Supreme Court dismisses conviction due to statute of limitations expiration for the alleged offense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece annulled a second-instance conviction for using a forged document, ruling that the prosecution must cease due to the expiration of the statute of limitations. The defendant argued for a heavier penalty, but the court found the crime, committed in 2002, was no longer punishable after more than eight years had passed. Consequently, the court ordered the definitive termination of criminal proceedings against the accused.
Legislator headnote
AI generatedArticles 511 and 368 of the Code of Criminal Procedure; When a criminal act is subject to the statute of limitations, the Supreme Court must annul the conviction and definitively terminate criminal proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1942 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1942/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Μαγγίνα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπαηλιάδη - Εισηγητή, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Βασιλική Ηλιοπούλου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 8 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Παναγιώτη Μπρακουμάτσου, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ι Ά. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Παντελή Τραϊανό, ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθ. 249/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 493/2019 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 11.6.2019 (αρ. πρωτ. 6506/11.6.2019) αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 1125/2019.
Αφού άκουσε Τον Εισαγγελέα ο οποίος πρότεινε: 1) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τα άρθρα 511 και 518 Κ.Π.Δ. για τον αυτεπαγγέλτως εξεταζόμενο λόγο και τον λόγο της ένδικης αίτησης και κατ' άρθρα 111 παρ. 3 και 111 παρ. 2 Π.Κ., να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος. Επικουρικά να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να εφαρμοστεί η επιεικέστερη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2α του ισχύοντος Π.Κ. και 2) να απορριφθεί η ένδικη αίτηση κατά τα λοιπά και τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η κρινόμενη από 11-6-2019 (αριθμ. πρωτ: 6506/11-6-2019) αίτηση αναίρεσης του Ά. Ι. του Α. και Α., κατοίκου ... (οδός ...), που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, στρεφόμενη κατά της υπ' αριθμ. 493/2019 καταδικαστικής απόφασης του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών, ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως και είναι παραδεκτή.
Σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος, "έγκλημα δεν υπάρχει ούτε ποινή επιβάλλεται χωρίς νόμο που να ισχύει πριν από την τέλεση της πράξης και να ορίζει τα στοιχεία της. Ποτέ δεν επιβάλλεται ποινή βαρύτερη από εκείνη που προβλεπόταν κατά την τέλεση της πράξης". Επίσης, κατά το άρθρο 7 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., "ουδείς δύναται να καταδικασθή δια πράξιν ή παράλειψιν η οποία, καθ' ην στιγμήν διεπράχθη, δεν απετέλει αδίκημα συμφώνως προς το εθνικόν ή διεθνές δίκαιον.
Ούτε και επιβάλλεται βαρυτέρα ποινή από εκείνην η οποία επιβάλλεται κατά την στιγμή της διαπράξεως του αδικήματος", ενώ κατά το άρθρο 15 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, που έχει κυρωθεί με το Ν. 2462/1997, "κανείς δεν καταδικάζεται για πράξεις ή παραλείψεις, οι οποίες δεν ήταν αξιόποινες κατά το εσωτερικό ή το διεθνές δίκαιο τη στιγμή της διάπραξής τους.
Επίσης, δεν επιβάλλεται βαρύτερη ποινή από εκείνην που προβλεπόταν κατά τη χρονική στιγμή της διάπραξης του ποινικού αδικήματος. Εάν, μετά τη διάπραξή του ο νόμος προβλέπει την επιβολή ελαφρύτερης ποινής, ο δράστης επωφελείται από αυτήν". Εξάλλου, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του προϊσχύσαντος Π.Κ., "αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις".
Αναλόγου περιεχομένου είναι και η αντίστοιχη διάταξη του νέου Π.Κ. (4619/2019) ισχύουσα από 1-7-2019 (βλ. άρθρο 460 αυτού). Η διάταξη αυτή αναφέρεται στους ουσιαστικούς ποινικούς νόμους και όχι στους δικονομικούς, καθόσον οι δικονομικοί νόμοι έχουν αναδρομική ισχύ και ρυθμίζουν τις εκκρεμείς δίκες κατά το ατέλεστο, κατά το χρόνο της έκδοσής τους, μέρος αυτών, εκτός αν ορίζουν διαφορετικά (Ολ.
