Supreme Court dismisses appeal on debt restructuring grounds, ruling facts are non-legal arguments subject to trial court discretion.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final debt restructuring judgment rendered in absentia by the Athens Single District Court. The appellant argued that the trial court incorrectly applied the law by failing to deduct reasonable living expenses from monthly installments, claiming the debt was unpayable. The court rejected these claims as inadmissible, stating that the alleged facts did not constitute legal grounds for overturning the judgment but rather constituted evidentiary arguments subject to the trial court's non-appealable discretion.
Legislator headnote
AI generatedArticles 739 to 741 of the Code of Civil Procedure; Article 15 of Law 3869/2010: Arguments regarding the calculation of debt installments based on income and living expenses are evidentiary matters subject to the trial court's discretion and cannot serve as grounds for appeal.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1942 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1942/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Η. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Πολύκαρπο Μανουσαρίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα, για την ίδια και ως ειδικής διαδόχου της εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ούσας ειδικής διαδόχου της "...", 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) εταιρείας διαχείρισης απαιτήσεων με την επωνυμία "..." και δ.τ. "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο ... και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-2-2014 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4397/2022 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 15-2-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση, από 15-2-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 18141/25/2023), αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 4397/2022 τελεσίδικη απόφαση του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 739 έως 741 επ. του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με άρθρο 15 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων"), ερήμην της πρώτης και τρίτης των εφεσίβλητων και ήδη πρώτης και τρίτης των αναιρεσίβλητων ανώνυμων τραπεζικών εταιριών.
Παρά, όμως, την ανωτέρω ερημοδικία, η προσβαλλόμενη απόφαση είναι τελεσίδικη και η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης απευθύνεται παραδεκτά και εναντίον αυτών, διότι, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, δεν υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και, συνακόλουθα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για την αρχή της διαδοχικής άσκησης των ένδικων μέσων, σύμφωνα με την οποία η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας (ΑΠ 1034/2024, ΑΠ 815/2024, ΑΠ 596/2024).
Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), αφού ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1-2 του ΚΠολΔ), εντός της διετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (Α 87), εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει, ούτε ο αναιρεσείων επικαλείται επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με το τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι.
Αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος ο οποίος δεν εμφανίστηκε ή αν και εμφανίστηκε δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση με το τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση. Στη περίπτωση που δεν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήτευση.
Στην αντίθετη περίπτωση ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην ερευνώμενη υπόθεση, από τις προσκομιζόμενες, από τον αναιρεσείοντα με αριθ. 11321ΣΤ'/18-5-2023, 11324ΣΤ'/18-5-2023, 11327ΣΤ'/18-5-2023, 11326ΣΤ'/18-5-2023 και 11319ΣΤ'/18-5-2023, εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στη περιφέρεια του Εφετείου Πειραιώς Σ.Χ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση ως άνω αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη σημειούμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και κλήση προς παράσταση κατ`αυτή, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, νομότυπα και εμπρόθεσμα, στις αναιρεσίβλητες.
Επομένως, αφού οι τελευταίες δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου αυτού, κατά τη παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε για συζήτηση, με τη σειρά της από το πινάκιο και ούτε έχουν καταθέσει δήλωση σύμφωνα με το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης, πρέπει, να συζητηθεί η υπόθεση σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Με τη διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 "Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων...", όπως το άρθρο αυτό ίσχυε και εφαρμόζεται στην ερευνώμενη υπόθεση, ως εκ του χρόνου υποβολής-κατάθεσης, στις 17-2-2014, της ένδικης αίτησης του άρθρ. 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 παρ. 1 της ΥΠΟΠΑΡ.
Α.4 του άρθρου 2 του ν. 4336/2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-8-2015) που καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της ΥΠΟΠΑΡ. Α.4 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου, τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, ορίζεται ότι: "φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, απαραίτητη προϋπόθεση για την υπαγωγή στο ρυθμιστικό πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/2010 είναι ο οφειλέτης να έχει περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του. Ο νόμος 3869/2010 θεωρεί δεδομένη την έννοια του δόλου από τη γενική θεωρία του αστικού δικαίου.
Στο πεδίο του τελευταίου, ο δόλος, ως μορφή πταίσματος προβλέπεται στη διάταξη του άρθρου 330 του ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι "ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίσθηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νόμιμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές".
Η παραπάνω διάταξη παρέχει γενικό ορισμό της έννοιας του πταίσματος, έχει δε εφαρμογή, τόσο στις συμβάσεις, όσο και στις αδικοπραξίες, δηλαδή, σε κάθε περίπτωση, όπου γίνεται λόγος για υπαιτιότητα. Η ίδια διάταξη θεσπίζει δύο μορφές πταίσματος, το δόλο και την αμέλεια. Ενώ, όμως, δίνει ορισμό της αμέλειας, τον προσδιορισμό του δόλου αφήνει στην επιστήμη και τη νομολογία.
Η έννοια του δόλου, όπως γίνεται δεκτή στο πεδίο του αστικού δικαίου, συμπίπτει με εκείνη του άρθρου 27 παρ. 1 του ΠΚ, που ορίζει ότι "Με δόλο (πρόθεση) πράττει όποιος θέλει την παραγωγή των περιστατικών που κατά το νόμο απαρτίζουν την έννοια κάποιας αξιόποινης πράξης. Επίσης, όποιος γνωρίζει ότι από την πράξη του ενδέχεται να παραχθούν αυτά τα περιστατικά και το αποδέχεται".
Η τελευταία αυτή διάταξη διακρίνει τον δόλο σε άμεσο και ενδεχόμενο. Ορίζει δε, ότι με άμεσο δόλο πράττει αυτός που "θέλει" την παραγωγή του εγκληματικού αποτελέσματος, καθώς και εκείνος που δεν επιδιώκει μεν αυτό, προβλέπει όμως, ότι τούτο αποτελεί αναγκαία συνέπεια της πράξης του και, παρά ταύτα, δεν εγκαταλείπει την πράξη του.
