.Πολ.Δ., κατά των κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων, στο πιο πάνω άρθρο, λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015 και αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της. Δεν υπάρχει όμως, έλλειψη αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν, αλλά πλήρεις αιτιολογίες, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Α.Π. 151/2014, Α.Π. 1942/2013, Α.Π. 2075/2007, ΑΠ 44/2003).

Η παραπάνω διάταξη δεν έχει εφαρμογή όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Συνακόλουθα δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 681/2020, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 632/2019, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015). Για να είναι ορισμένος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 560 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: 1) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι αυτή στερείται παντελώς αιτιολογιών, 2) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό, και 3) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από που προκύπτει (ΑΠ 981/2020).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 508/2020, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 271/2013).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δυσμενές δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Η αντικατάσταση του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης απόφασης από το αναιρετικό δικαστήριο, συνίσταται στην, με την απόφασή του, υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση, σε άλλο κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα με περιεχόμενο όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης.

Στην περίπτωση δηλαδή αυτή το διατακτικό της απόφασης του Αρείου Πάγου περιέχει απορριπτική της αναίρεσης διάταξη και στο σκεπτικό παράθεση του ορθού αιτιολογικού, σε αντικατάσταση του εσφαλμένου. Ως αιτιολογικό νοείται η νομική αιτία, δηλαδή η διάταξη νόμου, που αποτελεί τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού (Ολ.

ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 32/2002, Ολ. ΑΠ 30/1998, ΑΠ 390/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 89/2018 απόφασή του, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπησή της, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής ένα εκ των ακινήτων ιδιοκτησίας της και συγκεκριμένα την υπό στοιχεία Β-1 οριζόντια ιδιοκτησία του δευτέρου (Β') επάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας κτισμένης σε οικόπεδο ευρισκόμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δημοτικού Διαμερίσματος Καλαμάτας στην θέση ..." στο υπ' αριθμ. ...

με πρόσωπο στην δημοτική οδό ..., στον ανήλικο υιό της Ά. - Σ. Σ. - Μ. του Α. δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Αναστασίας Ζέρβα του Ηλία, νομίμως μεταγεγραμμένου, και ακολούθως άσκησε το πρώτον την υπ' αριθμ. καταθ. 243/24.6.2014 αίτησή της με περιεχόμενο ίδιο με την υπό κρίση, από την οποία παραιτήθηκε στην συνέχεια ταυτοχρόνως με την άσκηση της τελευταίας.

Η πρώτη αυτή αίτηση δεν ανέφερε, κατά το άρθρο 4 § 1 εδάφ. β' στοιχ. γ' ν. 3869/2010, την μεταβίβαση του ενυπόθηκου ακινήτου της που είχε γίνει εντός της τελευταίας τριετίας πριν από την ημερομηνία κατάθεσης της αίτησης. Ακολούθησε η παραίτηση από του δικογράφου της πρώτης αίτησης και η άσκηση της υπό κρίση δεύτερης, με ημερομηνία κατάθεσης πέραν της τριετίας από την ανωτέρω μεταβίβαση.

Με τον πρώτο λόγο έφεσής της κατά το πρώτο σκέλος του η εκκαλούσα τράπεζα προβάλλει το παράπονο, ότι η προσβαλλομένη απόφαση έπρεπε, κατ' εφαρμογή του άρθρου 263 ΑΚ, να είχε απορρίψει την υπό κρίση αίτηση λόγω ψευδούς βεβαιώσεως περί μη εκποιήσεως ακινήτου εντός της κρινομένης τριετίας από της καταθέσεως της ενδίκου αιτήσεως, καθόσον είχε γίνει η προαναφερόμενη μεταβίβαση σε χρόνο μικρότερο της τριετίας πριν από την κατάθεση της αίτησης, ως τοιαύτης νοούμενης εκείνης που έγινε στις 24.6.2014 και όχι αυτής που έγινε στις 23.12.2015.

Ο λόγος αυτός έφεσης είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος. Και τούτο, διότι η διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, ορίζουσα ότι κάθε παραγραφή που διακόπηκε με την έγερση της αγωγής θεωρείται σαν να μη διακόπηκε, αν ο ενάγων παραιτηθεί από την αγωγή ή η αγωγή απορριφθεί τελεσιδίκους για λόγους μη ουσιαστικούς, ενώ αν ο δικαιούχος εγείρει και πάλι την αγωγή μέσα σε έξι μήνες, η παραγραφή θεωρείται ότι έχει διακοπεί με την προηγούμενη αγωγή, δεν τυγχάνει ούτε ευθέως αλλά ούτε και δυνάμει αναλογικής εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση.

Ειδικότερα, η διακοπή της παραγραφής κατά το άρθρο 263 § 1 ΑΚ και το καθιερούμενο με την § 2 του ιδίου άρθρου πλάσμα ως ρυθμιζόμενα ζητήματα στην διάταξη αυτή του Αστικού Κώδικα συνιστούν ειδική ρύθμιση για ένα συγκεκριμένο θέμα αφορόν την παραγραφή, τα στοιχεία του πραγματικού της οποίας ουδόλως προσομοιάζουν με εκείνα των άρθρων 10 § 1 εδάφ.

α' και β' και 4 § 1 ν. 3869/2010, σύμφωνα με τα οποία ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του, τόσο κατά την διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Οι ρυθμίσεις αυτές έχουν προβλεφθεί για να εξυπηρετήσουν άλλον σκοπό από εκείνον τον οποίο διώκει η διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ, ήτοι την σαφή και ασφαλή παρουσίαση της εικόνας της περιουσίας του οφειλέτη, ο οποίος επιθυμεί την ρύθμιση των οφειλών του προς τους δανειστές του.

Επομένως, επειδή οι ανωτέρω περιπτώσεις διαφέρουν ουσιωδώς κατά τα βασικά τους στοιχεία, δεν δύναται να εφαρμοσθεί στην υπό κρίση υπόθεση η διάταξη του άρθρου 263 ΑΚ υπό οιανδήποτε μεθοδολογική ερμηνευτική προσέγγιση, παρελκομένης της εξετάσεως του ζητήματος, εάν η ανειλικρινής και ψευδής ανωτέρω δήλωση εκ μέρους της αιτούσας έγινε από δόλο και επί σκοπώ βλάβης των δικαιωμάτων της δανείστριας τράπεζας.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα είναι 64 ετών, διαζευγμένη δύο φορές και έχει ένα ενήλικο τέκνο, την Ά. Μ., ηλικίας 40 ετών, από τον πρώτο της γάμο με τον Β. Μ. και δύο ακόμα τέκνα, τον Ά. - Σ. Σ. - Μ., ηλικίας 15 ετών και την Σ. - Σ. Σ. ηλικίας 34 ετών, από τον δεύτερο γάμο της με τον Α. Σ. [...]. Η αιτούσα διαμένει με τον ηλικίας 15 ετών υιοθετημένο υιό της Ά. - Σ.

Σ. - Μ., που αποτελεί το εκτός νομίμου γάμου τέκνο του συζύγου της Α. Σ. με άλλη γυναίκα, σε διαμέρισμα αποκλειστικής κυριότητας του τέκνου της, στον οποίο περιήλθε λόγω γονικής παροχής δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαιογραφικού εγγράφου της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Αναστασίας Ζέρβα του Ηλία, νομίμως μεταγεγραμμένου.

Το εν λόγω διαμέρισμα ευρισκόμενο στην Καλαμάτα, επί της οδού ..., είναι επιφάνειας 47,81 τ.μ. (με επιπλέον βοηθητικούς χώρους 13,63 τ.μ.), αντικειμενικής αξίας 63.680,40 ευρώ [,,,]. Επίσης, η αιτούσα προσδιορίζει τις βιοτικές ανάγκες της ιδίας και του τέκνου της κατά τον χρόνο μεν ασκήσεως της αιτήσεως στο ποσό των 952 ευρώ, ενώ κατά την προσβαλλομένη το ποσό αυτό ανέρχεται στο ύψος των 900 ευρώ, επειδή πρέπει κατ' αυτήν, να αφαιρεθεί το ποσό των 50 ευρώ, καταβαλλόμενο από την αιτούσα μέχρι το έτος 2019 αφορόν επιβολή προστίμου για την νομιμοποίηση αυθαιρεσιών ακινήτου, ενώ κατά τον χρόνο ασκήσεως της υπό κρίση εφέσεώς της στο ποσό των 1.362 ευρώ.

