Legislator Case Law & Legislation
1941/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against expropriation compensation ruling regarding specific property parcels.

Case Number 1941/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the Government's appeal against a lower court's expropriation compensation decision. The Government argued that specific property parcels should not have been designated as self-compensated, while the lower court had incorrectly ruled them as such. The Court found the lower court erred in its assessment of these specific parcels but upheld the decision regarding others, remanding the case for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(14) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court erred in assessing specific property parcels for self-compensation but correctly ruled on others, remanding the case for further examination.

Keywords

AI generated
expropriation compensation self-compensated property partial appeal allowance remand for retrial property valuation assessment

Cited Legislation

AI generated
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 22(2)(b) of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1941 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1941/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Συντονιστή της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αντωνία Κυρίτση, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: Ι) Καθ' ων η από 1-2-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου: 1. Α. Δ. ΤΟΥ Δ., κατοίκου ... (ΑΚΠ 028), ………..………έως και

(σελ.27) Ι.Τ. του Ν. και Δ.(ΑΚΠ157).

Α. Οι υπό στοιχ. 6α, 6β, 7α, 7β, 16α, 16β, 32γ, 39, 45, 60α, 60β, 60γ, 61α, 61β, 61γ, 88β, 93β, 102, 115, 150β, 152, 153γ, 161γ, 161δ, 161ε, 161στ και 161ζ των αναιρεσιβλήτων (καθ' ων η από 1-2-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου), εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Δημητρουλόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και ο οποίος στην εν λόγω από 25-9-2024 δήλωση, καθώς και με τις κατατεθείσες προτάσεις του δήλωσε:

1) Ο υπό στοιχ. 3β και 4β (πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο) των αναιρεσιβλήτων, Ε.Σ., .............., εκπροσωπούμενες από τον ίδιο.

2) Η υπό στοιχ. 11β και 71 (πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο) των αναιρεσιβλήτων, Δ. Κ. χα Ι., ..........., εκπροσωπούμενη από τον ίδιο.

3) Ο υπό στοιχ. 32α των αναιρεσιβλήτων, Θ. Γ. του Θ,......... εκπροσωπούμενη από τον ίδιο.

4) Ο υπό στοιχ. 49 των αναιρεσιβλήτων, Δ. Δ. του Ν.,.......... εκπροσωπούμενη από τον ίδιο.

5) Ο υπό στοιχ. 93α των αναιρεσιβλήτων, Γ. Μ. του Κ., , ...........εκπροσωπούμενη από τον ίδιο.

6) Ο υπό στοιχ. 126 και 127 (πρόκειται για το ίδιο πρόσωπο) των αναιρεσιβλήτων, Ε. Σ. του Θ., .........., εκπροσωπούμενες από τον ίδιο.

7) Ο υπό στοιχ. 153β των αναιρεσιβλήτων, Ι. Γ. του Χ., .........., εκπροσωπούμενη από τον ίδιο.

8) Η υπό στοιχ. 161β των αναιρεσιβλήτων, Γ. χα Π. Χ., .........., εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο.

Β. Οι υπό στοιχ. 1, 2, 3 και 4 (αυτοτελώς αιτούντων - Ι' αίτηση με αρ. κατ. 352/2010) και 23, 24, 25 και 26 (κληρονόμων των αποβιωσάντων αρχικών διαδίκων κατά τη δικάσιμο της 18-9-2014 - IV) των αναιρεσιβλήτων (πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα), εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Κανδαράκη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο υπό στοιχ. 77 (καθ' ων η από 1-2-2011 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου) των αναιρεσιβλήτων Α.Κ. του Α., ...........εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο.

Γ. Οι υπό στοιχ. 30β, 33β, -34α, 35α, 36α, 37 και 38 ..................

ΙΙΙ), 19η και 20ος (παρεμβαινόντων κατά τη δικάσιμο της 1-2-2018 -V) των αναιρεσιβλήτων, εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Κλεονίκη Γκουβίτσα, που δήλωσε στο ακροατήριο και με τις κατατεθείσες προτάσεις του ότι:

Α) Ο υπό στοιχ. 10 (παρεμβαινόντων κατά τη δικάσιμο της 18-9-2014 –

ΙΙΙ) των αναιρεσιβλήτων, Κ. Θ. του Π., ..........εκπροσωπούμενοι από την ίδια.

Β) Παρεμβαίνουν και εκπροσωπούνται από την ίδια οι: 1. α) Μ. Θ. του Κ............... Οι λοιποί των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-2-2011 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης του ήδη αναιρεσείοντος (μετά την έκδοση της 279/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδος αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με τις αυτοτελείς αιτήσεις προσώπων, μεταξύ των οποίων και των ήδη αναιρεσιβλήτων, καθώς και με τις ανταιτήσεις και παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.

Εκδόθηκε η 140/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, την αναίρεση της οποίας ζητεί το αναιρεσείον με την από 2-7-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδάφ. α' του Ν. 2882/2001, σε περίπτωση που ο αριθμός των αναιρεσιβλήτων υπερβαίνει τους είκοσι (20), η κλήτευσή τους στην δίκη μπορεί να διενεργηθεί κατά τις διατάξεις του δεύτερου, τρίτου και τέταρτου εδαφίου της παραγράφου 4 του άρθρου 19, η οποία ισχύει εν προκειμένω, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 88 παρ. 1 Ν. 4714/2020, ΦΕΚ Α 148/31.7.2020.

Ειδικότερα: "Η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.

Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από το γραμματέα του δικαστηρίου, το γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και το γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα.

Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι' αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων".

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.

Αν η κλήση για την συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νομίμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη την συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στην συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 749/2024, Α.Π. 530/2023, Α.Π. 244/2023, Α.Π. 20/2023). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4, εδάφ.

γ' και δ' του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρον 575 εδάφ. β' του ιδίου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων, που θα συζητηθούν, κατά την δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως, η αναβολή της υποθέσεως και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του Δικαστηρίου για την μετ' αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλητεύσεως αυτής, συνεπεία της αναβολής της υποθέσεως και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος ή μη νομίμως παριστάμενος, κατά την μετ' αναβολήν συζήτηση, διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως την συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί στην δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως.

Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στην μετ' αναβολήν δικάσιμο (Ολ. Α.Π. 41/2005, Α.Π. 749/2024, Α.Π. 530/2023, Α.Π. 59/2023, Α.Π. 48/2023). Περαιτέρω, στην παρ. 4 του άρθρου 19 του Ν. 2882/2001, όπως είχε αντικατασταθεί με το άρθρο 171 του Ν. 4512/2018 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 88 παρ. 1 του Ν. 4714/2020, ορίζεται ότι: "Όταν εκείνοι που φέρονται ως ιδιοκτήτες στον κτηματολογικό πίνακα υπερβαίνουν τους πενήντα (50), η κλήτευσή τους γίνεται σύμφωνα με την παρούσα.

Η αίτηση, μαζί με την πράξη προσδιορισμού της δικασίμου, τοιχοκολλάται δεκαπέντε (15) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο στο κατάστημα του δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται, στα καταστήματα των δικηγορικών συλλόγων της περιφερειακής ενότητας ή των περιφερειακών ενοτήτων και στα καταστήματα των δήμων ή των κοινοτήτων στην περιφέρεια των οποίων βρίσκονται τα απαλλοτριούμενα.