Α.Π. 1/2014). Κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, με την οποία καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου ουσιαστικού ποινικού νόμου, που ίσχυσε από την τέλεση της πράξης μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδίκασης της υπόθεσης, επιεικέστερος νόμος θεωρείται εκείνος που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, δηλαδή εκείνος, ο οποίος με την εφαρμογή του, με βάση τις προβλεπόμενες στη συγκεκριμένη περίπτωση προϋποθέσεις, επιφέρει την ευνοϊκότερη για τον κατηγορούμενο ποινική μεταχείριση.
Προς τούτο γίνεται σύγκριση των περισσοτέρων σχετικών διατάξεων στο σύνολο των προϋποθέσεων που προβλέπονται από καθεμιά από αυτές, έτσι ώστε να είναι πλέον σαφές, βάσει του νέου Π.Κ., ότι εφαρμόζεται πάντα η επιεικέστερη διάταξη και όχι ο νόμος ως ενιαίο "όλον". Αν από την σύγκριση αυτή προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά εφαρμόζεται ο νεότερος επιεικέστερος νόμος.
Ειδικότερα, επιεικέστερος είναι ο νόμος, που προβλέπει το χαμηλότερο ανώτατο όριο του είδους της ποινής, αν δε το ανώτατο όριο είναι το ίδιο, επιεικέστερος είναι αυτός που προβλέπει το μικρότερο κατώτατο όριο. Για το χαρακτηρισμό ενός νόμου ως επιεικέστερου ή μη λαμβάνεται κατ' αρχήν υπόψη το ύψος των απειλούμενων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης, ενώ θεωρείται η πρώτη βαρύτερη της δεύτερης και σε περίπτωση χρηματικής ποινής λαμβάνεται υπόψη επί ίσων ποινών κάθειρξης ή φυλάκισης και η χρηματική ποινή, η οποία, σε κάθε περίπτωση, θεωρείται ελαφρύτερη της στερητικής της ελευθερίας ποινής.
Με τα άρθρα 461 και 462 του νέου Π.Κ. (4619/2019), "Από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα καταργούνται: α) ο Ποινικός Κώδικας και β) ο νόμος 1608/1950, που ισχύουν από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε διάταξη που τροποποιούσαν αυτούς". Στις διατάξεις περί χρήσης πλαστού εγγράφου (216 παρ. 3 Π.Κ.) ορίζονταν στον παλαιό Ποινικό Κώδικα ότι: "αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παρ. 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 120.000 ευρώ".
Επίσης, το ως άνω έγκλημα της πλαστογραφίας προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα και με το άρθρο 1 παρ. 1 του Νόμου 1608/1950 και τιμωρείται με κάθειρξη όταν στρέφεται κατά του Ελληνικού Δημοσίου ή κατά νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου και το όφελος που πέτυχε ή επεδίωξε ο δράστης ή η ζημία που προξενήθηκε ή απειλήθηκε στο Δημόσιο ή στα άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ.
Στις αντίστοιχες διατάξεις του νέου Π.Κ. ορίζεται ότι: "αν ο υπαίτιος αυτών των πράξεων (παράγραφοι 1-2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή".
Επιπλέον από την παρ. 4 του ίδιου άρθρου του νέου Π.Κ. ορίζεται ότι: "Αν οι πράξεις των παραγράφων 1 και 2 στρέφονται άμεσα κατά νομικού προσώπου του ελληνικού Δημοσίου, των νομικών προσώπων Δημοσίου Δικαίου ή των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και το συνολικό περιουσιακό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνει συνολικά τις 120.000 ευρώ, επιβάλλεται κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών και χρηματική ποινή έως χίλιες ημερήσιες μονάδες".
