Legislator Case Law & Legislation
1943/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on jurisdiction and evidence clarity grounds in tax evasion case.

Case Number 1943/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a second-instance judgment convicting him for continuous non-payment of public debts. The appellant argued for local jurisdiction and challenged the clarity of document references in the trial record. The court rejected these claims, ruling that the jurisdictional objection was not raised in time and the document descriptions were sufficient to identify the evidence read.

Legislator headnote

AI generated

Art. 509 para. 2 C.P.C.; Art. 510 para. 1 lit. a C.P.C.; Art. 583 para. 1 C.P.C.: An appeal based on local jurisdiction is inadmissible if not raised before the evidentiary phase of the first instance, and document references in trial minutes are valid if they allow identification of the evidence read.

Keywords

AI generated
local jurisdiction objection evidentiary phase timing document identification clarity tax evasion conviction appeal admissibility trial record sufficiency legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Art. 509 para. 2 C.P.C.
Art. 510 para. 1 lit. a C.P.C.
Art. 583 para. 1 C.P.C.
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1943 / 2018 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1943/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου - Εισηγήτρια, Βασιλική Ηλιοπούλου, Βασιλική Μπαζάκη-Δρακούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 19 Ιανουαρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Ζαχαρή, (κωλυομένης της Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιωάννη Παπανδρουλάκη, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2131/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24-11-2017 αίτησή του και στους από 2-1-2018 πρόσθετους λόγους που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1562/2017.

Αφού άκουσε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 24-11-2017 Δήλωση - αίτηση, καταθείσα στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 27-11-2017 |για αναίρεση της 2131/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης, καταχωρηθείσα στο, Ειδικό βιβλίο στις 7-11-2017, με την οποία ο αναιρεσείων Μ. Γ. του Γ. κηρύχθηκε ένοχος για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση, με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων και καταδικάστηκε σε ποινή φυλακίσεως, είκοσι (20) μηνών, ανασταλείσα επί τριετία, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί για το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της, συνεκδικαζόμενη με τους από 2-1-2018 πρόσθετους λόγους, που ασκήθηκαν δια καταθέσεως στις 3-1-2018 στον γραμματέα της εισαγγελίας του Αρείου Πάγου νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 509 παρ. 2 ΚΠΔ) λόγω της προδήλου μεταξύ τους συνάφεια.

Υπέρβαση εξουσίας συνιστά η τοπική αναρμοδιότητα του δικαστηρίου, με την προϋπόθεση ότι αυτή προτάθηκε έγκαιρα, δηλαδή μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Συνακόλουθα για να αποτελέσει λόγο αναιρέσεως θα πρέπει να επαναλήφθηκε νομότυπα ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Αυτό συνεπάγεται ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να πρότεινε την κατά τόπο αναρμοδιότητα ως ειδικό λόγο εφέσεως, ενώ κατά την εκδίκαση της υποθέσεως από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο θα πρέπει να πρόβαλε και πάλι αυτήν προ της ενάρξεως της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν παρά ταύτα το δικαστήριο απέρριψε παρά τον νόμο την ένσταση τοπικής αναρμοδιότητας, τότε η απόφαση είναι αναιρετέα για θετική υπέρβαση εξουσίας.

Εξάλλου σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 21 παρ. 5 Ν. 2523/1997 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 16 παρ. 5 Ν. 3888/2010 "αρμόδιο δικαστήριο είναι κατά περίπτωση το τριμελές πλημμελειοδικείο ή το τριμελές εφετείο κακουργημάτων του τόπου της έδρας της αρμόδιας για τη φορολόγηση δημόσιας οικονομικής υπηρεσίας" περαιτέρω δε, όπως η ίδια διάταξη αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου 3 Ν. 3943/2011 "αρμόδιο δικαστήριο είναι κατά περίπτωση το μονομελές ή το τριμελές πλημμελειοδικείο ή το τριμελές εφετείο κακουργημάτων της έδρας της αρμόδιας για τη φορολόγηση Δ.Ο.Υ.».