Το αποδειχθέν κατά την προσβαλλομένη απόφαση ποσό μηνιαίων δαπανών ύψους 900 ευρώ αποκλίνει κατά ποσό 150 ευρώ από εκείνο το οποίο προκύπτει σύμφωνα με τον πίνακα για τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, όπως αυτές έχουν υπολογιστεί από εμπειρογνώμονες του Υπουργείου Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας και του Υπουργείου Οικονομικών, ομάδα 1η, περιλαμβάνουσα όλες τις δαπάνες διατροφής (δημητριακά, γαλακτοκομικά προϊόντα, κρέας, ψάρια, έλαια και λίπη, φρούτα, λαχανικά, γλυκά κ.λπ.) και τα μη αλκοολούχα ποτά (καφές, τσάι, κακάο, μεταλλικά νερά, αναψυκτικά, χυμοί φρούτων, κ.λπ.) καθώς και έξοδα σε καντίνες και κυλικεία εργασίας, σχολείων, πανεπιστημίων, γραφείων (καφέδες, αναψυκτικά, χυμοί, σάντουιτς, τοστ, τυρόπιτες, γλυκά, κ.λπ.), όλες τις δαπάνες ένδυσης και υπόδησης (αγορά ειδών ένδυσης και υπόδησης (ανδρικά, γυναικεία, παιδικά, καθώς και τις επιδιορθώσεις αυτών), όλες τις δαπάνες που σχετίζονται με την κατοικία (ηλεκτρισμός, ύδρευση, θέρμανση, υλικά και υπηρεσίες συντήρησης και επισκευής της κατοικίας), όλα τα έξοδα κίνησης, συντήρησης και επισκευής μεταφορικών μέσων (καύσιμα, λιπαντικά, ανταλλακτικά, σέρβις κ.λπ.), καθώς και τα ασφάλιστρα αυτοκινήτου-μηχανής, όλες τις δαπάνες χρήσης αστικών και υπεραστικών μέσων μαζικής μεταφοράς (λεωφορεία, τρόλεϊ, ταξί, τρένα, τραμ, μετρό, επιβατικά πλοία κ.λπ.), τις δαπάνες που σχετίζονται με την επισκευή και την συντήρηση των διαρκών αγαθών οικιακής χρήσης (έπιπλα, οικιακές συσκευές, κ.λπ), όλα τα αγαθά για την συνήθη οικιακή κατανάλωση (σαπούνια, απορρυπαντικά, είδη καθαρισμού, σκούπες, χαρτιά υγείας, χαρτομάντη λα, κ.λπ.), τις δαπάνες αγαθών και υπηρεσιών ατομικής καθαριότητας και καλλωπισμού (κομμωτήρια, κουρεία, ξυριστικές μηχανές, ξυραφάκια, οδοντόβουρτσες, οδοντόκρεμες, αρώματα, κολόνιες, καλλυντικά, αποσμητικά, σαπούνια μπάνιου, σαμπουάν κ.λπ.) και λοιπά προσωπικά είδη (τσάντες, πορτοφόλια, γυαλιά ηλίου, ομπρέλες κ.λπ.), καθώς και δαπάνες σχετικά με τα κατοικίδια ζώα (τροφές, λουριά, κ.λπ), δαπάνες σχετικά με την ενημέρωση και την μόρφωση (βιβλία, εφημερίδες, περιοδικά, είδη χαρτοπωλείου, γραφική ύλη, τετράδια, μολύβια, στυλό, κ.λπ.), όλες τις δαπάνες υπηρεσιών τηλεφωνίας και ταχυδρομικών υπηρεσιών (λογαριασμοί σταθερού τηλεφώνου, κινητού τηλεφώνου, internet, ταχυδρομείων κ.λπ.), δαπάνες ειδών και υπηρεσιών υγείας (φάρμακα, παυσίπονα, επίδεσμοι, γάζες, θερμόμετρα, ιατρικές υπηρεσίες κάθε ειδικότητας, οδοντιατρικές υπηρεσίες, κτηνιατρικές υπηρεσίες κ.λπ.), όλες τις δαπάνες υπηρεσιών εκπαίδευσης (παιδικοί σταθμοί, φροντιστήρια, ξένες γλώσσες, εκπαιδευτικές εκδρομές κ.λπ.), δαπάνες υπηρεσιών κοινωνικής προστασίας (γηροκομεία, ιδρύματα και σχολεία για άτομα με ειδικές ανάγκες, βρεφονηπιακών (παιδικών) σταθμών, παιδότοποι κ.λπ.) και δαπάνες για λοιπές οικονομικές υπηρεσίες (αμοιβές φοροτεχνικών, διοικητικά τέλη, αμοιβές δικηγόρων, αμοιβές συμβολαιογράφων, συνδρομές σε επαγγελματικά σωματεία, ενώσεις, κ.λπ.) για ένα ενήλικο με ένα τέκνο, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, ανερχόμενο στο ποσό των 750 ευρώ.

Πλην όμως, επειδή η κρίση της προσβαλλομένης αποφάσεως ως προς το κεφάλαιο του ύψους των βιοτικών αναγκών της αιτούσας δεν έχει πληγεί με ειδικό λόγο εφέσεως εκ μέρους της πιστώτριας τράπεζας, παρά το γεγονός ότι αποδεικνύεται από τον ανωτέρω πίνακα ότι το μηνιαίο κόστος δαπανών αυτής είναι μικρότερο από εκείνο το οποίο έκρινε ότι απεδείχθη η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εφαρμογή του άρθρου 536 ΚΠολΔ, σύμφωνα με το οποίο το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν μπορεί να εκδώσει απόφαση επιβλαβέστερη για τον εκκαλούντα, χωρίς ο εφεσίβλητος να ασκήσει δική του έφεση ή αντέφεση.

Περαιτέρω, πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικώς βάσιμος ο δεύτερος λόγος έφεσης της αιτούσας κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την κρίση της ότι εσφαλμένως αφαιρέθηκε το ανωτέρω ποσό των 50 ευρώ. Και τούτο, διότι σύμφωνα με τον ανωτέρω πίνακα στις δαπάνες της 1ης κατηγορίας, εκτός των άλλων συγκαταλέγονται οι δαπάνες για λοιπές οικονομικές υπηρεσίες, όπως είναι τα καταβαλλόμενα διοικητικά τέλη, είδος των οποίων είναι και τα επιβαλλόμενα πρόστιμα για την τακτοποίηση αυθαιρεσιών των ακινήτων.

Επομένως, πρέπει να υπολογισθεί το κόστος των μηνιαίων δαπανών της αιτούσας στο ποσό των 950 ευρώ και όχι σε εκείνο των 1.362 ευρώ, όπως αβασίμως προβάλλει με τον τέταρτο λόγο εφέσεως της κατά το δεύτερο σκέλος της. Ο ισχυρισμός της αιτούσας ότι, εκτός από το 15χρονο τέκνο της, έχει αναλάβει την πλήρη φροντίδα και του ανήλικου εγγονού της (τέκνο της ανωτέρω 34χρονης θυγατέρας της), ο οποίος φέρεται κατά τις δηλώσεις της να διαμένει μαζί της, δεν αποδεικνύεται.

Αντιθέτως, από τις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος των ετών 2016,2015,2014,2013,2012 προκύπτει ότι στον πίνακα "στοιχεία προσώπων που συνοικεί μαζί με τους φορολογούμενος και τους επιβαρύνουν" αναφέρεται μόνο το όνομα του 15χρόνου τέκνου της και όχι και του ως άνω εγγονού της. Επομένως, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικώς αβάσιμος ο σχετικός δεύτερος λόγος έφεσης της αιτούσας κατά το πρώτο σκέλος του.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα είναι συνταξιούχος, πρώην υπάλληλος της πολιτικής αεροπορίας. Από την δήλωση φορολογίας εισοδήματος του έτους 2015 και το αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα προκύπτει ότι το τελικό εισόδημα διαβίωσης της αιτούσας ανερχόταν στο ποσό των 13.260,86 ευρώ (φορολογητέο εισόδημα 13.808,70 ευρώ - παρακρατούμενος φόρος 937,88 ευρώ = 12.870,82 + αφορολόγητο εισόδημα 320,04 ευρώ + επιστροφή φόρου 69,80 ευρώ), ήτοι ελάμβανε μηνιαίως σύνταξη 1.105,07 ευρώ, ποσό το οποίο και θα αποτελέσει την βάση για την συνολική εκτίμηση από το Δικαστήριο της οικονομικής δυνατότητας της αιτούσας.

Επίσης, από την δήλωση φορολογίας εισοδήματος του έτους 2016 και το αντίστοιχο εκκαθαριστικό σημείωμα προκύπτει ότι το τελικό εισόδημα διαβίωσης της ανερχόταν στο ποσό των 13.770,35 ευρώ (φορολογητέο εισόδημα 14.723,54 ευρώ - παρακρατούμενος φόρος 1.273,23 ευρώ = 13.450,31 + αφορολόγητο εισόδημα 320,04 ευρώ), ήτοι ελάμβανε μηνιαίως σύνταξη 1.147,52 ευρώ, ποσό το οποίο θα αποτελέσει επίσης την βάση για την συνολική εκτίμηση από το Δικαστήριο της οικονομικής δυνατότητας της αιτούσας, απορριπτόμενου ως αβασίμου του πρώτου λόγου εφέσεως της αιτούσας, με την οποίο πλήττεται η προβαλλόμενη απόφαση με την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και κατ' εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων υπελόγισε εσφαλμένα τα εισοδήματα της για τα φορολογικά έτη 2015 και 2016, καθόσον οι ανωτέρω υπολογισμοί αποδεικνύονται από τα έγγραφα τα οποία η ιδία μετ' επικλήσεως προσκομίζει καθώς και από τα χειρόγραφα του δικού της λογιστή Α.

