Greek Supreme Court dismisses appeal against railway carrier's liability for cargo damage under COTIF-CIM Convention.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by the Hellenic Railways Organization (OSE) against the Athens Court of Appeal's judgment. The OSE argued that sealing cargo by the manufacturer should not trigger liability under the COTIF-CIM Convention, while the defendant Proodos maintained the carrier was liable for the damage. The court ruled that the lower court properly considered and rejected the OSE's arguments, finding them legally and factually unfounded, and thus the appeal was inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 35, 36, 37, 55 of the COTIF-CIM Convention; Article 559 of the Code of Civil Procedure: Collective liability for carriage applies to all carriers involved in the chain of transport, and an appeal based on failure to consider arguments is inadmissible if the lower court examined and rejected them with sufficient reasoning.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1942 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1942/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές : Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Της αναιρεσείουσας : Δημόσιας Επιχείρησης με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (Ο.Σ.Ε.)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Νικολέττα Τζεβελέκου.
Της αναιρεσίβλητης : Της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΩΝ ΜΕΤΑΦΟΡΩΝ ΠΡΟΟΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Τζοβάρα, χωρίς να καταθέσει προτάσεις..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2001 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 250/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6405/2004 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10 Ιανουαρίου 2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καλαμίδας ανέγνωσε την από 18 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθεμία την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τις διατάξεις των άρθρων 35,36 παρ.1 και3,37 παρ.2 και 55 παρ.3 του Β παραρτήματος της από 9-5-1980 Σύμβασης της Βέρνης για τις διεθνείς σιδηροδρομικές μεταφορές εμπορευμάτων (COTIF-CIM),η οποία κυρώθηκε με το Ν. 1593/1996,θεσπίζεται συλλογική ευθύνη για την εκτέλεση της μεταφοράς τόσο του σιδηροδρόμου ο οποίος αποδέχεται το εμπόρευμα προς μεταφορά μαζί με τη φορτωτική, όσο και καθενός από τους κατά σειρά επόμενους σιδηροδρόμους με μόνο το γεγονός της παραλαβής του εμπορεύματος μαζί με τη φορτωτική και της συμμετοχής του στη σύμβαση μεταφοράς, σύμφωνα με τους όρους του εγγράφου αυτού.
Η σχετική αγωγή μπορεί να ασκηθεί είτε κατά του σιδηροδρόμου αποστολής, είτε κατά του σιδηροδρόμου προορισμού ή κατ εκείνου του σιδηροδρόμου στον οποίο προέκυψε το γενεσιουργό γεγονός της αγωγής, ενώ ο σιδηρόδρομος προορισμού μπορεί να εναχθεί ακόμη και αν δεν παρέλαβε ούτε το εμπόρευμα ούτε τη φορτωτική (άρθρο 55 παρ.3).
Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 11 παρ.1 και 4,12 παρ.1,18 και 20 του ανωτέρω παραρτήματος της Σύμβασης συνάγεται ότι, ναι μεν για κάθε αποστολή πρέπει να συντάσσεται μία φορτωτική και αυτή δεν μπορεί παρά να αφορά στο φορτίο ενός μόνο βαγονιού (άρθρ.12 παρ.1),όμως η φορτωτική που εκδίδεται δεν είναι συστατικό έγγραφο της σύμβασης μεταφοράς, αλλά μόνο αποδεικτικό μέσο των σχέσεων μεταξύ των εμπλεκομένων στη μεταφορά μερών, ώστε, ατελής εγγραφή στη φορτωτική σχετικών με τη μεταφορά γεγονότων δεν αποκλείει την απόδειξη αυτών με άλλα αποδεικτικά μέσα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, το Εφετείο, κρίνοντας επί της από 2-3-2001 αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας κατά του αναιρεσείοντος Οργανισμού, υπόχρεου από τη σ αυτή αναφερόμενη σύμβαση διεθνούς μεταφοράς, ως σιδηροδρόμου του τόπου προορισμού, για καταβολή αποζημιώσεως 8.081.639 δραχμών, εξαιτίας απώλειας των αναφερομένων στην αγωγή εμπορευμάτων, κατά τη διάρκεια της εν λόγω μεταφοράς από την Γερμανία στην Αθήνα, δέχθηκε ανελέγκτως τα ακόλουθα.