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση στα πλαίσια του αναιρετικού ελέγχου των πρακτικών του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου καθώς και της με αριθμό 10/12-10-2016 εκθέσεως εφέσεως ο αναιρεσείων πρότεινε στο Πρωτοβάθμιο την ένσταση της κατά τόπο αναρμοδιότητας, την πρότεινε με ειδικό λόγο εφέσεως και την πρότεινε και ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο με την προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα εξής: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 5 Ν 2523/1997, όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 16 παρ. 5 Ν. 3888/2010, ΦΕΚ Α 175/30.9.2010, "Αρμόδιο δικαστήριο είναι, κατά περίπτωση, το τριμελές πλημμελειοδικείο ή το τριμελές εφετείο κακουργημάτων του τόπου της έδρας της αρμόδιας για τη φορολόγηση δημόσιας οικονομικής εφορίας».

Στην προκειμένη περίπτωση κατά τόπο αρμόδιο να δικάσει την παρούσα υπόθεση ήταν το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Βέροιας, εφόσον τα χρέη του κατηγορουμένου βεβαιώθηκαν από το Τελωνείο της Βέροιας και πρέπει να απορριφθεί ή ένσταση περί της κατά τόπον αναρμοδιότητας του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, και απέρριψε την ένσταση της κατά τόπο αναρμοδιότητας του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου.

Κατ' ακολουθία ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Η’ ΚΠΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Με το άρθρο 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990 θεσπίζεται η ποινική ευθύνη από τη μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις Δημόσιες Υπηρεσίες, και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο έναρξης της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του χρέους.

Ειδικότερα, προβλέπονται δύο χωριστές περιπτώσεις έναρξης της ποινικής ευθύνης, ήτοι εκείνη της μη καταβολής του χρέους που η εξόφληση του έχει ρυθμιστεί με δόσεις, οπότε απαιτείται να παρέλθει η προθεσμία καταβολής της τρίτης δόσης και εκείνη της μη καταβολής του εφάπαξ καταβλητέου χρέους, οπότε απαιτείται να παρέλθει δίμηνο από το τέλος της προθεσμίας κατά την οποία έπρεπε να καταβληθεί το χρέος.

Επακολούθησε η αντικατάσταση του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990 με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997 και αφενός ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις Δημόσιες Υπηρεσίες ή τα Τελωνεία και αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού που καθιστά αξιόποινη την καθυστέρηση της καταβολής.

Το άρθρο τούτο στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του Ν. 3220/1-1- 2004. Με τη νέα αυτή αντικατάσταση 1) το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ και τα Τελωνεία αντιμετωπίζεται πλέον ενιαία ως προ το χρόνο διάπραξης του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπλήρωσης τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ, διώκεται δε ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό της οφειλής, για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με την βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.τ.λ.) και 4) αυξάνονται τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.

Η αμφισβήτηση του χρέους από τον υπόχρεο, όπως και ο ισχυρισμός του ότι έχει παραγραφεί και κατά συνέπεια εσφαλμένως έχει βεβαιωθεί, δεν ασκεί επιρροή, δεδομένου ότι ο υπόχρεος-οφειλέτης του Δημοσίου, στην περίπτωση αυτή οφείλει να ασκήσει τα νόμιμα μέσα, δηλαδή την προβλεπόμενη από το άρθρο 73 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (ΝΔ 356/1974) ανακοπή, για να εξαλειφθεί το χρέος και, αν αυτό δεν συμβεί, το χρέος θεωρείται υποστατό και ενεργό, η δε μη καταβολή του συνεπάγεται τις κυρώσεις του νόμου.

Εξ άλλου, η τυχόν άσκηση προσφυγής και η συνεπεία αυτής αναστολή της καταβολής των χρεών δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή στο αξιόποινο του ως άνω εγκλήματος, ούτε βεβαίως οδηγεί στην αθώωση του κατηγορουμένου, αφού από καμία διάταξη νόμου δεν προβλέπεται τέτοιος τρόπος άρσεως του αδίκου ή εξαλείψεως του αξιοποίνου του εν λόγω εγκλήματος.

Θα ήταν δε εντελώς άτοπο σε κάθε περίπτωση ασκήσεως προσφυγής εναντίον καταλογιστικής του χρέους πράξεως να οδηγούταν το δικαστήριο σε αθώωση του προσφεύγοντος κατηγορουμένου, αφού έτσι θα τίθετο εκποδών ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε η διάταξη του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 εδ.

