Legislator Case Law & Legislation
1942/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding lease rent adjustment and res judicata violation claims.

Case Number 1942/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision on a lease rent adjustment case. The appellant argued that the lower court violated the principle of res judicata by altering the rent after a final judgment had been rendered. The court rejected these claims, finding the appellant's arguments legally unfounded and lacking a basis in the specific facts of the case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 559(16) of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata does not prevent a court from adjusting lease rent based on specific statutory provisions when the original judgment did not definitively fix the rent amount for the entire period.

Keywords

AI generated
res judicata violation lease rent adjustment appeal admissibility procedural law civil procedure code

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(16) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1942 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1942/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Κοινωφελούς Ιδρύματος με την επωνυμία ... που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Ορφανίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο Γαλάτσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Λυμπούση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-7-2016 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκε με την από 10-6-2017 ανταγωγή του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 162/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 196/2020 του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-1-2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 18/1/2021 και με αρ. κατ. 3/2021 αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 196/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκαννήσου, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 § 1 Κ.Πολ.Δ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ).

Η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο για την θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέστηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για την γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζόμενη στο νόμο την αγωγή.

Αντίθετα, η ποσοτική και η ποιοτική αοριστία της αγωγής, που συνίστανται, η μεν στο ότι το δικόγραφο δεν αναφέρει με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής, η δε στο ότι στο ίδιο δικόγραφο γίνεται επίκληση απλώς των όρων του νόμου, χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την εφαρμογή του, ελέγχονται αναιρετικά ως παραβίαση από τους αριθμούς 8 ή 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.

Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 ιδρύεται εάν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για την θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, ενώ ο από τον αριθμό 14 λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 1182/ 2012, ΑΠ 443/2011).

Εξ άλλου, για τη νομιμότητα και το ορισμένο της αγωγής αναπροσαρμογής μισθώματος ακινήτου, στηριζομένης στην διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ. πρέπει, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 216 του Κ.Πολ.Δικ., να αναφέρονται σ' αυτήν τα εξής:1) Έγκυρη σύμβαση μίσθωσης, γιατί η αγωγή απορρέει από σύμβαση και, συνεπώς, σε περίπτωση ακυρότητας, δεν χορηγείται, αφού αυτή δεν αναδίδει καμία συνέπειά της. 2) Μόνιμη μεταβολή των συνθηκών κατά το διάστημα από τη σύναψη της μίσθωσης ή από το χρόνο της τυχόν προγενέστερης -από εκείνη που επιδιώκεται με την αγωγή- συμβατικής ή νόμιμης αναπροσαρμογής μέχρι το χρόνο της (πρώτης) συζήτησης της αγωγής, ανεξάρτητα από το υπαίτιο, το έκτακτο και απρόβλεπτο των λόγων που προξένησαν την εν λόγω μεταβολή.

Η αναπροσαρμογή του μισθώματος χωρεί, έστω και αν η μεταβολή των συνθηκών δεν είναι ανυπαίτια, πλην όμως πρέπει το ζήτημα να κρίνεται ανάλογα και με τις συνθήκες καλής πίστης που συντρέχουν κάθε φορά. 3) Ουσιώδης απόκλιση (αύξηση ή μείωση) κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής ανάμεσα στο από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη επιβαλλόμενο αφενός και στο αρχικά συμφωνημένο ή το μετά από αναπροσαρμογή καταβαλλόμενο μίσθωμα αφετέρου, σε τρόπο ώστε η διατήρηση τούτου να επιφέρει ζημία στον ενάγοντα, η οποία υπερβαίνει τον αναλαμβανόμενο με τον αρχικό ή μετά από αναπροσαρμογή ορισμό του μισθώματος κίνδυνο. 4) Αιτιώδης σύνδεσμος (συνάφεια) μεταξύ της μεταβολής των συνθηκών και της ουσιώδους απόκλισης του μισθώματος και 5) Ορισμένο αίτημα (ΑΠ 320/2016, ΑΠ 1556/2014, ΑΠ 1731/2013). .