Με διαδοχικές συμβάσεις που καταρτίσθηκαν τον Ιούνιο του έτους 2000 μεταξύ της εταιρίας "PROCTER & GABLE",που εδρεύει στη Γερμανία και της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), η πρώτη ανέθεσε στη δεύτερη, ως παραγγελιοδόχο εταιρία διεθνών μεταφορών, τη μέριμνα της σιδηροδρομικής μεταφοράς από τη Γερμανία στην Αθήνα εννέα (9) παρτίδων προϊόντων της ( χάρτινες πάνες διαφόρων τύπων και μωρομάντηλα),τα οποία θα παραδίδονταν στην ανώνυμη εταιρία "PROCTER & GAMBLE ΕΛΛΑΣ Α.Ε.",που εδρεύει στην Αθήνα.
Ότι, σε εκτέλεση των συμβάσεων αυτών, η ενάγουσα ανέθεσε τη μεταφορά των παραπάνω εμπορευμάτων ,τα οποία ήταν συσκευασμένα σε χαρτοκιβώτια, στους γερμανικούς σιδηροδρόμους, που διέθεσαν ένα βαγόνι για τη φόρτωση κάθε μιας παρτίδας. Ότι, κατά το από 28-6-2000 έως 19-7-2000 χρονικό διάστημα τα πιο πάνω προς μεταφορά εμπορεύματα φορτώθηκαν σε εννέα βαγόνια, αριθμό αντίστοιχο προς τις μεταφερόμενες παρτίδες, στα εργοστάσια παραγωγής της πιο πάνω γερμανικής εταιρίας, στις πόλεις Crailsheim και Derkum, που συνδέονται με παρακαμπτήριες γραμμές με το γερμανικό σιδηροδρομικό δίκτυο.
Ότι, μετά τη φόρτωση, που έγινε με την επιμέλεια της ενάγουσας, αφού προηγήθηκε καταμέτρηση από υπαλλήλους της γερμανικής εταιρίας παραγωγής-αποστολής των εμπορευμάτων, όλες οι πόρτες των βαγονιών σφραγίσθηκαν με μολυβδοσφραγίδες της εν λόγω εταιρίας. Ότι, για κάθε μία από τις μεταφερόμενες παρτίδες εμπορευμάτων εκδόθηκαν δύο (2) σιδηροδρομικές φορτωτικές, δηλαδή συνολικά 18 φορτωτικές, από τις οποίες η πρώτη κάλυπτε τη διαδρομή από τη Γερμανία μέχρι τα Αυστροουγγρικά σύνορα και ανέγραφε ως παραλήπτρια την ενάγουσα, εκπροσωπούμενη από την εταιρία Gysev και η δεύτερη, που εκδόθηκε από την τελευταία εταιρία (εκπρόσωπο της ενάγουσας-εφεσίβλητης), τη διαδρομή από τα Αυστροουγγρικά σύνορα μέχρι την Αθήνα και ανέγραφε ως αποστολέα και παραλήπτρια την ενάγουσα.
Ότι, τούτο, δηλαδή η έκδοση δύο φορτωτικών για κάθε παρτίδα-βαγόνι, έγινε για λόγους διαδικαστικούς, καθόσον η Ουγγαρία δεν ήταν μέλος της Ευρωπαϊκής Ενώσεως. Ότι, σε όλες αυτές τις φορτωτικές καταχωρήθηκαν, μεταξύ άλλων, ο αριθμός του βαγονιού φορτώσεως, ο αριθμός των χαρτοκιβωτίων που φορτώθηκαν σ αυτό, το βάρος τους και ο αριθμός των σφραγίδων που τέθηκαν στο βαγόνι, καθώς και οι ενδείξεις τους.
Ότι, επίσης, σε όλες τις φορτωτικές, που κάλυπταν τη διαδρομή από τη Γερμανία μέχρι τα Αυστροουγγρικά σύνορα, αναγράφεται ρητώς ότι τα εμπορεύματα θα προωθηθούν περαιτέρω στην "ΠΡΟΟΔΟΣ Α.Ε." (εφεσίβλητη-ενάγουσα-παραλήπτρια),χωρίς μεταφόρτωσή τους, με προορισμό την Αθήνα. Ότι, όλες αυτές οι φορτωτικές, μαζί με τα σχετικά τιμολόγια και τα αντίστοιχα δελτία παραδόσεως, συνόδευαν τα εμπορεύματα σε όλη τη διάρκεια της μεταφοράς τους από τις πιο πάνω πόλεις της Γερμανίας μέχρι την Αθήνα.
Ότι, οι υπάλληλοι των γερμανικών σιδηροδρόμων δεν επαλήθευσαν την ποσότητα των εμπορευμάτων που φορτώθηκαν στα βαγόνια τους, καθόσον δεν αναμείχθηκαν στη φόρτωση. Ότι, όμως, η ακρίβεια των σχετικών εγγραφών επί των φορτωτικών αποδεικνύεται επιτρεπτώς από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως και από το τιμολόγιο πωλήσεως, που συνόδευε κάθε παρτίδα, στο οποίο αναγράφεται αριθμός χαρτοκιβωτίων αντίστοιχος με τον αναγραφόμενο στις φορτωτικές.