Η τοιχοκόλληση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον γραμματέα του δικαστηρίου, τον γραμματέα του οικείου δικηγορικού συλλόγου και τον γραμματέα του οικείου δήμου ή της κοινότητας, αντίστοιχα. Η ειδοποίηση, στην οποία μνημονεύονται το δικαστήριο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση, η τοιχοκόλληση αυτής, η δικάσιμος, περίληψη του αιτήματος και περίληψη της απαλλοτριωτικής πράξης, αναρτώνται στις επίσημες ιστοσελίδες του Υπουργείου Οικονομικών (Διεύθυνση Απαλλοτριώσεων) και του αρμόδιου για την απαλλοτρίωση φορέα.

Η ανάρτηση πιστοποιείται με έκθεση που συντάσσεται από τον προϊστάμενο της αρμόδιας γι' αυτήν υπηρεσίας. Εάν η συζήτηση αναβληθεί για σοβαρό λόγο, σύμφωνα με την παρ. 6, δεν απαιτείται η επανάληψη της διαδικασίας, εκτός αν ο λόγος της αναβολής οφείλεται στην πλημμελή, ατελή ή εκπρόθεσμη πραγματοποίηση των παραπάνω δημοσιεύσεων".

Η παράγραφος 4 του άρθρου 22 του Ν. 2882/2001 ισχύει αναλόγως και στην διαδικασία καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας της αποζημιώσεως, σύμφωνα με το άρθρο 20 του Ν. 2882/2001 και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του ανωτέρω άρθρου, αιτήσεις καθορισμού οριστικής τιμής (Α.Π. 749/2024, Α.Π. 1168/2022, Α.Π. 455/2022, Α.Π. 447/2022, Α.Π. 1001/2021).

Εξάλλου, κατά την παρ. 3, εδάφ. β' του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., αν στην δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Τις κλητεύσεις επικαλούνται και αποδεικνύουν οι παριστάμενοι διάδικοι (εδάφιο β' της παραγράφου 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., όπως προστέθηκε με το άρθρ. 62 του ν. 4139/2013) (Α.Π. 749/2024, Α.Π. 1168/2022, Α.Π. 97/2022, Α.Π. 8/2018). Τέλος, το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο με την προαναφερθείσα παρ. 3, εδάφ. β' του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. έχει και η διάταξη του άρθρου 22 παρ. 4 εδάφ.

τελ. του Ν. 2882/2001 - Κώδικας περί αναγκαστικών απαλλοτριώσεων, που ορίζει ότι επί αναγκαστικής απαλλοτριώσεως δεν εφαρμόζεται η παρ. 3 του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. και η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αιτήσεως χωρεί νομίμως ως προς όσους έχουν κλητευθεί. Με το περιεχόμενο αυτό η εν λόγω διάταξη αφορούσε την παρ. 3, εδάφ.

β' του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το άρθρο 62 του Ν. 4139/2013, μετά, όμως, την αντικατάστασή της και οι δύο διατάξεις (παρ. 3, εδάφ. β' του άρθρου 576 του Κ.Πολ.Δ. και άρθρου 22 παρ. 4, εδάφ. τελ. του Ν. 2882/2001) έχουν τις ίδιες συνέπειες (Α.Π. 749/2024, Α.Π. 1168/2022).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 2-7-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 27/5-7-2019), αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμ. 140/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, της οποίας, με πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Δικαστηρίου τούτου, ορίσθηκε αρχική δικάσιμος, για την συζήτηση της υποθέσεως, η 27-1-2023, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, από τους αναιρεσίβλητους οι με στοιχεία 1, 2, 3α, 4α, 5, 8α, 8β, 8γ, 9, 10α, 10β, 10γ, 11α, 12α, 12β, 12γ, 12δ, 13α, 13β, 14, 15α, 15β, 15γ, 17, 18, 19α, 19β, 19γ, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26α, 26β, 26γ, 27, 28α, 28β, 28γ, 29, 30α, 31α, 31β, 32α, 32β, 32δ, 34β, 34γ, 35β, 35γ, 35δ, 36β, 36γ, 36δ, 40, 41, 42, 43α, 43β, 43γ, 44α, 44β, 44γ, 46α, 46β, 47α 47β, 47γ, 48, 50α, 50β, 51α, 51β, 51γ, 51δ, 52α, 52β, 52γ, 53α, 53β, 54α, 54β, 55α, 55β, 56α, 56β, 56γ, 56δ, 57α, 57β, 57γ, 57δ, 58, 59α, 59β, 59γ, 59δ, 59ε, 59ζ, 59η, 62α, 62β, 62γ, 62δ, 63α, 63β, 64α, 64β, 65, 66, 67α, 67β, 68α, 68β, 68γ, 68δ, 69α, 70α, 70β, 70γ, 70δ, 70ε, 70στ, 71, 72α, 72β, 73, 74, 75, 76α, 76β, 76γ, 76δ, 77,78, 79α, 79β, 79γ, 79δ, 80α, 80β, 81, 82α, 82β, 83, 84α, 84β, 84γ, 85α, 85β, 85γ, 86α, 86β, 87, 88α, 89, 90α, 90β, 90γ, 91α, 91β, 92, 92β, 93α, 94α, 94β, 94γ, 94δ, 94ε, 94στ, 95, 96α, 97, 98, 99, 100α, 100β, 101, 103α, 103β, 103γ, 104α, 104β, 104γ, 105α, 105β, 105γ, 106α, 106β, 106γ, 107, 108, 109, 110α, 110β, 11α, 11β, 112α, 112β, 113α, 113β, 114α, 114β, 116α, 116β, 117α, 117β, 118, 119α, 119β, 120, 120β, 121α, 121β, 121γ, 122α, 122β, 123α, 123β, 124, 125α, 125β, 126, 127, 128, 129, 130, 131, 132, 133α, 133β, 134α, 134β, 135α, 135β, 136, 137α, 138, 139, 140, 141, 142, 143, 144, 145α, 145β, 146α, 146β, 147, 148, 149, 150α, 150γ, 151α, 151β, 153α, 153β, 154α, 154β, 155α, 155β, 155γ, 155δ, 155ε, 155στ, 156, 157, 158, 159α, 159β, 159γ, 160α, 161α, 162, 163 και 164, καθών στην από 1-2-2011 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, με στοιχεία 1 και 2 ως αυτοτελώς αιτούντες (αίτηση με αρ.

κατ. 218/2010), με στοιχεία 1, 2 και 3 ως αυτοτελώς αιτούντες (αίτηση με αρ. κατ. 343/2010), με στοιχεία 2 και 3 ως αυτοτελώς αιτούντες (αίτηση με αρ. κατ. 344/2010), με στοιχεία 1, 2 και 3 ως αυτοτελώς αιτούντες (αίτηση με αρ. κατ. 345/2010), με στοιχεία 1 και 3 ως αυτοτελώς αιτούντες (αίτηση με αρ. κατ. 346/2010), με στοιχεία 1, 2α, 2β, 3, 4α, 4β και 4γ ως αυτοτελώς αιτούντες (αίτηση με αρ.

κατ. 347/2010), με στοιχεία 1, 2 και 4 ως αυτοτελώς αιτούντες (αίτηση με αρ. κατ. 348/2010), με στοιχεία 1α, 2β, 2, 3α και 3β ως αυτοτελώς αιτούντες (αίτηση με αρ. κατ. 342/2010), Ζ. σύζυγος Χ. Ι., το γένος Α. Χ. ως αυτοτελώς αιτούσα (αίτηση με αρ. κατ. 352/2010), με στοιχεία 1, 2, 3, 4 και 5 ως αυτοτελώς αιτούντες (αίτηση με αρ. κατ. 378/2010), Γ. Π. ως αυτοτελώς αιτών (αίτηση με αρ.