Π.. Περαιτέρω από την δήλωση φορολογίας εισοδήματος των ετών 2013 και 2014 και τα αντίστοιχα εκκαθαριστικά σημειώματα προκύπτει ότι κατά το έτος 2014 ελάμβανε μηνιαίως σύνταξη 1.162 ευρώ (ετήσιο δηλωθέν εισόδημα 13.949,56 ευρώ) και κατά το 2013 είχε μηνιαίες αποδοχές ύψους 1.264 ευρώ (ετήσιο δηλωθέν εισόδημα 15.176,47, εκ των οποίων οι 12.974,44 αφορούν συντάξιμες αποδοχές, ενώ το υπόλοιπο ποσό αφορά έσοδα από εκμίσθωση ακινήτου και γεωργικές επιχειρήσεις).

Αυξημένη δε τόσο η μηνιαία σύνταξη της αιτούσας (1.310 ευρώ), όσο και γενικά το εισόδημα της ήταν το 2012, όπως προκύπτει από το εκκαθαριστικό σημείωμα του οικονομικού έτους 2013, όπου το ετήσιο δηλωθέν εισόδημά της ανερχόταν στα 17.833,55 ευρώ (εκ των οποίων 15.722,30 ευρώ αφορούν συντάξιμες αποδοχές, ενώ το υπόλοιπο ποσό αφορά έσοδα από εκμίσθωση ακινήτου και γεωργικές επιχειρήσεις).

Στην παρούσα χρονική στιγμή, παρά το γεγονός ότι η σύνταξη της αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 1.150 περίπου ευρώ μηνιαίως, δεν σημαίνει ότι είναι σε θέση να καταβάλει την πλήρη δόση του δανείου των 400 περίπου ευρώ, λαμβάνοντας υπ' όψιν τις βιοτικές ανάγκες της ιδίας και του ανήλικου τέκνου, για το οποίο μάλιστα οι δαπάνες για την εκπαίδευση του προβλέπεται κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι θα αυξηθούν έτι περαιτέρω μέχρι την ενηλικίωσή του.

Η οικονομική κατάσταση της αιτούσας παρουσιάζει στενότητα, δεδομένης της οικονομικής κρίσης που πλήττει την χώρα, του αυξημένου κόστους διαβίωσης, της μείωσης των δικών της εισοδημάτων, ενώ δεν αναμένεται βελτίωση των οικονομικών της, λόγω της δυσμενούς οικονομικής συγκυρίας, γεγονότα που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αιτούσα κατά την σύναψη της ανωτέρω συμβάσεως.

Απορριπτέος, λοιπόν, ως αβάσιμος είναι ο ισχυρισμός της πιστώτριας περί καταχρηστικής άσκησης της αίτησης εισφερόμενος στην προκειμένη δίκη δια του τρίτου λόγου εφέσεως, με το παράπονο ότι η αιτούσα δεν στερείται οικονομικών πόρων. Επομένως, το συνολικό ύψος το οποίο μπορεί η αιτούσα να καταβάλει για την εξυπηρέτηση των οφειλών της προς την πιστώτρια τράπεζα ανέρχεται στο ποσό των 200 ευρώ.

Περαιτέρω όσον αφορά την ακίνητη περιουσία της αιτούσας αποδείχθηκε ότι αυτή έχει στην αποκλειστική κυριότητά της μια διώροφη (με υπόγειο) οικοδομή, ευρισκομένη επί αγροτεμαχίου (με ελιές) άρτιου και οικοδομήσιμου στην θέση "Στράλθη" του δημοτικού διαμερίσματος ... του τέως δήμου ... του νομού Μεσσηνίας, κειμένου εκτός σχεδίου πόλεως εκτάσεως 8.617 τ.μ.

Πρόκειται για εν μέρει ημιτελές κτίσμα, για το οποίο έχει γίνει πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας (βλ. το υπ' αριθμ. 3.610/21.4.2008 συμβολαιογραφικό έγγραφο της συμβολαιογράφου Κ. Παπαντωνίου - Συμεωνίδου) και σύμφωνα με την δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α του έτους 2015 (αριθμ. 500939), την από 4.9.2015 βεβαίωση δήλωσης περιουσιακής κατάστασης και το προαναφερόμενο συμβολαιογραφικό έγγραφο περί σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας, αποτελείται από: (α) μία ημιτελή οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα στο ισόγειο επιφάνειας 71,20 τ.μ.

και αντικειμενικής αξίας 12.303,36 ευρώ, (β) μια ήδη περατωμένη οριζόντια ιδιοκτησία -διαμέρισμα πρώτου ορόφου επιφάνειας 35,64 τ.μ. και αντικειμενικής αξίας 12.830,40 ευρώ και (γ) δύο υπάρχουσες οριζόντιες ιδιοκτησίες - αποθήκες στο υπόγειο συνολικής επιφάνειας 95,20 τ.μ. (71,20τ.μ. + 24 τ.μ.) και αντικειμενικής αξίας 6.854,40 ευρώ (5.126,40 + 1.728).

Επομένως, η συνολική αξία της οικοδομής, για την οποία η αιτούσα ζητά την εξαίρεση από την εκποίηση, ανέρχεται στο ποσό των 31.988,16 ευρώ. Για την εν λόγω οικοδομή η αιτούσα, ως προελέχθη, καταβάλλει μηνιαίως πρόστιμο ύψους 50 ευρώ προς ρύθμιση των αυθαίρετων κατασκευών με το ν. 4178/2013 (πρώτη δόση 4.9.2015 και τελευταία δόση στις 10.8.2019).

Επίσης, με βάση την με ημερομηνία έκδοσης 20.10.2015 δήλωση ΕΝ.Φ.Ι.Α, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα έχει την επικαρπία δύο ακίνητων, ευρισκομένων εκτός εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου στον Δήμο Αχαρνών Αττικής σε οικόπεδα επιφάνειας 314,49 και 312, αντιστοίχως. Έκαστο ακίνητο έχει επιφάνεια 83,44 και 83,99 και αντικειμενική αξία 14.508,55 και 14.604,18 ευρώ, αντιστοίχως.

Να σημειωθεί ότι η αιτούσα κατά την ενώπιον του ακροατηρίου του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου διαδικασία δήλωσε ότι παραχωρεί το δικαίωμα της επικαρπίας επί του ενός εκ των δύο ως άνω ακινήτων επιφανείας 83,44 τ.μ., παραχώρηση την οποία ωστόσο η καθ' ης πιστώτρια τράπεζα αρνήθηκε λόγω της ιδιότητας του ακινήτου ως αυθαιρέτου.

Η αιτούσα έχει ακόμα στην αποκλειστική της κυριότητα ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο μάρκας ΚΙΑ, 1600 κυβ. εκ., του έτους 2006, εκτιμώμενης εμπορικής αξίας 3.000 ευρώ. Το εν λόγω αυτοκίνητο δεν κρίνεται σκόπιμο να εκποιηθεί, αφού χρησιμεύει για την μετακίνηση της ιδίας και του ανήλικου τέκνου της. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα σε χρόνο προγενέστερο της συζήτησης της υπό κρίση αίτησης και συγκεκριμένα στις 4.2.2016 εμφάνισε καταθέσεις ύψους 6.246,65 ευρώ και στις 11.2.2016 καταθέσεις ύψους 4.922,26 ευρώ στον υπ' αριθμ. 0026.0602.81. 0103240583 τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί στην πιστώτρια τράπεζα [...].

Τις καταθέσεις αυτές παρουσίασε η πιστώτρια επικαλούμενη κατ' ένσταση ανειλικρινή δήλωση εκ μέρους της αιτούσας, σύμφωνα με το άρθρο 10 ν. 3869/2010. Ωστόσο, ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Τούτο δε διότι, ο εν λόγω λογαριασμός, στον οποίο, όπως αποδείχθηκε, κατατίθεται η σύνταξη της αιτούσας [...] και από αυτόν (τον λογαριασμό) γίνεται και η καταβολή του προστίμου για την νομιμοποίηση των αυθαιρέτων [...], κατά τον χρόνο που υποβλήθηκε η αίτηση, ήτοι τον Δεκέμβριο του έτους 2015, εμφάνιζε το αμελητέο ποσό των 8,91 ευρώ και εξ αυτού του λόγου στην αναφερόμενη στήλη για τις καταθέσεις η αιτούσα δήλωνε αρνητικό περιεχόμενο [...].