α του Ν. 1882/1990. "στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων, πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται, προκειμένου για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους Προέδρους των Δ.Σ..... β) για περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, στους διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν, αδιάφορα από το λόγο ελλείψεως τους ή όταν απουσιάζουν αυτοί από την έδρα της εταιρίας χωρίς να είναι γνωστό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή στο τελωνείο όπου είναι βεβαιωμένα τα χρέη που ευρίσκονται, σε κάθε εταίρο, σωρευτικά ή μη».

Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του Ν. 2523/1997, "για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου (ημεδαπές ανώνυμες εταιρείες, εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, κ.λ.π.), η ποινική δίωξη ασκείται για χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν, ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή....." Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 20 του ν. 2523/1997, "στα νομικά πρόσωπα ως αυτουργοί του αδικήματος της φοροδιαφυγής θεωρούνται:

β)», στις περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, οι διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν ή απουσιάζουν αυτοί, ο κάθε εταίρος». Επομένως, κρίσιμα στοιχεία, για τη συγκρότηση του εγκλήματος της καθυστέρησης καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται για να είναι αυτή ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος τούτου, 3) ο τρόπος της πληρωμής του (εφάπαξ ή με δόσεις), 4) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί, όταν αυτό καταβάλλεται εφάπαξ ή της κάθε δόσης, όταν καταβάλλεται σε δόσεις, ο οποίος δεν συμπίπτει αναγκαστικά με το χρόνο που βεβαιώθηκε το χρέος, διότι ως χρόνος βεβαιώσεως των χρεών ο νόμος εννοεί αυτόν που γίνεται από την αρμόδια οικονομική αρχή και έχει ως περιεχόμενο τον προσδιορισμό του υπόχρεου προσώπου, καθώς και του ποσού και του είδους της οφειλής, ενώ το ληξιπρόθεσμο του χρέους συνάπτεται με τη λεγόμενη ταμειακή βεβαίωση, οπότε και μπορεί το χρέος αυτό να εισπραχθεί και 5) η μη καταβολή τριών συνεχών δόσεων του χρέους, όταν η εξόφληση έχει ρυθμιστεί σε δόσεις ή ολοκλήρου του ποσού, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφάπαξ, πέραν των τεσσάρων μηνών από τη λήξη του χρόνου καταβολής του.

Όταν δε πρόκειται για εταιρία περιορισμένης ευθύνης πρέπει να αναφέρεται ότι το ποινικώς υπεύθυνο πρόσωπο, κατά το χρόνο κατά τον οποίο βεβαιώθηκε το χρέος είχε μία από τις ιδιότητες που αναφέρονται παραπάνω, ότι είναι δηλαδή διαχειριστής ή τουλάχιστον εταίρος αυτής (ΑΠ 1717/2010). Περαιτέρω, κατά τη σαφή διατύπωση του άρθρου 25 του ως άνω Ν. 1882/1990, για κάθε πίνακα χρεών ο οποίος υποβάλλεται στον Εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, την μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα. Δεν πρόκειται, δηλαδή λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος, κυριαρχικώς, θεωρεί, πλέον, ότι τα περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη, μη καταβληθέντα, συνιστούν ένα και μόνον έγκλημα, της καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τελέσεως τη συμπλήρωση τετράμηνου από του χρόνου καταβολής αυτών.

Με τη ρύθμιση αυτή δηλαδή, η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος. Εξ άλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της αποφάσεως, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά, τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του σκεπτικού της.

Το έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 25 Ν. 1882/1990, της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που είναι πλημμέλημα, αφού τιμωρείται με ποινή φυλακίσεως (άρθρο 18 Π.Κ.), προϋποθέτει δόλο (πρόθεση), αφού δεν καθορίζεται υπό του άνω άρθρου το είδος της υπαιτιότητας. Εντεύθεν και δεν απαιτείται ειδική αιτιολογία του δόλου αφού ο δόλος εξυπακούεται ότι ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την έννοια της αξιόποινης αυτής πράξεως.