Ότι, κατά τα διαδοχικά δρομολόγια της μεταφοράς δεν επήλθε αλλαγή στα βαγόνια, ούτε μεταφέρθηκε κάποιο χαρτοκιβώτιο από το ένα βαγόνι στο άλλο. Ότι, κατά την άφιξη των εμπορευμάτων στο σιδηροδρομικό σταθμό της Αθήνας, κατά το χρονικό διάστημα από 10-7-2000 έως 31-7-2000 και πριν από την εκφόρτωση και παραλαβή τους από την ενάγουσα-παραλήπτρια αυτών, διαπιστώθηκε από τους αρμοδίους υπαλλήλους του εναγομένου (Ο.Σ.Ε.) ότι σε όλα τα βαγόνια μερικές από τις μολυβδοσφραγίδες του εργοστασίου της γερμανικής εταιρίας είχαν αντικατασταθεί με άλλες.
Ότι, στη συνέχεια, κατά το άνοιγμα των βαγονιών και την εκφόρτωση των εμπορευμάτων, που έγινε παρουσία των ίδιων υπαλλήλων του εναγομένου, διαπιστώθηκε ότι σε κάθε βαγόνι υπήρχε έλλειμμα χαρτοκιβωτίων, το οποίο συνολικά και για τα εννέα βαγόνια ανερχόταν σε 1.065 χαρτοκιβώτια, η αξία των οποίων, σύμφωνα με τη συνηθισμένη τιμή (αφού οι διάδικοι δεν επικαλούνται ότι υπήρχε χρηματιστηριακή τιμή) των εμπορευμάτων του ίδιου είδους και ποιότητας στους παραπάνω τόπους και χρόνους, που έγιναν δεκτά προς μεταφορά, η οποία (τιμή) ήταν εκπεφρασμένη σε δραχμές, ανερχόταν στο ποσό των 8.081.639 δραχμών.
Ότι τα εμπορεύματα αυτά χάθηκαν κατά τη διάρκεια της μεταφοράς τους από τις ενδιάμεσες χώρες διελεύσεως των σιδηροδρομικών συρμών (Αυστρία, Ουγγαρία, Βουλγαρία, Γιουγκοσλαβία), καθόσον, κατά τη διέλευση από τις χώρες αυτές, άγνωστοι δράστες διέρρηξαν μερικές από τις σφραγίδες των βαγονιών ,άνοιξαν τις αντίστοιχες πόρτες και έκλεψαν τα εμπορεύματα, που αναφέρονται αναλυτικά στην προσβαλλομένη, κατ' αριθμό κλαπέντων, από κάθε βαγόνι, χαρτοκιβωτίων, με την αντίστοιχη αξία αυτών.
Ότι, για όλα τα προαναφερόμενα ελλείμματα συντάχθηκαν από τον εναγόμενο-αναιρεσείοντα Οργανισμό, σύμφωνα με το άρθρο 52 παρ.1 της άνω Σύμβασης της Βέρνης, τα αναφερόμενα εννέα (9) πρωτόκολλα βεβαιώσεως των ελλειμμάτων (ένα για κάθε βαγόνι).Ότι, στα πρωτόκολλα αυτά, έχει αναγραφεί η παρατήρηση ότι τα φορτία δεν είχαν καταμετρηθεί από τον σιδηρόδρομο αποστολής, η οποία, όμως, δεν ασκεί επιρροή, αφού η φόρτωση των χαρτοκιβωτίων ,στα οποία περιλαμβάνονται και τα απωλεσθέντα, αποδείχθηκε κατά τα εκτεθέντα από τα άλλα αποδεικτικά μέσα.
Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις ,ως και αυτές των άρθρων 1 παρ.1,13 παρ.1,3,28 παρ.1 και 51 του Β Παραρτήματος της άνω Σύμβασης της Βέρνης και οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα πρώτος και δεύτερος, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγοι της αναιρέσεως είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, το Εφετείο, με τις άνω παραδοχές του, ότι, καίτοι εκδόθηκαν δύο φορτωτικές για κάθε παρτίδα για τον άνω λόγο, πρόκειται για μία (ενιαία) σιδηροδρομική μεταφορά από την Γερμανία στην Αθήνα, για την οποία έχει ευθύνη ο αναιρεσείων, ως σιδηρόδρομος προορισμού, απέρριψε εκ του πράγματος ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του τελευταίου περί ελλείψεως παθητικής του νομιμοποιήσεως, διότι, κατ΄ αυτόν, πρόκειται για δύο αυτοτελείς και διακριτές σιδηροδρομικές μεταφορές, στην πρώτη των οποίων (από τη Γερμανία στο SOPRON Ουγγαρίας) δεν έχει συμμετοχή και ευθύνη και δεν υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ.14 του Κ.Πολ.Δ.
