Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to missing Council of State opinion and vague res judicata claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a lower court ruling regarding an airline employee's transfer and salary. The Court found the appeal inadmissible because a required positive opinion from the Council of State was missing, and the second ground regarding res judicata was rejected for being vague and lacking specific details in the appeal petition. Consequently, the lower court's decision was upheld, and the appellant was ordered to pay the legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 41 of Law 2721/1999; Art. 16 of Art. 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible without a positive opinion from the Council of State, and a claim of violation of res judicata must be specific regarding the identity of the legal cause and the precise holdings of the prior final judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1943 / 2006 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1943/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1΄ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Στέφανο Γαβρά, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καράμπελα, Εμμανουήλ Καλούδη, Χρήστο Αλεξόπουλο και Αλέξανδρο Νικάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την Αφροδίτη Κουτούκη, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., βάσει δηλώσεως του άρθρου 242 § 2 Κ.Πολ.Δ. Του αναιρεσίβλητου: ....., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Σπανού.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-12-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2222/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 7977/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 11-3-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 12-9-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών. Η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την 685/2005 γνωμοδότηση του Γ τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως χαρακτηρίζεται ως παραδεκτός και αβάσιμος.
Συνεπώς η αίτηση, ως προς το λόγο αυτό δεν θα συζητηθεί γιατί ελλείπει θετική γνώμη του Ν.Σ.Κ. και άρα δεν εισάγεται κατά το μέρος της αυτό (άρθρο 41 του ν. 2721/1999, που αντικ. το άρθρο 12 του ν. 2298/1995).-
Επειδή με το άρθρο 2 του Ν. 2338/1995 με το οποίο κυρώθηκε η σύμβαση για την ανάπτυξη του νέου διεθνούς αεροδρομίου Αθήνας στα Σπάτα και την ίδρυση της Εταιρίας "Διεθνής Αερολιμένας Αθηνών Α.Ε." ορίστηκε ότι από την ημερομηνία ενάρξεως ισχύος της συμβάσεως αναπτύξεως του αεροδρομίου, που κυρώνεται με τον παρόντα νόμο, λύεται και τίθεται σε εκκαθάριση η ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Αερολιμήν Αθηνών Α.Ε." και ότι το προσωπικό της εταιρίας αυτής μεταφέρεται με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Προεδρίας της Κυβερνήσεως και Μεταφορών και Επικοινωνιών στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) με την ίδια σχέση εργασίας, τις ίδιες αποδοχές και τα κάθε είδους γενικά ή ειδικά επιδόματα, σε προσωποπαγείς θέσεις ίδιας ή παρεμφερούς ειδικότητας.
Κατ' εξουσιοδότηση της ως άνω διατάξεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. Δ9/Β/20344/5640/23-5-1996 (ΦΕΚ Β 3911/27-5-1996) κοινή απόφαση των ανωτέρω Υπουργών, σύμφωνα με την οποία το προσωπικό της Α.Ε. "Αερολιμήν Αθηνών" μεταφέρεται στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας με την ίδια σχέση εργασίας, ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, τις ίδιες αποδοχές και τα κάθε είδους γενικά και ειδικά επιδόματα σε προσωποπαγείς της ίδιας ή παρεμφερούς ειδικότητας θέσεις.
Εξάλλου κατά το άρθρο 4 παρ. 4 του Ν. 2366/1995 στους υπαλλήλους του μονίμου και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου προσωπικού της ΥΠΑ χορηγείται από 1-1-1996 ειδικό επίδομα υποστήριξης υπηρεσιών αερολιμένων, ποσού τριάντα χιλιάδων (30.000) δραχμών. Το ποσό αυτό καταβάλλεται στους υπαλλήλους μετά παρέλευση έτους από το διορισμό τους, προσαυξάνεται δε κατά ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) ανά έτος υπηρεσίας και μέχρι είκοσι τρία (23) συνολικά έτη.