Αντίθετα, με ενδεχόμενο δόλο πράττει εκείνος που προβλέπει το εγκληματικό αποτέλεσμα ως δυνατή συνέπεια της πράξης του και το "αποδέχεται" (Ολ.ΑΠ 4/2010, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1536/2024). Η διάταξη αυτή ισχύει και για τις ενοχές άλλων κλάδων του ενοχικού δικαίου και έτσι αποκτά γενικότερη σημασία που ξεπερνά τα πλαίσια της ευθύνης από προϋφιστάμενη ενοχή (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1508/2022).
Δόλο κατά συνέπεια συνιστά η περίπτωση εκείνη του δράστη κατά την οποία επιδοκιμάζει, δηλαδή προβλέπει, το αποτέλεσμα ως ενδεχόμενο και τελικά το αποδέχεται. Ο δόλος σχετίζεται και αφορά πάντα πράξη και αυτή θα είναι η απαγορευμένη από το δίκαιο στον δράστη αθέτηση ενοχικής υποχρέωσης ή γενικότερα αδικοπραξία κλπ.
Μεταξύ των εννοιολογικών στοιχείων του δόλου είναι και η πρόβλεψη του δράστη ότι η συμπεριφορά του θα προκαλέσει καθυστέρηση στην εκπλήρωση της υποχρέωσής του ή θα προκαλέσει το γεγονός της αδυναμίας παροχής του, συνείδηση δηλαδή του δράστη για τον κίνδυνο επέλευσης των αποτελεσμάτων αυτών. Για τα ανωτέρω αρκεί και απαιτείται η πρόβλεψη και η αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος σε γενικές γραμμές και κατά τα γενικά ουσιώδη γνωρίσματά του.
Η ακριβής έκταση της ζημίας, οι λεπτομέρειες ή οι ιδιότητες του προσβαλλόμενου αγαθού και οι λοιπές περιστάσεις που καθορίζουν το μέγεθος της προσβολής δεν απαιτείται να προβλέπονται σαφώς, τουλάχιστον στον βαθμό που δεν ανάγονται από το νόμο σε κρίσιμα για την ύπαρξη της ευθύνης περιστατικά. Στη περίπτωση του ν. 3869/2010 ο νόμος χρησιμοποιεί την έννοια του δόλου και τη συνδέει με μια πραγματική κατάσταση, που είναι η μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών.
Περαιτέρω, από την διατύπωση της παρ. 1 εδ. α` του ν. 3869/2010, προκύπτει ότι το στοιχείο του δόλου αναφέρεται στη "περιέλευση" του οφειλέτη σε κατάσταση μόνιμης αδυναμίας πληρωμών. Επομένως, το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει, τόσο κατά τον χρόνο ανάληψης της οφειλής, όσο και κατά το χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας.
Ο δόλος αντιμετωπίζεται κατά τον ίδιο τρόπο, είτε είναι αρχικός, είτε είναι μεταγενέστερος. Το κρίσιμο ζήτημα είναι το περιεχόμενο του δόλου και όχι ο χρόνος που αυτός εκδηλώθηκε. Στη περίπτωση της παρ. 1 του άρθρου 1 του ν. 3869/2010 ο οφειλέτης ενεργεί δολίως, όταν με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία των πληρωμών του ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών και δεν αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, πρόκειται για τον οφειλέτη εκείνο, ο οποίος καρπούται οφέλη από την υπερχρέωσή του με την απόκτηση κινητών ή ακινήτων, πλην όμως, είτε γνώριζε, κατά την ανάληψη των χρεών, ότι είναι αμφίβολη η εξυπηρέτησή τους, είτε από δική του υπαιτιότητα βρέθηκε μεταγενέστερα σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών.
Επομένως η συνεπεία του δόλου μόνιμη αδυναμία του οφειλέτη δεν είναι αναγκαίο να εμφανισθεί μετά την ανάληψη του χρέους, αλλά μπορεί να υπάρχει και κατά την ανάληψη αυτού, όταν δηλαδή ο οφειλέτης ήδη από την αρχή, αναλαμβάνοντας το χρέος γνωρίζει ότι, ενόψει των εισοδημάτων του και των εν γένει αναγκών του, δεν μπορεί να το εξυπηρετήσει.
Περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης συμφωνεί με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Ειδικότερα, σε μία δανειακή σύμβαση υφίσταται κατ` ουσία αποδοχή από τον δανειολήπτη της προβλεπόμενης αδυναμίας του να αποπληρώσει το ειλημμένο δάνειο, όταν έχοντας γνώση της πρόδηλης αναντιστοιχίας των εισοδημάτων του προς τις οφειλές, την αποπληρωμή των οποίων με ιδία πρωτοβουλία αναλαμβάνει και σταθμίζοντας τη διακινδύνευση των οικονομικών συμφερόντων, τόσο του ιδίου, όσο και του πιστωτή του, με το επιδιωκόμενο όφελος, το οποίο θα καρπωθεί, εφόσον πραγματοποιηθεί ο κίνδυνος, προβαίνει στη σύναψη της σχετικής δανειακής σύμβασης, επειδή κρίνει ότι η σκοπούμενη γι` αυτόν ωφέλεια από τη χρήση των δανειακών κεφαλαίων σαφώς υπερέχει των συνεπειών που επαπειλούνται από την επέλευση του κινδύνου.
Αξίωση πρόσθετων στοιχείων για την συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη κατά την ανάληψη του χρέους, όπως είναι η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος, όπως επίσης και η παράλειψη του πιστωτικού ιδρύματος να προβεί στις αναγκαίες έρευνες της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα του νόμου.
Ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι, κατά τα προαναφερόμενα, η εξαπάτηση των υπαλλήλων του πιστωτικού ιδρύματος και η παράλειψη από την πλευρά των τελευταίων να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023).
Όπως, εξάλλου, προκύπτει από τη πρόβλεψη του εδαφίου β' της παρ. 1 του ίδιου άρθρου 1 του ν. 3869/2010, σύμφωνα με την οποία την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής, το επιλαμβανόμενο της υπόθεσης δικαστήριο ερευνά την ύπαρξη του δόλου όχι αυτεπαγγέλτως, αλλά, όπως είναι αυτονόητο και γι' αυτό παραλείφθηκε στο νόμο, κατά πρόταση πιστωτή, ο οποίος πρέπει να προτείνει τον εν λόγω ισχυρισμό κατά τρόπο ορισμένο, δηλ.