Ο αναιρεσείων, με το εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ, μοναδικό λόγο αναιρέσεως, πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας. Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη 2131/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης που δίκασε σε δεύτερο βαθμό κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο κατ' εξακολούθηση με το ελαφρυντικό των μη ταπεινών αιτίων και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών.

Στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως το δικάσαν Εφετείο, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε ανελέγκτως κατά λέξη τα εξής: "Ο κατηγορούμενος, στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 23-11-2010 έως 30-8-2013 ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του ατομικά χρέη του και χρέη της εταιρείας με την επωνυμία "...

ΕΠΕ" προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού τριακοσίων πενήντα μίας χιλιάδων οκτακοσίων ενός ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (351.801,34€) καθυστέρησε την καταβολή τους ενώ κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, όπως τα χρέη αυτά περιγράφονται αναλυτικά στο διαλαμβανόμενο στο διατακτικό πίνακα χρεών, που αποτελεί και μέρος του αιτιολογικού της παρούσας, ως προς το ύψος, την αιτία για την οποία οφείλονται και το χρόνο βεβαίωσής τους.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της μη καταβολής χρεών που συνιστά ένα και μόνο έγκλημα της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακος, αφού πρόκειται περί ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος και όχι περί κατ' εξακολούθηση εγκλήματος (ΑΠ 36/2016 δημ.

Νόμος). Τέλος, αποδείχθηκε ότι ο ως άνω κατηγορούμενος ωθήθηκε στην τέλεση της πιο πάνω αξιόποινης πράξης του όχι από ταπεινά αίτια και επομένως, πρέπει να αναγνωρισθεί ότι συντρέχει στο πρόσωπο του η προβλεπόμενη από το άρθρο 84 παρ. 2β του ΠΚ ελαφρυντική περίσταση».

Ακολούθως δε κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο με το ελαφρυντικό του προτέρου εντίμου βίου του ότι: "στη ... κατά το χρονικό διάστημα από 23-11-2010 έως 30-08- 2013, με την ιδιότητα του Διαχειριστή της εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΠΕ», όντας οφειλέτης του Δημοσίου, ενώ τα ατομικά χρέη του και τα χρέη της εταιρίας προς το Δημόσιο κατέστησαν ληξιπρόθεσμα, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή τους, για το χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τις 150.000,00 ευρώ. Ειδικότερα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος του διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, συνολικού ποσού τριακοσίων πενήντα μίας χιλιάδων οκτακοσιών ενός ευρώ και τριάντα τεσσάρων λεπτών (351.801,34€), τα οποία αναφέρονται αναλυτικά ως προς το ύψος, την αιτία για την οποία οφείλονται και το χρόνο βεβαίωσης τους στο συνημμένο πίνακα χρεών του Τελωνείου Βέροιας που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής, την υπ’αριθμ. ΕΠΜ 26/29-07-2015 μηνυτήρια αναφορά και ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα της παρούσης και έχει ως εξής:

Με αυτά που δέχθηκε, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις αναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους [j έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις 25 παρ. 1 περ.

β' Ν. 1882/1990 όπως αντικ. με το άρθρο 23 Ν. 2523/1997, 19 παρ. 2 του Ν. 2948/2001 και 34 παρ. 1 περ. γ' του Ν. 3220/2004 και άρθρο 3 παρ. 1 Ν. 3943/2011 και την παρ. 2 του άρθρου 71 παρ. 2 Ν. 4174/2014, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 8 Ν. 4337/2015, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, δηλαδή, ή αντιφατική αιτιολογία.

Ειδικότερα, προσδιορίζεται στην απόφαση η Αρχή που προέβη στη βεβαίωση των χρεών, δηλ το Τελωνείο Βέροιας, ότι ο πίνακας χρεών στον οποίο παραπέμπει το σκεπτικό και επισυνάπτεται στο διατακτικό της προσβαλλομένης αφορά τον οφειλέτη του Δημοσίου αναιρεσείοντα για προσωπικές του οφειλές και για τις οφειλές της εταιρίας επωνυμία "...

