Legislator Case Law & Legislation
1943/2007 AI generated

Supreme Court allows appeal against airline's judgment, remands case and orders repayment of executed amounts.

Case Number 1943/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the airline's appeal against a final judgment from the Athens Court of Appeal. The court found the airline's legal representative failed to prove explicit power of attorney during the hearing, rendering the proceedings invalid. Consequently, the judgment was annulled, the case remanded for retrial, and the airline was ordered to repay the amounts already paid to the plaintiffs with interest.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; The absence of explicit power of attorney during the hearing renders proceedings void, necessitating annulment of the judgment and remittal for retrial.

Keywords

AI generated
power of attorney validity of proceedings annulment of judgment remittal for retrial repayment of amounts legal representation code of civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 94, 96, 104 of the Code of Civil Procedure
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 580 of the Code of Civil Procedure
Article 579 of the Code of Civil Procedure
Article 345 of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1943 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1943/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης αεροπορικής εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ανδρέα Πετρόπουλο, βάσει δηλώσεως του άρθρου 242§2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων: 1...... 2....... και 3......, εκ των οποίων οι 1η και 3η παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βουκελάτο, ενώ η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21/4/1999 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2631/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9340/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 26/3/2002 αίτησή της και τους από 5/9/2006 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ζήσης Βασιλόπουλος, ανέγνωσε την από 10/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε ν'απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης κατά της 9340/2001 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψή τους και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Επειδή, σύμφωνα με τα άρθρα 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 104 εδ. α΄ Κ.Πολ.Δ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη (βλεπ. και άρθρο 665 παρ. 1 - 2 Κ.Πολ.Δ όσον αφορά την παράσταση ενώπιον του Ειρηνοδικείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου και Εφετείου) είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ΄ αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου, που δεν επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας που αυτεπαγγέλτως εξετάζει πλέον το δικαστήριο (άρθρο 104 εδ.

β΄ Κ.Πολ.Δ) ο αναιρεσίβλητος θεωρείται ότι δεν παρίσταται. Στη συνέχεια ερευνάται αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από αποδεικτικά επίδοσης της αίτησης αναίρεσης η συζήτηση αυτής επισπεύδεται από την αναιρεσείουσα. Κατά τη συζήτησή της, όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά, η δεύτερη αναιρεσίβλητη .....

εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Γεώργιο Βουκελάτο, ο οποίος όμως δεν αποδεικνύεται την πληρεξουσιότητά του. Επομένως η δεύτερη αναιρεσίβλητη θεωρείται ότι δεν παρίσταται κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης. Πρέπει όμως η συζήτηση τόσο της αίτησης αναίρεσης όσο και των πρόσθετων λόγων αυτής να προχωρήσει, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, παρά την απουσία της διότι, όπως προκύπτει, από τις ....

και .... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ....., αυτή κλήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα για να εμφανιστεί στον Άρειο Πάγο κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο. 2.- Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκησή του, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θ΄ ασκηθεί το δικαίωμα κατά τρόπον ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον αυτό ν΄ ασκηθεί δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ΄ απαιτείται να συντρέχουν επιπροσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη που προηγήθηκε, ενόψει των οποίων (συνθηκών και περιστάσεων) και της αδράνειας του δικαιούχου, η άσκηση του δικαιώματος που επακολούθησε και που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, που δημιουργήθηκε και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο να εξέρχεται από τα όρια που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην περίπτωση αυτή η επιχειρούμενη από τον δικαιούχο ανατροπή της πιο πάνω κατάστασης δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάσταχτες συνέπειες για τον οφειλέτη και να θέτει έτσι σε κίνδυνο την οικονομική υπόσταση της επιχείρησής του, αλλ΄ αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ.

ΑΠ 8/2001). Εξάλλου η μελλοντική άσκηση και από τρίτους παρόμοιων αξιώσεων, στην περίπτωση που ευδοκιμήσει η επίδικη, δε συνιστά από μόνη της τις προαναφερόμενες ειδικές περιστάσεις, αφού η ενέργεια αυτή αφορά αποκλειστικά τις συνέπειες που μπορεί να έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση του δικαιώματος που ήδη ασκήθηκε και δεν συνδέεται με τη συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματος.

Αν όμως συντρέχουν οι προερχόμενες από τη συμπεριφορά αυτών ειδικές περιστάσεις, οι ενέργειες των τρίτων, που έχουν ήδη ασκήσει ή αναμένεται βασίμως ότι θ΄ ασκήσουν όμοιες αξιώσεις μπορούν να ληφθούν υπόψη για την εκτίμηση επαχθών συνεπειών που θα έχει για τον οφειλέτη η ικανοποίηση της επίδικης αξίωσης, στις περιπτώσεις ιδίως που κρίνεται ότι η ικανοποίηση της επίδικης αξίωσης μόνο δεν θα έχει δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη.