πλημμέλεια παρά το νόμο μη κηρύξεως της αγωγής απαράδεκτης ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως του αναιρεσείοντος και ο αντίθετος δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμος. Ενόψει της άνω παραδοχής του Εφετείου, ότι εν προκειμένω πρόκειται για μία ενιαία σιδηροδρομική μεταφορά από τη Γερμανία στην Αθήνα, ο προταθείς ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το περιεχόμενο των δύο (για κάθε παρτίδα) φορτωτικών είναι διαφορετικό ως προς τα στοιχεία του αποστολέα, τους σταθμούς αποστολής και προορισμού και τη διανυθείσα διαδρομή, είναι επουσιώδης, μη έχων επίδραση στο διατακτικό και μη συνιστών "πράγμα" κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ.
και το Εφετείο, που δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα επουσιώδη ισχυρισμό αυτό δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άνω άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ.1,118 περ.4 και 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο αποδεικτικού εγγράφου, πρέπει να εκτίθενται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων 1) το ακριβές περιεχόμενο του εγγράφου που φέρεται ότι παραμορφώθηκε και 2)εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό του το Εφετείο ,ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε το έγγραφο και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς του δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό (Α.Π. 475/2002,Α.Π. 883/1995).Στην προκειμένη περίπτωση, με τον εκ του άρθρου 559 αριθ.20 του Κ.Πολ.Δ.
τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, ο αναιρεσείων προβάλλει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραμόρφωσε το περιεχόμενο των κατά τα άνω εκδοθεισών φορτωτικών, ως και το περιεχόμενο των ως άνω συνταγέντων εννέα πρωτοκόλλων βεβαιώσεως των ελλειμμάτων. Εφόσον στο αναιρετήριο δεν εκτίθεται το ακριβές περιεχόμενο των άνω εγγράφων και εκείνο που εξέλαβε ως περιεχόμενό τους το Εφετείο, ώστε από τη σύγκρισή τους να κριθεί αν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα ανέγνωσε τα έγγραφα αυτά και συνεπεία της εσφαλμένης αναγνώσεώς τους δέχθηκε πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 36 παρ.3 και 37 παρ.2 του Β Παραρτήματος της άνω Σύμβασης της Βέρνης, ο σιδηρόδρομος απαλλάσσεται από την ευθύνη για ολική ή μερική απώλεια ή τη βλάβη του εμπορεύματος, που αυτό παθαίνει, κατά το χρονικό διάστημα από την παραλαβή προς μεταφορά μέχρι την παράδοση, όταν αυτή προκύπτει από ειδικό κίνδυνο, που υπάρχει σε ένα ή περισσότερα απαριθμούμενα στη σύμβαση περιοριστικώς περιστατικά, μεταξύ των οποίων είναι και η φόρτωση του εμπορεύματος από τον αποστολέα χωρίς την ανάμειξη του σιδηροδρόμου.
Στην περίπτωση αυτή, ο σιδηρόδρομος αρκεί απλώς να αποδείξει, προς απαλλαγή του, ότι, λαμβανομένων υπόψη των περιστατικών ,η απώλεια μπορούσε να προκύψει από τον ανωτέρω ειδικό κίνδυνο, οπότε υπάρχει μαχητό τεκμήριο ότι προήλθε από αυτόν, ο δικαιούχος, όμως, της μεταφοράς έχει το δικαίωμα να πλήξει τη βάση του τεκμηρίου ανταποδεικνύοντας ότι η ζημία δεν προήλθε από τον κίνδυνο αυτό (άρθρο 37 παρ.2).Απαιτείται δηλαδή η επίκληση και απόδειξη από τον ενιστάμενο σιδηρόδρομο, πέραν του γεγονότος της φόρτωσης από τον αποστολέα ή της εκφόρτωσης από τον παραλήπτη και κάποιας άλλης ενέργειας που τότε έλαβε χώρα και από την οποία θα μπορούσε να προκύψει η απώλεια ή η βλάβη των εμπορευμάτων (Α.Π. 608/2005,Α.Π. 19/2005).Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε εν προκειμένω ανελέγκτως ότι η απώλεια που διαπιστώθηκε κατά την άφιξη στην Αθήνα των άνω παραδοθέντων προς σιδηροδρομική μεταφορά εμπορευμάτων δεν προήλθε από τον επικαλούμενο ειδικό κίνδυνο της φόρτωσής τους από τον αποστολέα, χωρίς ανάμειξη του σιδηροδρόμου ή της εκφόρτωσής τους από την παραλήπτρια, αλλά, όπως εκτέθηκε, από κλοπή τους από άγνωστους δράστες κατά τη διάρκεια της σιδηροδρομικής μεταφοράς τους και ότι, συνακόλουθα, δεν αποδείχθηκε από τον ενιστάμενο σιδηρόδρομο (ήδη αναιρεσείοντα) η βάση του από τη διάταξη του άρθρου 37 παρ.2 του Παραρτήματος της σύμβασης τεκμηρίου.
