Legislator Case Law & Legislation
1943/2013 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against civil court judgment on contract validity and procedural defects.

Case Number 1943/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Municipality of Thassos's appeal against a lower court ruling regarding the validity of concrete sales contracts. The court found the municipality's arguments regarding the lack of written form and procedural defects in the original judgment to be inadmissible or unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the municipality was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94(1), (2), (3) of the Constitution; Article 559(1), (14) of the Code of Civil Procedure: The Constitution mandates the separation of civil and administrative jurisdiction; procedural defects in the original judgment or lack of written form for small-value contracts do not justify an appeal if the facts clearly establish the contract's invalidity or the judgment's correctness.

Keywords

AI generated
Civil Jurisdiction Contract Validity Written Form Requirement Procedural Defects Appeal Dismissal Small Value Contracts Legal Costs

Cited Legislation

AI generated
Article 94(1), (2), (3) of the Constitution
Article 559(1), (14) of the Code of Civil Procedure
Article 307(2) of the Municipal and Communal Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1943 / 2013 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1943/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δήμου Θάσου, νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, που εδρεύει στη Θάσο-Θάσου και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο στο ακροατήριο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Νικολέρη.

Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΥΚΟΝΟΣ ΜΠΕΤΟΜΕΡ Α.Ε και ΣΙΑ Ε.Ε" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΙΓΑΙΟ ΜΠΕΤΟΝ Ε.Ε", που εδρεύει στις … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηρακλή Γαρίδη, με δήλωση κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26 Μαρτίου 2005 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 57/2006 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 258/2009 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, όπως αυτή διορθώθηκε και συμπληρώθηκε με την 47/2011 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 2 Μαΐου 2011 αίτησή του και των από 2 Απριλίου 2012 πρόσθετων αυτής λόγων.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 6 Σεπτεμβρίου 2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν'απορριφθεί η αναίρεση καθώς και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων ως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 94 παρ. 1, 2 και 3 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1), ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται ο ιδιωτικές διαφορές, καθώς και οι υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2), και ότι σε ειδικές περιπτώσεις και προκειμένου να επιτυγχάνεται η ενιαία εφαρμογή της αυτής νομοθεσίας μπορεί να ανατεθεί με νόμο η εκδίκαση κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή κατηγοριών διοικητικών διαφορών ουσίας στα πολιτικά δικαστήρια(παρ.3).Από τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις προκύπτει ότι το Σύνταγμα επιβάλλει την υπαγωγή των ιδιωτικών διαφορών στα πολιτικά δικαστήρια και των διοικητικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια, αποκλείει δε από τον κοινό νομοθέτη την εξουσία να χαρακτηρίζει ως διοικητικές διαφορές όσες από τη φύση τους είναι ιδιωτικές και ως ιδιωτικές διαφορές όσες από τη φύση τους είναι διοικητικές.

Επιτρέπει όμως σε αυτόν, σε αντίθεση με το προηγούμενο συνταγματικό καθεστώς, σε εξαιρετικές και μόνο περιπτώσεις προς εξασφάλιση της ενιαίας εφαρμογής της ίδιας νομοθεσίας, την ανάθεση της εκδικάσεως ορισμένων κατηγοριών ιδιωτικών διαφορών στα διοικητικά δικαστήρια ή αντιστρόφως (βλ. Α.Ε.Δ. 18/2009). Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1406/1983, που εκδόθηκε σε εκτέλεση της διατάξεως του άρθρου 94 παρ.1 του Συντάγματος, όπως αυτή ίσχυε πριν τη συνταγματική αναθεώρηση,και επέβαλε την εντός πενταετούς προθεσμίας, δυναμένης να παραταθεί με νόμο, υποβολή της εκδικάσεως στα τακτικά διοικητικά δικαστήρια εκείνων εκ των διοικητικών διαφορών ουσίας που δεν είχαν ακόμη υπαχθεί στα δικαστήρια αυτά, υπήχθησαν στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων όλες οι διοικητικές διαφορές ουσίας, μεταξύ δε των ενδεικτικά προβλεπομένων στην παρ.2του ίδιου άρθρου 1 περιπτώσεων περιελήφθησαν και οι διαφορές που αναφύονται κατά την εφαρμογή της νομοθεσίας των διοικητικών συμβάσεων (εδάφιο Γ), δηλαδή οι διαφορές που προέρχονται από διοικητική σύμβαση και ανάγονται στο κύρος, την ερμηνεία και την εκτέλεση αυτής ή σε οποιαδήποτε παρεπόμενη της συμβάσεως αξίωση.