Μηδενικοί ήταν και οι λοιποί λογαριασμοί που τηρεί η αιτούσα, όπως αποδεικνύεται από την ίδια ως άνω βεβαίωση. Όσον αφορά την παράλειψη της αιτούσας να ενημερώσει τον φάκελο του άρθρου 4 στο Ειρηνοδικείο για την μεταβολή της περιουσιακής της κατάστασης με το ως άνω ποσό των 6.246,65 ευρώ, αυτή κρίνεται ότι οφείλεται σε ελαφρά αμέλεια μη συνεπαγόμενη την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση των οφειλών κατ' άρθρο 8 ν. 3869/2010 (βλ.

άρθρο 11 ν. 3869/2010), ανεξαρτήτως του ισχυρισμού της αιτούσας, ο οποίος δεν απεδείχθη, ότι τούτο το ποσό αφορά αναδρομικά συντάξεως και δόσεις επικουρικών, καθόσον ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί ως προς την εν λόγω παράλειψη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η αιτούσα συνήψε την υπ' αριθμ. ... δανειακή (στεγαστική) σύμβαση με το "Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο Ελλάδος", στη θέση του οποίου υπεισήλθε ως καθολική διάδοχος, λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση, η καθ' ης η αίτηση πιστώτρια "...", στις 19.7.2007, ήτοι σε χρόνο προγενέστερο του έτους της υποβολής της αίτησης.

Η αρχική οφειλή του δανείου ήταν 80.000 ευρώ και μετά από καταβολές της αιτούσας ανέρχεται στο ποσό των 39.420,69 ευρώ, εκ των οποίων το κεφάλαιο είναι 36.158,53 και οι τόκοι 3.262,16 ευρώ. Η εν λόγω οφειλή είναι εξασφαλισμένη με προσημείωση υποθήκης για ποσό 96.000 ευρώ στο ακίνητο επί του οποίου διαμένει η αιτούσα, επί της οδού ... (βλ.

απόφαση ΜΠρΚαλ 1678/2007), ιδιοκτησίας τότε της αιτούσας και πλέον του 15χρονου υιού της, μετά από μεταβίβαση της προς εκείνον με γονική παροχή, όπως προαναφέρθηκε. Σημειωτέον ότι, ενόψει του ότι πρόκειται για εμπραγμάτως ασφαλισμένη απαίτηση, ο εκτοκισμός συνεχίζεται με το επιτόκιο ενήμερης οφειλής μέχρι τον χρόνο έκδοσης της απόφασης (βλ.

άρθρο 6 § 3 ν. 3869/10). Η παράλειψη εκ μέρους της αιτούσας να αναφέρει στην υπό κρίση αίτηση την εμπράγματη αυτή εξασφάλιση της πιστώτριας δεν καθιστά ανειλικρινή την δήλωση της, καθόσον μάλιστα τούτη η εξασφάλιση αφορά την ίδια την τράπεζα, απορριπτόμενου του σχετικού ισχυρισμού της καθ' ης, ο οποίος εισφέρεται με τον πρώτο λόγο έφεσης κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ελλείψει εννόμου συμφέροντος.

Η εν λόγω δε αναφορά δεν απαιτείται ούτε ως στοιχείο του ορισμένου της αίτησης, διότι ο πιστωτής που έχει εμπράγματη εξασφάλιση και συνεπώς προνομιακή μεταχείριση κατ' άρθρο 9 § 2 θα προβάλει και θα αποδείξει τον σχετικό ισχυρισμό. Το δε επιχείρημα της πιστώτριας τράπεζας, ότι με την ανωτέρω καταδολιευτική μεταβίβαση λόγω γονικής παροχής της αιτούσας προς το ανωτέρω ανήλικο τέκνο της θα ήταν δυνατόν η τράπεζα να απωλέσει την δυνατότητά της να προβεί σε αναγκαστική εκτέλεση του εν λόγω ακινήτου της αιτούσας προς ικανοποίηση των ενυπόθηκων απαιτήσεών της ελλείψει εκτελεστού τίτλου, καθότι είχε εγγραφεί επί του ως άνω ακινήτου προσημείωση υποθήκης Α' σειράς υπέρ του ΤΑΧΥΔΡΟΜΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΕΔΛΑΔΟΣ και για ποσό 96.000 ευρώ δυνάμει της υπ' αριθμ. 1.678/2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, και μάλιστα αν παρήρχετο πενταετία από τον χρόνο της μεταβίβασης, ιδίως εάν η αιτούσα υπαχθεί στις ευεργετικές διατάξεις του ν. 3869/2010, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στο αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το παρόν Δικαστήριο.

Και τούτο, διότι ουδόλως εμποδίζεται η τράπεζα σε μια τέτοια υποθετική περίπτωση να προστατεύσει τα δικαιώματά της, καθόσον δια της παρακολουθήσεως των σχετικών δημοσίων βιβλίων θα ηδύνατο ανά πάσα στιγμή να ασκήσει όλα τα νόμιμα δικαιώματά της, ένα εκ των οποίων είναι και εκείνο της ασκήσεως αγωγής διαρρήξεως της ανωτέρω, κατά τους ισχυρισμούς της, καταδολιευτικής των δικαιωμάτων της μεταβιβάσεως.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η αιτούσα κατέβαλε την τελευταία δόση, το ύψος της οποίας μετά από επανακαθορισμό του αριθμού των δόσεων ανερχόταν στο ποσό των 403,09 ευρώ, τον Μάρτιο του 2014, εξυπηρετώντας μέχρι τότε το χρέος συνεχώς από το έτος 2007. Επομένως, όσον αφορά την επικαλούμενη από την πιστώτρια (με την προσθήκη-αντίκρουση) ένσταση περί δόλιας περιέλευσής της αιτούσας σε αδυναμία πληρωμής, λόγω της εκποίησης του προσημειωμένου από την τράπεζα ακινήτου στο 15χρόνο τέκνο της, πέραν της αοριστίας της και του απαραδέκτου προβολής της, αυτή είναι απορριπτέα και ως αβάσιμη, καθόσον η αιτούσα προέβη στην εν λόγω μεταβίβαση τον Σεπτέμβριο του έτους 2012, ήτοι τρία και πλέον έτη πριν την κατάθεση της αίτησης, και κυρίως σε διάστημα κατά το οποίο εξυπηρετούσε κανονικά μέχρι τότε την οφειλή της και συνέχισε να την εξυπηρετεί μέχρι και τον Μάρτιο του 2014.

Περαιτέρω, πρέπει να απορριφθεί επίσης ως ουσιαστικά αβάσιμος και ο τρίτος λόγος εφέσεως της πιστώτριας τράπεζας, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση με την αιτίαση ότι κατ' εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου έκρινε ότι η εφεσίβλητη δεν περιήλθε εκ δόλου σε αδυναμία πληρωμής. Και τούτο, διότι αποδείχθηκε ότι η αιτούσα ανέλαβε τα ανωτέρω χρέη, σε χρόνο που το οικογενειακό τους εισόδημα ήταν μεγαλύτερο και με την πεποίθηση της δυνατότητας της αποπληρωμής τους.

Ειδικότερα, όπως ήδη αναφέρθηκε προηγουμένως, τα οικονομικά έτη 2009 και 2010 το συνολικό οικογενειακό εισόδημα της αιτούσας ανερχόταν στο ποσό των 33.578,80 ευρώ και 31.581,04 αντιστοίχως, το οικονομικό έτος 2014 στο ποσό των 16.540,42 ευρώ, ενώ το φορολογικό έτος 2016 ανήλθε στο ποσό των 15.233,04 ευρώ [...].

Συνεπώς, ο ισχυρισμός της εκκαλούσας περί δόλιας εκ μέρους της αιτούσας περιελεύσεως σε αδυναμία πληρωμής δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός τρίτος λόγος εφέσεως. Περαιτέρω, η αιτούσα ζητεί να εξαιρεθεί από την εκποίηση συνολικώς η διώροφη οικοδομή που βρίσκεται στην θέση "Στράλθη", όπως περιγράφεται αναλυτικά ανωτέρω, διότι αποτελεί την κύρια κατοικία της, με την υποχρέωση καταβολής από μέρους της ποσού που αντιστοιχεί ως το 80% της αντικειμενικής της αξίας.

Ωστόσο, το αίτημα αυτό δεν μπορεί να γίνει καθ' ολοκληρίαν δεκτό. Και τούτο, διότι οι προϋποθέσεις εξαίρεσης - διάσωσης από την εκποίηση της κύριας κατοικίας για τις αιτήσεις που έχουν κατατεθεί μέχρι 31.12.2015 είναι οι ακόλουθες: (α) το ακίνητο να χρησιμεύει ως κύρια κατοικία, (β) η αξία της κατοικίας δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά 50% και (γ) ο οφειλέτης σε διάστημα έως τριανταπέντε ετών να αποπληρώσει ποσό που αντιστοιχεί μέχρι το 80% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας.