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την ένσταση του αναιρεσείοντος περί απαλλαγής του από την υποχρέωση προς αποζημίωση λόγω του ανωτέρω ειδικού κινδύνου. Όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 36 παρ.3 του Παραρτήματος της Σύμβασης και δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ.
και ο αντίθετος τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το τρίτο μέρος του, είναι αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το άνω δικαστήριο την κρίση του σχημάτισε από τα μνημονευόμενα σ αυτή (αποδεικτικά μέσα (Α.Π. 575/1978).
Εν προκειμένω, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, λαβούσα υπόψη τα μνημονευόμενα από αυτή αποδεικτικά μέσα, ήτοι την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα και τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σχημάτισε την κρίση της και κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα. Επομένως, η προσβαλλομένη δεν δέχθηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και οι εκ του άρθρου 559 αρ.10 του Κ.Πολ.Δ. τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τέταρτο μέρος του και τέταρτος(τελευταίος)λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αβάσιμοι.
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.8 του Κ.Πολ.Δ. δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός της αναιρέσεως αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολομ. Α.Π. 12/1991).
Εν προκειμένω, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, τον (προταθέντα με λόγο εφέσεως) ισχυρισμό του εκκαλούντος-αναιρεσείοντος ότι η σφράγιση των βαγονιών από την εταιρία παραγωγής των εμπορευμάτων δεν προβλέπεται από το άρθρο 20 παρ.5 της σύμβασης της Βέρνης και επομένως η σφράγιση αυτή και η παραβίαση των σφραγίδων δεν έχει έννομες συνέπειες για τον σιδηρόδρομο, τον έλαβε υπόψη του το Εφετείο και τον απέρριψε ως μη νόμιμο, αλλά και ως ουσιαστικά αβάσιμο, με την επαρκή και μη αντιφάσκουσα αιτιολογία ότι αποστολέας των εμπορευμάτων ήταν η γερμανική εταιρία παραγωγής αυτών, που αναγράφεται σε επτά από τις εννέα φορτωτικές που εκδόθηκαν στη Γερμανία, η δε επικαλούμενη ως άνω διάταξη δεν απαγορεύει στον αποστολέα και εν προκειμένω στην ενάγουσα, που αναγράφεται ως αποστολέας σε δύο φορτωτικές, να θέσει στα βαγόνια τη σφραγίδα της παραγωγού των μεταφερομένων προϊόντων εταιρίας. Επομένως, εφόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ως άνω ισχυρισμό και τον απέρριψε με επαρκή και μη αντιφάσκουσα αιτιολογία, δεν υπέπεσε στις πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθ.8 και 19 του Κ.Πολ.Δ. και ο αντίθετος τρίτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το πέμπτο μέρος του, είναι αβάσιμος.
Ο εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, ιδρυόμενος αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.
Εν προκειμένω, όπως από την προσβαλλομένη προκύπτει, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη βεβαίωση αυτή, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομισθέντα από τον αναιρεσείοντα έγγραφα, ήτοι τις άνω φορτωτικές, πρωτόκολλα βεβαιώσεως των ελλειμμάτων, το 830079/2001 έγγραφο του αναιρεσείοντος, τον προσαχθέντα χάρτη με το σιδηροδρομικό δίκτυο της Αυστρίας και της Ουγγαρίας, τα εννέα έγγραφα-διαμαρτυρίες της αναιρεσίβλητης και το 250/2003 πρακτικό, που περιέχει την κατάθεση του εξετασθέντος μάρτυρα και ο εκ του άρθρου 559 αριθ.11γ του Κ.Πολ.Δ. αντίθετος τέταρτος λόγος της αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, είναι αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-1-2005 αίτηση του ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΥ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΟΣΕ) για αναίρεση της 6405/2004 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των εξακοσίων πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