κατ. 379/2010), Δ. Μ. ως αυτοτελώς αιτών (αίτηση με αρ. κατ. 380/2010), με στοιχεία 1 και 2 ως αυτοτελώς αιτούντες (αίτηση με αρ. κατ. 381/2010), με στοιχεία 1, 2, 3, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15 και 16 ως αυτοτελώς αιτούντες (αίτηση με αρ. κατ. 381/2010), με στοιχεία 1, 2, 3 και 4 ως αυτοτελώς αιτούντες (αίτηση με αρ. κατ. 385/2010), με στοιχεία 1 και 2 ως αυτοτελώς αιτούσες (αίτηση με αρ.

κατ. 394/2010), με στοιχεία 1, 2α, 2β, 2γ, 3, 4α, 4β, 4γ 5, 6, 7α, 7β, 7γ, 7δ και 7ε ως αυτοτελώς αιτούντες (αίτηση με αρ. κατ. 399/2010), με στοιχεία 1 και 2 ως αυτοτελώς αιτούντες (αίτηση με αρ. κατ. 400/2010), με στοιχεία Α1, Α2, Β1α, Β1β, Β1γ, Β1δ, Β2, Γ, Δ, Ε1, Ε2, Ε3, Ε4, ΣΤ1, ΣΤ2, Ζ1, Ζ2, Η, Θ, ΘΙ1, Θ2, ΙΑ1, ΙΑ2, ΙΒ1, ΙΒ2, ΙΓ2, ΙΓ3, ΙΓ4, ΙΓ5 και ΙΓ6 ως αυτοτελώς αιτούντες (αίτηση με αρ.

κατ. 402/2010), Ό. σύζ. Ε. Έ. ως αυτοτελώς αιτούσα (αίτηση με αρ. κατ. 403/2010), Ο. σύζ. Α. Σ. ως αυτοτελώς αιτούσα (αίτηση με αρ. κατ. 6/2011), με στοιχεία 1 και 2 ως αυτοτελώς αιτούσες (αίτηση με αρ. κατ. 52/2011), Σ. Μ. το γένος Α. Π., χήρα Ι. Μ. ως αυτοτελώς αιτούσα (αίτηση με αρ. κατ. 373/2010), με στοιχεία 1 και 2 ως αυτοτελώς αιτούντες (αίτηση με αρ.

κατ. 743/2010), με στοιχεία 1, 2, 4, 5, 6, 8 έως 51 ως παρεμβαίνοντες κατά την δικάσιμο της 18-9-2014, με στοιχεία 1 έως 34 ως κληρονόμοι των αποβιωσάντων αρχικών διαδίκων κατά την δικάσιμο της 18-9-2014 και οι με στοιχεία 1 έως 17, 21, 22 και 27 έως 43 ως παρεμβαίνοντες κατά την δικάσιμο της 1-2-2018, δεν παρέστησαν στο ακροατήριο κατά την σημερινή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στην σειρά της από το οικείο πινάκιο, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε η κατ' άρθρον 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

δήλωση. Την συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως επισπεύδει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, κατά την διαδικασία του άρθρου 19 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, αφού οι αναιρεσίβλητοι υπερβαίνουν τους 50. Το αναιρεσείον προσάγει και επικαλείται την από 22-3-2024 βεβαίωση του Γραμματέα της έδρας του Δ' Πολιτικού Τμήματος Αθανασίου Λιάπη περί αναβολής της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (4-10-2024) και με αριθμό πινακίου 33, την από 3-7-2024 έκθεση τοιχοκολλήσεως της Ε.Τ., υπαλλήλου του Αρείου Πάγου, περί τοιχοκολλήσεως στον πίνακα δημοσιεύσεων του Αρείου Πάγου επικυρωμένου αντιγράφου της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, την από 10-7-2024 έκθεση τοιχοκολλήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως στον πίνακα ανακοινώσεων του Δήμου ..., την από 11-7-2024 έκθεση τοιχοκολλήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως στον πίνακα ανακοινώσεων του Δήμου Ήλιδας, την από 10-7-2024 έκθεση τοιχοκολλήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως στον πίνακα ανακοινώσεων του Δικηγορικού Συλλόγου ..., την από 2-8-2024 βεβαίωση αναρτήσεως της από 1-8-2024 ειδοποιήσεως - κλήσεως του Δημοσίου στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών και την από 2-8-2024 βεβαίωση αναρτήσεως της από 1-8-2024 ειδοποιήσεως - κλήσεως του Δημοσίου στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών.

Από τα παραπάνω προκύπτει νόμιμη και εμπρόθεσμη κλήτευση των απόντων αναιρεσιβλήτων για τη στην αρχή της παρούσας αναφερόμενη δικάσιμο, πρέπει να δικασθούν ερήμην και να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες.

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., "Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο", κατά το άρθρο 96 παρ. 3, εδάφ. α' του ιδίου Κώδικα, "Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου και στις περιπτώσεις του άρθρου 98 η πληρεξουσιότητα δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα Πρακτικά ή στην έκθεση", ενώ κατά το άρθρο 104 του ιδίου Κώδικα, "Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως την συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για την συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της".

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. 'Ετσι, στην περίπτωση κατά την οποία ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου, ο οποίος δεν επισπεύδει τη συζήτηση, εμφανίζεται στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου, κατά τη συζήτηση της υποθέσεως, χωρίς όμως να αποδεικνύει την ύπαρξη νόμιμης πληρεξουσιότητας, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως, τότε ο αναιρεσίβλητος θεωρείται ως μη παριστάμενος. Στη συνέχεια, ερευνάται αυτεπαγγέλτως, αν ο αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, αν η κλήση για τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν επιδόθηκε σε αυτόν ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, κηρύσσεται απαράδεκτη η συζήτησή της, διαφορετικά αυτή προχωρεί παρά την απουσία του (ΑΠ 895/2020, ΑΠ 1381/2018, ΑΠ 212/2017).

Από τον φάκελο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται η χορήγηση πληρεξουσιότητας με συμβολαιογραφική πράξη από τους αναιρεσίβλητους, με στοιχεία 16α, 61β και 61γ, προς τον εκπροσωπούντα αυτούς Δημήτριο Δημητρουλόπουλο, δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου ......, με στοιχεία 34α, 35α, 36α, 37, 38, 63γ, 5 στην αίτηση (με αρ. κατ. 381/2010) και 19 από τους παρεμβαίνοντες στην δικάσιμο της 1-2-2018 προς την εκπροσωπήσασα αυτούς Κλεονίκη Γκουβίτσα, δικηγόρο του Δικηγορικού Συλλόγου ...... . Εφόσον, όμως οι αναιρεσίβλητοι αυτού κλητεύθηκαν νόμοτυπα και εμπρόθεσμα από το αναιρεσείνον Ελληνικό Δημόσιο, πρέπει, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί ανωτέρω, να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους.

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1, στοιχ. α' και 290 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 του Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από την γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής, με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση διαδικαστικής πράξεως. Η δίκη που διακόπηκε, μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως, ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως προς συζήτηση, ακόμα και ταυτοχρόνως με την δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς, με την κοινοποίηση κλήσεως για συζήτηση της υποθέσεως (Α.Π. 1067/2024, Α.Π. 1673/2023, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 1257/2019, Α.Π. 392/2019, Α.Π. 1045/2017, ΑΠ 711/2015). 'Ομως, στην ειδική διαδικασία των αναγκαστικών απαλλοτριώσεων δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις περί βίαιης διακοπής της δίκης των άρθρων 286 έως 297 του Κ.Πολ.Δ., αλλά η δίκη συνεχίζεται με τους κληρονόμους, σύμφωνα με όσα ορίζει η διάταξη του άρθρου 18 παρ. 5 του Ν. 2882/2001, η οποία ως ειδική κατισχύει των γενικών ως άνω διατάξεων του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 447/2022, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 1144/2019, Α.Π. 1259/2017).