με σαφή έκθεση των γεγονότων που τον θεμελιώνουν και να τον αποδείξει (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023). Ο δόλος αποτελεί αόριστη νομική έννοια και, άρα, ελέγχεται αναιρετικά η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας για το αν τα περιστατικά, που έγιναν ανελέγκτως δεκτά απ` αυτό, υπάγονται ή όχι στη νομική έννοια του δόλου (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1508/2022), δηλαδή ως πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ (ή του άρθρου 560 αριθ. 1 και 6 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1544/2023).
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 262 παρ. 1 του ΚΠολΔ, η ένσταση πρέπει να περιλαμβάνει ορισμένο αίτημα και σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Ειδικά η, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένσταση πιστώτριας Τράπεζας ότι ο οφειλέτης περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων οφειλών προς αυτήν από ενδεχόμενο δόλο, πρέπει να αναφέρει ότι ο τελευταίος συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, παρότι προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες, σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, ενώ εξακολουθούσε να κάνει χρήση ανακυκλούμενης πίστωσης, για να εξασφαλίσει επίπεδο ζωής ανώτερο από εκείνο που του επέτρεπε το εισόδημά του, δεν είναι δε ανάγκη, για την πληρότητα της ένστασης, να κάνει αναλυτική αναφορά των οικονομικών στοιχείων και δυνατοτήτων του οφειλέτη και των δανειακών συμβάσεων που ο τελευταίος έχει συνάψει με πιστωτικά ιδρύματα (ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 688/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1060/2023, ΑΠ 808/2023, ΑΠ 609/2023).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ. Έτσι, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1061/2023).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 549/2022). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ.
β' του ΚΠολΔ ορίζεται ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ` αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, δηλ.
για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 1033/2024). Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ.
β` του αριθ. 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στο κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 8/2005, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1493/2022, ΑΠ 551/2020).
Συνεπώς, η παραβίαση των διδαγμάτων κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των αποδεδειγμένων πραγματικών γεγονότων σε αυτούς (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 687/2024, ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 909/2022, ΑΠ 548/2021). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο:
α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1033/2024, ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 164/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 70/2020, ΑΠ 515/2018, ΑΠ 755/2018). Στη περίπτωση δε που η προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε επί της ουσίας, πρέπει να παρατίθενται και οι σχετικές παραδοχές αυτής, όπου η επικαλούμενη ως άνω παράβαση (ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1519/2023, ΑΠ 109/2020).
Έτι περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 6/2006, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1217/2020).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 736/2019). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 1536/2024).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 596/2024, ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 68/2020). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 560 αριθ. 6 του ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1709/2024, ΑΠ 1032/2024, ΑΠ 224/2023, ΑΠ 1101/2023, ΑΠ 162/2020).
Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τον πρώτο και δεύτερο λόγους της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων-αιτών την υπαγωγή του στο ν. 3869/2010, αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθ. 1 εδ. α', β' και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, κατ' εκτίμηση του νοηματικού τους περιεχομένου: Α] ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, παραβίασε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αλλά και εκ πλαγίου την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, με ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος του ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη των δανειακών τους υποχρεώσεων, αλλά και μεταγενέστερα, καθώς και Β] με το να δεχθεί ως ορισμένη την ένσταση δόλιας περιέλευσής του (αιτούντος) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του προς τις πιστώτριες, την οποία πρότειναν με τις προτάσεις τους ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου οι παριστάμενες πιστώτριες, παραβίασε ευθέως την ως άνω διάταξη ουσιαστικού κανόνα δικαίου, καθώς αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί η ως άνω διάταξη.
Ως προς τα ζητήματα αυτά, το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, που δίκασε ως Εφετείο, κατά την διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 3 εδάφ. β'του ν. 3869/2010, 739 επ. του ΚΠολΔ), δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ''..... ο αιτών - εκκαλών, είναι σήμερα 76 ετών, (κατά το χρόνο κατάθεσης της αίτησης, ήταν 68 ετών), είναι δε παντρεμένος με την Ε.-Μ.
Α. και έχει δύο ενήλικα σήμερα τέκνα τα οποία έχουν πλέον δημιουργήσει τη δική τους οικογένεια. Όπως προκύπτει, αρχικά εργαζόταν ως ελεύθερος επαγγελματίας - ως ηλεκτρονικός, ενώ από το 2012 είναι συνταξιούχος του Ο.Α.Ε.Ε., με μηνιαία σύνταξη ποσού 789,28 ευρώ ενώ λαμβάνει σύνταξη και από τις Η.Π.Α. ύψους 404 δολαρίων.
Τα εισοδήματά του όπως προκύπτουν από τα εκκαθαριστικά σημειώματα, ανέρχονταν: το 2003 σε 35.209,82 ευρώ, το 2004 σε 30.284,56 ευρώ, το 2005 σε 22.860,22 ευρώ, το 2006 σε 24.861,20 ευρώ, το 2007 σε 31.303,33 ευρώ, το 2008 σε 39.672,64 ευρώ, το 2009 σε 37.238,49 ευρώ, το 2010 σε 23.965,85 ευρώ, το 2011 σε 11.681,77 ευρώ, το 2012 σε 29.957,70 ευρώ, το 2013 σε 12.451,14 ευρώ, το 2014 σε 9.913,96 ευρώ, το 2015 σε 13.167,27 ευρώ, το 2016 σε 14.303,19 ευρώ, το 2017 σε 13.957,28 ευρώ, το 2018 σε 14.016,74 ευρώ, το 2019 σε 14.790,33 ευρώ και το 2020 σε 14.401,91 ευρώ Ο εκκαλών, έχει στην κυριότητα του, ένα διαμέρισμα του πρώτου ορόφου επιφανείας 69 τ.μ.