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 216 παρ. 2 του Π.Κ., χρήση πλαστού εγγράφου συνιστά κάθε ενέργεια, η οποία, εντασσόμενη στον σκοπό σύνταξης ή τον προορισμό του εγγράφου και κατευθυνόμενη σε παραπλάνηση άλλου, καθιστά προσιτό το έγγραφο και παρέχει την δυνατότητα στον άλλον (εκείνον που επιδιώκεται να παραπλανηθεί) να λάβει γνώση του περιεχομένου του, χωρίς να απαιτείται ο τελευταίος να έλαβε πράγματι γνώση του εγγράφου ή να παραπλανήθηκε.
Για την υποκειμενική στοιχειοθέτηση της χρήσης πλαστού εγγράφου, απαιτείται η συνδρομή στο πρόσωπο του δράστη κατά τον χρόνο της χρήσης των εξής στοιχείων: α) γνώση ότι το έγγραφο είναι πλαστό, β) συνείδηση (επίγνωση) ότι η ενέργειά του συνιστά χρήση του εγγράφου με την παραπάνω έννοια και γ) σκοπός του δράστη να προκαλέσει ή να ενισχύσει σε άλλον πλάνη ως προς την γνησιότητα του εγγράφου και μέσω αυτής να πετύχει συμπεριφορά του τελευταίου που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες.
Το ανωτέρω έγκλημα της πλαστογραφίας εγγράφου προσλαμβάνει κακουργηματικό χαρακτήρα, κατά το άρθρο 216 παρ. 3 εδ. α' του Π.Κ., όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 25 του Νόμου 4055/2012, όταν το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει ο δράστης για τον εαυτό του ή άλλον βλάπτοντας τρίτον ή η ζημία που σκόπευε να προκαλέσει σε άλλον με την πράξη της πλαστογραφίας και το περιουσιακό όφελος που επιδιώχθηκε ή η ζημία που προξενήθηκε, υπερβαίνει συνολικά το ποσό των 120.000 ευρώ.
Για την θεμελίωση κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν απαιτείται το περιουσιακό όφελος που επιδιώκει ο δράστης και η βλάβη του τρίτου να επέρχεται αμέσως και ευθέως από μόνη την πράξη της πλαστογράφησης εγγράφου, αλλά αρκεί ότι με την πλαστογράφηση διαμορφώνεται ο αναγκαίος όρος, που, κατά το σχέδιο του δράστη, παρέχει τη δυνατότητα, με την παρεμβολή και άλλων μεταγενέστερων ενεργειών του, να επέλθει το σκοπούμενο όφελος ή και η βλάβη.
Από τη διάταξη του άρθρου 217 παρ. 3 του νέου Π.Κ., που, όπως προαναφέρθηκε, ισχύει μετά την 1-7-2019 "με φυλάκιση τιμωρείται όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει πτυχίο ή κάθε πιστοποιητικό γνώσεων ή δεξιοτήτων, ή νοθεύει γνήσιο ή κάνει χρήση αυτών, με σκοπό να καταλάβει θέση εργασίας ή να διεκδικήσει βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα".
Συνεπώς, για να εφαρμοσθεί η εν λόγω διάταξη πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) κατάρτιση ή νόθευση πλαστού πτυχίου ή κάθε πιστοποιητικού γνώσεων ή δεξιοτήτων, β) η χρήση αυτών, γ) ο σκοπός της χρήσης τους που συνίσταται στην κατάληψη θέσης εργασίας ή στη διεκδίκηση βαθμολογικής ή μισθολογικής προαγωγής στον δημόσιο ή τον ιδιωτικό τομέα.