Κατά την συζήτηση στο ακροατήριο ο πληρεξούσιος δικηγόρος μερικών των αναιρεσιβλήτων Δημήτριος Δημητρουλόπουλος δήλωσε ότι από τους τελευταίους απεβίωσαν οι: 1) Ε. Σ. (υπό στοιχεία 3β, 4β, 126 και 127) και ότι την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμες κληρονόμοι του, ήτοι οι

Α.(Ά.)Σ. του Ε. ,........... . Ο θάνατος των προαναφερθέντων αναιρεσίβλητων και οι συγγενικές σχέσεις που στηρίζουν την κληρονομική διαδοχή, αποδεικνύονται από τα σχετικά νομιμοποιητικά έγγραφα (ληξιαρχικές πράξεις θανάτων, πιστοποιητικά οικογενειακής καταστάσεως και πιστοποιητικά περί δημοσιεύσεως ή μη διαθήκης), χωρίς να αμφισβητούνται από το αναιρεσείον. Επομένως, δεδομένου ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση της ιδιότητας των παριστάμενων κληρονόμων όλων των ανωτέρω θανόντων αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι προσήλθαν αυτοβούλως, η αίτηση αναιρέσεως είναι έγκυρη και ισχυρή και κατά το μέρος που απευθύνεται κατά των ως άνω θανόντων, νομίμως δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους εμφανισθέντες κληρονόμους τους, που παρίστανται και προβάλλουν υπεράσπιση για την ουσία της διαφοράς, σύμφωνα και με όσα εκτέθηκαν στην προηγηθείσα νομική σκέψη.

Κατά την διάταξη του άρθρου 79 παρ. 1 του Κ.Πο.Δ., όπως η εν λόγω παράγραφος αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 2 του άρθρου πρώτου του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, "Αν τρίτος αντιποιείται ολόκληρο ή ένα μέρος από το αντικείμενο της δίκης που εκκρεμεί ανάμεσα σε άλλους, έχει δικαίωμα να παρέμβει κυρίως στον πρώτο βαθμό". Από την διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι η κυρία παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί από τρίτο πρόσωπο (μη διάδικο) το αργότερο ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. Τούτων δοθέντων, οι ασκηθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με τις από 13-09-2024 και 04-10-2024 έγγραφες προτάσεις κύριες παρεμβάσεις των εκ των αναιρεσιβλήτων Γ. Α., .................... , με τις οποίες αυτοί προβάλλουν δικαίωμα κυριότητας σε απαλλοτριωθέντα ακίνητα, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες.

Η κρινόμενη, από 2-7-2019 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 27/5-7-2019), αίτηση αναιρέσεως, όπως το όνομα της υπό στοιχεία 34α, 35α, 36α, 37 και 38 των αναιρεσιβλήτων διορθώθηκε παραδεκτώς, κατά της υπ' αριθμ. 140/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, η οποία εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (ΚΑΑΑ), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως, κατ' άρθρον 22 παρ. 1 του νόμου αυτού (ΚΑΑΑ), ήτοι εντός ενός έτους από την δημοσίευση της προσβαλλομένης αποφάσεως του Εφετείου, η οποία έγινε στις 6-7-2018, δεδομένου ότι, από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, δεν προκύπτει, ούτε οι διάδικοι επικαλούνται, ότι έλαβε χώραν επίδοση της ανωτέρω αποφάσεως.

Συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του ισχύοντος Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ), συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημιώσεως" λαμβάνεται υπ' όψιν η αξία του απαλλοτριουμένου ακινήτου κατά τον χρόνο συζητήσεως ενώπιον του Δικαστηρίου της αιτήσεως καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παραλείψεως του προσωρινού) της αποζημιώσεως αυτής καθώς και η δαπάνη του ιδιοκτήτη του απαλλοτριουμένου ακινήτου (Ολ.

Α.Π. 8 και 9/2006, Α.Π. 1323/2024, Α.Π. 1387/2023, Α.Π. 2016/2022, Α.Π. 1948/2022). Ως πλήρης δε αποζημίωση νοείται η αποζημίωση, που παρέχει στον ιδιοκτήτη την δυνατότητα αντικαταστάσεως του απαλλοτριωθέντος με άλλο ισάξιο (Α.Π. 2016/2022, Α.Π. 781/2022, Α.Π. 481/2021, Α.Π. 895/2020, Α.Π. 682/2020). Εξάλλου, κατά το άρθρο 13 παρ. 1, εδάφ. τελευτ. του Ν. 2882/2001 (ΚΑΑΑ), όπως αυτό προστέθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου 9 του Ν. 3193/2003, "Ως κριτήριο για την εκτίμηση της αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου λαμβάνονται υπόψη, ιδίως, η αξία που έχουν κατά τον κρίσιμο χρόνο παρακείμενα και ομοειδή ακίνητα, που προσδιορίζεται κυρίως από την αντικειμενική αξία, τα τιμήματα σε συμβόλαια μεταβίβασης κυριότητας ακινήτων, τα οποία συντάχθηκαν κατά το χρόνο της κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και η πρόσοδος του απαλλοτριωμένου".

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τα διαγραφόμενα κριτήρια δεν είναι αποκλειστικά και υποχρεωτικά για το δικαστήριο, για την διάγνωση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου κατά τον κρίσιμο χρόνο, έτσι ώστε να θεωρείται ότι παραβιάζεται η διάταξη, στην περίπτωση που το δικαστήριο δεν τα λάβει υπ' όψιν του ή λάβει υπ' όψιν του άλλα τέτοια.

Το δικαστήριο μπορεί να στηρίζει την κρίση του για την πραγματική αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου, ενόψει της χρησιμοποιήσεως στην ανωτέρω διάταξη της λέξεως "ιδίως", σε κάθε πρόσφορο συγκριτικό στοιχείο, αφού το αξιολογήσει προσηκόντως. Ως πρόσοδος, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, νοείται η προερχόμενη από την φύση και την δυνατότητα εκμεταλλεύσεως του απαλλοτριούμενου, όχι ως μεμονωμένου ακινήτου, αλλά ως εκ της θέσεως, της μορφής και του προορισμού του, σε σχέση με την συγκεκριμένη περιοχή, στην οποία βρίσκεται.

Ως κριτήριο, δηλαδή, διαφοροποιήσεως και στοιχείο αξιολογήσεως αποτελεί, προκειμένου μεν για αγροτικό ακίνητο, αν τούτο είναι γόνιμο ή άγονο, ξηρικό ή ποτιστικό, φυτεία ή χέρσο και, προκειμένου για αστικό, αν το απαλλοτριούμενο είναι εντός ή εκτός σχεδίου, εντός ή εκτός ζώνης, ποιοι είναι σε κάθε περίπτωση οι όροι δομήσεως, τα ποσοστά καλύψεως και αντιπαροχής και ο συντελεστής εμπορικότητας, σε σχέση, όμως, με την συγκεκριμένη περιοχή, στην οποία βρίσκεται το ακίνητο (Α.Π. 1329/2024, Α.Π. 1235/2024, Α.Π. 515/2021, Α.Π. 310/2021, Α.Π. 325/2019).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6, εδάφ. δ' του ιδίου νόμου, που προστέθηκε με την παράγραφο 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013 (ΦΕΚ Α' 90/18.4.2013) και εφαρμόζεται και στις κηρυχθείσες απαλλοτριώσεις, για τις οποίες δεν έχει συζητηθεί η αίτηση καθορισμού προσωρινής ή οριστικής αποζημιώσεως (άρθρο 76 παρ. 8 του Ν. 4146/2013), "Το δικαστήριο υποχρεούται να αιτιολογεί ειδικά την τυχόν απόκλιση της προσδιοριζόμενης από το ίδιο αξίας του ακινήτου, τόσο από την προκύπτουσα κατά το αντικειμενικό σύστημα αξία του, όσο και από την προκύπτουσα από την έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής της παραγράφου 1 του παρόντος ή του ανεξάρτητου εκτιμητή της παρούσας παραγράφου".

