Supreme Court suspends appeal due to pending significant legal issue referred to Full Bench.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court suspended the appeal proceedings pending a decision from the Full Bench on a significant legal issue. The appellant argued that the Court of First Instance erred in rejecting their claim of non-liability for payment delays caused by insufficient funds in the Special Account. The court determined that resolving this fundamental question of liability is necessary to ensure uniformity and prevent contradictory rulings.
Legislator headnote
AI generatedArticle 342 of the Civil Code; Article 249 of the Code of Civil Procedure. When a significant legal issue affecting the outcome has been referred to the Full Bench, the court must suspend proceedings to ensure uniformity and avoid contradictory decisions.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1942 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1942/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου, Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Ευαγγελία Γίτση Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΑΠΕ & ΕΓΓΥΗΣΕΩΝ ΠΡΟΕΛΕΥΣΗΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΔΑΠΕΕΠ Α.Ε." όπως μετονομάστηκε η εταιρεία με την επωνυμία "ΛΕΙΤΟΥΡΓΟΣ ΑΓΟΡΑΣ ΗΛΕΚΤΡΙΚΗΣ ΕΝΕΡΓΕΙΑΣ Α.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "ΛΑΓΗΕ Α.Ε." η οποία εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φωτεινή Κεφαλίδου, η οποία ανακάλεσε την από 23-05-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως. Η ως άνω πληρεξούσια δικηγόρος, αφού έλαβε το λόγο από τον Προεδρεύοντα, δήλωσε την αλλαγή της επωνυμίας της αναιρεσίβλητης εταιρείας, προκύψασας κατόπιν μετατροπής, από την αρχική επωνυμία "PDM PROJECT DEVELOPMENT MANAGEMENT (ΠΙ ΝΤΙ ΕΜ, ΠΡΟΤΖΕΚΤ ΝΤΙΒΕΛΟΠΜΕΝΤ ΜΑΝΑΤΖΜΕΝΤ) ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ-ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", και τον διακριτικό τίτλο "PDM ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΠΕ" σε "PROJECT DEVELOPMENT MANAGEMENT Ιδιωτική κεφαλαιουχική εταιρεία", με τον διακριτικό τίτλο (PDM ΙΚΕ).
Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "PDM PROJECT DEVELOPMENT MANAGEMENT (ΠΙ ΝΤΙ ΕΜ, ΠΡΟΤΖΕΚΤ ΝΤΙΒΕΛΟΠΜΕΝΤ ΜΑΝΑΤΖΜΕΝΤ) ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ-ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ", και τον διακριτικό τίτλο "PDM ΕΚΜΕΤΑΛΕΥΣΗ ΑΚΙΝΗΤΩΝ ΕΠΕ", που εδρεύει στο Δήμο Αχαρνών, και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αντώνιο Μεταξά, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-07-2018 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1205/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 3179/2023 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 11-01-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 342 Α.Κ., ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος, αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη. Τέτοιο γεγονός είναι κάθε εύλογη αιτία, εξαιτίας της οποίας δικαιολογείται η μη εκπλήρωση ή μη προσήκουσα εκπλήρωση της παροχής του, εφόσον όμως δεν μπορεί να αποδοθεί σε δόλο ή αμέλειά του, όταν δηλαδή την ίδια καθυστέρηση θα επεδείκνυε κάθε επιμελής άνθρωπος ευρισκόμενος υπό τις ίδιες συνθήκες, καταβάλλοντας τη συνήθη προσπάθεια εκπλήρωσης (Α.Π. 1311/2024, Α.Π. 527/2023).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.Α.Π. 27/1998).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 7/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη από 11-1-2024 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3179/2023 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Με την από 11-7-2018 αγωγή της, η ενάγουσα εταιρία "PDM, Project Development Management Εκμετάλλευση Ακινήτων Ε.Π.Ε.", η οποία ήδη έχει μετατραπεί στην αναιρεσίβλητη εταιρία "Project Development Management I.K.E.", ανέφερε ότι με καταρτισθείσα το έτος 2012 σύμβαση μεταξύ αυτής και της εταιρίας "Διαχειριστής Εθνικού Συστήματος Μεταφοράς Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΔΕΣΜΗΕ) Α.Ε.", διάδοχος της οποίας είναι η εναγόμενη-αναιρεσείουσα εταιρία "Διαχειριστής ΑΠΕ και Εγγυήσεων Προέλευσης (ΔΑΠΕΕΠ) Α.Ε.", συμφώνησε να πωλεί στην εναγόμενη επί εικοσαετία την ηλεκτρική ενέργεια, που παρήγαγε από φωτοβολταϊκό σταθμό ιδιοκτησίας της, αντί τιμήματος καταβλητέου μετά την παρέλευση είκοσι ημερών από την αποστολή προς την εναγόμενη του σχετικού τιμολογίου, και ότι, σύμφωνα με όρο της σύμβασης, σε περίπτωση καθυστέρησης της εξόφλησης πέραν της προθεσμίας των είκοσι ημερών, η εναγόμενη όφειλε να καταβάλει τόκο υπερημερίας επί του τιμήματος.