ΕΠΕ" με την ιδιότητα του διαχειριστή αυτής (υπό εκκαθάριση) και αναλυτικά για την κάθε οφειλή, την αιτία της κάθε οφειλής (προσωπική ή αλληλέγγυα) τον τίτλο Εισπράξεως (Αριθμός καταλογιστικής πράξεως), την ημερομηνία βεβαιώσεως, το βεβαιωθέν ποσό, την ληξιπρόθεσμη ημερομηνία το ληξιπρόθεσμο ποσό το ύψος του συνολικού χρέους του πίνακα χρεών που αφορά τον αναιρεσείοντα και τον χρόνο τελέσεως του εγκλήματος ο οποίος σύμφωνα με τις παραδοχές είναι το χρονικό διάστημα από 23-11-2010 έως 30-8-2013, και το σύνολο του χρέους.

Οι περί του αντιθέτου σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος 1) ότι δεν διαλαμβάνεται πότε έγιναν οι ταμειακές βεβαιώσεις των χρεών, και 2) ότι δεν αναφέρει ποια είναι τα φερόμενα χρέη του αναιρεσείοντος ως διαχειριστή της εταιρίας και ποια τα ατομικά χρέη αυτού κατά συνέπεια των ανωτέρω, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες.

Περαιτέρω η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία των αποφάσεων πρέπει να επεκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξεως ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξεως ή τη μείωση της ποινής, εφόσον, όμως, αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους.

Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Τέτοιος ισχυρισμός είναι και αυτός περί ακυρότητας του κλητηρίου θεσπίσματος, επειδή αυτό δεν περιέχει τα αναγκαία για το κύρος του στοιχεία (άρθρα 173 παρ. 1, 174 παρ. 2 και 321 παρ. 1 και 4 ΚΠοινΔ), καθώς και αυτός για μη νόμιμη άσκηση της ποινικής διώξεως, αφού η παραδοχή τους οδηγεί 6την απαλλαγή του κατηγορουμένου ή, ενδεχομένως, στην οριστική παύση της ποινικής διώξεως λόγω παραγραφής.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης αποφάσεως, ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος προέβαλε και ανέπτυξε προφορικώς τον αυτοτελή ισχυρισμό του, τον οποίο είχε προβάλει και πρωτοδίκως, ότι το κλητήριο θέσπισμα είναι άκυρο διότι δεν προκύπτει από αυτό αν διώκεται ο κατηγορούμενος ως υπόχρεος ατομικών χρεών ή ως εκπρόσωπος επιχείρησης και δεν υπάρχει ληξιπρόθεσμο».

Το εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση του επί τον εν λόγω ισχυρισμού δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "στο κλητήριο θέσπισμα που επιδόθηκε στον κατηγορούμενο, αναφέρεται ότι αυτός ευθύνεται με την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρίας με την επωνυμία ... ΕΠΕ" και για ατομικά χρέη και περαιτέρω στον πίνακα χρεών του Τελωνείου Βέροιας, που έχει επισυναφθεί στο κατηγορητήριο και αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα αυτού, αναφέρεται με σαφήνεια ο ακριβής χρόνος βεβαίωσης των χρεών και η ημερομηνία που καθίσταται ληξιπρόθεσμο κάθε χρέος" και απέρριψε την ένσταση αυτή.