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επιτρεπτή επισκόπηση του δικογράφου της προκύπτει ότι η ένδικη αγωγή περιέχει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, όλα τα κατά νόμο ανωτέρω αναφερόμενα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση του ασκούμενου δι' αυτής δικαιώματος και δη της αξιώσεως αναπροσαρμογής του μισθώματος, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ, χωρίς να απαιτείται, για την πληρότητα του δικογράφου της, να αναφέρονται α) η μισθωτική αξία συγκεκριμένων όμορων και ομοειδών με το μίσθιο ακινήτων και β) αναλυτικά στοιχεία, ενδεικτικά της οικονομικής κρίσης και των εντεύθεν συνεπειών της για την ενάγουσα, δεδομένου ότι όλα αυτά αποτελούν αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 893/2010, ΑΠ 850/2010).

Με το ν' αποφανθεί δε το Εφετείο ότι η αγωγή ήταν νομικά ορισμένη και νομικά βάσιμη, χωρίς ν' αξιώσει, κατά τη νομική εκτίμηση του δικογράφου της σε συνδυασμό με το αγωγικό αίτημα, την αναφορά σ' αυτήν και των ως άνω στοιχείων και απορρίπτοντας τον σχετικό ισχυρισμό του εναγόμενου εκμισθωτή, ήδη αναιρεσείοντος, τον οποίο είχε προτείνει παραδεκτώς ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και επανέφερε, ενώπιον του Εφετείου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., εφόσον δεν αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που είναι αναγκαία για την στήριξη του αγωγικού αιτήματος.

Επομένως, δεν παρέλειψε το Εφετείο, παρά το νόμο, να απορρίψει ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, όπως όφειλε, κατά το αναιρεσείον, και συνακολούθως ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Η διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, ασχέτως αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπει άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 του Α.Κ.

Παρέχει δε η διάταξη αυτή στον δικαστή την δυνατότητα, όταν λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή περιορίσει με βάση αντικειμενικά κριτήρια κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστεως.

Έτσι, ο μισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει κατά το άρθρο 288 του Α.Κ. αναπροσαρμογή του οφειλόμενου αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική) μισθώματος, εφόσον εξαιτίας προβλεπτών ή απροβλέπτων περιστάσεων επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη - παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται, η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 3/2014,ΑΠ 762/2015, ΑΠ 1325/2013).

Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 Α.Κ.) ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλομένου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής (ΑΠ 762/2015). Ειδικότερα δε η διεργασία του δικαστηρίου για να αποφασίσει την αναπροσαρμογή συνίσταται στην σύγκριση δύο ποσών, δηλαδή του καταβαλλομένου μισθώματος και του ελευθέρου - για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας - το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση (Ολ.ΑΠ 3/2014).Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει περαιτέρω το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε κατά τις αρχές της καλής πίστεως να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής.

Ανάγκη δε αναπροσαρμογής κατά τις αρχές της καλής πίστεως υπάρχει όταν λόγω ουσιώδους μειώσεως της μισθωτικής αξίας του μισθίου επέρχεται ζημιά στον μισθωτή, η οποία υπερβαίνει κατά τα συναλλακτικά ήθη τον κίνδυνο που αυτός αναλαμβάνει, καταρτίζοντας την μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημιά με την μείωση του μισθώματος, επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση ζημιάς στον εκμισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη αύξηση του μισθώματος.

Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτεθείσα έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η προκύπτουσα διαφορά, αλλά θα ορισθεί (αναπροσαρμοστεί) το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (Ολ.ΑΠ 3/2014).