Εκθέτοντας περαιτέρω η ενάγουσα ότι πώλησε στην εναγόμενη τις ειδικότερα αναφερόμενες ποσότητες ηλεκτρικού ρεύματος και εξέδωσε και απέστειλε σε αυτήν κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2013 έως 30-9-2015 τα εκτιθέμενα στην αγωγή τιμολόγια, τα οποία αυτή εξόφλησε καθυστερημένα, μετά την πάροδο της εικοσαήμερης προθεσμίας από την παραλαβή τους, ζήτησε, όπως παραδεκτώς μετέτρεψε το αρχικό καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγόμενη οφείλει να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 26.832,66 ευρώ για τους τόκους υπερημερίας επί του τιμήματος που αφορά καθένα από τα ανωτέρω τιμολόγια.
Η εναγόμενη με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προέβαλε, μεταξύ άλλων ενστάσεων και ισχυρισμών, ένσταση από το άρθρο 342 Α.Κ., ισχυριζόμενη ότι δεν κατέστη υπερήμερη ως προς την εξόφληση των τιμολογίων και συνεπώς δεν οφείλει τόκους υπερημερίας, επειδή η καθυστέρηση οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη, και συγκεκριμένα επειδή η ίδια (εναγόμενη) είναι υποχρεωμένη, κατ' εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 40 ν. 2773/1999, 118 § 2 περ.
θ' και 143 ν. 4001/2011, να καταβάλλει στους παραγωγούς ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές το τίμημα του ηλεκτρικού ρεύματος, που αγοράζει, αποκλειστικά από τον προβλεπόμενο από τις ανωτέρω διατάξεις Ειδικό Λογαριασμό, ο οποίος όμως κατά τον χρόνο της παράδοσης των τιμολογίων της ενάγουσας ήταν ελλειμματικός, με συνέπεια η εναγόμενη να αδυνατεί να εξοφλεί εμπρόθεσμα τις οφειλές της.
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με την 1205/2021 απόφασή του απέρριψε την αγωγή ελλείψει δικαιοδοσίας των πολιτικών δικαστηρίων. Η ενάγουσα άσκησε έφεση και εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 3179/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκαν οι ενστάσεις και ισχυρισμοί της εναγόμενης και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή. Ειδικότερα, η ένσταση από το άρθρο 342 Α.Κ. με το ανωτέρω περιεχόμενο, που επανέφερε η εναγόμενη ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της, απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, με την αιτιολογία ότι στη σύμβαση πώλησης ηλεκτρικού ρεύματος δεν περιλαμβάνεται όρος περί μη ευθύνης της εναγόμενης σε περίπτωση υπερημερίας όταν ο Ειδικός Λογαριασμός είναι ελλειμματικός, ούτε προέκυψε ότι ο Ειδικός Λογαριασμός κατά τους κρίσιμους χρόνους ήταν ελλειμματικός καθιστώντας αδύνατη την εμπρόθεσμη εξόφληση της ενάγουσας.
Κατά το άρθρο 249 εδ. α' ΚΠολΔ, αν η διάγνωση της διαφοράς εξαρτάται ολικά ή εν μέρει από την ύπαρξη ή ανυπαρξία μιας έννομης σχέσης ή την ακυρότητα ή τη διάρρηξη μιας δικαιοπραξίας που συνιστά αντικείμενο άλλης δίκης εκκρεμούς σε πολιτικό ή διοικητικό δικαστήριο ή από ζήτημα που πρόκειται να κριθεί ή κρίνεται από διοικητική αρχή, το δικαστήριο μπορεί αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου να διατάξει την αναβολή της συζήτησης ωσότου περατωθεί τελεσίδικα ή αμετάκλητα η άλλη δίκη ή ωσότου εκδοθεί από τη διοικητική αρχή απόφαση που δεν θα μπορεί να προσβληθεί.