Με αυτά που δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση την απαιτούμενη από τις διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού αναφέρεται στον πίνακα χρεών, ο οποίος έχει επισυναφθεί στο κατηγορητήριο και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος αυτού, όπου είναι εγγεγραμμένες όλες οι καταχωρίσεις για τις προσωπικές και αλληλέγγυες οφειλές, ο ακριβή χρόνος βεβαιώσεως των χρεών, όσο και ο χρόνος κατά τον οποίο έπρεπε να καταβληθούν, ότι δεν πληρώθηκαν καθώς και ο χρόνος τελέσεως του εγκλήματος.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε ΚΠΔ λόγος αναιρέσεως με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Κατ' ακολουθία προς τα αμέσως ανωτέρω, η αιτίαση η οποία αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση για υπέρβαση εξουσίας (άρθρ. 510 1 περ. Η ΚΠΔ) λόγω απορρίψεως της ενστάσεως περί ακυρότητος του κλητήριου θεσπίσματος λόγω ελλείψεως των απαιτούμενων κατά νόμο στοιχείων του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμη και ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 329, 331, 333, 364 παρ. 2 και 369 ΚΠΔ προκύπτει ότι η λήψη υπόψη και η συνεκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας, ως αποδεικτικού στοιχείου, εγγράφου, που δεν αναγνώσθηκε κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο, συνιστά απόλυτη ακυρότητα και ιδρύει την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α του ίδιου κώδικα λόγο αναίρεσης, διότι έτσι παραβιάζεται η άσκηση του κατά το άρθρο του ίδιου Κώδικα δικαιώματος του κατηγορουμένου να προβαίνει σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με το αποδεικτικό αυτό μέσο. Στα πρακτικά της δημόσιας συζήτησης, που συντάσσονται δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται για ποιο αποδεικτικό θέμα αφορά το έγγραφο, ούτε να καταχωρίζεται το περιεχόμενο του εγγράφου, που αναγνώσθηκε. Αρκεί να αναφέρονται στα πρακτικά τα στοιχεία που προσδιορίζουν την ταυτότητα του σε τρόπο που να μπορεί να διαγνωστεί ότι αναγνώσθηκε όλο το περιεχόμενο του και ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας πλήρως την ταυτότητα του είχε κάθε ευχέρεια να ασκήσει το από το άρθρο 358 ΚΠΔ ως άνω δικαίωμα του, δεδομένου μάλιστα ότι, εφόσον στην πραγματικότητα συντελέσθηκε η ανάγνωση των εγγράφων αυτών παρασχέθηκε η δυνατότητα στον κατηγορούμενο να προβεί σε δηλώσεις και εξηγήσεις που είναι σχετικές με το περιεχόμενο τους, αφού η δυνατότητα αυτή λογικώς δεν εξαρτάται μόνο από τον τρόπο κατά τον οποίο αναφέρονται στα πρακτικά τα αναγνωσθέντα έγγραφα.

Εξάλλου δεν δημιουργείται καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητα εγγράφων, όταν άλλα έγγραφα με τον συγκεκριμένο προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Δικαστήριο που την εξέδωσε, στήριξε και την περί ενοχής του κατηγορουμένου - αναιρεσείοντος κρίση του μεταξύ των άλλων εγγράφων, και στα παρακάτω έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν, όπως προκύπτει από τα πρακτικά αυτής.

" 3. Η υπ' αριθμ. 1139 Β’ έκθεση επίδοσης, 4. Τα με αρ 5255/11 και 1887/14 έγγραφα του Τελωνείου, 5. Η υπ' αρ. 1/2012/2013 καταλογιστική πράξη, 6. Η υπ' αρ. 85/08/2010 καταλογιστική πράξη" χωρίς άλλο ειδικότερο προσδιορισμό τους. Η με αυτό τον τρόπο όμως περιγραφή των εγγράφων αυτών στα πρακτικά, που δεν αμφισβητείται η ανάγνωσή τους μαζί με τα λοιπά έγγραφα δεν δημιουργεί καμία αμφιβολία ως προς την ταυτότητά τους, ενόψει μάλιστα του ότι άλλα έγγραφα με το συγκεκριμένο προσδιορισμό δεν αναγνώσθηκαν. Κατά συνέπεια είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναφορά των εγγράφων αυτών είναι ασαφής διότι δεν αναγράφονται τα αναγκαία προς προσδιορισμό της ταυτότητάς τους στοιχεία, για να είναι εφικτή η διάγνωση ως προς το σε ποιο (κατ' ακριβές περιεχόμενο) στηρίχθηκε η κρίση του Δικαστηρίου και να είναι δυνατός ο έλεγχος της ανάγνωσης αυτών από τον κατηγορούμενο αναιρεσείοντα του οποίου με τον τρόπο αυτό παραβιάσθηκε το υπερασπιστικό δικαίωμα του και συνεπώς προκλήθηκε απόλυτη ακυρότητα.

Μετά από αυτά και αφού δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός λόγος αναίρεσης για έρευνα και πρόσθετος λόγος αυτής πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με τους πρόσθετους λόγους της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-11-2017 Δήλωση αίτηση του Μ. Γ. του Γ. και τους από 2-1-2018 προσθέτους λόγους αυτής για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2131/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Μαΐου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