Στην προκείμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, απορρίπτοντας κατ΄ ουσίαν την ένσταση της αναιρεσείουσας από το άρθρο 281 ΑΚ, δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων υπαλλήλων της πρώτης, για επιδίκαση σ΄ αυτές αποδοχών από επίδομα τέκνων, έγιναν δεκτά τ΄ ακόλουθα πραγματικά γεγονότα:

Οι αναιρεσίβλητες, μετά από συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, προσλήφθηκαν από την αναιρεσείουσα στις 24-2-1985 η πρώτη και στις 30-7-1985 οι λοιπές δύο και έκτοτε προσφέρουν συνεχώς τις υπηρεσίες τους ως ιπτάμενες συνοδοί. Για την αμοιβή τους συμφωνήθηκε να καταβάλλεται ό, τι προβλεπόταν από την εκάστοτε ΕΣΣΕ, που καταρτιζόταν μεταξύ της αναιρεσείουσας και του επαγγελματικού σωματείου "Ένωσις Ιπταμένων Συνοδών - Φροντιστών".

Οι ακαθάριστες αποδοχές τους κατά το μήνα Φεβρουάριο 1999 ανέρχονταν στο ποσό των 485.000 δραχμών. Από αυτές (αναιρεσίβλητες) η πρώτη είναι σύζυγος του ...., υπαλλήλου της ΕΤ-1, με τον οποίο, κατά τα έτη 1991 και 1994, απέκτησε δύο παιδιά, η δεύτερη είναι σύζυγος του ....., ιπτάμενου χειριστή της αναιρεσείουσας, με τον οποίο κατά τα έτη 1987 και 1990 απέκτησε δύο παιδιά και η τρίτη είναι σύζυγος του ....., ιπτάμενου χειριστή της αναιρεσείουσας, με τον οποίο απέκτησε δύο παιδιά κατά τα έτη 1987 και 1991.

Για να λάβουν το επίδομα τέκνου, οι αναιρεσίβλητες γνωστοποίησαν στην αναιρεσείουσα τη γέννηση κάθε τέκνου προσκομίζοντας τα σχετικά πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης στις υπηρεσίες της τελευταίας. Δεν έλαβαν όμως το επίδομα τέκνων διότι αυτό δεν προβλεπόταν από την ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας και διότι δεν είχαν προσκομίσει βεβαιώσεις ότι το εν λόγω επίδομα δεν καταβαλλόταν στους συζύγους τους σύμφωνα με τους ν. 1414/1984 και 2470/1997.

Έτσι για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 10-12-1999 οι αναιρεσίβλητες δικαιούνται να λάβουν το επίδομα τέκνων μολονότι κατά το διάστημα αυτό τέτοιο επίδομα καταβαλλόταν στους συζύγους τους, το οποίο (επίδομα) ανέρχεται συνολικώς για την πρώτη στο ποσό των 1.900.122 δραχμών και την κάθε μια από τις λοιπές δύο στο ποσό των 1.868.804 δραχμών.....

Σχετικά με τις επαχθείς οικονομικές συνέπειες που ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα ότι θα προκαλέσει σ΄ αυτή η ευδοκίμηση των ενδίκων αγωγών και πολλών άλλων ομοίων, σημειώνεται ότι η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει αποδεικτικά στοιχεία από τα οποία να προκύπτει η άσκηση και ο αριθμός των ομοίων (με τις ένδικες) αγωγών καθώς και η αναμενόμενη επιβάρυνσή της από την ευδοκίμηση των αγωγών αυτών, αλλά περιορίζεται μόνο στην επίκληση αριθμών κατά τρόπο γενικό και ατεκμηρίωτο.

Επίσης η αναιρεσείουσα δεν προσκομίζει στοιχεία τα οποία ν΄ αποδεικνύουν την έκταση και τα αίτια της δυσμενούς εξέλιξης των οικονομικών της και τα οποία να συναρτούν την δυσμενή αυτή εξέλιξη και την περιέλευσή της σε καθεστώς εξυγίανσης με την προηγούμενη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων και των άλλων εργαζομένων συναδέλφων τους που αναφέρεται ότι άσκησαν όμοιες αγωγές, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν υπάρχει πράγματι αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της προηγούμενης συμπεριφοράς αυτών και της δυσχερούς οικονομικής κατάστασης της αναιρεσείουσας ή αν η κατάσταση αυτή οφείλεται σε άλλες αιτίες άσχετες με την συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων και των συναδέλφων τους, που άσκησαν όμοιες αγωγές, οπότε στη δεύτερη περίπτωση, δεν είναι επιτρεπτό στην αναιρεσείουσα να επικαλεστεί την κακή οικονομική της κατάσταση και τον κίνδυνο διατάραξης του εξυγιαντικού της προγράμματος για την απόκρουση των σχετικών δικαιωμάτων των αναιρεσιβλήτων και του λοιπού προσωπικού της.