Το εν λόγω επίδομα για το ως άνω προσωπικό αυξήθηκε κατά 65% (άρθρο 30 παρ. 3 Ν. 2434/1996) αναδρομικώς από 1-1-1996 (άρθρο 13 παρ. 2 Ν. 2465/1997), ενώ η αναδρομικότητα για το προσωπικό που μεταφέρθηκε βάσει των διατάξεων του δευτέρου άρθρου του Ν. 2338/1995 ισχύει από 1-7-1996, ημερομηνία μεταφοράς τους, στην ΥΠΑ. Περαιτέρω κατά τις διατάξεις των άρθρων 10 παρ. 4 και 29 του Ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση μισθολογίας προσωπικού της δημόσιας διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις", ο οποίος από 1-1-1997 με την ΚΥΑ 2026439/ 3480/0022/30-5-1997 επεκτάθηκε και στο προσωπικό με σχέση εργασίας ορισμένου και αορίστου χρόνου, που υπηρετεί στο Δημόσιο ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, πέραν των διατηρουμένων επιδομάτων και παροχών, όλα τα λοιπά επιδόματα, αμοιβές και αποζημιώσεις που καταβάλλονται στους υπαλλήλους που εμπίπτουν στις διατάξεις του νόμου αυτού, κατά την έναρξη της ισχύος του, με οποιαδήποτε ονομασία και από οποιαδήποτε πηγή περιλαμβανομένων και εκείνων που χορηγήθηκαν με μορφή κινήτρου παραγωγικότητας ή αποδοτικότητας, καθώς και παροχές για κίνητρο προσέλκυσης και παραμονής καταργούνται, εφόσον δεν προβλέπεται ρητά η χορήγηση που, από τις διατάξεις του νόμου αυτού.
Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του νόμου αυτού προκύπτουν συνολικές μικρότερες αποδοχές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά την έναρξη της ισχύος του, η τυχόν διαφορά διατηρείται ως προσωπική μέχρι την κάλυψη της από οποιαδήποτε αύξηση των νέων αποδοχών. Εξάλλου κατά το άρθρο 22 παρ. 5 του ν. 2738/1999, που ίσχυσε από 9-9-1999, οι μετασσόμενοι διατηρούν σε κάθε περίπτωση ως προσωπική διαφορά τα τυχόν επιδόματα που ελάμβαναν κατά τη μετάταξή τους από την υπηρεσία στην οποία ανήκουν οργανικά ή άλλες επιπλέον απολαβές, ενώ κατά το άρθρο 30 παρ. 9 του Ν. 2768/1999, που ίσχυσε από 8-12-1999 η διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 22 του ν. 2738/1999 έχει εφαρμογή από την έναρξη της ισχύος του και για το προσωπικό της πρώην εταιρίας "Αερολιμήν Αθηνών Α.Ε.", που μεταφέρθηκε στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (ΥΠΑ) με τη διάταξη του άρθρου δευτέρου του ν. 2338/1995 με την επιφύλαξη της ισχύος των διατάξεων του άρθρου 29 του ν. 2470/1997.
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τα εξής: Ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, πολιτικός μηχανικός, προσλήφθηκε στις 15.10.1981 από την ανώνυμη εταιρία "Αερολιμήν Αθηνών" ως υπάλληλος της με σύμβαση ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, εντάχθηκε στην κατηγορία ΠΕ και προσέφερε τις υπηρεσίες του έως τις 30.6.1996, οπότε λύθηκε και τέθηκε υπό εκκαθάριση η εταιρία αυτή και το προσωπικό της μεταφέρθηκε στην Υπηρεσία της Πολιτικής Αεροπορίας, που αποτελεί υπηρεσία του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου.
Επί προγενέστερης αγωγής του αναιρεσιβλήτου για το χρονικό διάστημα 1.7.1996 - 31.12.1999 εκδόθηκε η αμετάκλητη 1285/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία επεδίκασε διαφορές αποδοχών, στις οποίες περιλαμβάνονταν και η διαφορά του ειδικού επιδόματος υποστήριξης υπηρεσιών αερολιμένων. Η απόφαση αυτή αποτελεί δεδικασμένο, ότι οι μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσιβλήτου, κατά το χρόνο της μεταφοράς του στην ΥΠΑ, ανέρχονταν σε 551.803 δρχ.