Η σύμβαση δε είναι διοικητική εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη είναι το Ελληνικό Δημόσιο ή νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου και με την σύναψη της συμβάσεως επιδιώκεται η ικανοποίηση σκοπού, τον οποίο ο νόμος έχει αναγάγει σε δημόσιο σκοπό, το δε Ελληνικό Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, είτε βάσει του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τη σύμβαση, είτε βάσει ρητρών, οι οποίες προβλέπονται κανονιστικώς και έχουν περιληφθεί στη σύμβαση, αποκλίνουν δε από το κοινό δίκαιο, ευρίσκεται, προς ικανοποίηση του εν λόγω σκοπού, σε υπερέχουσα θέση έναντι του αντισυμβαλλομένου μέρους, δηλαδή σε θέση που δεν προσιδιάζει στον δυνάμει των διατάξεων του ιδιωτικού δικαίου συναπτόμενο συμβατικό δεσμό (βλ.

Α.Ε.Δ. 18, 21/2009, 6, 12, 14/2007, 10/2003, 3/1999, 21/1997, 10/1992). Εξ άλλου, κατά την έννοια του άρθρου 94 παρ. 1 του Συντάγματος, διοικητικές διαφορές ουσίας είναι και οι διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, όταν η υποκείμενη σχέση που προκάλεσε τον πλουτισμό αυτό είναι σχέση δημοσίου δικαίου.

Αντιθέτως, διαφορές από αδικαιολόγητο πλουτισμό του Δημοσίου ή νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου υπάγονται στην δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων, όταν δεν υφίσταται σχέση δημοσίου δικαίου, συνδέουσα το Δημόσιο ή το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με κάποιο πρόσωπο, από την οποία (σχέση) ή με αφορμή τη λειτουργία της οποίας δημιουργείται ο πλουτισμός του Δημοσίου ή του νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (ΑΕΔ 28/2011,18/2009, 2/1993, 42/1990).

Στη προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα με την ένδικη αγωγή της αφού ισχυρίστηκε ότι κατά τα έτη 1999, 2000 και 2001 με διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως που συνήψε με τους εκπροσώπους του εναγομένου Δήμου πώλησε και παρέδωσε σ'αυτόν τις ποσότητες σκυροδέματος και αδρανών υλικών που αναφέρονται κατά είδος ποσότητα και τίμημα για τις οποίες εξέδωσε τα εις αυτή τιμολόγια πώλησης και δελτία αποστολής, ζήτησε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλει το οφειλόμενο τίμημα συνολικού ύψους 118.127,62 ευρώ νομιμότοκα κατά τα εις αυτή άλλως το ίδιο ποσό με τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, και λαμβανομένου ιδιαιτέρως υπόψη του προφορικού χαρακτήρα των επί μέρους συμφωνιών, που φέρονται ότι έχουν συναφθεί μεταξύ της ενάγουσας εταιρίας και του εναγομένου Δήμου, ενόψει του οποίου δεν είναι δυνατή η διάγνωση του κανονιστικού καθεστώτος που διέπει τις εν λόγω συμφωνίες και η διαπίστωση της προβλέψεως ή μη σε αυτές ρητρών που αποκλίνουν από το κοινό δίκαιο και, συνακόλουθα, η διαπίστωση της υπάρξεως σχέσεως δημοσίου δικαίου που να συνδέει την αιτούσα με το Δήμο, η ένδικη διαφορά που απορρέει από τις συμφωνίες αυτές, είναι ιδιωτική, ανεξαρτήτως του σκοπού στον οποίο οι εν λόγω συμφωνίες απέβλεπαν (AEΔ 3/2012).

Συνεπώς η ένδικη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων όπως και το Εφετείο με τη προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναίρεσης και ο συναφής πρώτος πρόσθετος από τον αριθ. 4 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους προβάλλεται η αιτίαση ότι η προκειμένη διαφορά υπάγεται στη δικαιοδοσία των διοικητικών δικαστηρίων είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ν.2362/1995 όπως ίσχυε κατά το κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο ( 2000,2001) η οποία με βάση τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. δ/τος 31/1968 ισχύει και για τους Δήμους, προκύπτει ότι η σύμβαση που συνάπτει ένας Δήμος για την αγορά υλικών με απ'ευθείας ανάθεση από τον Δήμαρχο πρέπει να περιβληθεί τον τύπο τουλάχιστον του συμβολαιογραφικού εγγράφου εφόσον η αξία του αντικειμένου της υπερβαίνει το ποσό των 400.000 δραχμών, η μη τήρηση του οποίου σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 158 και 159 Α.Κ επιφέρει ακυρότητα της εν λόγω σύμβασης, η οποία μπορεί να ληφθεί υπόψη και αυτεπαγγέλτως .