διώροφης οικοδομής, έτους κατασκευής το 1962 που βρίσκεται επί της οδού ... αρ. 10, στο ..., το οποίο απέκτησε δυνάμει του υπ' αριθμ. …./23-9-2002 συμβολαίου αγοραπωλησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Χ.Σ. έναντι τιμήματος 95.000 ευρώ και το οποίο αποτελεί την κύρια κατοικία του ιδίου και της οικογενείας του. Επίσης, έχει στην κυριότητά του ποσοστά επί των ακινήτων τα οποία αναφέρονται στη βεβαίωση δηλωθείσας περιουσιακής κατάστασης 2017 και στις δηλώσεις ενιαίου φόρου ιδιοκτησίας ακινήτων, ενώ είναι ιδιοκτήτης του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας Ζ.. 8307 οχήματος κατασκευής ... τύπου ... κυλινδρισμού 998 κ.ε., με έτος πρώτης κυκλοφορίας το 2000. Όπως αποδείχθηκε ο εκκαλών, είχε λάβει σε χρόνο προγενέστερο του έτους από την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης τα κάτωθι χρέη, συνολικού ποσού 266.166,15 ευρώ. Ειδικότερα είχε: 1) Οφειλές ύψους 11.349,26 ευρώ προς την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ Α.Ε." από α) την υπ αριθμό 49084505071228009 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας (7.078,81 ευρώ), β) την υπ' αριθμό 4940629Γ80778012 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας (1.745,96 ευρώ) και γ) την υπ' αριθμό 10-163900002712399 σύμβαση δανείου, στην οποία έχει συμβληθεί ως εγγυητής (2.524,49 ευρώ). 2) Οφειλές ύψους 42.016,95 ευρώ προς την "...." από α) την υπ' αριθμό 33015109 σύμβαση πίστωσης (20.717,13 ευρώ), β) την υπ' αριθμό 281891877001 σύμβαση καταναλωτικού δανείου, στην οποία ενέχεται ως εγγυητής (4.124,70 ευρώ), γ) την υπ' αριθμό 4550390288043574 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας (4.863,69 ευρώ) και δ) την υπ' αριθμό 5101551075201417 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας, (12.211,43 ευρώ). 3) Οφειλές ύψους 142.488,19 ευρώ προς την "..." από α) την υπ' αριθμό 00201102015115 σύμβαση δανείου (24.030,07 ευρώ), β) την υπ' αριθμό 1-037661-12.01.2010 σύμβαση δανείου (10.855,26 ευρώ), γ) την υπ' αριθμό 748172 σύμβαση δανείου, στην οποία έχει συμβληθεί ως εγγυητής (42.510,42 ευρώ) και δ) την υπ' αριθμό 747172 σύμβαση δανείου (65.092,44 ευρώ). 4) Οφειλές ύψους 24.894,82 ευρώ προς την "..." από α) την υπ' αριθμό λογαριασμού 5464710000258485 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας (12.229,11 ευρώ) και β) την υπ' αριθμό λογαριασμού 4556430001747293 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας (12.665,71 ευρώ). 5) Οφειλές ύψους 14.861,43 ευρώ προς την "… ..." από α) την υπ' αριθμό 4232950023976002 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας (4.782,54 ευρώ), β) την υπ' αριθμό 4671050003171001 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας (8.414,24 ευρώ) και γ) την υπ' αριθμό 5185170075701000 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας (1.664,65 ευρώ). 6) Οφειλές ύψους 30.555,5 ευρώ προς την "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." από α) τον υπ' αριθμό 017-000952592-122/122-549-000 χορηγητικό λογαριασμό δανείου καταναλωτικής πίστης (26.159,13 ευρώ) και β) την υπ' αριθμό λογαριασμού 4999549143074004 σύμβαση χορήγησης πιστωτικής κάρτας (4.396,37 ευρώ).
Ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι υπάρχει στο πρόσωπο του το στοιχείο του δόλου. Πλην όμως ο ισχυρισμός αυτός, τυγχάνει απορριπτέος. Όπως προκύπτει από τα ανωτέρω στοιχεία, πράγματι μετά το 2012, υπήρξε μία μεγάλη μείωση στα εισοδήματά του, ήτοι δύο χρόνια πριν την κατάθεση της αίτησης.
Όπως ισχυρίζεται και ο ίδιος ο αιτών με την αίτησή του, προσέφυγε στον τραπεζικό δανεισμό, προκειμένου να ανταπεξέλθει στις αυξημένες ανάγκες της οικογένειάς του.... αιτήθηκε δε και έλαβε στεγαστικά δάνεια και πιστωτικές κάρτες (...). Από τα ανωτέρω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, προκύπτει ότι ο αιτών σύνηψε τραπεζικά προϊόντα, τα οποία αφορούσαν ως επί το πλείστον καταναλωτικά προϊόντα.
Πράγματι, υπήρξε πληθώρα συμβάσεων για λήψη πιστωτικών καρτών, με όλα τα πιστωτικά ιδρύματα - καθ' ων η αίτηση. Όπως δε προκύπτει και από όσα ο ίδιος ομολογεί, στην πλειοψηφία των περιπτώσεων, ο ίδιος κατέβαλε το ελάχιστο ποσό δόσης και όχι το νέο υπόλοιπο. Πλην όμως με την πρακτική αυτή, όπως είναι γνωστό, το οφειλόμενο ποσό συνεχώς αυξάνεται και μάλιστα τοκίζεται με τα ιδιαίτερα υψηλά επιτόκια με τα οποία χορηγούνται οι πιστωτικές κάρτες.
Ο ίδιος ισχυρίζεται ότι τα χρήματα αυτά, εν τέλει αναλώθηκαν για την επισκευή και αναπαλαίωση της οικίας του, ισχυρισμός ο οποίος εκτός του ότι δεν αποδεικνύεται, τυγχάνει προφανώς εκτός λογικής, υπό την έννοια ότι δεν είναι σώφρον να δανείζεσαι χρήματα με πιστωτική κάρτα και με επιτόκια κατ' ελάχιστο 18%, αντί για μικρά καταναλωτικά δάνεια με επιτόκιο περίπου 9- 10%.