Στην έννοια του πτυχίου ή του πιστοποιητικού γνώσεων ή δεξιοτήτων συγκαταλέγεται, μεταξύ άλλων, και το απολυτήριο λυκείου. Η διάταξη αυτή, σύμφωνα και με όσα έχουν αναπτυχθεί στην προαναφερθείσα νομική σκέψη και κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Π.Κ., είναι ευμενέστερη από την αξιόποινη πράξη της χρήσης του πλαστού εγγράφου του άρθρου 216 παρ. 3 και 1, αφού διώκεται και τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος και όχι σε βαθμό κακουργήματος, όπως συνέβη στην προκείμενη περίπτωση.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 590 παρ. 1 εδ. α' του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (Νόμος 4620/2019), που άρχισε να ισχύει από την 1-7-2019, "Υποθέσεις που εκκρεμούν σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας και σε οποιονδήποτε βαθμό συνεχίζονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κώδικα. Οι πράξεις της ποινικής διαδικασίας που τελέστηκαν όταν ίσχυαν οι διατάξεις που καταργούνται διατηρούν το κύρος τους".
Επίσης, κατά το άρθρο 511 του νέου Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, "αν εμφανισθεί ο αναιρεσείων και κριθεί παραδεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν και δεν προτάθηκαν, όλους τους λόγους της αναίρεσης που αναφέρονται στην παρ. 1 του άρθρου 510, εκτός από τον προβλεπόμενο στο στοιχ.
Β. Δεν επιτρέπεται όμως να χειροτερεύσει η θέση του κατηγορουμένου. Υπό τις ίδιες προϋποθέσεις ο Άρειος Πάγος αυτεπαγγέλτως λαμβάνει υπόψη το δεδικασμένο και την παραγραφή που επήλθαν μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 462 του νέου Ποινικού Κώδικα, από την έναρξη ισχύος του παρόντος Ποινικού Κώδικα (1-7-2019) καταργείται ο νόμος 1608/1950 που ισχύει από την 1η Ιανουαρίου 1951, καθώς και κάθε διάταξη που τροποποιούσε το νόμο αυτό".
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη, από τα άρθρα 93 παρ. 3 και 139 του Κ.Π.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, όταν αναφέρονται σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για την συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, για τα οποία κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας, είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το Δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας, αρκεί ο, κατ' είδος, προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προέκυψε από το καθένα χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνον ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ' αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στην θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως ο σκοπός επέλευσης ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση) ή η γνώση ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος), πράγμα που, όπως προαναφέρθηκε, συμβαίνει στο έγκλημα της χρήσης πλαστού εγγράφου.
Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν έννοια διαφορετική από εκείνην που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης συντρέχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, ποτ δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, που περιλαμβάνεται στον συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό της και που ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ελλείψεις, ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ.
Α.Π. 3/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, το Β' Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, στο σκεπτικό (αιτιολογικό) της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 493/2019 απόφασής του, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που τέθηκαν υπόψη του, τα οποία αναφέρει κατά το είδος τους, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, επί λέξει, τα εξής: "Ο κατηγορούμενος προσλήφθηκε, τον Σεπτέμβριο του 2002, δυνάμει της 6000/2/800-ξδ'/3-9-2002 απόφασης πρόσληψης Συνοριακών Φυλάκων του προϊσταμένου Κλάδου Διοικητικού της ΕΛ.ΑΣ (Φ.Ε.Κ. 200/Γ/4-9-2002), με την ιδιότητα του συνοριακού φύλακα.
Έκτοτε, εξελίχθηκε υπηρεσιακά, δεδομένου ότι το έτος 2007, μονιμοποιήθηκε, δυνάμει της 6000/14-8-ιδ'/11-10-2007 απόφασης του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ, λόγω συμπλήρωσης πενταετούς θητείας στο σώμα και στην συνέχεια το έτος 2010, εντάχθηκε στο αστυνομικό προσωπικό γενικών καθηκόντων, δυνάμει της 6000/14-20α'/24-10-2010 απόφασης του Αρχηγού της ΕΛ.ΑΣ, λόγω συμπλήρωσης τριετούς πραγματικής υπηρεσίας από την μονιμοποίησή του.