Τούτο δε καθ' όσον η αναπροσαρμογή του μισθώματος, κατά την διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., δεν σημαίνει εξουσία του δικαστηρίου να διαμορφώσει το μίσθωμα σε εκείνο ακριβώς το ύψος που μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μισθώσεως με βάση την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη. Αντίθετα σημαίνει ότι το δικαστήριο οφείλει πρώτα να ερμηνεύσει αν μεταξύ του οφειλόμενου, κατά το σύστημα της αντικειμενικής ή συμβατικής αναπροσαρμογής, μισθώματος και εκείνου του "ελευθέρου" υπάρχει διαφορά τόσο σημαντική, ώστε να επιβάλλεται κατά τις αρχές της καλής πίστεως, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, η αναπροσαρμογή του πρώτου (οφειλόμενου) και ύστερα, αν διαπιστώσει τέτοια διαφορά, να αναπροσαρμόσει το ίδιο αυτό μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο, το οποίο αίρει την δυσαναλογία και αποκαθιστά την διαταραχθείσα καλή πίστη (ΑΠ 1487/2005).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., αναίρεση επιτρέπεται για (ευθεία) παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα δεκτά από εκείνο, ως αποδειχθέντα, πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου (Ολ.ΑΠ 1/2013).

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.ΑΠ 9/2013).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΑΠ 9/2013, ΑΠ 1325/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα, για την έρευνα των λόγων της αναιρέσεως, πραγματικά περιστατικά: "Με το από 26-01-2000 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ξενοδοχειακοί και Τουριστικοί Επιχειρήσεις Ρόδου Εμμ.

Σταματίου Α.Ε." εκμίσθωσε στην ενάγουσα ανώνυμη εταιρεία μια ξενοδοχειακή μονάδα Α' τάξης με το διακριτικό τίτλο "CHEVALIERS PALACE HOTEL", δυναμικότητας 188 δωματίων εκ των οποίων 158 δίκλινα και 30 μονόκλινα, 346 κλινών το οποίο βρίσκεται εντός της πόλης της Ρόδου και δη επί των οδών Γ. Γρίβα αρ.3 και Γεωργίου Παπανικολάου ,με κτηματολογικά στοιχεία τόμος 28, φύλλο 25, μερίδα 11-547 Δ2 Οικοδομών Ρόδου και φάκελος 5828, αποτελούμενο από υπόγειο, ισόγειο μεσώροφο, πέντε άνω του ισογείου ορόφους και δώμα, με τον περιβάλλοντα χώρο και βοηθητικών χώρων συμπεριλαμβανομένων και δύο πισίνων (όρος 1).

Η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε 30ετής ήτοι από 1-02-2000 έως 31-01-2030 (όρος 2) και το μίσθωμα στο ποσό των 185.000.000 δρχ, (542.920,00 ευρώ) αναπροσαρμοζόμενο ετησίως, με ποσοστό ίσο με τον τιμάριθμο της Τράπεζας της Ελλάδος για τις επαγγελματικές μισθώσεις πλέον 2% επί του καταβαλλόμενου το αμέσως προηγούμενο μισθωτικό έτος μισθώματος, πλέον του νόμιμου τέλους χαρτοσήμου, το οποίο ανήλθε αναπροσαρμοζόμενο σταδιακά στο ποσό των 844.506,66 ευρώ (όρος 3).

Στη συνέχεια με το με αριθμό 20758/07-04-2000 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ρόδου Κωνσταντίνου Τζεδάκη, όπως αυτό τροποποιήθηκε με την με αριθμό 21190/28-12-2000 πράξη του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκαν στα βιβλία μεταγραφών του Κτηματολογίου Ρόδου, μεταβιβάστηκε η ψιλή κυριότητα του μίσθιου ακινήτου στο εναγόμενο, νεοσυσταθέν κοινωφελές ίδρυμα, ενώ παρακρατήθηκε η επικαρπία υπέρ της εκμισθώτριας (ήτοι είσπραξη μισθωμάτων).