Το γεγονός ότι το 2012 ήδη είχε κατοχυρώσει δικαίωμα συνταξιοδότησης λόγω του ορίου ηλικίας, ήταν κάτι το οποίο σαφώς το γνώριζε. Γνώριζε δηλαδή, ότι πλέον από το 2012, θα είχε αποδοχές μόνο από τη σύνταξή του και όχι από εργασία, επομένως θα είχε αποδοχές σαφώς μειωμένες. Επίσης τα εισοδήματά του μέχρι το 2011, ήταν ιδιαίτερα υψηλά, γεγονός το οποίο δεν δικαιολογεί την χρήση όλων των ανωτέρω πιστωτικών καρτών, καθώς σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι δεν είχε άλλες δαπάνες, πλην τις δαπάνες της οικογένειάς και έμενε σε ιδιόκτητο σπίτι, για την ικανοποίηση των βασικών αναγκών της οικογένειας, απαιτείτο μικρό μόνο μέρος των αποδοχών του.
Δεν προέκυψε ότι υπήρχε κάποιος ιδιαίτερος λόγος ή ανάγκη που τον οδήγησε στην σύναψη όλων των ανωτέρω καταναλωτικών δανείων, ενώ ούτε ο ισχυρισμός περί επισκευών στο σπίτι του με χρήματα από τα ανωτέρω προϊόντα αποδεικνύεται, καθώς δεν ενισχύεται από κανένα οικονομικό αποδεικτικό στοιχείο. Έτσι, δεν αποδείχθηκε ότι απαιτούνταν η λήψη των ανωτέρω καταναλωτικών δανείων προκειμένου να ανταποκριθεί ο αιτών στα προσωπικά - οικογενειακά έξοδα του, τα οποία σε κάθε περίπτωση, υπερκαλύπτονταν από τα εισοδήματά του.
Από τα έγγραφα τα οποία υπάρχουν στη δικογραφία, προκύπτει ότι, το ύψος του συνόλου των ενήμερων μηνιαίων δόσεων των ανωτέρω υποχρεώσεων του, προσέγγιζε τα 4.500 ευρώ, ύψος που καθιστούσε πολύ δύσκολη την εξυπηρέτηση τους. Πέραν δε του δικού του προσωπικού δανεισμού, ο αιτών - εκκαλών, συμβλήθηκε, ως εγγυητής, σε άλλα τρία δάνεια αποδεχόμενος το γεγονός ότι σε περίπτωση αδυναμίας καταβολής εκ μέρους των πρωτοφειλετών, δεν θα ήταν σε θέση ο ίδιος, ως εγγυητής να ανταποκριθεί στη πληρωμή των οφειλόμενων δόσεων.
Παρόλα τα ανωτέρω και ενώ δεν είχε άλλο αξιόλογο περιουσιακό στοιχείο, εντούτοις ανέλαβε τα περισσότερα από τα ανωτέρω τραπεζικά προϊόντα και συνέχιζε να κάνει χρήση των πιστωτικών καρτών, ακόμα και όταν οι αμοιβές του ήταν σχεδόν τριπλάσιες, πριν την συνταξιοδότησή του. Όπως δε ελέχθη, προέβη σε δανεισμό μεγάλων ποσών αν και γνώριζε, ή μπορούσε να προβλέψει την μελλοντική αδυναμία καλύψεώς τους, καθώς σε λίγα έτη θα έβγαινε στη σύνταξη και χωρίς να υπάρχει άμεση και επιτακτική ανάγκη για τη λήψη όλων αυτών.
Επίσης δεν μπορεί να δικαιολογηθεί - καθώς δεν υπάρχουν καθόλου οικονομικά αποδεικτικά στοιχεία - η αδυναμία ικανοποίησης των οφειλών που είχε κατά τα χρόνια που ακόμα εργαζόταν. Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι ο αιτών δεν επέδειξε συμπεριφορά συνετού καταναλωτή, διότι ήδη από το χρόνο λήψεως των ως άνω δανείων διέβλεπε ως ενδεχόμενη την αδυναμία της αποπληρωμής των υποχρεώσεών του στο μέλλον.
Ενδεχόμενη παράλειψη από την πλευρά των πιστωτών να ενεργήσουν επισταμένη έρευνα, πριν χορηγήσουν τις πιστώσεις και τα λοιπά τραπεζικά προϊόντα, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, δεν συνεπάγεται αυτοδικαίως ότι ο πιστωτής θα πρέπει να αναλάβει, άνευ άλλου τινός, τον κίνδυνο της ματαίωσης της ικανοποίησης των απαιτήσεών της από την επελθούσα αδυναμία πληρωμών του δανειολήπτη.
Από όλα τα ως άνω εκτεθέντα προκύπτει ότι ο αιτών δημιούργησε τα ανωτέρω χρέη, υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή, προβαίνοντας στη λήψη των προαναφερθέντων τραπεζικών προϊόντων, μολονότι δεν υπήρχε κανένας πιεστικός ή αναγκαίος λόγος, αλλά αντίθετα προέβη στις ανωτέρω συμβάσεις προκειμένου να εξασφαλίσει ανώτερο επίπεδο διαβίωσης από αυτό που του επέτρεπε το εισόδημά του, υπερβαίνοντας το μέτρο και την σύνεση του μέσου καταναλωτή, ενώ επιπλέον γνώριζε ήδη κατά το χρόνο λήψεως αυτών, ότι στο μέλλον θα αδυνατούσε να τα καλύψει ή τουλάχιστον αποδεχόμενος πλήρως ως πιθανό αποτέλεσμα την αδυναμία πληρωμής τους και αψηφώντας τις συνέπειες.
Κατά το χρόνο αυτό γνώριζε ότι η αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του, αποτελούσε ένα ενδεχόμενο που η πραγμάτωσή του παρουσίαζε αυξημένη πιθανότητα, κρίνεται δε ότι ένας τόσο υψηλός βαθμός πιθανότητας δεν δικαιολογεί την πίστη ότι το αποτέλεσμα αυτό μπορούσε να αποφευχθεί, πράγμα που ερμηνεύεται ως αποδοχή του.
Υπό τα περιστατικά αυτά η υπαιτιότητα του αιτούντος είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του ως πιθανό και το αποδέχθηκε . Κατόπιν των ανωτέρω, ο επαναφερόμενος με τις προτάσεις ισχυρισμός των παριστάμενων των καθών η αίτηση, οι οποίοι παραστάθηκαν και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, ότι ο εκκαλών - αιτών εκ δόλου περιήλθε σε αδυναμία πληρωμών, πρέπει να γίνει δεκτός.