Επομένως, προϋπόθεση της θεσπιζόμενης με την διάταξη αυτή ρύθμισης της εξαίρεσης της κύριας κατοικίας του οφειλέτη από την εκποίηση, είναι η πραγματική χρησιμοποίηση του ακινήτου ως κύριας κατοικίας από τον ίδιο και την οικογένειά του. Πλην όμως στην εξαίρεση υπόκειται η κύρια κατοικία, έστω και αν σε αυτή δεν διαμένει η οικογένεια του οφειλέτη για σοβαρούς λόγους [...], κάτι που συμβαίνει στην υπό κρίση υπόθεση, καθόσον η αιτούσα διαμένει στην ανωτέρω υπό στοιχεία Β-1 οριζόντια ιδιοκτησία του δευτέρου (Β') επάνω από το ισόγειο ορόφου πολυκατοικίας κτισμένης σε οικόπεδο ευρισκόμενο εντός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως του Δημοτικού Διαμερίσματος Καλαμάτας με τον ανωτέρω ανήλικο υιό της, προκειμένου αυτός να φοιτήσει στο σχολείο του.

Στην προκειμένη περίπτωση από την ως άνω περιγραφόμενη διώροφη οικοδομή η αιτούσα, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, μπορεί να εξαιρεθεί η εκποίηση των δύο μόνο οριζοντίων ιδιοκτησιών και συγκεκριμένα η περατωμένη οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, επιφάνειας 35,64 τ.μ. και αντικειμενικής αξίας 12.830,40 ευρώ και η οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη του υπογείου επιφάνειας 24 τ.μ.

και αξίας 1.728 ευρώ ως βοηθητικού χώρου. Εξάλλου, η ίδια η αιτούσα στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος φορολογικού έτους 2014 και οικονομικού έτους 2014 δηλώνει το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου ως κύρια κατοικία της. Ως προς τις άλλες δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες, ήτοι την ημιτελή οριζόντια ιδιοκτησία - διαμέρισμα του ισογείου, επιφάνειας 71,20 τ.μ.

και αντικειμενικής αξίας 12.303,36 ευρώ και την οριζόντια ιδιοκτησία - αποθήκη του υπογείου επιφάνειας 71,20 τ.μ. και αντικειμενικής αξίας 5.126,40 ευρώ, το παρόν Δικαστήριο κρίνει ότι ενόψει της θέσης τους και της εν γένει κατάστασής τους δεν αποτελεί πρόσφορο μέσο η εκμίσθωση αυτών, αλλά μόνο η εκποίησή τους. Επίσης, δεν αποτελεί πρόσφορο μέτρο, αντί της ανωτέρω εκποιήσεως, η προτεινόμενη εκ μέρους της αιτούσας εκμίσθωση ενός ακινήτου, την επικαρπία του οποίου έχει, ευρισκόμενο στην θέση "ΠΑΤΗΜΑ ΓΑΒΡΙΛΗ" και επί της οδού ...

του Δήμου Αχαρνών Αττικής, συνολικής επιφανείας 83,44 τ.μ., καθόσον κατά τους ισχυρισμούς της ιδίας της αιτούσας που περιλαμβάνονται στην υπό κρίση αίτησή της, τούτο είναι μικρής εκτιμώμενης εμπορικής αξίας, λόγω ελλείψεως αγοραστικού ενδιαφέροντος, "ένεκα της θέσεως στην οποία βρίσκεται και της μείωσης της εμπορικής αξίας των ακινήτων", χωρίς μάλιστα η αιτούσα να διευκρινίζει ποιο από τα δύο αυτά ακίνητα αφορά η πρότασή της, δεδομένου ότι το ένα των ακινήτων της έχει κατασκευαστεί το έτος 1989 και το έτερο το έτος 1953 και έχει σημασία το έτος κατασκευής των διαμερισμάτων, καθόσον η ηλικία αυτών προσδιορίζει και την μισθωτική τους αξία.

Επομένως, είναι απορριπτέοι οι σχετικοί και απολύτως συναφείς μεταξύ τους τρίτος, τέταρτος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι εφέσεως, με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλομένη με την αιτίαση ότι δεν έχει επαρκείς αιτιολογίες ως προς την απόρριψη του αιτήματος περί εκμισθώσεως του διαμερίσματος στις Αχαρνές Αττικής και περί μη εκποιήσεως των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών στην θέση "Στράλθη" του Δήμου ....

Επομένως, εκ των ανωτέρω συνάγεται το συμπέρασμα ότι συντρέχουν στο πρόσωπο της αιτούσας οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της στην ρύθμιση του ν. 3869/2010 και ειδικότερα σε αυτές των άρθρων 8 § 2 και 9 §§ 1 και 2. Ειδικότερα, η ρύθμιση των χρεών της αιτούσας θα πρέπει να γίνει κατά πρώτο λόγο με μηνιαίες καταβολές απευθείας στην πιστώτρια, από τα εισοδήματά της, για χρονικό διάστημα τριών ετών, αρχής γενομένης ένα μήνα μετά την δημοσίευση της πρωτοβάθμιας απόφασης και εντός του πρώτου δεκαημέρου εκάστου μηνός (άρθρο 8 § 2 του ν. 3869/2010).

Το συνολικό προς διάθεση από την αιτούσα προς την πιστώτρια ποσό, λαμβανομένων υπ' όψη των εύλογων δαπανών διαβίωσης της ιδίας και του ανηλίκου τέκνου της, τις οποίες το Δικαστήριο προσδιορίζει στο ποσό των 950 ευρώ, ανέρχεται, όπως ήδη αναφέρθηκε, στο ποσό των 200 ευρώ το μήνα. Επομένως, μετά την ολοκλήρωση των καταβολών αυτών στο τέλος της τριετίας, η καθ' ης πιστώτρια θα έχει λάβει το ποσό των 7.200 ευρώ (200 Χ 36 μήνες).

Ενόψει δε του γεγονότος, ότι με τις καταβολές επί 3ετία της πρώτης ρύθμισης δεν επέρχεται πλήρης εξόφληση των απαιτήσεων της πιστώτριας, η ανωτέρω πρώτη ρύθμιση θα συνδυαστεί αφενός με την προβλεπόμενη από την διάταξη του άρθρου 9 § 1 ν. 3869/2010 εκποίηση ρευστοποιήσιμης περιουσίας, καθώς κρίνεται ότι οι μη εξαιρούμενες ως άνω οριζόντιες ιδιοκτησίες μπορούν να αποφέρουν αξιόλογο τίμημα για την εν μέρει ικανοποίηση της πιστώτριας και, αφετέρου, με την προβλεπόμενη από την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου (9 ν. 3869/2010) εξαίρεση από την εκποίηση κύριας κατοικίας (αξίας 12.830,40 ευρώ + 1.728 ευρώ = 14.558,40 ευρώ) με ορισμό τοκοχρεωλυτικών δόσεων για ορισμένη περίοδο, απορριπτόμενου ούτως του σχετικού τρίτου λόγου εφέσεως της αιτούσας, καθώς και του συναφούς πρώτου προσθέτου, με τους οποίους προβάλλεται το παράπονο, αφενός, ότι τούτη η εκποίηση είναι εντελώς ασύμφορη λόγω της μικρής εμπορικής αξίας τους, λόγω της μακρινής και δύσβατης περιοχής, ήτοι εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός του χωρίου ...

στην οποία κείνται και, αφετέρου, λόγω της διαρρυθμίσεως της ανωτέρω διώροφης οικοδομής, υπό την έννοια ότι οι δύο αποθήκες είναι προσκολλημένες, ενώ η είσοδος προς τον πρώτο όροφο γίνεται μόνο από την οριζόντια ιδιοκτησία του ισογείου, στην πραγματικότητα υπάρξεως μίας οικίας, μεζονέτας, τριών επιπέδων και ουχί τριών αυτοτελών ιδιοκτησιών [...].

Επομένως, η ικανοποίηση της απολειπόμενης απαίτησης της πιστώτριας, που θα ανέρχεται στο ποσό των 32.220,69 (39.420,69 - 7.200) ευρώ, θα επέλθει, σε μεγάλο βαθμό, αφενός με την εκποίηση της προαναφερόμενης οριζόντιας ιδιοκτησίας του ισογείου ορόφου επιφάνειας 71,20 τ. μ ευρώ και της οριζόντιας ιδιοκτησίας του υπογείου επιφάνειας 71,20 τ.μ επί της διώροφης ως άνω οικοδομής, σύμφωνα με το άρθρο 9 § 1 ν. 3869/2010 και, αφετέρου, με περαιτέρω καταβολές προς διάσωση της κύριας κατοικίας της αιτούσας, ήτοι της οριζόντιας ιδιοκτησίας του πρώτου ορόφου της προαναφερόμενης διώροφης οικοδομής και του βοηθητικού χώρου αυτής - αποθήκης του υπογείου ορόφου, με την καταβολή του 80% της αντικειμενικής της αξίας των 14.558,40 ευρώ, ήτοι του ποσού των 11.640 περίπου ευρώ.

