Supreme Court dismisses appeal on unilateral employment contract modification where employee continued working under new terms.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of Appeal's decision regarding a unilateral reduction of working hours. The employer argued that the employee accepted the new terms by continuing to work, while the employee claimed the change was invalid without consent. The court ruled that the employee's continued employment constituted acceptance of the modified contract terms.
Legislator headnote
AI generatedArticles 7 of Law 2112/1920 and Articles 648-656 of the Civil Code; A unilateral detrimental modification of an indefinite-term employment contract by the employer does not automatically terminate the contract but allows the employee to accept the change, treating it as a new valid agreement if no law or good morals are violated.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1942 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1942/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευθύμιο Καραΐσκο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ROBI HELLAS Α.Β.Ε.Ε.", που εδρεύει στη ΒΙ.Π.Ε. Λαμίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Χαράλαμπο Καλαφάτη, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 169/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 73/2007 του Εφετείου Λαμίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-1-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 21-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 7 του ν. 2112/1920 και 648, 649, 652 παρ. 1, 656 και 349 έως 351 του ΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι η εκ μέρους του εργοδότη μονομερής βλαπτική για το μισθωτό μεταβολή των όρων της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας, δηλαδή η επιχειρηθείσα χωρίς τη συγκατάθεση του μισθωτού τροποποίηση των όρων αυτών, χωρίς να υπάρχει τέτοιο δικαίωμα από την ατομική σύμβαση εργασίας, το νόμο ή τον τυχόν υπάρχοντα κανονισμό εργασίας, και κατά τρόπον ώστε να προκαλεί στο μισθωτό άμεσα ή έμμεσα υλική ή και ηθική μόνο ζημία, δεν επάγεται τη λύση της εργασιακής συμβάσεως, αλλά παρέχει στο μισθωτό το δικαίωμα :
α) Να αποδεχτεί τη μεταβολή αυτήν, οπότε συνάπτεται, κατά το άρθρο 361 ΑΚ, νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής, η οποία είναι έγκυρη, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη (άρθρα 174 και 178, αντίστοιχα, του ΑΚ). β) Να θεωρήσει τη μονομερή αυτή βλαπτική μεταβολή των όρων της συμβάσεως εργασίας ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως αυτής εργασίας εκ μέρους του εργοδότη και να αποχωρήσει από την εργασία του, αξιώνοντας την καταβολή της κατά το νόμο αποζημιώσεως.
Και γ) να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής συμβάσεως και να εξακολουθήσει να παρέχει, την εργασία του υπό τους πριν από τη μεταβολή όρους και σε περίπτωση μη αποδοχής αυτής από τον εργοδότη να απαιτήσει από αυτόν, ως γενόμενο εντεύθεν υπερήμερο, την καταβολή του μισθού του. Η μεταβολή των ορών της συμβάσεως εργασίας παύει να είναι μονομερής, εφόσον ο μισθωτός αποδεχτεί αυτή ρητώς ή σιωπηρώς, με πράξεις δηλαδή που συμπερασματικώς δείχνουν την για αποδοχή βούλησή του, όπως στην περίπτωση κατά την οποία ο μισθωτός επί μακρό χρονικό διάστημα αδιαμαρτυρήτως και ανεπιφυλάκτως συμμορφώνεται προς τους νέους όρους εργασίας, οπότε, όπως προαναφέρθηκε καταρτίζεται εγκύρως, εφόσον δεν αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου ή στα χρηστά ήθη, νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι ο μισθωτός δεν μπορεί ούτε να θεωρήσει τη μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεως αυτής εκ μέρους του εργοδότη και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, αλλ' ούτε και να αξιώσει την τήρηση της εργασιακής συμβάσεως όπως αυτή είχε προηγουμένως.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη, νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), ότι αποδείχθηκαν τα ακολούθα πραγματικά περιστατικά :
Με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου η αναιρεσίβλητη προσέλαβε στις 22-5-1936 στην υπηρεσία της τον αναιρεσείοντα, για να προσφέρει τις υπηρεσίες του διευθυντή παραγωγής-τεχνικού διευθυντή στη βιοτεχνία μηχανών και εργαλείων καθαρισμού που διατηρεί στη ..... . Το Νοέμβριο του έτους 2004 η αναιρεσίβλητη αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και τα όργανά της αποφάσισαν ότι για την περιστολή των λειτουργικών δαπανών και την επιβίωση της εταιρείας έπρεπε ή να απολυθεί ένας από το προσωπικό ή (το λιγότερο επαχθές) να μειωθεί ο χρόνος απασχολήσεως όλου του προσωπικού κατά μία ημέρα το μήνα.
