Appeal dismissed; court held that omitted facts did not render auction abusive under Article 281 of the Civil Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding a property auction. The appellant argued the auction was abusive, citing specific facts including a forged check presented on the day of the sale, which the lower court had not considered. The court ruled that this single fact, even if proven, was not sufficient to establish abuse under Article 281 of the Civil Code because the payment was legally improper. Consequently, the omission of this fact did not constitute a ground for appeal under Article 559(8) of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 281 of the Civil Code; The omission of a specific fact by the court of first instance does not constitute a ground for appeal if that fact alone is insufficient to establish the abuse of right required by Article 281 of the Civil Code.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1942 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1942/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωτήριο Γκεκόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΡΓΟΜΠΕΤΟΝ ΑΕ", η οποία λόγω συγχωνεύσεως δι'απορροφήσεως μετονομάστηκε σε "ΙΝΤΕΡΜΠΕΤΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΔΟΜΙΚΩΝ ΥΛΙΚΩΝ ΛΑΤΟΜΙΚΩΝ ΚΑΙ ΜΕΤΑΦΟΡΙΚΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ", εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καραμητσάνη και 2. Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΔΙΟΝ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΕΩΣ ΑΚΙΝΗΤΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΔΙΟΝ REAL ESTATE AE" που εδρεύει στην κοινότητα Ν. Ευκαρπίας Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λασθιωτάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 31-1-2003 και 7-4-2003 ανακοπές του ήδη αναιρεσείοντος και της "LAFARGE BETΟΝ ΒΟΡΕΙΑΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που δεν είναι διάδικος στη παρούσα δίκη, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάσθηκαν . Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 15869/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, 2517/2005 προδικαστική και 1648/2006 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 6-9-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 9-1-2009 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, οι πληρεξούσιοι των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή το άρθρο 559 ΚΠολΔ καθορίζει περιοριστικά τους λόγους της αναιρέσεως και δεν περιλαμβάνει σ` αυτούς την εσφαλμένη εκτίμηση, από το δικαστήριο της ουσίας, διαδικαστικών εγγράφων. Το άρθρο 561 παρ.2 του ίδιου Κώδικα δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναιρέσεως, αλλά επιτρέπει την εξέταση, αν από την εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικού εγγράφου, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως από τους οριζόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Το ουσιώδες στοιχείο αυτού του λόγου αποτελεί η έλλειψη νόμιμης βάσης σε "ζήτημα", δηλαδή σε ισχυρισμό που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο, το οποίο "ζήτημα" ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ενώ τα αναφερόμενα σχετικά με τις αιτιολογίες αποτελούν επεξηγηματικά στοιχεία του ουσιώδους στοιχείου.
Για να είναι ορισμένος ο προκείμενος λόγος πρέπει, εκτός από τη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε εκ πλαγίου και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα, να καθορίζεται και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, η έλλειψη αυτή, αν έχει αντιφατικές αιτιολογίες πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει ή αν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής του αναιρεσείοντος κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης (με αντικατάσταση εν μέρει της αιτιολογίας της), με την οποία είχε απορριφθεί η από 31-1-2003 ανακοπή του, έχουσα ως αίτημα την ακύρωση του διενεργηθέντος με επίσπευση της πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρίας πλειστηριασμού του ακινήτου του, καθώς επίσης της συνταχθείσας εκθέσεως πλειστηριασμού και της περιλήψεως της κατακυρωτικής εκθέσεως της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, Ιωάν.
Μπιλίση-Χρουσαλά. Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στο Εφετείο την από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι δηλαδή δεν αιτιολόγησε την κρίση του αναφορικά με το ζήτημα της ερμηνείας του περιεχομένου των υπ' αριθμ. 33074/2002 και 33075/2002 αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με τις οποίες, δέχθηκε το Εφετείο, ότι είχε διαταχθεί η αναστολή της επισπευδομένης από την εταιρία LAFARGE ΒΕΤΟΝ Β.
Ελλάδας (ως άλλης δανείστριας) διαδικασίας αναγκαστικής εκτελέσεως του ίδιου ακινήτου για το οποίο επέσπευδε επίσης πλειστηριασμό αρχικά η πρώτη αναιρεσίβλητη δανείστρια εταιρεία, ο οποίος (πλειστηριασμός) είχε ορισθεί την ίδια ημέρα (11-12-2002) και από τις δύο δανείστριες εταιρείας (LAFARGE BETON και πρώτη αναιρεσίβλητη), ενώ, κατά τον αναιρεσείοντα, από την ορθή ερμηνεία του περιεχομένου του σκεπτικού και του διατακτικού των αποφάσεων αυτών, προέκυπτε ότι είχε ανασταλεί με αυτές συλλήβδην τόσο η διαδικασία του πλειστηριασμού που επέσπευδε η εταιρεία LAFARGE με βάση την υπ' αριθμ. 90654/30-122002 δήλωση συνέχισης του ματαιωθέντος πλειστηριασμού, όσο και εκείνη που επέσπευδε η πρώτη αναιρεσίβλητη με βάση την υπ' αριθμ. 90655/30-12-2002 χρονικά επόμενη δήλωση συνέχισης πλειστηριασμού.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν καθορίζεται η διάταξη ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, ούτε σε τι συνίσταται η έλλειψη νόμιμης βάσης, το καταλογιζόμενο δε νομικό σφάλμα "της εσφαλμένης ερμηνείας" των προαναφερθεισών αποφάσεων, εκφράζον τη διαφορετική περί του περιεχομένου των εν λόγω αποφάσεων άποψη του αναιρεσείοντος, δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο καταλογίζεται στο Εφετείο η πλημμέλεια της κακής εκτιμήσεως του περιεχομένου των προαναφερθεισών αποφάσεων, είναι απαράδεκτος, διότι η εν λόγω πλημμέλεια, αναγόμενη στην εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, δεν ιδρύει καθεαυτή λόγο αναιρέσεως.