Ακολούθησε μετά την από 3-12-2004 απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας η διάλυση της εκμισθώτριας εταιρείας και η διαγραφή της από το MAE, που δημοσιεύτηκε στο με αριθμό 443/24-01-2005 ΦΕΚ (τεύχος ΑΕ και ΕΠΕ), έχοντας έτσι συγκεντρωθεί η πλήρης κυριότητα του μισθίου στο εναγόμενο, το οποίο και υπεισήλθε πλέον στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της ένδικης μίσθωσης.

Δυνάμει συμβατικού όρου (όρος 6) ης μίσθωσης η ενάγουσα ανέλαβε την υποχρέωση να προβεί σε εργασίες ανακαίνισης στο μίσθιο ύψους όχι μικρότερου των 1.500.000.000 δρχ ώστε το τελευταίο να καταστεί λειτουργικότερο προς καλύτερη εκμετάλλευση του. Η ενάγουσα τήρησε την εν λόγω δέσμευση και προέβη σε μία σειρά εργασιών στο μίσθιο και μάλιστα δαπανώντας ποσό πολύ μεγαλύτερου του αρχικώς υπολογισθέντος ανερχόμενο στο ποσό των 5.840.000 ευρώ, Ωστόσο η εκμετάλλευση του ξενοδοχείου εξακολούθησε να είναι ζημιογόνα κατά τα έτη 2000 έως 2010 παρότι ο κύκλος εργασιών της παρουσίασε ανοδική πορεία κατά τα έτη αυτά.

Όμως το έτος 2009 εμφανίστηκε η παγκόσμια οικονομική κρίση που ακολούθως έπληξε και τη χώρα επηρεάζοντας αρνητικά και τον επιχειρηματικό κλάδο μειώνοντας την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών. Τούτο είχε ως αποτέλεσμα η εκμεταλλευόμενη από την ενάγουσα ξενοδοχειακή μονάδα, η οποία λειτουργεί εποχιακά και απευθύνεται στην μεσαία κυρίως οικονομικά τάξη να επηρεαστεί αρνητικά γεγονός που ώθησε την μισθώτρια να μειώσει τις τιμές ώστε να προσελκύσει πελάτες.

Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι εξαιτίας των οικονομικών δυσχερειών που δημιουργήθηκαν ως επακόλουθο της οικονομικής κρίσης οι διάδικοι συμφώνησαν και με το από 21-07-2010 Πρακτικό του εναγομένου αποφασίστηκε ομόφωνα η μείωση σε ποσοστό 10% επί του διαμορφωμένου στις 30-04-2010 μισθώματος, οπότε το μίσθωμα ανέρχονταν στο ποσό των 760.056 ευρώ, καταβλητέο σε δύο ισόποσες δόσεις, με πρόβλεψη για δυνατότητα περαιτέρω μείωσης του σε ποσοστό 20% εφόσον η ενάγουσα θα εξοφλούσε οφειλόμενα μισθώματα προηγούμενων ετών και εφόσον υπήρχε σχετική έγκριση της Προϊσταμένης Αρχής, μείωση που τελικά δεν επήλθε αφού με την με αριθμό 58069/12406/2013 απόφαση της Γενικής Γραμματέως της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Αιγαίου απορρίφθηκε το αίτημα για περαιτέρω μείωση του μισθώματος.

Στη συνέχεια η ενάγουσα άσκησε την από 8-07-2001 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου αιτούμενη την μείωση του μισθώματος προσκομίζοντας στην δίκη που επακολούθησε α) το από 6-09-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που αφορά το ξενοδοχείο με το διακριτικό τίτλο "ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΑΝ" το οποίο βρίσκεται στην περιοχή Ιξιά της Ιαλυσού, όμοιας κατηγορίας με το επίδικο ήτοι και τα δύο είναι τεσσάρων αστέρων, διαθέτει 377 δωμάτια με αρχικό συμφωνηθέν μίσθωμα ύψους 500.000 ευρώ, που ανήλθε στο ποσό των 1.108.500 ευρώ το έτος 2011 και β) το από 27-12-2013 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης που αφορά το ξενοδοχείο με το διακριτικό τίτλο "GRAND HOTEL" το οποίο βρίσκεται πλησίον του επίδικου και ανήκει στην εκμετάλλευση του αυτού ομίλου επιχειρήσεων, είναι ωστόσο παραθαλάσσιο και κατηγορίας πέντε αστέρων, καταλαμβάνει ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο επιφάνειας 21.792,19 τ.μ.