Η σχετική, για το πρόσφορο ή όχι του συγκριτικού στοιχείου, κρίση του, ανάγεται στην εκτίμηση πραγμάτων και, ως εκ τούτου, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 310/2021, Α.Π. 682/2020, Α.Π. 261/2018, Α.Π. 56/2018). Ωστόσο, μετά την προσθήκη της παραγράφου 6 του άρθρου 15 του Ν. 2882/2001 με την παράγραφο 8 του άρθρου 76 του Ν. 4146/2013, τα Δικαστήρια, κατά τον καθορισμό της τιμής μονάδας αποζημιώσεως ακινήτου, που εμπίπτει στο ισχύον σύστημα αντικειμενικού προσδιορισμού της αξίας του, υποχρεούνται να λαμβάνουν υπ' όψιν και την αντικειμενική αξία αυτού, καθώς και την αξία σύμφωνα με την έκθεση της επιτροπής προεκτιμήσεως, κατά τον κρίσιμο χρόνο, ως ασφαλές και αντικειμενικό μέτρο κρίσεως για την εξεύρεση της πραγματικής αξίας του απαλλοτριωμένου ακινήτου.

Και ναι μεν η αντικειμενική αξία, καθώς και η έκθεση της επιτροπής προεκτιμήσεως, δεν δεσμεύουν την δικαστική κρίση για την πραγματική αξία του ακινήτου, πλην όμως, αν το Δικαστήριο αποκλίνει από αυτήν ή από την τιμή της αρμόδιας επιτροπής, τότε θα πρέπει να αιτιολογεί ειδικώς με την κρίση του τους παράγοντες που το οδήγησαν στην εκτίμηση της ανώτερης αυτής πραγματικής αξίας (Α.Π. 1329/2024, Α.Π. 1064/2024, Α.Π. 554/2024, Α.Π. 1387/2023 (Δική μου), Α.Π. 1056/2023, Α.Π. 108/2023).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1426/2024). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1426/2024). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.

Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1332/2024).

Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1332/2024, Α.Π. 1331/2024).

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αιτιώμενο ότι το Εφετείο καθόρισε ενιαία οριστική τιμή μονάδας αποζημιώσεως διαφορετική για κάθε ομάδα ακινήτων: α) χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς την απόκλιση του Δικαστηρίου από τις τιμές της εκτιμητικής επιτροπής, β) χωρίς να αιτιολογεί με βάση ποια χαρακτηριστικά δέχθηκε διαφορετικές κατηγορίες των ακινήτων και με ποια κριτήρια ενέταξε καθένα αυτών στην αντίστοιχη κατηγορία, χωρίς να αποσαφηνίζει εάν τα απαλλοτριούμενα είχαν πριν την απαλλοτρίωση, έστω και δευτερευόντως, ως προορισμό, με βάση την θέση τους και το εμβαδόν τους, την οικοδόμηση ή δεν είχαν τέτοιο προορισμό και γ) δέχεται ότι μερικά των απαλλοτριωθέντων είναι "οικοπεδικά αξιοποιήσιμα στην πλειοψηφία τους" και "αρδευόμενα στην πλειοψηφία τους", χωρίς να προσδιορίζει ποια συγκεκριμένα ακίνητα έχουν τα ανωτέρω χαρακτηριστικά και για ποιόν λόγο.

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 140/2018, απόφασή του, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος της (οριστικό προσδιορισμό αποζημιώσεως των απαλλοτριωθέντων ακινήτων), κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το έργο στο οποίο αφορά η απαλλοτρίωση είναι η κατασκευή του νέου οδικού άξονα ..... .

Το επίδικο τμήμα αποτελεί εντελώς ανεξάρτητη χάραξη από την υφιστάμενη Ε.Ο. ....... με τα τεχνικά χαρακτηριστικά των σύγχρονων αυτοκινητοδρόμων (κλειστός, δύο λωρίδες ανά κατεύθυνση και λωρίδα έκτακτης ανάγκης, ανισόπεδους κόμβους για είσοδο και έξοδο στην βασική αρτηρία κ.λπ.). Επίσης από την μελέτη του έργου προβλέπεται η κατασκευή παράπλευρων οδών αμφίδρομης κατεύθυνσης για την εξυπηρέτηση των παρόδιων ακινήτων και των τοπικών κυκλοφοριακών αναγκών καθώς και ανισόπεδων διαβάσεων για την επικοινωνία των εκατέρωθεν του αυτοκινητοδρόμου περιοχών.

Η βασική αρτηρία κατασκευάζεται σε επιχώματα και σε ορύγματα μεταβλητού ύψους, από το φυσικό έδαφος, οι δε παράπλευροι ευρίσκονται σε σχεδόν πλήρη ισοσταθμία με τα παρόδια ακίνητα. Στα πλαίσια κατασκευής του εν λόγω έργου αντιμετωπίζονται σε μεγάλο βαθμό τα θέματα των λιμναζόντων νερών σε περιόδους έντονης βροχόπτωσης με την κατασκευή αποστραγγιστικών τάφρων κατά μήκος της νέας οδού, όπως επίσης και σε ορισμένη απόσταση διευθετούνται κοίτες χείμαρρων, βελτιώσεις κάθετων υφιστάμενων τοπικών οδών.

Το εν λόγω έργο αποτελεί το βασικότερο έργο υποδομής στο τομέα των μεταφορών και προβλέπεται ότι θα επιφέρει οικονομική ανάπτυξη της νοτιοδυτικής Πελοποννήσου, στη γεωργική οικονομία και στον τουρισμό. Η χάραξη του αυτοκινητοδρόμου στο επίδικο τμήμα βρίσκεται μεταξύ ....... και ...... αποφεύγει όρια οικισμών, διερχόμενη από περιοχές με εκτός σχεδίου δόμηση και εκτός ορίων οικισμών.

Ειδικότερα η χάραξη κείται 2,5 χλμ. περίπου ανατολικά των ...... 700 μ. δυτικό του ...... 3χλμ. δυτικό από το ......, 250 μ. δυτικά από το Πράσινο, ενώ περνά κοντά στο όριο του οικισμού ......, σε τμήμα το οποίο όμως δεν είναι δομημένο. Η περιοχή εντάσσεται στις παραγωγικότερες γεωργικές περιοχές του Ν. Ηλείας. Διαθέσει εύφορο έδαφος, με ικανοποιητική αποστράγγιση, επιπεδότητα, μέση κατάτμηση γης (8-10 στρέμματα), υψηλό υδροφόρο ορίζοντα, ευνοϊκό μικροκλίμα για γεωργική εκμετάλλευση και αξιοσημείωτη πρωιμότητα παραγόμενων προϊόντων.

Τα περισσότερα απαλλοτριούμενα ακίνητα είναι καλλιεργούμενα και αρδευόμενα (ή δυνάμενα να αρδευτούν) και πλησίον αυτών δεν έχει αναπτυχθεί καμία άλλη χρήση (οικιστική κ.λπ.). Επίσης στο τμήμα από τη ΧΘ 71+000 περίπου ως τη ΧΘ 75+044 στην πεδινή περιοχή από τα ... προς την πόλη του ... υπάρχει πλήρες αρδευτικό και αποστραγγιστικό δίκτυο, με μικρές επίγειες αρδευτικές διώρυγες και πυκνό δίκτυο σωληνώσεων σχεδόν σε κάθε ιδιοκτησία.