Όσον αφορά την αποπληρωμή του ποσού για την διάσωση της κύριας κατοικίας εκ μέρους της αιτούσας, αυτή καταρχάς θα ξεκινήσει με την πάροδο της ορισθείσας κατά τα ανωτέρω τριετίας και συγκεκριμένα από τον επόμενο μήνα, προκειμένου να μην συμπίπτουν χρονικώς οι καταβολές του άρθρου 8 § 2 με αυτές του άρθρου 9 § 2 ν. 3869/2010...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, το οποίο δίκασε ως Εφετείο, αφού συνεκδίκασε: α) την από 20-12-2016 έφεση της αναιρεσείουσας, β) την από 16-12-2016 έφεση της αναιρεσίβλητης και γ) τους από 28-01-2018 πρόσθετους λόγους έφεσης της αναιρεσίβλητης, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις αυτές και τους πρόσθετους λόγους και έτσι επικύρωσε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 92/2016 πρωτόδικη απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλαμάτας, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή η από 23-12-2015 αίτηση της αναιρεσίβλητης και είχε υπαχθεί αυτή στις ρυθμιστικές διατάξεις του Ν. 3869/2010.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το ανωτέρω ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η αναιρεσίβλητη περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς την αναιρεσείουσα, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω μνημονευόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, η αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν ανωτέρω Δικαστήριο παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 [ ως ανωτέρω αντικαταστάθηκε με την παρ. 17 του άρθρου 1 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του νόμου 4336/2015], με το να μην προσδιορίσει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης της αιτούσας και του άνω προστατευόμενου μέλους της, επακριβώς όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013, άλλως, μέχρι την έκδοση της εν λόγω απόφασης, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία, είναι αβάσιμη, καθόσον το Δικαστήριο υποχρεούται να λάβει υπόψη του τον κατά τα άνω προσδιορισμό (με απόφαση του Κ.Σ.Δ.Ι.Χ., ή άλλως με ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ) ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για τον υπολογισμό των εύλογων δαπανών διαβίωσης, πλην όμως, ο κατά τα άνω προσδιορισμός δεν είναι υποχρεωτικός και δεσμευτικός για το Δικαστήριο, που οφείλει να προβαίνει στον υπολογισμό των εύλογων δαπανών σε εξατομικευμένη για κάθε περίπτωση βάση, με εμπεριστατωμένη κρίση αναλόγως των πραγματικών περιστατικών της συγκεκριμένης κάθε φορά υπόθεσης, που εισάγεται ενώπιόν του και όχι με βάση προδιατυπωμένα και δεσμευτικά της δικαστικής κρίσης αριθμητικά - ποσοτικά όρια και γενικούς στατικούς - στατιστικούς όρους, που μπορούν να οδηγήσουν πολλές φορές σε ανεπίτρεπτη εξομοίωση ανόμοιων περιπτώσεων, ως προς τον εν λόγω καθορισμό των εύλογων δαπανών διαβίωσης και δεδομένου ότι άλλωστε ότι οι αποφάσεις του Κυβερνητικού Συμβουλίου του ν. 4224/2013 ή οι ανακοινώσεις της ΕΛΣΤΑΤ δεν δύνανται να παράγουν δεσμευτική ισχύ νομοθετήματος για το Δικαστήριο (πρβλ ΑΠ 1162/2022), ούτε να προδιαμορφώσουν την τελική δικαστική κρίση περί του ύψους των μηνιαίων δαπανών, αλλά έχουν ενδεικτική ισχύ, αφού ορίζουν απλά κατευθυντήριες γραμμές.

Η αντίθετη εκδοχή δεν συνάδει με την έννοια της δικαστικής προστασίας και του δικαιώματος ακρόασης (άρθρο 20 του Συντάγματος) και με τις αρχές της δίκαιης δίκης και της πραγματικής δικαστικής προστασίας (άρθρα 6 και 13 ΕΣΔΑ).

Συνεπώς, το Εφετείο, με το να μη λάβει υπόψη του δεσμευτικά, κατά τον υπολογισμό των εύλογων δαπανών της αναιρεσίβλητης και του προστατευόμενου μέλους της οικογένειάς της, σχετική απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου του ν. 4224/2013, ή ανακοίνωση της ΕΛΣΤΑΤ, έστω και με εσφαλμένη αιτιολογία [ήτοι για το λόγο ότι, όπως δέχθηκε, η κρίση της πρωτόδικης προσβαλλομένης απόφασης ως προς το κεφάλαιο του ύψους των βιοτικών αναγκών της αιτούσας - αναιρεσίβλητης δεν είχε πληγεί με ειδικό λόγο έφεσης εκ μέρους της πιστώτριας τράπεζας], η οποία (αιτιολογία) αντικαθίσταται με αυτή της παρούσας, κατ' άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ., κατέληξε σε ορθό κατ' αποτέλεσμα διατακτικό και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Κατά τη διάταξη δε του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης, του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει εξ' αυτού να προκύπτουν τα στοιχεία του παραδεκτού του, που επιβάλλονται από την ανωτέρω διάταξη, ήτοι πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο στηρίζεται ο λόγος αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και αν ο εν λόγω ισχυρισμός θα μπορούσε να ερευνηθεί αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 634/2022, ΑΠ 353/2020, 65/2017, 73/2016, 825/2015).

Αν προσβάλλεται απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, και αναιρεσείων είναι ο εκκαλών, που είχε ηττηθεί πρωτοδίκως, για την πληρότητα του σχετικού λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός, στον οποίο εκείνος στηρίζεται, είχε προταθεί από τον ίδιο στο Εφετείο με λόγο έφεσής του, ή ότι συντρέχει κάποια εξαιρετική περίπτωση από τις προαναφερθείσες (Ολ.

ΑΠ 15/2000, ΑΠ 634/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 168/2015). Επομένως, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος ΑΠ 1295/2022, AΠ 999/2022, ΑΠ 609/2022), αφού μη νόμιμοι, αόριστοι και απαράδεκτοι ισχυρισμοί δεν είναι για τους λόγους αυτούς ουσιώδεις και δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1290/2022, ΑΠ 717/2018), ενώ αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 983/2021, ΑΠ 416/2022, ΑΠ 81/2020).

Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 65/2017, ΑΠ 73/2016, ΑΠ 825/2015, ΑΠ 168/2015).

Το κατ' άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 336/2022, ΑΠ 1549/2021, ΑΠ 259/2017, ΑΠ 142/2013) και 560 ΚΠολΔ. Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, επειδή δεν αναφέρει γιατί δεν υπολόγισε και δεν αφαίρεσε από το ποσό που έκρινε ότι απαιτείται για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της αναιρεσίβλητης, ότι ποσό όφειλε να συνεισφέρει ο πατέρας του τέκνου της για τη διατροφή του.

Με το περιεχόμενο αυτό, ο κρινόμενος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ως άνω ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται αυτός, προτάθηκε από αυτή (αναιρεσείουσα), στο Δικαστήριο της ουσίας, δηλαδή με λόγο της έφεσής της ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις της διατάξεως του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Περαιτέρω, ο ν. 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου. Στο πεδίο του τελευταίου ο δόλος ως μορφή πταίσματος, προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του.

Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Η εν λόγω διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ όμως δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία. Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 ΠΚ που ορίζει ότι "Με δόλο (με πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξεως.

Επίσης όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται". Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει το δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει αυτήν.

Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (ΟλΑΠ 4/2010, ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 1446/2018, ΑΠ 297/2007). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά το πλαίσιο της ευθύνης από προϋφισταμένη ενοχή (ΑΠ 677/2010).

Δόλο, κατά συνέπεια, συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρεώσεως ή γενικότερα αδικοπραξία κ.λπ.

Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρεώσεώς του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση, δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επελεύσεως των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παρανόμου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.

Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλομένου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στην περίπτωση του Ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και την συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπροθέσμων χρηματικών οφειλών.

Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδάφ. α' του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στην "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει τόσο κατά το χρόνο αναλήψεως της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη αυτής.

Ο δόλος πρέπει να αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στην περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010, ο οφειλέτης ενεργεί δολίως όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.

Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνον, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως είτε γνώριζε κατά την ανάληψη των χρεών ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017).

Η τελευταία περίπτωση συντρέχει και όταν ο οφειλέτης, εν γνώσει του, χειροτερεύει την οικονομική του θέση με τρόπο που δεν συνάδει με την περιουσία του, το εισόδημά του και τη γενικότερη θέση του και συγκεκριμένα όταν δεν φροντίζει για τη διατήρηση του ενεργητικού της περιουσίας του και τη σωστή διαχείρισή του ή όταν προβαίνει σε κατασπατάληση του εισοδήματός του ή των περιουσιακών του στοιχείων, με αποτέλεσμα να μειώνει τη δυνητική ροή ρευστότητας που διαθέτει.