Με τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης ελέγχονται μόνο οι παραβιάσεις κανόνων του ουσιαστικού δικαίου. Προκειμένου να στοιχειοθετηθεί ο λόγος αυτός αναιρέσεως, προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο της ουσίας εισήλθε στην ουσία και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα και κατά συνέπεια αποκλείεται όταν απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, νόμω αβάσιμο ή για άλλο τυπικό λόγο. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως νόμω αβάσιμη την παραδεκτώς προβληθείσα από τον αναιρεσείοντα ως λόγο της ανακοπής του και επαναφερθείσα ενώπιόν του ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεχθέν ότι τα προβαλλόμενα προς θεμελίωσή του περιστατικά δεν καθιστούν καταχρηστική τη διενέργεια του πλειστηριασμού. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την προαναφερθείσα διάταξη πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς την απόρριψη της ενστάσεως αυτής, είναι απαράδεκτος, εφόσον το Εφετείο προέβη στην απόρριψή της, χωρίς έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας των θεμελιωτικών αυτής περιστατικών και διατύπωση αποδεικτικού πορίσματος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως και όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση.
Ο λόγος, όμως, αυτός δεν στοιχειοθετείται, αν ο ισχυρισμός είναι αόριστος ή μη νόμιμος ή δεν προτάθηκε καθόλου ή δεν προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι αν η προτεινόμενη καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος στοιχειοθετείται από περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, συνολικώς ορώμενα, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ενασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά αποτελούν, το καθένα χωριστά, πράγματα κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, η δε μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο ενός ή περισσοτέρων από αυτά, θεμελιώνει τον από την τελευταία αυτή διάταξη προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του περιεχομένου της ανακοπής του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος επικαλέσθηκε, για τη θεμελίωση του δευτέρου λόγου της ανακοπής του ότι είναι καταχρηστική η διενέργεια του επισπευθέντος από την πρώτη αναιρεσίβλητη πλειστηριασμού, εκτός από τα περιστατικά τα οποία έλαβε υπόψη το Εφετείο και έκρινε ότι δεν καθιστούν καταχρηστική τη διενέργεια του πλειστηριασμού, και το επιπλέον περιστατικό, ότι αυτός προσέφερε την ημέρα του πλειστηριασμού στην πληρεξούσια δικηγόρο της επισπεύδουσας αναιρεσίβλητης προς εξόφληση του υπολοίπου της απαιτήσεώς της μία μεταχρονολογημένη επιταγή της εταιρείας "Ι.ΤΑΙΡΗΣ ΑΒΕΤΕ" προς την εταιρεία ΦΕΙΔΙΑΣ ΑΤΕΒΕ, πρόεδρος και εκπρόσωπος της οποίας είναι ο αναιρεσείων, ποσού 10.000 ευρώ και λήξεως 23-12-2002, την οποία αυτή του δήλωσε ότι δεν την αποδέχεται, επικαλούμενη αδυναμία της να ελέγξει την εγκυρότητα και την φερεγγυότητα του εκδότη της.
Το τελευταίο αυτό περιστατικό, πράγματι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν το έλαβε υπόψη το Εφετείο, πλην όμως η τυχόν συνδρομή του περιστατικού αυτού χωριστά, αλλά και σε συνδυασμό με τα λοιπά προβληθέντα και απορριφθέντα, δεν καθιστά καταχρηστική, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, τη διενέργεια του πλειστηριασμού από την πρώτη αναιρεσίβλητη, ενόψει του ότι η εν λόγω καταβολή δεν ήταν, κατ' άρθρο 419 ΑΚ, προσήκουσα.
Επομένως, το ανωτέρω περιστατικό δεν ήταν ουσιώδες για την έκβαση της δίκης και το Εφετείο που δεν το έλαβε υπόψη δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Ως εκ τούτου, ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο Εφετείο η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια, είναι απαράδεκτος.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) που παρέστησαν καθεμία με διαφορετική εκπροσώπηση και κατέθεσαν έγγραφες προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6 Σεπτεμβρίου 2007 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1648/2006 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα κάθε αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