Εξετέρου κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006 και Ολ.ΑΠ 4/2005). Στη προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: " Η ενάγουσα η οποία ασχολείται με την παραγωγή και την εμπορία ετοίμου σκυροδέματος και αδρανών υλικών, έχει δε την έδρα της στις … της νήσου …του Νομού …συμφώνησε με τον τότε Δήμαρχο του Δήμου Θάσου, νόμιμο εκπρόσωπο αυτής κατά τα έτη 2000 και 2001 και επώλησε στον εναγόμενο ποσότητες ετοίμου σκυροδέματος (έτοιμο μπετόν) και διαφόρων αδρανών υλικών για τις ανάγκες κατασκευής διαφόρων έργων του τελευταίου, κυρίως οδικών.

Σε εκτέλεση της συναφθείσας πιο πάνω σύμβασης η ενάγουσα παρέδωσε διάφορες ποσότητες των υλικών αυτών διαδοχικά κατά τη διάρκεια του πιο πάνω χρονικού διαστήματος στον εναγόμενο Δήμο ο οποίος παρέλαβε αυτές, έναντι της μεταξύ τους συμφωνηθείσας τιμής των ειδών αυτών κατά το χρόνο της εκπλήρωσης της σύμβασης, ήτοι των 15.929 και 16.372 δραχμών ανά κυβικό μέτρο σκυροδέματος, των 2.000, 2.200 και 2.800 δραχμών ανά κυβικό μέτρο συντρίμματος Α, Β και άμμου, αντίστοιχα.

Για της πωληθείσες ποσότητες και την αξία, αυτών στην οποία περιλαμβάνεται και το κόστος της μεταφοράς καθώς και ο αναλογών επ' αυτών φόρος προστιθέμενης αξίας (Φ.Π.Α.) η ενάγουσα εξέδωσε τα ακόλουθα τιμολόγια: 1) 142/27-6-2000, 2) 186/20-8-2000, 3) 272/4-10-2000, 4) 296/3-11-2000, 5) 337, 338, 339, 340, 341, 342, 343, 344, 345, 346, 347, 349, 350, 351, 352, 353, 354, 355, 356, 357/15-11-2000, 6) 358, 359, 360, 361, 362,. 363, 364, 365/16-11-2000, 7) 366, 367, 368, 369, 370, 371, 372/18-11-200, 8) 382, 385/1-12-2000, 9) 420, 421, 422, 423, 424, 425, 426, 427, 428, 429, 430, 431, 456, 457, 458, 459, 460, 461, 462, 463, 464, 465, 466, 467, 468, 469, 470, 471, 472, 473, 474, 475, 476, 477, 478, 479, 480, 481, 482, 483, 484, 485, 486, 487, 488, 489, 490/10-7-2001 και 10) 502, 503, 504, 505, 506, 507, 508, 509, 510, 511, 512, 513, 514, 515, 516, 517, 518, 519, 520, 521, 522, 523, 524, 525, 526, 527, 528, 529, 530, 531, 532, 533, 534, 535, 536, 537, 538, 539, 540, 541, 542, 543, 544, 545, 546, 547, 548, 549, 550, 551, 552, 553, 554, 555, 556, 557, 558, 559 και 560/10-9-2001, καθώς και τα συνοδευτικά αυτών δελτία αποστολής, τα οποία αφορούσαν έτοιμο σκυρόδεμα, αξίας, αντίστοιχα 161.998, 18.000,129.503, 111.002, 296.006, 277.505, 296.006, 175.754, 296.006, 148.003, 166.503, 259.005, 259.00 , 240.505, 111.002, 296.006, 296.006, 259.005, 277.505, 277.505, 259.005, 259.005, 277.505, 18.500,129.502, 296.006, 296.006, 259.005, 296.006, 259.005,259.005, 55.501, 333.006, 370.007, 240.505, 259.005, 259.005, 259.005, 116.503, 148.003, 148.003, 222.004, 185.004, 148.003, 240.504, 222.004, 259.005, 259.005, 259.005, 296.005, 222.004, 259.005, 259.005, 222.004, 296.006, 296.006, 259.005, 259.005, 296.006, 259.005, 296.006, 240.503, 185.003, 277.505, 185.003, 277.505, 185.003, 185.003, 185.003, 185.003, 185.003, 296.006, 240.504, 277.505, 259.005, 185.003, 277.505, 185.003, 277.505, 185.003, 277.505, 185.003, 277.505, 222.004, 111.002, 222.004, 296.006, 222.004, 277.505, 185.003, 277.505, 185.003, 231.255, 185.003, 277.505, 185.003,185.003, 277.505,296.005, 185.003, 296.006, 296.005, 185.003, 296.005, 185.003, 296.006, 296.005, 185.003, 185.003, 296.005, 296.006, 296.005, 185.003, 296.005,185.003, 296.006, 296.000, 185.003, 296.005, 185.003, 296.005, 296.005, 185.003, 296.005, 185.003, 296.005, 296.005, 185.003, 296.005, 185.003, 296.006, 296.005, 185.003, 296.005, 185.003, 296.005, 296.005, 249.755, 259.005, 259.005, 259.005, 296.006, 296.006, 296.006, 259.005, 259.005 και 259.005 δραχμών, τότε.