Από την επισκόπηση δε του δικογράφου των προτάσεών τους, σαφώς προκύπτει ότι η σχετική ένσταση έχει προβληθεί με τρόπο σαφή και ορισμένο. Τα στοιχεία τα οποία αναφέρει ως ελλείψεις ο εκκαλών, δεν αποτελούν στοιχεία του ορισμένου της σχετικής ένστασης, μάλιστα δε τα στοιχεία των συμβάσεων και των εισοδημάτων του, σαφώς και αποτελούν στοιχεία του ορισμένου της υπό κρίση αίτησης, τα οποία ως όφειλε αναφέρει ο ίδιος.....''.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το ως άνω, δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο, απέρριψε κατ' ουσία την, από 26-1-2018 (αριθ. έκθ. κατάθ. 2910/143/2019), έφεση του εκκαλούντος κατά της με αριθ. 24/2018 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών, η οποία είχε απορρίψει την, από 10-2-2014 αίτηση, του αιτούντος, κρίνοντας ότι περιήλθε εκ δόλου (ενδεχόμενου) σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών κατά παραδοχή της σχετικής, κατ' άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ένστασης των παριστάμενων καθών η αίτηση πιστωτών.
Tο Εφετείο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε, ούτε ευθέως, είτε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή είτε με εσφαλμένη υπαγωγή, είτε με παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1εδ. α', β' του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή τις ως άνω διατάξεις και διέλαβε στη προσβαλλόμενη απόφασή του επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, τόσο ως προς το ότι το στοιχείο του δόλου δύναται να συντρέχει κατά το χρόνο ανάληψης της οφειλής (όσο και κατά τον χρόνο μετά την ανάληψη της τελευταίας), καθώς και ότι για την παραδοχή της σχετικής ένστασης αρκεί και ενδεχόμενος δόλος εκ μέρους του υπερχρεωμένου οφειλέτη, τέτοια δε περίπτωση ενδεχόμενου δόλου συντρέχει όταν ο οφειλέτης με τις πράξεις ή παραλείψεις του επιδιώκει την αδυναμία πληρωμών ή προβλέπει ότι οδηγείται σε αδυναμία πληρωμών, πλην όμως ουδόλως αλλάζει συμπεριφορά, αποδεχόμενος το αποτέλεσμα.
Αυτό δε, διότι, σύμφωνα και με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, ο δόλος του οφειλέτη στην μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών και εν προκειμένω του αναιρεσείοντος περιορίζεται στη πρόθεσή του και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων, όπως είναι η παράλειψη από τη πλευρά των πιστωτών (τραπεζών) να ενεργήσουν την αναγκαία έρευνα, πριν χορηγήσουν την πίστωση, της πιστοληπτικής ικανότητας του δανειολήπτη, πράγμα το οποίο, άλλωστε, δεν ανταποκρίνεται στο πνεύμα το νόμου (ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1510/2024, ΑΠ 1031/2024, ΑΠ 1339/2024).
Εξ άλλου, το, ως Εφετείο δικάσαν, δικαστήριο, με το να οδηγηθεί στη προαναφερθείσα κρίση, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα της κατάγνωσης σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενου δόλου, κατά την ανάληψη, αλλά και μεταγενέστερα, των δανειακών του υποχρεώσεων, που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσης, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών για να δικαιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η κατάγνωση σε βάρος του εν λόγω αναιρεσείοντος ενδεχόμενου δόλου κατά τους προεκτεθέντες χρόνους (ανάληψης των δανειακών του υποχρεώσεων και μεταγενέστερα), αφού ο δόλος του οφειλέτη στη μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών χρεών του περιορίζεται στην πρόθεση του οφειλέτη και μόνο, δηλαδή σε ένα υποκειμενικό στοιχείο, χωρίς ανάγκη προσθήκης και άλλων αντικειμενικών στοιχείων.
Πιο συγκεκριμένα, το Εφετείο, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, προσδιορίζει αναλυτικά: α) το ύψος των δανειακών συμβάσεων, που ανέλαβε ο αιτών και ήδη αναιρεσείων, το οποίο ανέρχεται στο ως άνω ποσό των 266.166,15 ευρώ, προερχόμενο από δεκαοκτώ τραπεζικά προϊόντα (στεγαστικά δάνεια, πιστωτικές κάρτες, καταναλωτικά προϊόντα), από έξι πιστώτριες, β) το οικογενειακό εισόδημα του αιτούντος κατά τα έτη 2003 (αμέσως μετά τη λήψη του πρώτου δανείου) έως 2019, γ) το επάγγελμα του αιτούντος (ηλεκτρονικός), ενώ από το έτος 2012 είναι συνταξιούχος του Ο.Α.Ε.Ε., με κατά μήνα σύνταξη 789,28 ευρώ και σύνταξη 404 δολαρίων που λαμβάνει από τις Η.Π.Α., δ) την ηλικία του αιτούντος και την οικογενειακή του κατάσταση, ε) το ύψος του συνόλου των ενήμερων κατά μήνα δόσεων το οποίο προσέγγιζε το ποσό των 4.500 ευρώ, στ) ότι, προέβαινε, στον ως άνω δανεισμό αποδεχόμενος το ενδεχόμενο να μην ανταποκριθεί στην εξόφλησή τους [δανείων (στεγαστικών, καταναλωτικών), πιστωτικών καρτών], καθόσον εκ των προτέρων γνώριζε την εισοδηματική του κατάσταση, η οποία αν και αρχικά ήταν καλή στη συνέχεια ήταν φθίνουσα, επιπρόσθετα δε γνώριζε ότι από το έτος 2012 θα συνταξιοδοτούνταν και θα επέρχονταν περαιτέρω μείωση των αποδοχών του, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να τα εξυπηρετήσει συνολικά και ζ) ότι οι ως άνω οικονομικές υποχρεώσεις, που ανέλαβε έναντι των πιστωτών του, υπερέβαιναν τις δυνατότητές του, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν, εν γνώσει του ότι το εισόδημά του δεν επαρκεί για την εξόφληση των δανείων και μη προσδοκώντας βάσιμα σε βελτίωση της γενικότερης οικονομικής του θέσης ή προσωπικής του κατάστασης, ενόψει και της επερχόμενης συνταξιοδότησής του και της μείωσης του κατά μήνα εισοδήματός του, ώστε να ανταποκριθεί στα χρέη του.