Εξάλλου, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο δόλος του οφειλέτη πρέπει να συνδέεται με την πρόκληση της μόνιμης (και γενικής) αδυναμίας να εξοφλήσει τα χρέη του, δηλαδή η πρόκληση της μόνιμης αδυναμίας πρέπει να οφείλεται σε δόλο του. Ειδικά, στην περίπτωση μεταβιβάσεως από τον οφειλέτη περιουσιακού του στοιχείου, κατά την τελευταία τριετία πριν από την υποβολή της αιτήσεως του άρθρου 4 παρ. 1 ν. 3869/2010, που είναι υποχρεωμένος να δηλώσει ο οφειλέτης (άρθρο 4 παρ. 2 εδάφ.

β' του νόμου αυτού), με βάση και το καθήκον του για ειλικρινή δήλωση, κατ' άρθρο 10 παρ. 1 του ίδιου νόμου (ΑΠ 636/2017), θα πρέπει αυτή να συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με την περιέλευσή του σε μόνιμη αδυναμία πληρωμών, ώστε να θεμελιωθεί δόλια συμπεριφορά του, κατά την έννοια του άρθρου 1 παρ. 1 του πιο πάνω νόμου, πράγμα που συμβαίνει όταν η μεταβίβαση επιδρά σε σημαντικό βαθμό στη δυνατότητα εξυπηρετήσεως των χρεών του και ο ίδιος επεδίωξε ή προέβλεψε ως δυνατό το αποτέλεσμα αυτό.

Πότε συμβαίνει τούτο εξετάζεται κατά περίπτωση, συνήθως δε θα πρόκειται για καταδολιευτικές μεταβιβάσεις, υπό την έννοια των άρθρων 939 επ. του ΑΚ, οι οποίες, ανάλογα με την περίπτωση, μπορεί να συνιστούν είτε δολιότητα του οφειλέτη, εφόσον συνδέονται με την περιέλευσή του σε αδυναμία πληρωμών, είτε καταχρηστική συμπεριφορά, εφόσον πρόκειται για απρόσοδο ακίνητο, το οποίο, όμως, θα μπορούσε να ρευστοποιηθεί στο πλαίσιο του άρθρου 9 παρ. 1 του νόμου, ή να θεμελιώσει ένταξη του οφειλέτη στη ρύθμιση του άρθρου 9 παρ. 2 με όφελος για τους πιστωτές, οπότε μπορεί να στηριχθεί ένσταση από το άρθρο 281 του ΑΚ.

Συνεπώς, η μεταβίβαση περιουσιακού στοιχείου δεν συνδέεται πάντοτε με τη μόνιμη αδυναμία πληρωμών του οφειλέτη και δεν μπορεί, χωρίς άλλο, να στηρίξει ένσταση δολιότητας, αλλά θα πρέπει να ερευνώνται και άλλοι παράγοντες και συγκεκριμένα, πρωταρχικά, η άμεση ή έμμεση επίδραση και συμβολή της εκποιήσεως στην περιέλευση του οφειλέτη σε μόνιμη αδυναμία (π.χ.

εκποίηση κεντρικού καταστήματος που του απέφερε σημαντικό μίσθωμα, το οποίο συνέβαλε σημαντικά στην εξυπηρέτηση των ληξιπροθέσμων δόσεων και το οποίο στερήθηκε), καθώς και η πρόθεσή του να προκαλέσει την έλλειψη ρευστότητας, ακόμη οι λόγοι που ώθησαν τον οφειλέτη στην ενέργεια της εκποιήσεως, η αξία του ακινήτου σε σχέση με το ύψος των χρεών, το ρευστοποιήσιμο ή μη του περιουσιακού στοιχείου, η χαριστική ή μη μεταβίβαση και η διάθεση του προϊόντος της εκποιήσεως, η ύπαρξη άλλων αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων που δεν μεταβιβάστηκαν και μπορούν να αξιοποιηθούν για την εξυπηρέτηση των χρεών, ο χρόνος που έλαβε χώρα η μεταβίβαση, ιδίως σε σχέση με τη δυνατότητα εντάξεως του οφειλέτη στο νόμο και την εξυπηρέτηση ή μη κατά το χρονικό αυτό σημείο των χρεών του κ.λ.π. (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 933/2021, ΑΠ 755/2018, ΑΠ 1421/2018).

Όπως, εξάλλου, προκύπτει από την πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, ήτοι με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν (πρβλ.

άρθρο 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και να τον αποδείξει (ΑΠ 286/2017, ΑΠ 153/2017, ΑΠ 65/2017). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ' αυτό υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 1299/ 2015), ήτοι ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του ΚΠολΔ, ή του άρθρου 560 αριθμ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 933/2021, ΑΠ 755/2018).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 556 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό των λόγων της αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλομένη απόφαση, λόγω σφάλματος που αναφέρεται στον αναιρετικό λόγο. Έτσι, στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες ή επικουρικές αιτιολογίες και με τους λόγους της αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι, κατ' άρθρο 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της απόφασης.

Το ίδιο συμβαίνει και στην περίπτωση που με τους λόγους της αναίρεσης πλήττονται όλες οι αιτιολογίες, αλλά η προσβολή της μίας από αυτές δεν τελεσφορεί, οπότε οι λοιπές προβαλλόμενες πλημμέλειες δεν επιδρούν στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο στηρίζεται αυτοτελώς στις πληττόμενες ανεπιτυχώς αιτιολογίες (Ολ.

ΑΠ 25/2003, ΑΠ 957/2021, ΑΠ 67/2020 ΑΠ 755/2018, ΑΠ 154/2018). Στην ερευνώμενη περίπτωση με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αναφορικά με την προβληθείσα από αυτή και απορριφθείσα με την προσβαλλόμενη απόφαση, ένστασή της περί δόλιας περιέλευσης της αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμών, καθώς, όπως ισχυρίζεται, από τις παραδοχές του Εφετείου προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη προέβη σε μία μονομερή κατ' ουσία, δικαιοπραξία (γονική παροχή προς τον ανήλικο υιό της), για την οποία μπορούσε να προβλέψει ότι ενδεχομένως θα την οδηγούσε σε αδυναμία πληρωμών.

Ο λόγος αυτός, κατά το ανωτέρω σκέλος του, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, γιατί, όπως διατυπώνεται, στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στη γονική παροχή του άνω διαμερίσματος προς τον ανήλικο υιό της, για την οποία μπορούσε να προβλέψει ότι ενδεχομένως θα την οδηγούσε σε αδυναμία πληρωμών, πλην όμως αυτό δεν συνιστά παραδοχή του Εφετείου, αλλά ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ο οποίος δεν έγινε δεκτός από το άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο αντίθετα δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη προέβη στην προαναφερόμενη μεταβίβαση το Σεπτέμβριο του έτους 2012, ήτοι τρία και πλέον έτη πριν την κατάθεση της ένδικης από 23-12-2015 αίτησής της και κυρίως σε διάστημα κατά το οποίο εξυπηρετούσε κανονικά μέχρι τότε την οφειλή της και συνέχισε να την εξυπηρετεί μέχρι και το Μάρτιο του 2014 και με βάση τις παραδοχές αυτές έκρινε απορριπτέα ως αβάσιμη την ανωτέρω ένσταση της αναιρεσείουσας περί δόλιας περιέλευσης της αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμών, αναφορικά με την προεκτιθέμενη μεταβίβαση.

Συνεπώς, σύμφωνα με τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 3869/2010, αναφορικά με την ύπαρξη δόλου από πλευράς της αναιρεσίβλητης, όσον αφορά την ως άνω μεταβίβαση. Σε κάθε περίπτωση ο κρινόμενος αυτός αναιρετικός λόγος, κατά το ανωτέρω σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της πλημμέλειας από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα επιδιώκει να πλήξει την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 αριθμ. 1 ΚΠολΔ).

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., καθόσον δεν έλαβε υπόψη του την ίδια ανωτέρω ένστασή της περί δόλιας περιέλευσης της αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμών εξ αιτίας της μεταβίβασης του ανωτέρω ακινήτου της, η οποία προτάθηκε νόμιμα με σχετικό λόγο έφεσης και απέρριψε αυτή εσφαλμένα ως απαράδεκτη, αναφέροντας ότι προβλήθηκε με την προσθήκη - αντίκρουση των προτάσεων.