αποτελείται από εξαώροφο συγκρότημα τεσσάρων πτερύγων και διαθέτει πέραν των δωματίων, 36 καταστήματα, τρεις υπαίθριες πισίνες, γήπεδο τένις, εμπορικό κέντρο με συμφωνηθέν μίσθωμα ύψους 887.808,89 ευρώ, που ανήλθε στο ποσό των 1.460.996,38 ευρώ το έτος 2013. Επί της αγωγής εκδόθηκε η με αριθμό 34/2015 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου, η οποία δεχόμενη εν μέρει την αγωγή μείωσε το ετήσιο μίσθωμα στο ποσό των 600.000 ευρώ, πλέον νομίμων τελών χαρτοσήμου για χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής έως 31-12-2014.

Περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εξακολούθησε να εμφανίζει ζημιογόνες χρήσεις και μετά το έτος 2015 καίτοι αυξήθηκαν αισθητά οι αφίξεις τουριστών. Και τούτο διότι μεσούσης της οικονομικής κρίσης οι ξενοδοχειακές επιχειρήσεις στην προσπάθεια τους να προσεγγίσουν τουρίστες ώστε να καλυφθεί ο μεγάλος αριθμός κλινών που υφίστανται στο νησί της Ρόδου αποδέχθηκαν να μειώσουν τις τιμές να υιοθετήσουν ευρέως το λεγόμενο σύστημα του "all inclusive" με αποτέλεσμα να αυξηθεί μεν ο αριθμός των επισκεπτών να μειωθεί δε το οικονομικό επίπεδο τους.

Το γεγονός τούτο σε συνδυασμό με την αυξανόμενη πορεία του λειτουργικού κόστους (όπως δαπάνες προμηθευτών} αλλά και της φορολογίας (καταβολή φόρων αύξηση ποσοστού ΦΠΑ) είχε ως αποτέλεσμα την μείωση της κατανάλωσης άρα και του τζίρου της επιχείρησης. Όλα τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης λογιστή της ενάγουσας στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Ενόψει των ανωτέρω, η πραγματική αξία του μισθίου ακινήτου έχει μείωση κατά το χρόνο της πρώτης συζήτησης της αγωγής (19-09-17) και υφίσταται διάφορά μεταξύ του καταβαλλόμενου μισθώματος και αυτού που προκύπτει από την πραγματική μισθωτική αξία του μισθίου, η οποία υπερβαίνει καταφανώς τον κίνδυνο που ανέλαβε η ενάγουσα μισθώτρια και η εμμονή του εναγόμενου- εκμισθωτή στην καταβολή του μισθώματος, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί με την με αριθμό 30/2015 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου ως ετήσιο μίσθωμα ποσού 600.000 ευρώ, πλέον νομίμων τελών χαρτοσήμου αναπροσαρμοζόμενο ετησίως σύμφωνα με τους όρους του από 26-01-2000 ιδιωτικού συμφωνητικού, αντιμάχεται την απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα με συνέπεια να παρίσταται αναγκαία η εκ νέου αναπροσαρμογή (μείωση) αυτού.

Τούτο δε προειμένου η αντιπαροχή της ενάγουσας να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης κατά το χρόνο εκπλήρωσης της παροχής, με τη σημείωση ότι η αναπροσαρμογή του μισθώματος κατ' εφαρμογή του άρθρου 288 ΑΚ δε σημαίνει, όπως προαναφέρθηκε διαμόρφωση αυτού σε εκείνο ακριβώς το ύψος, το οποίο μπορεί να επιτευχθεί υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης, αλλά αναπροσαρμογή αυτού στο επίπεδο εκείνο που αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη.