Ακολούθως, το έτος 2014, δυνάμει της 6003/4/1589/19-9-2014 απόφασης, έγινε υπαρχιφύλακας. Προκειμένου να προσληφθεί ο κατηγορούμενος, με την 001806/18-7-2002 αίτηση συμμετοχής, συνυπέβαλε, μεταξύ των λοιπών δικαιολογητικών, επικυρωμένο φωτοαντίγραφο του ....95/7-3-1993 απολυτηρίου του ....Γ.Ε.Λ. ...., το οποίο, σύμφωνα με την 6000/2/80-γ/2-7-2002 σχετική προκήρυξη, αποτελούσε απαραίτητο τυπικό προσόν για την συμμετοχή του στον οικείο διαγωνισμό, αλλά και για την κατάταξη των υποψηφίων, σε περίπτωση ισοβαθμίας στις θέσεις του καθορισθέντος αριθμού προς πρόσληψη.
Όπως αποδείχθηκε, όμως, μετά τον εκ των υστέρων διενεργηθέντα έλεγχο των τίτλων σπουδών των επιτυχόντων στον ανωτέρω διαγωνισμό, το ανωτέρω απολυτήριο είναι πλαστό, καθόσον αφορά άλλο πρόσωπο και όχι τον κατηγορούμενο, ο οποίος είχε απορριφθεί τρεις φορές στην Α' τάξη και, στη συνέχεια, στις 5-10-1999, μεταγράφηκε στο 3ο ...
Ενιαίο Λύκειο ...., σύμφωνα με το 408/2-11-2015 έγγραφο της Διευθύντριας του ως άνω Λυκείου, το ανωτέρω απολυτήριο δεν εκδόθηκε στο όνομα του κατηγορουμένου. Κατόπιν των ανωτέρω, δυνάμει της 6000/2/5388/800/2-λγ'/8-2-2016 απόφασης του Προϊσταμένου του Κλάδου Διοικητικής Υποστήριξης του Ανθρώπινου Δυναμικού, η πρόσληψη του κατηγορουμένου ανακλήθηκε αναδρομικά από τις 7-9-2002.
Κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, ο κατηγορούμενος εν γνώσει του κατέθεσε το συγκεκριμένο πλαστό τίτλο (απολυτήριο λυκείου), στις 18-7-2002, μαζί με την περί πρόσληψής του σχετική αίτηση, προκειμένου να παραπείσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της ως άνω υπηρεσίας ότι διέθετε τα απαραίτητα, κατά την προκήρυξη, τυπικά προσόντα και συγκεκριμένα ότι ήταν απόφοιτος λυκείου.
Ο ισχυρισμός του ότι είχε αναθέσει τη συγκέντρωση των απαιτούμενων εγγράφων σε τρίτο διεκπεραιωτή, ο οποίος και περιέλαβε στο σχετικό φάκελο και τον ως άνω πλαστό τίτλο, εν αγνοία του και αυτός τον υπέβαλε, χωρίς να ελέγξει τα σχετικά έγγραφα, δεν κρίνεται πειστικός. Εξάλλου, στο κείμενο της προαναφερόμενης από 18-7-2002 αίτησης, την οποίαν υπέγραψε ο κατηγορούμενος, αναγράφεται ρητά η υποβολή απολυτηρίου Λυκείου, καθώς και ο γενικός βαθμός αποφοιτήσεως, τον οποίο συμπλήρωσε αριθμητικώς και ολογράφως.
Έκτοτε και κατά τη διάρκεια της υπηρεσιακής του σταδιοδρομίας, το εν λόγω πλαστό έγγραφο δεν χρησιμοποιήθηκε από τον κατηγορούμενο ούτε λήφθηκε υπόψη ή συνεκτιμήθηκε στην εξέλιξη και τις υπηρεσιακές του μεταβολές. Περαιτέρω, πρέπει να επισημανθεί ότι η έλλειψη του παραπάνω τυπικού προσόντος, δηλαδή η έλλειψη του απολυτηρίου Λυκείου δεν αποτελούσε απαραίτητη ουσιαστική προϋπόθεση για την εκ μέρους του κατηγορουμένου άσκηση των καθηκόντων του είτε, αρχικώς, ως συνοριακός φύλακας είτε στη συνέχεια ως αστυνομικός.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι αυτός, κατά το χρονικό διάστημα, που υπηρέτησε στην Ελληνική Αστυνομία, ήτοι από το Σεπτέμβριο του 2002 μέχρι τον Φεβρουάριο του 2016, επέδειξε συνέπεια και επάρκεια, ενώ, με την 4526/7/1-α'Α.Μ.Υ. 18934/29-4-2004 απόφαση του Διευθυντή της Διεύθυνσης Αστυνομίας Αθηνών του απονεμήθηκε έπαινος, με αφορμή τον εντοπισμό και τη σύλληψη παραβατών.