Το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, είναι σαφές ότι με την προαναφερθείσα κρίση του απέρριψε την ανωτέρω προβληθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας περί δόλιας περιέλευσης της αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμών λόγω της μεταβίβασης του ανωτέρω ακινήτου της, με δύο αιτιολογίες, ήτοι ως απαράδεκτη (κύρια αιτιολογία) και ως αβάσιμη (επικουρική αιτιολογία), που στηρίζουν αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Εφόσον, όμως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, η δεύτερη αναφερόμενη (επικουρική) αιτιολογία της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε ως αβάσιμη, επλήγη ανεπιτυχώς, κριθέντος ως αβάσιμου και σε κάθε περίπτωση ως απαράδεκτου του κατ' αυτής προβληθέντος δεύτερου αναιρετικού λόγου, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ο ίδιος δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, που αφορά την προαναφερόμενη κύρια αιτιολογία, κατά την οποία η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, είναι αλυσιτελής και, ως εκ τούτου, απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ελλείπει το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας, κατά τα άρθρα 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον τυχόν αποδοχή του, δεν δύναται να επιφέρει την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, γιατί δεν επηρεάζει το διατακτικό της, που στηρίζεται αυτοτελώς στην πληγείσα αναποτελεσματικά (ανεπιτυχώς) με την αναίρεση, ανωτέρω επικουρική αιτιολογία (κατά την οποία η εν λόγω ένσταση απορρίφθηκε ως αβάσιμη).

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, κατά το τρίτο σκέλος αυτού, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δικάσαν, ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., καθόσον δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., δεδομένου ότι με την έφεσή της προβλήθηκαν όλα τα περιστατικά για τη θεμελίωση της σχετικής ένστασης, τα οποία, όπως ισχυρίζεται, η αναιρεσιβαλλόμενη έκανε μεν δεκτά, αλλά δεν απέρριψε την αίτηση της αναιρεσίβλητης να υπαχθεί στο νόμο 3869/2010, ως καταχρηστική.

Με το περιεχόμενο αυτό ο ως άνω λόγος αναίρεσης είναι αόριστος, καθόσον δεν παρατίθεται καθόλου στο αναιρετήριο, ο επικαλούμενος ισχυρισμός - ένσταση της αναιρεσείουσας, περί καταχρηστικής ασκήσεως του ένδικου δικαιώματος της ενάγουσας να υπαχθεί στο νόμο 3869/2010, όπως αυτός, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, προτάθηκε στο άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, ούτε και αναφέρονται οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης επί της ένστασής της αυτής και τέλος δεν προσδιορίζεται συγκεκριμένα το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της επικαλούμενης διατάξεως του άρθρου 281 του Α.Κ., και ειδικότερα δεν αναφέρεται, όπως απαιτείται για το ορισμένο του λόγου αυτού, σε τι συνίσταται και που εντοπίζεται η παραβίαση της εν λόγω διατάξεως, σε ποιο δηλαδή νομικό σφάλμα υπέπεσε, το άνω ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του.

Επομένως, λόγω της αοριστίας του αυτής, ο ως άνω δεύτερος αναιρετικός λόγος, κατά το τρίτο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του νόμου 3869/2010, ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών, εφόσον έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει ως συνέπεια, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8, ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί και μέχρι 2 έτη μετά την επέλευσή της, ενώ νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο 2 ετών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αίτησης ή την τελεσιδικία της απόφασης για την έκπτωση.

Την παράβαση αυτή μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε πιστωτής μέσα σε ένα έτος από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη διάσταση της πραγματικής κατάστασης του οφειλέτη σε σχέση με εκείνη που δηλώθηκε. Μολονότι ο νόμος κάνει, λόγο για "αίτηση του πιστωτή", είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4 του εν λόγω νόμου, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ' ένσταση μέχρι την περάτωση της συζητήσεως ενώπιον του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατά το άρθρο 745 του Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 120/2021, ΑΠ 438/2019, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1384/2018, ΑΠ 636/2017).

Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται, ή περιουσιακά στοιχεία, κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να επιτύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης.

Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά που την καθιστούν παράνομη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση από το μέτρο συμπεριφοράς του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη.

Η κρίση για το χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο. Για να επέλθουν σε βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στο νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις δεν απαιτείται με τη συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών.

Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτών. Όταν όμως οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπιση. Επίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά, που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν στο βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αίτησης, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν παύσει να αποτελούν περιουσία του.

Ο οφειλέτης πάντως πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά τη δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή και χωρίς πιθανότητα ρευστοποίησης ή είσπραξης, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι` αυτά και να τα αξιολογήσει είναι ο δικαστής. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες του Ν. 3869/2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες, που προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο αυτόν, αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπληρώσεως των οφειλών του.

Σε κάθε πάντως περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση - εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχείρισης του νόμου (ΑΠ 120/2021, ΑΠ 1397/2019, ΑΠ 1206/2018, ΑΠ 636/2017). Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι εάν ο οφειλέτης δεν περιλάβει κάποιο αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο, γεγονός που μπορεί να διαγνωσθεί από την περαιτέρω πορεία της διαδικασίας, τότε αναδεικνύεται ότι η υποβληθείσα αίτηση δεν είναι πλήρης, η δε αίτηση από την οποία έχει παραληφθεί η αναφορά κάποιου αξιόλογου περιουσιακού στοιχείου από δόλο ή βαριά αμέλεια είναι ανειλικρινής και όχι αόριστη.

Η παράβαση του καθήκοντος αυτού από δόλο ή βαριά αμέλεια συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης του οφειλέτη για υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, εφόσον την επικαλεσθεί ρητά, με αίτηση ή και κατ' ένσταση, όπως προαναφέρθηκε, οποιοσδήποτε πιστωτής, που μετέχει στη διαδικασία μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τότε που την πληροφορήθηκε.

Η απόρριψη δηλαδή της αίτησης, ή η έκπτωση του οφειλέτη γίνεται κατόπιν σχετικού αιτήματος προς το δικαστήριο κάποιου από τους πιστωτές. Αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο δεν δύναται να προβεί στον έλεγχο εκπλήρωσης της υποχρέωσης αυτής του οφειλέτη και σε έκπτωσή του από τη διαδικασία.

Συνεπώς, από όλα τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει σαφώς, ότι η ανειλικρίνεια της αίτησης και της συναφούς υπεύθυνης δήλωσης, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά αυτή (ανειλικρίνεια) επιφέρει την απόρριψη της αίτησης για ουσιαστικούς λόγους, μετά από αίτημα (υποβαλλόμενο με αίτηση, ή και κατ' ένσταση), οποιουδήποτε μετέχοντος στη διαδικασία πιστωτή, η οποία υποβάλλεται μέσα σε ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε (ΑΠ 277/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον τρίτο λόγο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 6 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, όσον αφορά τον προβληθέντα ισχυρισμό της περί παραβίασης του καθήκοντος ειλικρίνειας από την αναιρεσίβλητη, ο οποίος απορρίφθηκε από το Εφετείο [με την παραδοχή ότι η παράλειψη της τελευταίας να ενημερώσει το φάκελο του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010 στο Ειρηνοδικείο για την αύξηση τραπεζικής της κατάθεσης κατά το ποσό των 6.246,65 ευρώ, οφείλεται σε ελαφρά της αμέλεια], χωρίς όμως να αιτιολογήσει την κρίση του αυτή.

Με το ανωτέρω περιεχόμενο ο ερευνώμενος τρίτος λόγος αναίρεσης, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, καθόσον δεν παρατίθεται καθόλου στο αναιρετήριο, ο εν λόγω επικαλούμενος ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, περί παραβίασης του καθήκοντος ειλικρίνειας από την αναιρεσίβλητη και τα περιστατικά που προτάθηκαν, στο άνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο της ουσίας, για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο αφορά η αιτίαση για έλλειψη αιτιολογίας.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον το άνω, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε εκ πλαγίου την προεκτιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 10 του Ν. 3869/2010 και τούτο διότι διέλαβε στην πληττόμενη απόφασή του αιτιολογίες επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις, λογικά κενά ή ενδοιαστικές κρίσεις, ως προς το ανωτέρω ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη ως προς τον προαναφερόμενο ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, περί παραβίασης του καθήκοντος ειλικρίνειας από την αναιρεσίβλητη, δεχόμενο ότι η τελευταία δεν υπέβαλε ανειλικρινή αρχικά δήλωση για τα περιουσιακά της στοιχεία, παρέλειψε όμως να ενημερώσει το φάκελο του άρθρου 4 του Ν. 3869/2010 στο Ειρηνοδικείο, για τη μεταβολή της περιουσιακής της κατάστασης κατά το ως άνω ποσό της τραπεζικής της κατάθεσης, ανερχόμενο σε 6.246,65 ευρώ, η δε παράλειψη αυτή κρίθηκε ανελέγκτως ότι οφείλεται σε ελαφρά της αμέλεια, μη συνεπαγόμενη την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση των οφειλών της, οι αιτιολογίες δε αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή ή μη της ανωτέρω ουσιαστικής διάταξης, ούτε τέλος, ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Στην παρούσα απόφαση δεν θα περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται, όπως προεκτέθηκε, κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας, γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του παραπάνω Ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 507/2020, ΑΠ 1400/2019, ΑΠ 1379/2019, ΑΠ 882/2019, ΑΠ 156/2018, ΑΠ 1208/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Απορρίπτει την από 06-07-2020 (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 5/10-07-2020) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 89/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, που δίκασε ως Εφετείο.

-Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