Με βάση όλα αυτά συνεκτιμωμένης και της ασφάλειας των συναλλαγών, κρίνεται αναγκαία η μείωση του ύψους του ετήσιου μισθώματος για το επίδικο ακίνητο στο ποσό των 500.000 ευρώ πλέον νομίμων τελών χαρτοσήμου για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής και εφεξής αναπροσαρμοζόμενο ετησίως σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ.3 του ΠΔ 34/1995 όπως ισχύει, δεδομένου ότι μετά τη δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος ο όρος περί συμβατικής αναπροσαρμογής κρίνεται απρόσφορος να ρυθμίσει το ζήτημα (ΑΠ 1396/2019, ΕφΑΘ 220/2020).

Να σημειωθεί ότι με τη δικαστική αναπροσαρμογή του μισθώματος αποκαθίσταται η διαταραχθείσα καλή πίστη δεδομένου ότι οι συνθήκες της αγοράς όταν αρχικώς αναπροσαρμόστηκε με δικαστική απόφαση το μίσθωμα δεν ήταν ίδιες με αυτές που επικρατούσαν κατά την έγερση, αλλά και κατά το χρόνο συζητήσεως της αγωγής λόγω περαιτέρω επιδείνωσής τους".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και αναπροσάρμοσε το μηνιαίο μίσθωμα του επιδίκου μισθίου ακινήτου από το ποσό των 600.000 ευρώ, στο ποσό των 500.000 ευρώ. Έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 288 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούν τις προϋποθέσεις για την εφαρμογή στην προκειμένη περίπτωση της εν λόγω διάταξης.

Ειδικότερα, στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται το ύψος του καταβαλλομένου μηνιαίου μισθώματος, που ανερχόταν στο ποσό των 600.000 ευρώ, εκτίθενται τα διάφορα συγκριτικά στοιχεία που ελήφθησαν υπόψη και διαλαμβάνεται ότι η πραγματική μισθωτική αξία του επιδίκου μισθίου κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, η οποία μπορεί να επιτευχθεί σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, δεν υπερβαίνει το ποσό των 500.000 ευρώ μηνιαίως.

Περαιτέρω, το Εφετείο, αφού δέχεται ότι, εξ αιτίας της μόνιμης πλέον δυσμενούς οικονομικής κατάστασης, οι μισθωτικές αξίες επαγγελματικών χώρων γνωρίζουν προοδευτική μείωση, προέβη, πριν, από την αναπροσαρμογή του μισθώματος, στην σύγκριση των δύο ποσών (συμφωνημένου μισθώματος και ελευθέρου τοιούτου) και αξιολογώντας την διαπιστωθείσα μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχουσα διαφορά ως τοιαύτη, εξ αιτίας της οποίας δημιουργείται, κατά τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, η ανάγκη αναπροσαρμογής του συμφωνημένου και καταβαλλομένου μισθώματος, επεδίκασε αυτήν (διαφορά) στο σύνολό της, κρίνοντας ότι η μείωση του μηνιαίου μισθώματος στο επίπεδο των 500.000 ευρώ είναι αναγκαία, προκειμένου να αρθεί, στην συγκεκριμένη περίπτωση, η δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και να αποκατασταθεί η διαταραχθείσα καλή πίστη.

Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 288 του Α.Κ., τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.

Συνεπώς, και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο (βάση αγωγής, ανταγωγής), είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα.