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι η χρήση των ακινήτων είναι κυρίως γεωργική και δεν προσφέρεται για την ανάπτυξη άλλων χρήσεων (οικιστικών, εμπορικών κ.λπ.) παρά μόνο εκείνων των επαγγελματικών που συνδέονται άμεσα με την γεωργική ανάπτυξη και βελτίωση των υποδομών (αγροτικές αποθήκες κ.λπ.). Η περιοχή ως γεωργική διαθέτει ικανοποιητικές υποδομές για την εξυπηρέτηση της χρήσης της και συγκεκριμένα εκτενές δίκτυο γεωτρήσεων από σχετικά υψηλό υδροφόρο ορίζοντα και αγροτικό οδικό δίκτυο για τη μεταφορά των προϊόντων το οποίο διασυνδέεται τόσο με την Ε.Ο. ..., όσο και με το κύριο δημοτικό οδικό δίκτυο της περιοχής.

Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα εξυπηρετούνται μέσω αγροτικών οδών που στην πλειοψηφία τους είναι χωμάτινοι. Η μέση απόσταση των ακινήτων από την υφιστάμενη ΕΟ ... είναι της τάξης των 700 μέτρων. Τα απαλλοτριούμενα ευρίσκονται εκτός ορίων οικισμών και ως προς τους όρους δόμησης, όταν επιτρέπεται κατ' εξαίρεση η οικοδόμηση, ισχύουν εκείνοι που έχουν τεθεί με το Π.Δ. 24/31-5-85 (ΦΕΚ 270Α), για την εκτός σχεδίου και οικισμών δόμηση.

Η οικοδομησιμότητα των εκτός σχεδίου ιδιοκτησιών επηρεάζεται επίσης από τις διατάξεις του Π.Δ. 209/1998 (ΦΕΚ 169Α/1998) - άρθρο 2. Η εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων στο απαλλοτριούμενα απαιτεί ελάχιστη απόσταση των κτιρίων από τον άξονα του αυτοκινητόδρομου 60 μέτρα και από τον άξονα της παράπλευρης οδού 20 μέτρα.

Όπου δεν υπάρχει παράπλευρη οδός απαιτούνται 40 μέτρα από το όριο της απαλλοτρίωσης. Επειδή όμως οι απαλλοτριούμενες ιδιοκτησίες, ως αγροτικές καλλιέργειες έχουν πολύ μεγάλο εμβαδόν, τα εναπομένοντα τμήματα στις περισσότερες των περιπτώσεων εξακολουθούν να έχουν έκταση τέτοιου μεγέθους που δεν επηρεάζουν την δυνατότητα δόμησης.

Όμως, με τον ως άνω περιορισμό της ελάχιστης θέσης των κηρίων, επηρεάζεται η θέση των τυχόν μελλοντικών οικοδομημάτων επί του εδάφους των εναπομεινάντων και το ποσοστό κάλυψης αυτών. Επίσης σε κάποιες ιδιοκτησίες που η απομένουσα έκταση είναι κάτω των 8.000 τ.μ. μειώνεται η επιτρεπόμενη δόμηση (200 τμ + εμβ - 4.000 X 0,002) απ' ότι όταν ήταν άνω των 8.000 τ.μ. (280 τ.μ. + εμβ - 8.000 X 0,001) πριν την απαλλοτρίωση.

Επομένως περιορίζεται μερικώς η δευτερεύουσα χρήση τους. Η περιοχή είναι απόλυτα γεωργική και απαντώνται κυρίως καλλιέργειες κηπευτικών (καρπούζια, πατάτες, ντομάτες, φράουλες, πεπόνια κ.λπ.), λιγότερο δενδροκομικών (ελαιώνες, αμπελώνες κ.λπ.). Επίσης υπάρχουν εγκαταστάσεις εποχιακών θερμοκηπίων που εξυπηρετούν κυρίως προστατευόμενες καλλιέργειες εκτός κυρίας εποχής αυτών.

Παρά το γεγονός ότι η περιοχή ήταν πολύ εύφορη, τα τελευταία χρόνια η παραγωγική απόδοση των καλλιεργειών έχει μειωθεί σημαντικά λόγω της πολύχρονης εντατικής καλλιέργειας από τη δεκαετία του '60 και έχει αυξηθεί σημαντικά το κόστος της παραγωγής προκειμένου να εμπλουτισθεί το έδαφος με τα χρήσιμα ιχνοστοιχεία.

Έτσι η εμπορικότητα των ακινήτων έχει μείνει στάσιμη εδώ και αρκετά χρόνια και δεν παρατηρείται αξιόλογο ενδιαφέρον για την αγορά γεωργικής γης. Με την κατασκευή του έργου η νέα εθνική οδός που θα προκύψει θα είναι μια οδός ταχείας κυκλοφορίας κλειστή με παράπλευρες οδούς εισόδου και εξόδου στην κύρια οδό, αμφίδρομης κατεύθυνσης.

Η νέα οδός θα είναι υπερυψωμένη στο μεγαλύτερο μέρος της, ενώ τμήμα της θα κατασκευασθεί σε όρυγμα. Η λειτουργία της νέας εθνικής οδού θα επηρεάσει περιβαλλοντικά τα ακίνητα και θα υποβαθμίσει αυτά, αφού είναι βέβαιο ότι θα αυξηθούν οι εκπομπές των ρύπων και του θορύβου στην περιοχή σε επίπεδο πολύ ανώτερα των προϋπαρχόντων.

Έτσι, με βάση τα ανωτέρω αλλά και τα όσα αναφέρονται στις εκτιμητικές εκθέσεις (Φ. Φ..../8634/23-4-2008) και (Φ..../10813/6-11-2009) του Σώματος Ορκωτών Εκτιμητών, όσο και στις πρόσφατα συνταχθείσες επικαιροποιημένες εκθέσεις (Φ..../10-9-2014 και Φ...../10-9-2014) της Σύμπραξης των Πιστοποιημένων Ορκωτών Ανεξάρτητων Εκτιμητών Δ. Κ. και Ι.