Από τη διατύπωση και τον σκοπό της διάταξης αυτής, η οποία έχει θεσπιστεί προς εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης και προς αποφυγή έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συνάγεται ότι η εφαρμογή της δεν είναι εκ προοιμίου ασυμβίβαστη με την αναιρετική δίκη, εφόσον, παρά τη μη ειδική αναφορά της στο άρθρο 573 § 1 ΚΠολΔ, στο οποίο γίνεται ενδεικτική μνεία διατάξεων του γενικού μέρους του ΚΠολΔ που μπορούν να έχουν εφαρμογή και στην αναιρετική διαδικασία, δεν αποκλείεται, σε συγκεκριμένη περίπτωση, η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται από το άρθρο 249 ΚΠολΔ να εξασφαλίζει την προσφορότερη λύση για την εξυπηρέτηση του προαναφερόμενου σκοπού. Αυτό συμβαίνει, προεχόντως, όταν κάποιο σοβαρό νομικό ζήτημα, το οποίο πρέπει να επιλυθεί από το αναιρετικό τμήμα, έχει ήδη παραπεμφθεί και εκκρεμεί στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου κατά το άρθρο 563 § 2 ΚΠολΔ και το άρθρο 27 § 2 του νόμου 4938/2022 "Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών κ.λπ." ως ζήτημα εξαιρετικής σημασίας (Α.Π. 947/2024, Α.Π. 1203/2023, Α.Π. 1085/2021, Α.Π. 391/2021, Α.Π. 347/2021, Α.Π. 452/2020, Α.Π. 1125/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα προβάλλει πλημμέλεια της προσβαλλόμενης απόφασης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 342 Α.Κ. με εσφαλμένη μη εφαρμογή της, απορρίπτοντας την ένστασή της από τη διάταξη αυτή, κατά το μέρος της με το οποίο η αναιρεσείουσα προέβαλε έλλειψη υπαιτιότητάς της σχετικά με την καθυστέρηση εξόφλησης των τιμολογίων επικαλούμενη την ελλειμματικότητα του Ειδικού Λογαριασμού των άρθρων 40 ν. 2773/1999, 118 § 2 περ.
θ' και 143 ν. 4001/2011. Το προαναφερόμενο νομικό ζήτημα, δηλαδή αν η ανεπάρκεια των διαθεσίμων κεφαλαίων του Ειδικού Λογαριασμού συνιστά, ή όχι, κατ' εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και ανεξαρτήτως συμβατικής πρόβλεψης, γεγονός που απαλλάσσει την αναιρεσείουσα από την ευθύνη για την καθυστέρηση της πληρωμής στους παραγωγούς του τιμήματος της πωλούμενης ηλεκτρικής ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές, και επομένως αν έχει ως αποτέλεσμα, ή όχι, την μη περιέλευση αυτής σε υπερημερία και την απαλλαγή της από την υποχρέωση για την καταβολή τόκων υπερημερίας σε περίπτωση παρέλευσης της συμφωνημένης προθεσμίας για την πληρωμή του τιμήματος, έχει παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου με την 378/2025 απόφαση του Α3 Τμήματος του Αρείου Πάγου, γεγονός γνωστό στο Δικαστήριο από προηγούμενη δικαστική του ενέργεια κατ' άρθρο 336 § 2 ΚΠολΔ.
Ασκεί δε το ζήτημα αυτό επιρροή στην παρούσα δίκη, δεδομένου ότι, αν γίνει δεκτό ότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αρκεί για να θεμελιώσει ένσταση από το άρθρο 342 Α.Κ., η σχετική ένσταση της αναιρεσείουσας θα έπρεπε να απορριφθεί ως μη νόμιμη και όχι ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως έπραξε το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του.
Επομένως, για την ενότητα της νομολογίας και προς αποφυγή της έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων, συντρέχει περίπτωση εφαρμογής της προαναφερθείσας στη μείζονα σκέψη διάταξης του άρθρου 249 ΚΠολΔ και πρέπει να αναβληθεί η συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση για το προαναφερόμενο ζήτημα από την Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς την οποία η τυχόν παραπομπή και της υπόθεσης αυτής θα επιβράδυνε ακόμη περισσότερο την εκδίκασή της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναβάλλει τη συζήτηση της από 11-1-2024 αίτησης της εταιρίας "Δ.Α.Π.Ε.Ε.Π. Α.Ε." για την αναίρεση της 3179/2023 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου για την υπόθεση, που έχει παραπεμφθεί σε αυτή με την 378/2025 απόφαση του Α3 Τμήματος του Αρείου Πάγου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