Με το τρίτο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο με το να δεχθεί ότι αυξήθηκαν αισθητά οι αφίξεις των τουριστών και ότι οι ξενοδοχειακές μονάδες υιοθέτησαν το σύστημα "all inclusive" προκειμένου να προσεγγίσουν τουρίστες, ως στοιχεία για τη μείωση του μισθώματος, έλαβε υπόψη πράγμα, που δεν προτάθηκε από το αναιρεσείον εναγόμενο.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφενός μεν διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας εκ του άρθρου 559 αρ. 8α ΚΠολΔ επιχειρείται να πληγεί η ανέλεγκτη αναιρετικά περί των πραγμάτων εκτίμηση από το Δικαστή ουσίας του αποδεικτικού υλικού (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), αφετέρου δε διότι τα περί αύξησης των τουριστών, δεν αποτελούν αυτοτελή ισχυρισμό - πράγμα, κατά την έννοια της 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, αλλά επιχείρημα του Δικαστηρίου το οποίο αυτό άντλησε από τις αποδείξεις.

Συνεπώς, ο σχετικός τρίτος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί κατά τα προαναφερόμενα.

Η αρχή της διαθέσεως, που καθιερώνει το άρθρο 106 ΚΠολΔ, έχει την έννοια ότι δικαστική προστασία παρέχεται μόνο αν ζητείται, στην έκταση που ζητείται και εφόσον εξακολουθεί να ζητείται από τους διαδίκους. Η αρχή αυτή, σε επίπεδο αναιρετικού ελέγχου, καλύπτεται από το λόγο αναίρεσης, που προβλέπεται στον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά το οποίο αναίρεση επιτρέπεται (και) αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη.

Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη αυτή λόγος αναιρέσεως θεμελιώνεται δηλ, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υφίσταται αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 777/10). Από τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 1 έως και 3 του π.δ. 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", προκύπτει, εκτός άλλων, ότι επί των εμπορικών και γενικά των προστατευόμενων από το νόμο αυτόν μισθώσεων, το μίσθωμα καθορίζεται ελεύθερα κατά τη σύναψη της σύμβασης μίσθωσης από τους συμβαλλόμενους και αναπροσαρμόζεται κατά τα χρονικά διαστήματα και το ύψος που προβλέπεται στη σύμβαση.

Αν δεν υπάρχει συμφωνία αναπροσαρμογής ή αυτή έχει εξαρτηθεί από άκυρη ρήτρα, η αναπροσαρμογή γίνεται μετά από διετία από την έναρξη της σύμβασης, χωρίς δικαστική μεσολάβηση, στα ποσοστά που αναφέρονται στη παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου. Στη συνέχεια χωρεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με μόνη προϋπόθεση την πάροδο έτους από την προηγούμενη αναπροσαρμογή, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 75% της μεταβολής του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή του μήνα της αναπροσαρμογής σε σχέση με τον αντίστοιχο μήνα του προηγούμενου έτους (απλή δωδεκάμηνη μεταβολή), όπως αυτή υπολογίζεται από την Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος.

Τέλος, με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "σε κάθε περίπτωση μπορεί να ζητηθεί αναπροσαρμογή του μισθώματος με τη συνδρομή του άρθρου 388 ΑΚ". Εξάλλου, η αναφορά στο νόμο μόνο του τελευταίου άρθρου δεν υποδηλώνει βούληση αποκλεισμού αναπροσαρμογής του μισθώματος υπό τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας σε κάθε οφειλή διάταξης του άρθρου 288 ΑΚ.

Το δικαίωμα αναπροσαρμογής, κατά την εν λόγω διάταξη, είναι διαπλαστικό και, κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν, λοιπόν, πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, εφεξής ο συμβατικός όρος για το μίσθωμα (ήτοι η συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή του μισθώματος) καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορος πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος.

Μετά από αυτά (δικαστική αναπροσαρμογή και, συνάμα, κατάλυση του συμβατικού όρου για το μίσθωμα), το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται από το άρθρο 7 παρ. 3 του πιο πάνω π.δ. 34/1994, η δε απαιτούμενη από το νόμο για την πραγματοποίηση αυτής ετήσια προθεσμία αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής.