Συνεπώς, παρά το ότι ο κατηγορούμενος προέβη σε μη σύννομη ενέργεια, ήτοι στην υποβολή του ως άνω πλαστού τίτλου σπουδών, με σκοπό την πρόσληψή του, παραπλανώντας τα αρμόδια όργανα της Πολιτείας ότι διαθέτει τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα, δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω ενέργειά του προκάλεσε ζημία στο Ελληνικό Δημόσιο ή απειλήθηκε ζημία τούτου, δια της σ' αυτόν καταβολής του συνολικού ποσού των 247.019,24 ευρώ, που αφορούν στις αποδοχές του κατηγορουμένου κατά το παραπάνω χρονικό διάστημα, αφού το ποσό αυτό αποτελούσε την αμοιβή για τις υπ' αυτού παρασχεθείσες ευδόκιμες υπηρεσίες.
Ως εκ τούτου, δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απάτης, καθόσον ελλείπει το στοιχείο της ζημίας ή της απειλής ζημίας του Ελληνικού Δημοσίου και, μετά ταύτα, ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος του εγκλήματος τούτου. Περαιτέρω, δεν αποδεικνύεται με βεβαιότητα ότι ο κατηγορούμενος είναι ο αυτουργός της πλαστογραφίας, δηλαδή ότι αυτός κατήρτισε το πλαστό απολυτήριο Λυκείου και συνεπώς πρέπει να κηρυχθεί αθώος του εγκλήματος της πλαστογραφίας, έκανε, όμως, χρήση τούτου, στις 18-7-2002, δια της υποβολής του μαζί με τη σχετική αίτησή του, όπως προεκτίθεται, εν γνώσει του ότι το ως άνω έγγραφο είναι πλαστό.
Στην ενέργεια αυτή προέβη, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους ότι διέθετε όλα τα απαιτούμενα για την πρόσληψή του τυπικά προσόντα, όπερ και πέτυχε, αφού, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, προσλήφθηκε ως συνοριακός φύλακας. Πρέπει, συνεπώς, να κηρυχθεί ένοχος χρήσης πλαστού εγγράφου, από την οποίαν σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ, αλλά και των 150.000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται στο ποσό των 248.194,02 ευρώ, σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου.
Πρέπει, επίσης, να αναγνωριστεί ότι συντρέχει στο πρόσωπό του η ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του Π.Κ., που αναγνωρίστηκε πρωτοδίκως (470 του Π.Κ.) Ο κατηγορούμενος, με τους έγγραφους ισχυρισμούς του, που καταχωρίστηκαν στην απόφαση αυτή και προφορικά δια του συνηγόρου του, ζήτησε να αναγνωριστεί ότι συντρέχει στο πρόσωπό του και η ελαφρυντική περίσταση του πρότερου έντιμου βίου (άρθρο 84 παρ. 2 περ.
α' του Π.Κ.), επικαλούμενος ότι έχει λευκό ποινικό μητρώο, ότι είναι άτομο συγκροτημένο, που εργαζόταν ανέκαθεν σε σκληρές εργασίες για να καλύψει τις οικογενειακές του ανάγκες. Ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να απορριφθεί, πρωτίστως, ως αόριστος, καθόσον το γεγονός ότι δεν είχε μέχρι την τέλεση της παράνομης πράξης υποπέσει σε οποιαδήποτε παράβαση καθώς και ότι παρείχε τα αναγκαία μέσα βιοπορισμού στην οικογένειά του δεν είναι επαρκή για τη στοιχειοθέτηση της ως άνω ελαφρυντικής περίστασης".