Με βάση αυτά και αφού σε προηγούμενη σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης αναφέρεται επιγραμματικά ότι οι αναιρεσίβλητες δεν αδράνησαν και δεν επέδειξαν συμπεριφορά που να δημιουργήσει στην αναιρεσείουσα την πεποίθηση μη άσκησης του δικαιώματός τους, το Εφετείο απέρριψε κατ΄ ουσίαν την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ της τελευταίας και τον σχετικό λόγο της έφεσής της.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο με βάση τα πραγματικά γεγονότα, που ανελέγκτως δέχθηκε, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Και τούτο διότι η συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων, που προηγήθηκε της άσκησης του δικαιώματός τους, καθώς και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το μακρύ χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μπορούσαν πράγματι να δημιουργήσουν στους έχοντες τη διοίκηση της αναιρεσείουσας εταιρίας την εύλογη πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν θ΄ ασκηθεί έτσι ώστε η μεταγενέστερη με την κρινόμενη αγωγή άσκησή του, που θα έχει, ενόψει και της δυσχερούς οικονομικής της κατάστασης επαχθείς για την αναιρεσείουσα συνέπειες, να μη δικαιολογείται και να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μάλιστα η λήψη από τις αναιρεσίβλητες χωρίς επιφύλαξη και αντιρρήσεις, καθόλο το κρίσιμο αλλά και κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα, των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών, μπορούσε να στηρίξει στους διοικούντες την αναιρεσείουσα εύλογη πεποίθηση ότι αυτές δεν θ΄ ασκήσουν το δικαίωμά τους. Περαιτέρω και η ευδοκίμηση της κρινόμενης αγωγής σε συνδυασμό με τις επιπτώσεις από την ευδοκίμηση παρόμοιων αγωγών που θ΄ ασκηθούν από άλλους εργαζόμενους της αναιρεσείουσας που έχουν τις ίδιες, όπως και οι αναιρεσίβλητες προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να επιφέρουν δυσμενείς συνέπειες στα συμφέροντα της αναιρεσείουσας και να προκληθεί σ΄ αυτήν ενόψει της δεδομένης κακής οικονομικής κατάστασης, εξαιτίας της οποίας τέθηκε σε πρόγραμμα εξυγίανσης (Ν. 2602/1998), μεγάλη ανατροπή των προϋπολογισμών της και του προγράμματος εξυγίανσής της, με περαιτέρω συνέπεια την αναπόφευκτη χρεοκοπία της και την πλήρη αδυναμία επιχειρησιακής και οικονομικής επιβίωσής της.

Επομένως ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ όπως αυτός συμπληρώνεται με τον πρόσθετο λόγο, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 281 ΑΚ, είναι βάσιμος και πρέπει, ως εκ τούτου να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση κατά το λόγο αυτό της αίτησης και, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3, Κ.Πολ.Δ η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές. 3.- Επειδή, αναιρεσείουσα ισχυρίζεται με τις προτάσεις ότι κατέβαλε στην πρώτη αναιρεσίβλητη 8.586, 94 € και στην κάθε μία από τις λοιπές δύο 8.475, 64 €, σε εκούσια εκτέλεση της προσβαλλόμενης απόφασης και ζητεί να διαταχθεί, σε περίπτωση ευδοκίμησης της αναίρεσης η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της άνω απόφασης και η καταβολή σ΄ αυτήν των προαναφερόμενων ποσών, με το νόμιμο τόκο της απόφασης που θα εκδοθεί.

Η αίτηση αυτή παραδεκτώς υποβάλλεται με τις προτάσεις που εμπρόθεσμα κατέθεσε η αναιρεσείουσα και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Από τα προσκομιζόμενα δε επικυρωμένα φωτοαντίγραφα των 593, 594 και 595/5-3-2002 εντάλματα πληρωμής προαποδεικνύεται ότι καταβλήθηκαν πράγματι στις αναιρεσίβλητες, για κεφάλαιο και τόκους των απαιτήσεων που επεδίκασε η προσβαλλόμενη απόφαση τ΄ αναφερόμενα στην αίτηση ποσά.

Επομένως πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση και να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητες ν΄ αποδώσουν στην αναιρεσείουσα τα ποσά αυτά με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της παρούσας απόφασης (άρθρο 345 ΑΚ).

Για τους λόγους αυτούς

Αναιρεί την 9340/2001 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Δέχεται την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της παραπάνω αναιρούμενης απόφασης.

Υποχρεώνει τις αναιρεσίβλητες να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα η πρώτη το ποσό των οχτώ χιλιάδων πεντακοσίων ογδόντα έξι χιλιάδων € και ενενήντα τεσσάρων (94) λεπτών (8.586, 94) και η κάθε μία από τις λοιπές δύο το ποσό των οχτώ χιλιάδων τετρακοσίων εβδομήντα πέντε € και εξήντα τεσσάρων (64) λεπτών (8.475, 64), με τους νόμιμους τόκους από την επίδοση της παρούσας απόφασης.

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