Με τη δικαστική απόφαση αναπροσαρμογής μεταβάλλονται τα περιστατικά, πάνω στα οποία οι συμβαλλόμενοι στήριξαν τη συμφωνία για σταδιακή αναπροσαρμογή και έτσι δεν μπορεί να γίνει λόγος για τήρηση των συμφωνημένων. Αυτή καθ' εαυτή η προσφυγή στο δικαστήριο, εκ μέρους του ενός των συμβαλλομένων μερών (ή και των δύο), δηλώνει με σαφήνεια τη θέληση του ενός (ή και των δύο) για μη τήρηση των συμφωνημένων.

Τελικά, με την αναπροσαρμογή του μισθώματος από το δικαστήριο και τη συνακόλουθη κατάργηση της συμφωνίας σταδιακής αναπροσαρμογής, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της συμβατικής σχέσης που έχει διαταραχθεί και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία (Ολ.ΑΠ 3/2014).

Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή το Εφετείο προέβη σε αναπροσαρμογή του μισθώματος για το χρονικό διάστημα από την επίδοση της αγωγής και εφεξής, ήτοι πέραν και του αιτηθέντος από την ενάγουσα χρόνο της 31/12/2020.

Και ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού με βάση τα προαναφερθέντα στην αμέσως παραπάνω μείζονα σκέψη, ο ορισμός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος ισχύος της αναπροσαρμογής στερείται οιουδήποτε νοήματος, μη τιθέμενου εντεύθεν θέματος παραβίασης της αρχής της διαθέσεως στη προκείμενη περίπτωση, παρά τα περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα από το αναιρεσείον.

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 16 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης μιας απόφασης, αν το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, δέχθηκε, κατά παράβαση του νόμου, ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο ή ότι υπάρχει δεδικασμένο με βάση απόφαση που εξαφανίστηκε ύστερα από ένδικο μέσο ή αναγνωρίστηκε ως ανύπαρκτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού έγινε δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη η έφεση της αναιρεσίβλητης (ενώ απορρίφθηκε ως αβάσιμη εκείνη του αναιρεσείοντος), εξαφανίστηκε η πρωτόδικη απόφαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσίβλητης μισθώτριας κατά του αναιρεσείοντος εκμισθωτού και αναπροσαρμόσθηκε το ετήσιο μίσθωμα στο ποσό των 500.000 από την επίδοση της αγωγής και εφεξής.

Ήδη με την ένδικη αίτηση αναίρεσης το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση ότι παραβιάστηκε από το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το δεδικασμένο, που απορρέει από την υπ'αριθμ. 30/2015 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Δωδεκαννήσου, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η από 8.7.2011 αγωγή της μισθώτριας αναιρεσίβλητης και του εκμισθωτού αναιρεσείοντος, και αναπροσαρμόσθηκε το ετήσιο μίσθωμα έως και 31/12/2015 σε 600.000 ευρώ, διότι ως εκ του δεδικασμένου της εν λόγω απόφασης, μετά την ημερομηνία αυτή το μίσθωμα θα έπρεπε να επανέλθει στο προ της αναπροσαρμογής ύψος του, άλλως θα έπρεπε να παραμείνει επ' αόριστο στο ως άνω αναπροσαρμοσμένο ύψος του.

Οι αντίστοιχοι λόγοι (έκτος και άνευ αριθμήσεως τελευταίος) κρίνονται απορριπτέοι ως αβάσιμοι, αφενός μεν διότι στηρίζονται επί προφανώς εσφαλμένης προϋποθέσεως, δεδομένου του διαπλαστικού χαρακτήρα της απόφασης και των εντεύθεν συνεπειών αυτού, κατά τα ανωτέρω προεκτεθέντα, και αφ' ετέρου δε διότι σε κάθε περίπτωση δεν υφίσταται ταυτότης ιστορικής αιτίας μεταξύ των δύο αγωγών.

Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, στο Δημόσιο Ταμείο. Τέλος πρέπει να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 18/1/2021 και με αρ. κατ. 3/2021 αίτηση, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 196/2020 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκαννήσου

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που κατατέθηκε για την ως άνω αίτηση αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