Τα περιστατικά αυτά, που το Εφετείο δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, πληρούσαν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, τις οποίες εφάρμοσε και αρκούσαν για να καταγνωσθεί σε βάρος του αναιρεσείοντος ενδεχόμενος δόλος κατά την ανάληψη των δανειακών του υποχρεώσεων και μεταγενέστερα, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα, κατά το οποίο ο αναιρεσείων μπορούσε να προβλέψει ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες και τις ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές του δυνατότητες, θα τον οδηγήσει σε αδυναμία αποπληρωμής των χρεών του και εντούτοις αποδέχτηκε και επιδοκίμασε την συμπεριφορά αυτή, προβαίνοντας και σε διαρκή ανακυκλούμενη πίστωση με σκοπό να καλύψει οφειλές του που είχαν ήδη δημιουργηθεί και τις οποίες δεν μπορούσε να καλύψει από τα εισοδήματά του.
Οι περαιτέρω αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, με τις οποίες ειδικότερα διατείνεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία ως προς το ζήτημα της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμών του καθόσον παραλείπει να εξετάσει όχι μόνο το αρχικό και το τελικό ύψος των τραπεζικών προϊόντων που συμφώνησε να λάβει και το χρόνο λήψης του καθενός και τα αντίστοιχα εισοδήματά του κατά το χρόνο αυτό, αλλά και τη μηνιαία δόση του σε κάθε πιστωτή κατά το χρόνο εκείνο και τα έξοδα διαβίωσής του, αποτελούν επιχειρήματα αυτού (αναιρεσείοντος) για την πληρέστερη κατά την άποψή του ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και συνεπώς, προβάλλονται απαραδέκτως, κατά το άρθρο 561 αριθ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1339/2024, ΑΠ 1544/2023, ΑΠ 1225/2023), πέραν του ότι, υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας της έλλειψης νόμιμης βάσης, επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας.
Σε κάθε περίπτωση είναι και ουσιαστικά αβάσιμες, εφόσον, στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού της πορίσματος, η προσβαλλόμενη απόφαση κατέληξε ανέλεγκτα, εξειδικεύονται αναλυτικά, τις δανειακές συμβάσεις και τα πιστωτικά ιδρύματα με τα οποία είχαν συναφθεί αυτές, το συνολικό ποσό των κατά μήνα δόσεων των δανείων, το οικογενειακό εισόδημά του κατά το χρονικό διάστημα 2003-2019, όπως και την οικογενειακή του κατάσταση και την περιουσία του, καθώς και ότι η υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος είχε τη μορφή του ενδεχόμενου δόλου, καθόσον αυτός συμφώνησε με τις πιστώτριες την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων προβλέποντας ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες (ενόψει και της επικείμενης συνταξιοδότησής του), σε συνδυασμό με το ύψος των οφειλών του, θα τον οδηγούσε σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και παρά ταύτα αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό, το οποίο διατυπώνεται σαφώς.
Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι η ως άνω επικαλούμενη, στο πρώτο αναιρετικό λόγο, αιτίαση ότι στη προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχονται παραδοχές σχετικώς με τις βασικές βιοτικές ανάγκες του αναιρεσείοντος, προκειμένου, από την αντιπαραβολή των εισοδημάτων του (ρευστότητα) με τις (μηνιαίες) δαπάνες του για τη κάλυψη των βιοτικών αναγκών, παράλληλα με την ικανοποίηση των απαιτήσεων των δανειστών, να καταστεί δυνατός ο έλεγχος, αν ο αναιρεσείων - οφειλέτης μπορεί να ικανοποιήσει όλα αυτά, κρίνεται απορριπτέα και ως στερούμενη, εν προκειμένω, έννομης επιρροής, εφόσον η ένδικη αίτηση απορρίφθηκε, λόγω δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών και όχι γιατί κρίθηκε ότι αυτός δεν είχε περιέλθει σε μόνιμη (και γενική) αδυναμία πληρωμών, οπότε η ως άνω ανεπάρκεια θα είχε πράγματι ως αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 (ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 508/2020, ΑΠ 1208 /2017).
Τέλος και η εμπεριεχόμενη στους ως άνω αναιρετικούς λόγους αιτίαση περί αοριστίας της ένστασης δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε αδυναμία πληρωμών κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη, καθόσον από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας [τις από 27-11-2017 και 1-12-2017 προτάσεις ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών και τις από 17-12-2021 προτάσεις ενώπιον του, δικάσαντος ως Εφετείου, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), προκύπτει ότι η ένσταση δόλιας περιέλευσης του αιτούντος σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών, υποβλήθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου από τις παριστάμενες πιστώτριες "..." και "....", επαναφέρθηκε δε παραδεκτά με τις ως άνω προτάσεις τους στο, δικάσαν ως Εφετείο, δικαστήριο, δεδομένου ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος συλλογής των αποδείξεων και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, επιτρέπεται η προβολή κρίσιμων περιστατικών και ισχυρισμών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας, αλλά και της κατ' έφεση δίκης (ΑΠ 1536/2024, ΑΠ 1225/2023, ΑΠ 1486/2022, ΑΠ 490/2021).
Ειδικότερα, στην ως άνω ένστασή τους, ενώπιον του, ως Εφετείου δικάσαντος, δικαστηρίου, αναφέρονται τα ακόλουθα '' ...... η δόλια περιέλευση του αντιδίκου μας σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του αποδίδεται στο γεγονός ότι ο αιτών εν γνώσει της εισοδηματικής κατάστασης του ιδίου και της συζύγου του, προέβη αλόγιστα, χωρίς επιμέλεια και σύνεση σε υπέρμετρο δανεισμό, ενώ γνώριζε πολύ καλά την ευθύνη που αναλάμβανε με την υπογραφή των επίδικων συμβάσεων.