και από το δεδικασμένο της αποφάσεως αυτής καλύπτεται και το ειδικό επίδομα υποστήριξης υπηρεσιών αερολιμένων (ποσού 30.000 δρχ.), το οποίο κατά τον ίδιο χρόνο ανέρχονταν σε 133.650 δρχ. Έτσι επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που δέχθηκε την αγωγή και επεδίκασε στον αναιρεσίβλητο για διαφορές αποδοχών από 1.1.2000 - 31.12.2002 16.339,6 Ευρώ.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, διότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 30 παρ. 9 του ν. 2768/1999 και 22 παρ. 5 του ν. 2738/1999, καθώς και των άρθρων 29 ν. 2470/1997, 2 παρ. 2 ν. 2338/1995, 4 παρ. 4 ν. 2366/1995 και 13 παρ. 2 ν. 2465/1997, δεχόμενο ότι το επίδομα αεροπορικής υποστήριξης προστίθεται στις διατηρούμενες αποδοχές του άρθρου 30 παρ. 9 του ν. 2768/1999, αφού αυτό δεν το ελάμβανε ο αναιρεσίβλητος στην πριν τη μεταφορά του στην ΥΠΑ θέση του στην εταιρία "Αερολιμήν Αθηνών".
Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο δέχθηκε, ότι από την 1285/2002 απόφαση του ίδιου Εφετείου παράγεται δεδικασμένο ως προς το ύψος των αποδοχών του αναιρεσιβλήτου και του επιδίκου επιδόματος, κατά το χρόνο της μεταφοράς του στην ΥΠΑ, που ανέρχονταν αντίστοιχα σε 55.803 και 133.630 δρχ.
και ότι το δεδικασμένο αυτό καλύπτει και το ως άνω επίδομα, που προστίθεται στις μηνιαίες αποδοχές του. Με τον ίδιο λόγο αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δέχθηκε ότι το επίδικο επίδομα προστίθεται στις διατηρούμενες αποδοχές του αναιρεσιβλήτου, ενώ αυτό έχει καταργηθεί με το άρθρο 10 παρ. 1 και 4 του ν. 2470/1997.
Και ο λόγος αυτός ως προς την παραπάνω αιτίαση στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι το Εφετείο έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται ως προσωπική διαφορά τη διαφορά μεταξύ των αποδοχών που εδικαιούτο να λαμβάνει κατά το χρόνο της μεταφοράς του στην ΥΠΑ και εκείνων που ελάμβανε μετά από αυτή και όχι το ειδικό αεροπορικής υποστήριξης αυτό καθεαυτό, κατ' εφαρμογή των άρθρων 30 παρ. 9 και 29 του ν. 2738/1999 και 29 του ν. 2470/1997.
Επομένως πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως.-
Επειδή για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ για παραδοχές δεδικασμένου παρά το νόμο πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων και τι δέχθηκε η προγενέστερη τελεσίδικη απόφαση ως προς το ζήτημα για το οποίο η ήδη προσβαλλομένη απόφαση έκρινε ότι απορρέει από εκείνη δεδικασμένο. Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο, η αιτίαση, ότι κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι απορρέει δεδικασμένο από την 1285/2002 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, που έκρινε επί προγενέστερης αγωγής του αναιρεσιβλήτου. Στο αναιρετήριο αναφέρεται μόνο ότι από την απόφαση αυτή δεν παράγεται δεδικασμένο, καθόσον δεν υφίσταται ταυτότητα νομικής αιτίας για το δικαίωμα που κρίθηκε με την προηγούμενη αγωγή, διότι η νομική βάση της αγωγής αυτής ήταν η εφαρμογή ή μη της διατάξεως του άρθρου 20 του ν. 2515/1997, ενώ η βάση της ένδικης αγωγής αφορά την έννοια και το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 30 παρ. 9 ν. 2768/1999. Δεν αναφέρεται όμως σ' αυτό (αναιρετήριο) με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές και τα συμπεράσματα της αποφάσεως από την οποία φέρεται ότι εσφαλμένα η προσβαλλομένη δέχθηκε την ύπαρξη δεδικασμένου. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει ν'απορριφθεί.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11.3.2005 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 7977/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει στο ποσό των τριακοσίων τριάντα (330) Ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Νοεμβρίου 2006. Και,
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