Μετά ταύτα και υπό τις παραδοχές αυτές το Δικαστήριο της ουσίας, κήρυξε τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα, κατά πιστή μεταφορά, ένοχο, με την αναγνώριση στο πρόσωπό του, του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του Π.Κ. του ότι: "Στον παρακάτω τόπο και χρόνο τέλεσε με πρόθεση έγκλημα, που προβλέπεται και τιμωρείται από το νόμο με πρόσκαιρη στερητική της ελευθερίας ποινή και συγκεκριμένα, στην ..., στις 18-7-2002, έκανε χρήση πλαστού εγγράφου εν γνώσει της πλαστότητάς του, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση του άλλους, σχετικά με γεγονότα που μπορεί να έχουν έννομες συνέπειες, αποσκοπώντας να προσπορίσει στον εαυτό του περιουσιακό όφελος, βλάπτοντας την περιουσία τρίτου και δη του Δημοσίου, το δε συνολικό όφελος που πέτυχε και η ζημία που προξενήθηκε ή οπωσδήποτε απειλήθηκε σε βάρος του Δημοσίου υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ αλλά και των 150.000 ευρώ και συγκεκριμένα του ότι, κατά τον ως άνω τόπο και χρόνο, αυτός, καταθέτοντας την 0011806 αίτησή του στο Α.Τ. ..., προκειμένου να προσληφθεί ως συνοριακός φύλακας, στα πλαίσια της 6000/2/800γ/02-7-2002 προκήρυξης, συνυπέβαλε, μεταξύ των άλλων δικαιολογητικών εγγράφων, το 195/07-3-1993 απολυτήριο του 6ου Λυκείου ....
του ....Γραφείου Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της Νομαρχίας Αθηνών, το οποίο ήταν πλαστό, εν γνώσει της πλαστότητάς του, αφού ο ίδιος δεν διέθετε τέτοιο τίτλο σπουδών, στην ενέργεια δε αυτή προέβη, με σκοπό να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους ότι διέθετε όλα τα απαιτούμενα τυπικά προσόντα και να προσληφθεί, το οποίο και πέτυχε, καθόσον, προσλήφθηκε ως συνοριακός φύλακας, με την 6000/2/800-ξδ/03-9-2002 απόφαση, ενώ σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του, σε βάρος της περιουσίας του Ελληνικού Δημοσίου, περιουσιακό όφελος, που υπερβαίνει το ποσό των 150.000 ευρώ και συγκεκριμένα ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 248.194,026 ευρώ, που αντιστοιχεί στις μικτές μηνιαίες αποδοχές του".
Από τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ., προκύπτει ότι το αξιόποινο εξαλείφεται με την παραγραφή, η οποία, προκειμένου για πλημμέλημα, είναι πενταετής και αρχίζει από την ημέρα που τελέσθηκε η αξιόποινη πράξη. Η παραγραφή αναστέλλεται για όσο χρόνο διαρκεί η κύρια διαδικασία και έως ότου καταστεί αμετάκλητη η καταδικαστική απόφαση, όχι όμως πέραν των τριών ετών.
Εξάλλου, από τις ίδιες διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 310 παρ. 1 εδάφ. β', 370 εδάφ. β' και 511 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι η παραγραφή, ως θεσμός δημόσιας τάξης, που εξαλείφει την ποινική αξίωση της πολιτείας, εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο σε κάθε στάση της ποινικής διαδικασίας, ακόμη και κατ' αναίρεση.
Αν ο Άρειος Πάγος διαπιστώσει τη συμπλήρωσή της, και μετά την άσκηση της αίτησης, οφείλει να αναιρέσει την προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και να παύσει οριστικώς την ποινική δίωξη, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 370 εδάφ. β' του Κ.Π.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι η αίτηση αναίρεσης περιέχει ένα τουλάχιστον παραδεκτό λόγο από τους περιλαμβανόμενους στο άρθρο 510 παρ. 1, χωρίς να απαιτείται να είναι αυτός και βάσιμος (Ολ.