Η δημιουργία των χρεών του οφείλεται σε δόλο του αιτούντος, καθόσον προέβλεψε το αποτέλεσμα αυτό (της αδυναμίας πληρωμής των χρεών του) ως πιθανό και το αποδέχτηκε. Οι οφειλές του αντιδίκου, απορρέουσες από δεκαοκτώ (18) συνολικώς χορηγηθέντα προϊόντα, καταναλωτικής φύσης στην πλειοψηφία τους, ανέρχονταν σύμφωνα με την αίτηση σε 266.166,15 ευρώ.
Η μηνιαία δόση, που έπρεπε να καταβάλλει ο αιτών προκειμένου να διατηρεί ενήμερες τις οφειλές του, ανερχόταν σε ποσό 4.441.40 ευρώ (όπως το ποσό αυτό προκύπτει από το άθροισμα του 10% των τελευταίων ενήμερων δόσεων που έχουν παρατεθεί στην οικεία στήλη του πίνακα των πιστωτών και των απαιτήσεών τους στις σελίδες 10 και 11 του δικογράφου της αίτησης).
Ωστόσο, τα ατομικά εισοδήματά του ήταν χαμηλότερα του ποσού των 4.441,40 Ευρώ και ως εκ τούτου ο αιτών αδυνατούσε με αυτά να καλύπτει τόσο τις βιοτικές δαπάνες της οικογενείας του όσο και τις υπέρογκες μηνιαίες δόσεις προς τις πιστώτριές του. Επίσης, η δολία περιέλευση του αντιδίκου μας σε καθεστώς αδυναμίας πληρωμής των οφειλών του αποδίδεται και στο γεγονός ότι προέβαινε σε διαρκή ανακύκλωση πίστωσης με σκοπό να καλύψει οφειλές του που είχαν ήδη γεννηθεί και τις οποίες δεν μπορούσε να καλύψει εξ ιδίων εισοδημάτων.....''.
Η ένσταση αυτή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, όλα τα απαιτούμενα από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ στοιχεία και ειδικότερα ότι ο αιτών συμφώνησε με ικανό αριθμό πιστωτικών ιδρυμάτων την απόλαυση μεγάλου αριθμού τραπεζικών προϊόντων, αν και προέβλεπε ως ενδεχόμενο ότι ο υπερδανεισμός του, με βάση τις υφιστάμενες ή ευλόγως αναμενόμενες μελλοντικές οικονομικές του δυνατότητες θα τον οδηγούσαν σε κατάσταση αδυναμίας πληρωμών και ότι αποδέχθηκε το αποτέλεσμα αυτό.
Συνακόλουθα, το ως Εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με το να κρίνει παραδεκτή και νόμιμη την ως άνω ένσταση, ορθά εφάρμοσε τις παραπάνω διατάξεις και δεν δέχθηκε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη συγκρότηση του δόλου στο πρόσωπο του οφειλέτη. Ο ίδιος δε λόγος αναίρεσης καθό μέρος αναφέρεται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης για την παραδοχή της πιο πάνω ένστασης ως ουσιαστικά βάσιμης, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι με το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής του στις προαναφερόμενες διατάξεις πλήττεται η, αναιρετικά ανέλεγκτη, ουσιαστική εκτίμηση, ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων από το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, η εμπεριεχόμενη στους ως άνω αναιρετικούς λόγους αιτίαση ότι με τις παραδοχές της η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας, καθόσον ".. όφειλε να εξεύρει τις πραγματικές μηνιαίες δόσεις εκάστου δανείου μου κατά το χρόνο που το έλαβα και να προβεί σε συσχετισμό των πραγματικών συνολικών μηνιαίων δόσεων με τα εισοδήματά μου κατά τον χρόνο εκείνο, αφού αφαιρεθούν οι εύλογες δαπάνες διαβίωσης της οικογενείας μου και όχι λανθασμένα εφαρμόζοντας το νόμο να θεωρήσει ότι εξ αρχής οι δόσεις των δανείων μου ισούνταν με το πλασματικό ύψος που περιεχόταν στις βεβαιώσεις οφειλών που μου χορήγησαν τα αντίδικα πλέον της δεκαετίας μετά τη λήψη των δανείων μου και ενώ οι οφειλές μου ήταν ήδη επιβαρυμένες με επιτόκια υπερημερίας και ανατοκισμούς επί σειρά ετών, ώστε τόσο το ποσό της τελικής οφειλής μου όσο και αντίστοιχα το ποσό ενήμερης μηνιαίας δόσης επ' αυτής να έχουν καταστεί πλέον δυσθεώρητα.." είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, διότι τα αναφερόμενα σε αυτήν, ως διδάγματα κοινής πείρας πραγματικά περιστατικά, παρεκτός του ότι δεν συγκροτούν την έννοια τέτοιων διδαγμάτων, δεν αφορούν την υπαγωγή πραγματικών περιστατικών στους ως άνω επικαλούμενους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 και 330 του ΑΚ, αλλά αναφέρονται αποκλειστικά στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Συνεπώς, όλες οι αιτιάσεις που περιέχονται στους ως άνω, ενιαίως ερευνώμενους, αναιρετικούς λόγους με τους οποίους ο αναιρεσείων αποδίδει στη προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από τους αριθ. 1 εδ. α', β' και 6 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, είναι απορριπτέες ως αβάσιμες και απαράδεκτες, κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Τέλος, οι ως άνω ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος στους οποίους επιχειρεί να θεμελιώσει και την πλημμέλεια, από τον αριθμό 5 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, καθόσον αυτοί λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας και, εκ του πράγματος, απορρίφθηκαν, αφού η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς αυτούς (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 1224/2024, ΑΠ 1061/2023, ΑΠ 163/2022, ΑΠ 14/2021, ΑΠ 15/2021).
Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει). Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης δεν ορίζεται, έστω και εάν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ.
β`του ν. 3869/2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 του ΚΠολΔ, καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδ. β` του ν. 3869/2010, κατά την οποία "δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται..." και το οποίο εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 597/2024, ΑΠ 1225/2023).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 15-2-2023 (αριθ. έκθ. κατάθ. 18141/25/2023), αίτηση για αναίρεση της με αριθ. 4397/2022 τελεσίδικης απόφασης του, ως Εφετείου δικάσαντος, Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