Η είδηση ανακοινώθηκε στο προσωπικό και κανένας δεν αντέδρασε. Το μέτρο αυτό δεν εφαρμόστηκε αμέσως, διότι τον Ιανουάριο του έτους 2005, οπότε οι οικονομικές δυσχέρειες πολλαπλασιάστηκαν επειδή οι παραγγελίες (και συνεπώς η παραγωγή) μειώθηκαν, προέκυψε ανάγκη για μεγαλύτερη ακόμη περικοπή των ημερών εργασίας.
Ετσι η αναιρεσίβλητη επανήλθε και με το Α (που είναι ο ιδρυτής της βιοτεχνίας και σήμερα συνταξιούχος) ζήτησε από το προσωπικό να συναινέσουν σε περικοπή μιας ημέρας εργασίας κάθε εβδομάδα. Διαφορετικά έπρεπε κάποιος από το προσωπικό, που το αποτελούσαν 5 άτομα (4 στην παραγωγή και 1 στη γραμματεία) να απολυθεί.
Ενόψει της καταστάσεως αυτής όλοι οι εργαζόμενοι (μεταξύ αυτών και ο αναιρεσείων) συμφώνησαν και αποδέχθηκαν το μέτρο αυτό ως αναγκαίο. Έτσι το μέτρο εφαρμόστηκε αμέσως και θα ίσχυε προσωρινά μέχρι τη βελτίωση των παραγγελιών. Μάλιστα, μετέπειτα ο αναιρεσείων παρέμεινε και εργάστηκε υπό το νέο εργασιακό καθεστώς μέχρι τις 25-2-2005.
Τότε απέστειλε στην αναιρεσίβλητη για πρώτη φορά εξώδικη διαμαρτυρία, με την οποία γνωστοποίησε ότι θεωρεί τη μεταβολή των όρων της εργασίας του μονομερή και βλαπτική και την εκλαμβάνει ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεώς του. Συγχρόνως αποχώρησε από την υπηρεσία του, ενώ δύο μόλις ημέρες αργότερα προσλήφθηκε από άλλη ομοειδή επιχείρηση με την ίδια ειδικότητα και τις ίδιες αλλά πλήρεις αποδοχές.
Δηλαδή ο αναιρεσείων μετά την παροχή της αρχικής συγκατάθεσης μεταμελήθηκε και έκτοτε αναζητούσε νέα εργασία με πλήρεις αποδοχές. Μόλις την εξασφάλισε, επικαλέστηκε με το εξώδικο του προσχηματικά την αντίθεσή του στη μείωση του χρόνου απασχολήσεως που είχε κάνει ο εργοδότης του, επιδιώκοντας να λάβει και αποζημίωση απολύσεως.
Ακολούθως δε το Εφετείο δέχτηκε ότι, εφόσον ο αναιρεσείων είχε αποδεχτεί το ανωτέρω μέτρο, η μεταβολή των όρων εργασίας του έπαυσε να είναι μονομερής και καταρτίστηκε εγκύρως νέα σύμβαση τροποποιητική της αρχικής και έτσι αυτός δεν δικαιούνταν να θεωρήσει τη μεταβολή ως καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή της νόμιμης γι' αυτήν αποζημίωσης, αφού αποχώρησε μόνος του από την εργασία του καταγγέλλοντας ο ίδιος την εργασιακή σύμβαση και ως εκ τούτου θα έπρεπε η ένσταση της αναιρεσίβλητης για αποδοχή από τον αναιρεσείοντα της προαναφερόμενης μεταβολής των όρων εργασίας να γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε ως βάσιμο το σχετικό δεύτερο λόγο της εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της υπ' αριθ. 169/2006 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λαμίας, με την οποίο είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η ένδικη από 15-3-2005 αγωγή του αναιρεσείοντος για αναγνώριση του ότι η αναιρεσίβλητη οφείλει σ' αυτόν το ποσό των 23.179,45 ευρώ για αποζημίωση απολύσεώς του, ύστερα από τον περιορισμό του αιτήματός της από καταψηφιστικού σε αναγνωριστικό, και ακολούθως, αφού δέχτηκε κατ' ουσίαν και την ίδια την έφεση αυτήν και εξαφάνισε την αμέσως πιο πάνω πρωτόδικη απόφαση, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την προαναφερόμενη ένδικη αγωγή του αναιρεσείοντος.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 648, 649 και 652 του ΑΚ, καθώς και του άρθρου 7 του ν. 2112/1920. Και αυτό γιατί με βάση τις παραδοχές του πράγματι, μετά την κατάρτιση και δη εγκύρως της νέας συμβάσεως, τροποποιητικής της αρχικής συμβάσεως εργασίας του αναιρεσείοντος, δεν υφίστατο μονομερής μεταβολή των όρων της εν λόγω αρχικής συμβάσεως και ως εκ τούτου δεν παρεχόταν στον αναιρεσείοντα, ως μισθωτό, το δικαίωμα να θεωρήσει τη μεταβολή αυτήν ως άτακτη καταγγελία της συμβάσεώς του αυτής εργασίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και να απαιτήσει την πληρωμή της κατά το νόμο αποζημιώσεως απολύσεως.
Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτήν αναφορικά με το αμέσως πιο πάνω υπό το στοιχείο α' ζήτημα, δηλαδή αναφορικά με το ότι είχε καταρτιστεί μεταξύ των διαδίκων νέα σύμβαση, τροποποιητική της αρχικής σύμβαση, εργασίας του αναιρεσείοντος για μεταβολή των όρων εργασίας του ως προς την περικοπή μιας ημέρας εργασίας κάθε εβδομάδα, και πλήρεις και σαφείς είναι και δεν εμφανίζουν οποιαδήποτε αντιφατικότητα.
Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν και δη εκείνων που αναφέρονται στο προτασσόμενο πρώτο μέρος της παρούσας σκέψεως. Συγκεκριμένα αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι η ως άνω ρητή, όπως εκτιμάται, τροποποιητική συμφωνία έλαβε χώρα κατά μήνα Ιανουάριο του έτους 2005 και πάντως, όπως επίσης εκτιμάται, πριν εφαρμοστεί το ως άνω μέτρο της περικοπής μιας ημέρας εργασίας κάθε εβδομάδα.
Δεν χρειαζόταν δε να αναφερθεί ποια συγκεκριμένη ημέρα του ανωτέρω μήνα έγινε η εν λόγω τροποποιητική συμφωνία, αλλ' ούτε και αν η σχετική συγκατάθεση του αναιρεσείοντος δόθηκε προφορικώς ή εγγράφως, Μάλιστα, δεν υφίσταται οποιαδήποτε αντιφατικότητα στις αιτιολογίες της προσβαλλόμενης αποφάσεως αναφορικά με το ως άνω ζήτημα, αφού το Εφετείο με σαφήνεια και χωρίς οποιαδήποτε αντιφατικότητα δέχεται ότι όλοι οι εργαζόμενοι της επιχειρήσεως της αναιρεσίβλητης, στους οποίους περιλαμβανόταν και ο αναιρεσείων, συναίνεσαν και δη ρητώς, όπως εκτιμάται, στο μέτρο της περικοπής μιας ημέρας εργασίας κάθε εβδομάδα, συμφωνώντας προς τούτο και αποδεχόμενοι το μέτρο αυτό ως αναγκαίο και εφαρμοστέο προσωρινά μέχρι τη βελτίωση των παραγγελιών.
Το δε μνημονευόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι ο αναιρεσείων παρέμεινε και εργάστηκε υπό το νέο εργασιακό καθεστώς μέχρι τις 25-2-2005 αναφέρεται, όπως εκτιμάται, όχι ως περιστατικό από το οποίο προέκυπτε σιωπηρή αποδοχή εκ μέρους του αναιρεσείοντος της ως άνω μεταβολής ως μονομερώς απότ ην αναιρεσίβλητη γενόμενης, αλλά στα πλαίσια εκτιμήσεως των αποδείξεων και ιδίως της αντικρούσεως της καταθέσεως της συζύγου του αναιρεσείοντος ως μάρτυρα αποδείξεως αναφορικά με το από αυτήν κατατεθέν ότι ο αναιρεσείων δεν αποδέχτηκε το προαναφερόμενο μέτρο αλλά αντέδρασε.
Ενόψει αυτών οι μοναδικοί λόγοι αναιρέσεως και δη τόσο ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ευθείας παραβιάσεως των ως άνω υπό το στοιχείο α' ουσιαστικού δικαίου διατάξεων όσο και ο από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β', πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι στο σύνολο τους.-
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Ιανουαρίου 2007 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 73/2007 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας.- Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια (700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