Α., που για την επίδικη υπόθεση υποκαθιστούν το ΣΟΕ μετά την κατάργησή του ..., με τις οποίες καταργήθηκε το Σώμα Ορκωτών Εκτιμητών (ΣΟΕ) και, όπου στην σχετική νομοθεσία αναφέρεται το (Σ.Ο.Ε), αυτό αντικαθίσταται από Πιστοποιημένο Ορκωτό Εκτιμητή), στην οποία η Υπηρεσία του Δημοσίου, που εποπτεύει την εκτέλεση του έργου υπέρ του οποίου γίνεται η επίδικη απαλλοτρίωση, ανέθεσε την εκτίμηση των επίδικων απαλλοτριωμένων ακινήτων, ως έναν από τους αρμόδιους εκτιμητικούς φορείς, διαδόχους του ΣΟΕ, λαμβάνοντας υπόψη την αξία κατά τον κρίσιμο χρόνο (18-9-2014) παρακείμενα ομοειδή ακίνητα, τα τιμήματα αγοραπωλησιών σε συμβόλαια που συντάχθηκαν κατά το χρόνο κήρυξης της απαλλοτρίωσης, καθώς και των προσόδων των απαλλοτριουμένων και την οικονομική κρίση που διέρχεται η κτηματαγορά, η οποία έχει οδηγήσει σε πάγωμα των αγοραπωλησιών, μείωση των εμπορικών τιμών των αγροτικών ακινήτων, μικρότερες σε σχέση με τα οικοδομημένα ακίνητα, η πραγματική αξία των απαλλοτριουμένων εδαφικών εκτάσεων και των επικειμένων τους, εξειδικευμένη για κάθε ένα χωριστό εδαφικό ακίνητο αναλόγως των ειδικών χαρακτηριστικών του (θέση, μέγεθος, πολεοδομική κατάσταση, οδική πρόσβαση, αρδευόμενο ή μη κ.λπ.), η οποία καλύπτει πλήρως την οφειλόμενη στους δικαιούχους αποζημίωση και επιτρέπει την αντικατάσταση αυτών σύμφωνα και με τη συνταγματική επιταγή (άρθρο I7 § 2 ισχύοντος Συντάγματος), χωρίς να ληφθεί υπόψη ανατίμηση ή υποτίμηση των επιδίκων που επήλθε μετά την απαλλοτρίωση και οφείλεται σε αυτήν ή την εξαγγελία της ή σε ενέργεια των ιδιοκτητών επιδίκων ..., υπολογιζόμενης όμως της ανατίμησης που επήλθε μετά την απαλλοτρίωση μέχρι το χρόνο της παρούσας συζήτησης από λόγους άσχετους προς αυτήν ή την εξαγγελία της ή την κατασκευή του έργου για το οποίο κηρύχθηκε ή τις ενέργειες του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου, ανέρχεται με τις σημερινές οικονομικές και νομισματικές συνθήκες ως ακολούθως: "για τα ακίνητα με α.κ.π. 001, 002, 003, 004, 005, 006, 007, 008, 009, 011, 012, 013 014, 015, 016, 017, 018, 019, 020, 021, 022, 023, 034Α, 035, 035Α, 036, 037, 038, 039, 040 είναι πεδινά, καλλιεργήσιμα και μη αρδευόμενα και με βάση τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία η αξία τους πρέπει να προσδιοριστεί προς 3,50 ευρώ/ τ.μ.

εδαφικής έκτασης ... Τα ακίνητα με α.κ.π. 051, 052, 053, 053Α, 053Β, 057Β, 057Γ, 058, 059, 065, 080, 912 είναι ακίνητα μικρά, πεδινά, καλλιεργήσιμα και αρδευόμενα και με βάση τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία η αξία τους πρέπει να προσδιοριστεί προς 4,50 ευρώ/ τ.μ. εδαφικής έκτασης ... Τα ακίνητα με α.κ.π. 055, 056, 057, 060, 061, 062, 063, 064, 066, 067, 068, 069, 070, 071, 072, 073, 074, 075, 075Β, 076, 077, 078, 079, 081, 082, 083, 085, 086, 087, 088, 089, 090, 091, 092, 093, 094, 095, 096, 096Α, 164 ακίνητα, μεγάλα και μεσαία, πεδινά, καλλιεργήσιμα αρδευόμενα στην πλειοψηφία τους και εύκολη πρόσβαση και με βάση τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία η αξία τους πρέπει να προσδιοριστεί προς 7,00 ευρώ/τ.μ.

εδαφικής έκτασης ... Τα ακίνητα με α.κ.π. 097, 101, 102, 103, 104, 105, 106, 107, 108, 109, 110, 112, 113, 114, 115, 116, 117, 118, 119, 120, 121, 122, 123, 124, 125, 126, 126Α, 126Β, 127, 128, 130, 131, 135, 136, 137, 138, 139, 140 είναι ακίνητα, ως επί το πλείστον μεγάλα και μεσαία, πεδινά, καλλιεργήσιμα αρδευόμενα και εύκολη πρόσβαση και με βάση τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία η αξία τους πρέπει να προσδιοριστεί προς οκτώ 8,00 ευρώ/τ.μ.

εδαφικής έκτασης ... Τα ακίνητα με α.κ.π. 028, 029, 030, 041, 042, 043, 044, 045, 155, 158, 920 είναι ακίνητα, ως επί το πλείστον μεγάλα και μεσαία, πεδινά, καλλιεργήσιμα αρδευόμενα και εύκολη πρόσβαση και με βάση τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία η αξία τους πρέπει να προσδιοριστεί προς 10 ευρώ/τ.μ. εδαφικής έκτασης ... Τα ακίνητα με α.κ.π. 046, 047, 048, 049, 050, 159, 160, 162, 954 είναι ως επί το πλείστον ακίνητα μεσαία, πεδινά καλλιεργήσιμα, αρδευόμενα, με οικοπεδική αξιοποίηση στην πλειοψηφία τους και εύκολη πρόσβαση και με βάση τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία η αξία τους πρέπει να προσδιοριστεί προς 13 ευρώ/τ.μ.

εδαφικής έκτασης ... Τα ακίνητα με α.κ.π. 141, 143, 144, 145, 147, 149, 150, 151, 152, 153, είναι ακίνητα μεγάλα, πεδινά, καλλιεργήσιμα, αρδευόμενα, με οικοπεδική αξιοποίηση στην πλειοψηφία τους και εύκολη πρόσβαση και με βάση τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία η αξία τους πρέπει να προσδιοριστεί προς 15 ευρώ/τ.μ. εδαφικής έκτασης ...

Τα ακίνητα με α.κ.π. 024, 025, 026, 027, 031, 032, 033, 034, είναι μεγάλα, πεδινά, καλλιεργήσιμα, αρδευόμενα, με οικοπεδική αξιοποίηση και εύκολη πρόσβαση και με βάση τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία η αξία τους πρέπει να προσδιοριστεί προς 25 ευρώ/τ.μ. εδαφικής έκτασης ... Τα ακίνητα με α.κ.π. 171, 133, 134 είναι ακίνητα μεγάλα, πεδινά, καλλιεργήσιμα, αρδευόμενα, με ιδιαίτερη απόδοση και οικοπεδική αξιοποίηση στην πλειοψηφία τους και εύκολη πρόσβαση και με βάση τα λοιπά συγκριτικά στοιχεία η αξία τους πρέπει να προσδιοριστεί προς 36 ευρώ/τ.μ.

εδαφικής έκτασης...". Έτσι, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, όσον αφορά τα ακίνητα με α.κ.π. 001, 002, 003, 004, 005, 006, 007, 008, 009, 011, 012, 013 014, 015, 016, 017, 018, 019, 020, 021, 022, 023, 034Α, 035, 035Α, 036, 037, 038, 039, 040, 051, 052, 053, 053Α, 053Β, 057Β, 057Γ, 058, 059, 065, 080 και 912, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, αναφορικώς με το ζήτημα της πραγματικής αξίας των ανωτέρω εδαφικών εκτάσεων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων των αναιρεσιβλήτων, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των, αναφερομένων στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων.

Ειδικότερα, το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφέρει τα κοινά χαρακτηριστικά και τις κοινές ιδιότητες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ως προς τα κρίσιμα, για τον προσδιορισμό της αξίας των εδαφικών τους εκτάσεων, στοιχεία και δη, διαλαμβάνει τα κοινά στοιχεία, που χαρακτηρίζουν όλα τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, ως προς την θέση τους, το είδος τους, τον εδαφικό χαρακτήρα της περιοχής, τον χαρακτήρα της εγγύς περιοχής και τις υφιστάμενες υποδομές της περιοχής και καθόρισε οριστική τιμή μονάδος απαλλοτριώσεως για καθένα αυτών.

Για τα υπόλοιπα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, όμως, το Εφετείο διέλαβε ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αναφορικώς με το ζήτημα της πραγματικής αξίας των εδαφικών εκτάσεων των εν λόγω ακινήτων των αναιρεσιβλήτων που απαλλοτριώθηκαν, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων.