Το άθροισμα των ανωτέρω ποσών των τιμολογίων αυτών ανέρχεται σε 34.877.378 δραχμές, ισότιμο 102.354,74 ευρώ.

Επίσης εξέδωσε τα ακόλουθα τιμολόγια πώλησης, τα οποία αφορούσαν αδρανή υλικά, δηλαδή σύντριμμα (χαλίκι) τύπου Α και Β και άμμο, ήτοι τα 1) 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35/5-10-2000, 2) 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42/6-10-2000, 3) 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50/13-10-2000, 4) 52, 53, 54, 55, 56, 57, 58, 59/15-10-2000, 5) 60, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 71, 72, 73/20-10-2000, 6) 78, 79, 80, 81, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 8, 89, 90/10-9-2001, καθώς και τα συνοδευτικά τούτων δελτία αποστολής, αξίας, αντίστοιχα 40.397, 40.397, 43.505, 40.397, 43.505, 43.505, 40.397, 18.645, 24.860, 40.397, 43.505, 40.397, 43.505, 40.397, 43.505, 43.505, 43.505, 43.505, 40.397, 18.645, 24.860, 40.397, 43.505, 40.397, 43.005, 43.005, 40.397, 43.505, 40.397, 43.505, 40.397, 43.505, 43.505, 40.397, 43.505, 40.397, 43.505, 40.397, 43.505, 40.397, 43.505, 40.397, 24,860, 46.669, 43.336, 46.669, 30.001, 135.600, 253.120, 108.480, 264.420, 183.060, 289.924, 205.660, 183.060, 171.760, 160.460, 153.680, 370.188, 151.872 δραχμών, τότε. Το άθροισμα τω ανωτέρω ποσών των τιμολογίων αυτών ανέρχεται σε 4.506.575 δραχμές, ισότιμο με 13.225,46 ευρώ. Επομένως η συνολική αμοιβή της ενάγουσας ανέρχεται στο ποσό των 115.610,20 ευρώ (102.354,74 + 13.225,46=115.610,20). Εξάλλου για το πωληθέν σκυρόδεμα αξίας 297.515, 16.000 και 297.515 δραχμών στις 4-5-1999, 31-3-1999 και 4-5-1999 έχουν εκδοθεί τα υπ'αριθμ.178/4-5-1999, 100/3-1-1999 και 177/4-5-1999 τιμολόγια της εταιρείας με την επωνυμία "…" και όχι της ενάγουσας, όπως αυτή αβάσιμα ισχυρίζεται.

Συνεπώς ως προς το κονδύλιο αυτό των πιο πάνω χρηματικών ποσών πρέπει η αγωγή ν' απορριφθεί για έλλειψη ενεργητικής της νομιμοποίησης της ενάγουσας, αφού ο πωλητής αυτών είναι διαφορετικό νομικό πρόσωπο. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος Δήμος 6εν κατέβαλε στην ενάγουσα το τίμημα αυτής της πώλησης, το οποίο ανέρχεται κατά τα παραπάνω στο ποσό των 115.610,20 ευρώ.

Για την καταβολή του ποσού αυτού η ενάγουσα επέδωσε στον εκπρόσωπο του οφειλέτη Δήμου την από 28-1-2002 εξώδικη δήλωση-πρόσκλησή της (βλ. από-1-2-2002 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καβάλας …), με την οποία του ζήτησε να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό, πλην όμως αυτός δεν έχει καταβάλει αυτό.

Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι οι διάδικοι συμφώνησαν να καταβληθεί το τίμημα κάθε μερικότερης πώλησης σε τριάντα ημέρες από την παράδοση των πωλουμένων ποσοτήτων. Άλλωστε η ενάγουσα δεν αποδείχθηκε ότι αξίωσε την τήρηση τέτοιου όρου, αλλ' αντιθέτως συνέχισε επί χρονικό διάστημα δύο ετών να παραδίδει τμηματικά τα πωληθέντα πράγματα".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε την αγωγή της ενάγουσας και υποχρέωσε τον εναγόμενο Δήμο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 115.610,20 ευρώ με το νόμιμο τόκο από τις 2-2-2002 ως ευθυνόμενο προς τούτο συμβατικά και ειδικότερα με βάση τις ως άνω διαδοχικές συμβάσεις πώλησης . Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις ανωτέρω διατάξεις ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους καθόσον με βάση τα δεκτά γενόμενα ως άνω πραγματικά περιστατικά σύμφωνα με τα οποία η αξία του αντικειμένου ουδεμιάς από τις ανωτέρω διαδοχικές συμβάσεις πωλήσεως σκυροδέματος και αδρανών υλικών υπερβαίνει το ποσό των 400.000 δραχμών ώστε για την έγκυρη σύσταση της να απαιτείται η τήρηση του έγγραφου τύπου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.

Συνεπώς ο τρίτος λόγος της αναίρεσης και ο συναφής δεύτερος πρόσθετος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τους οποίους υποστηρίζονται τ' αντίθετα είναι αβάσιμοι.

Με τον τρίτο πρόσθετο λόγο προβάλλεται πλημμέλεια της απόφασης από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 Κ,Πολ.Δ. διότι 1) δεν προκύπτει με σαφήνεια αν η ένδικη σύμβαση καταρτίστηκε εγγράφως ή προφορικώς και 2) διότι δεν αναφέρεται ότι οι ποσότητες παραλήφθηκαν από τις κατά νόμο αρμόδιες Επιτροπές Παραλαβής ή από ποιον. Ο λόγος αυτός είναι :α) κατά το πρώτο μέρος του προεχόντως απαράδεκτος ως αλυσιτελής αφού με βάση τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά όλες οι επί μέρους συμβάσεις πώλησης έχουν αντικείμενο αξίας μικρότερης των 400.000 δραχμών, αυτά δε πέραν και ανεξάρτητα του ότι είναι και αβάσιμος αφού από το όλο περιεχόμενο της απόφασης προκύπτει ότι οι συμβάσεις αυτές καταρτίστηκαν προφορικά και β) κατά το δεύτερο μέρος απαράδεκτος διότι ο προσδιορισμός του συγκεκριμένου προσώπου που παρέλαβε για λογαριασμό του εναγόμενου Δήμου τις πωληθείσες και παραδοθείσες ποσότητες σκυροδέματος και αδρανών υλικών δεν αποτελεί χωρίς άλλο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ απορρέων λόγος αναιρέσεως ιδρύεται και αν το δικαστήριο της ουσίας παρά τον νόμο παρέλειψε να απορρίψει ως απαράδεκτη την αγωγή, μολονότι αυτή είναι αόριστη, δεν περιέχει δηλαδή τα αναγκαία για τη διαδικαστική της πληρότητα στοιχεία. Προϋπόθεση της παραδεκτής προβολής αυτού του λόγου είναι ο περί αοριστίας ισχυρισμός να έχει προταθεί παραδεκτώς στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται μνεία περί τούτου στο αναιρετήριο και τούτο, γιατί ο εν λόγω ισχυρισμός δεν αφορά τη δημόσια τάξη ούτε υπάγεται σε κάποια από τις λοιπές εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ. Κατ'ακολουθίαν ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης κατ'εκτίμηση από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν απέρριψε ως αόριστη την αγωγή για τις εις τον λόγο αυτό αναφερόμενες ελλείψεις είναι προεχόντως αόριστος διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι τα θεμελιούντα το λόγο τούτο πραγματικά περιστατικά προβλήθηκαν στο Εφετείο.

Κατ'ακολουθίαν πρέπει να απορριφθεί η αναίρεση και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου μειωμένα κατ'άρθρο 307 παρ.2 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2 Μαΐου 2011 αίτηση του Δήμου Θάσου για αναίρεση της υπ'αριθμ. 258/2009 απόφασης του Εφετείου Θράκης που διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. 47/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και τους από 2-4-2012 πρόσθετους αυτής λόγους.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 21 Οκτωβρίου 2013.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 4 Νοεμβρίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