Α.Π. 1284/1992, Ολ. Α.Π. 585/1991, Ολ. Α.Π. 583/1991). Η ερμηνεία αυτή των παραπάνω διατάξεων προϋποθέτει ότι η προσβαλλόμενη με την αναίρεση απόφαση, δεν έχει καταστεί ακόμη αμετάκλητη, όπως συμβαίνει όταν το Εφετείο, δικάζοντας κατ' ουσία την υπόθεση, καταδίκασε τον κατηγορούμενο και κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε νόμιμη και παραδεκτή αναίρεση, οπότε ο Άρειος Πάγος, προκειμένου να προχωρήσει στην κατ' ουσία εξέταση των λόγων της, οφείλει προηγουμένως, αν η αξιόποινη πράξη έχει παραγραφεί, να παύσει απευθείας οριστικά την ποινική δίωξη.
Όπως προαναφέρθηκε, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, διότι ασκήθηκε από δικαιούμενο και έχον προς τούτο συμφέρον πρόσωπο, στρέφεται κατά υποκείμενης στο ένδικο αυτό μέσο απόφασης και περιέχει ως λόγους αναίρεσης: 1) την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και 2) την έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρα 464, 474 παρ. 4, 476 παρ. 1, 504 παρ. 1, 505 παρ. 1 εδάφ.
α' και 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' και Δ' του Κ.Π.Δ.). Οι προβαλλόμενοι αναιρετικοί λόγοι είναι σαφείς και ορισμένοι και ως εκ τούτου παραδεκτοί, διότι με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων υποστηρίζει, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με το να εφαρμόσει τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 3-1 του Π.Κ. και όχι αυτήν του άρθρου 217 παρ. 3 του Π.Κ., όπως διατείνεται και με το υπόμνημά του, εσφαλμένως το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ με το δεύτερο λόγο αναίρεσης παραπονείται για την έλλειψη της απαιτούμενης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας της προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών και της προσβαλλόμενης απόφασης, και με δεδομένο ότι η αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου που τελέσθηκε σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, από τον αναιρεσείοντα, με ζημία αυτού άνω των 150.000 ευρώ, και για την οποίαν καταδικάσθηκε σε βαθμό κακουργήματος, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις του παλαιού Ποινικού Κώδικα και με την επιβαρυντική περίπτωση του Νόμου 1608/1950, που καταργήθηκε, προκύπτει ότι αυτός, στην ..., στις 18-7-2002 τέλεσε την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού πιστοποιητικού, που διώκεται πλέον σε βαθμό πλημμελήματος.
Όμως, από την προαναφερθείσα ημερομηνία (18-7-2002) μέχρι την ημερομηνία συζήτησης της εν λόγω υπόθεσης ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου (8-11-2019) παρήλθε χρονικό διάστημα μείζον της οκταετίας (συμπληρωθέν πριν από τη δημοσίευση της υπ' αριθμό 493/2019 προσβαλλόμενης καταδικαστικής απόφασης του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών) και συνεπώς εξαλείφθηκε το αξιόποινο της αξιόποινης αυτής πράξης λόγω παραγραφής.
Επομένως, κατά το άρθρο 511 εδάφ. γ' του Κ.Π.Δ., πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη καταδικαστική απόφαση και (κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 368 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ.), να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη κατά του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου για την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμό 493/2019 καταδικαστική απόφαση του Β' Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παύει οριστικά λόγω παραγραφής την, κατά του Ι. Ά. του Α. και Α., κατοίκου ... (οδός ...), ασκηθείσα ποινική δίωξη για την αξιόποινη πράξη της χρήσης πλαστού εγγράφου και ήδη πιστοποιητικού, που φέρεται ότι τελέσθηκε από αυτό, στην Αθήνα, στις 18-7-2002.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