Ειδικότερα, το Εφετείο, αφού αναφέρει τα κοινά χαρακτηριστικά και τις κοινές ιδιότητες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ως προς τα κρίσιμα, για τον προσδιορισμό της αξίας των εδαφικών τους εκτάσεων, στοιχεία και δη, αφού διαλαμβάνει τα κοινά στοιχεία, που χαρακτηρίζουν όλα τα απαλλοτριωθέντα ακίνητα, ως προς την θέση τους, το είδος τους, τον εδαφικό χαρακτήρα της περιοχής, τον πολεοδομικό τους χαρακτήρα, τον χαρακτήρα της εγγύς περιοχής και τις υφιστάμενες υποδομές της περιοχής, ομαδοποίησε αυτά σε επτά κατηγορίες και καθόρισε οριστική τιμή μονάδος απαλλοτριώσεως για καθεμία από αυτές.

Κατά τον καθορισμό, όμως, αυτόν δέχεται ότι σε μερικές κατηγορίες των απαλλοτριωθέντων ακινήτων αυτά είναι αρδευόμενα "στην πλειοψηφία τους", σε άλλες κατηγορίες ότι έχουν οικοπεδική αξιοποίηση "στην πλειοψηφία τους" ή ότι είναι "ως επί το πλείστον μεγάλα και μεσαία", ή "ως επί το πλείστον ακίνητα μεσαία, πεδινά, καλλιεργήσιμα, αρδευόμενα", χωρίς να διακρίνει ποια συγκεκριμένα ακίνητα από τις ομάδες των ακινήτων έχουν τα συγκεκριμένα, ως άνω, χαρακτηριστικά και για ποιόν λόγο, παρά τις διαφοροποιήσεις αυτές σε καθεμία κατηγορία, εν τέλει, καθορίζει την ίδια οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως.

Επιπλέον, ενώ δέχεται ότι μία ομάδα ακινήτων, που περιλαμβάνει τα ακίνητα με α.κ.π. 141, 143, 144, 145, 147, 149, 150, 151, 152, 153 και άλλη ομάδα ακινήτων που περιλαμβάνει τα ακίνητα με α.κ.π. 024, 025, 026, 027, 031, 032, 033, 034, έχουν τα ίδια ακριβώς χαρακτηριστικά, ήτοι είναι μεγάλα, πεδινά, καλλιεργήσιμα, αρδευόμενα και με οικοπεδική αξιοποίηση, εν τούτοις, καθορίζει οριστική τιμή μονάδος αποζημιώσεως για την μεν πρώτη ομάδα ποσό 15 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο εδαφικής εκτάσεως, για την δε δεύτερη ομάδα ποσό 25 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο εδαφικής εκτάσεως, χωρίς να αιτιολογεί την διαφοροποίηση αυτή.

Εξαιτίας των ανωτέρω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών της πληττομένης αποφάσεως, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 13 παρ. 1 του Ν. 2882/2001, 17 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53 της 19/20-9-1974, σχετικά με την πραγματική αξία των εδαφικών εκτάσεων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, με την οποία οι ιδιοκτήτες τους μπορούν να τα αντικαταστήσουν με άλλα ισάξια ακίνητα.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι εν μέρει βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Από τις διατάξεις των άρθρων 15 παρ. 2, 18 παρ. 6 και 20 παρ. 5 του Ν. 2882/2001 συνάγεται ότι αντίθετη αίτηση (ανταίτηση) για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως μπορεί να ασκηθεί με τις προτάσεις και μετά την πάροδο της εξάμηνης προθεσμίας της παρ. 2 εδάφ. γ' του άρθρου 20 του ως άνω νόμου, με την προϋπόθεση ότι αφορά το αντικείμενο της απαλλοτριώσεως, για την οποία έχει εισαχθεί αίτηση στο Εφετείο, δηλαδή εφόσον η ανταίτηση αναφέρεται στα ίδια ακριβώς κεφάλαια με την κύρια αίτηση, διότι, διαφορετικά, αν αναφέρεται σε άλλα, ως προς τα οποία δεν ασκήθηκε εμπρόθεσμη αίτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημιώσεως, είναι απαράδεκτη. Περαιτέρω, το κεφάλαιο της αποζημιώσεως για το έδαφος του ακινήτου που απαλλοτριώθηκε, είναι διαφορετικό από τα κεφάλαια για τον καθορισμό της αποζημιώσεως για τα επικείμενα του απαλλοτριωθέντος, για την αποζημίωση του εναπομείναντος και την άρση του τεκμηρίου της ωφελείας.

Συνεπώς, αν ασκηθεί στο Εφετείο αίτηση μόνο για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως μόνο για το απαλλοτριωθέν, ο αντίδικος του αιτούντος δεν μπορεί να ζητήσει με ανταίτηση τον προσδιορισμό της αποζημιώσεως, για το τμήμα που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, τον καθορισμό της αποζημιώσεως για τα επικείμενα του απαλλοτριωθέντος ή την άρση του τεκμηρίου της ωφελείας και τα αιτήματα που υποβάλλονται με ανταίτηση, χωρίς αυτά να έχουν υποβληθεί με εμπρόθεσμη αίτηση, είναι απαράδεκτα (Α.Π. 1591/2024, Α.Π. 372/2021, Α.Π. 1291/2012, Α.Π 1424/2010, Α.Π. 300/2008, Α.Π. 82/2002).

Περαιτέρω, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο, παρά τον νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο, έτσι ώστε να διασφαλίζεται η αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως. Αναφέρεται, αποκλειστικώς, σε εκπτώσεις, ακυρότητες και δικαιώματα από το δικονομικό, αποκλειστικώς, δίκαιο (Ολ.

Α.Π. 1/2019, Ολ. Α.Π. 2/2001). Δικονομικές ακυρότητες είναι όσες αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, που απαγγέλλονται για παράβαση διατάξεων, που ρυθμίζουν την διαδικασία και, κυρίως, τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων, δηλαδή οι ακυρότητες, κατά την έννοια των άρθρων 159-161 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ. Α.Π. 1/2019, Ολ. Α.Π. 8/2017, Α.Π. 1591/2024, Α.Π. 1890/2023, Α.Π. 278/2023).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως αυτός, πρέπει, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 παρ. 4, 502 παρ. 2, 506 παρ. 3, 577 παρ. 3 και 578 του Κ.Πολ.Δ., να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο δικονομικός κανόνας που παραβιάσθηκε, ο τρόπος με τον οποίο συντελέσθηκε η παραβίαση, αλλά και ότι προβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας το απαράδεκτο ή η ακυρότητα (Α.Π. 1591/2024, Α.Π. 34/2023, Α.Π. 327/1996), εκτός αν παραβιάσθηκαν κανόνες δημοσίας τάξεως (άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) (Α.Π. 1591/2024, Α.Π. 34/2023, Α.Π. 449/2012).

Με τον δεύτερο αναιρετικό λόγο και υπό την επίκληση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση, επειδή καθόρισε ιδιαίτερη τιμή για τα εναπομείναντα τμήματα απαλλοτριωθέντων ακινήτων, και αποφάνθηκε για την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας αν και τα σχετικά αίτημα δεν υποβλήθηκαν με κυρία αίτηση, αλλά μόνο με τις έγγραφες προτάσεις των φερομένων ως κυρίων αυτών, που κατατέθηκαν ενώπιον του Εφετείου και χωρίς η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για τον οριστικό καθορισμό της αποζημιώσεως να έχει σχετικό αίτημα για καθορισμό ιδιαιτέρας αποζημιώσεως των εναπομεινάντων τμημάτων των απαλλοτριωθέντων ακινήτων και ως προς το τεκμήριο ωφέλειας.

Το Τριμελές Εφετείο Πατρών με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 140/2018, απόφασή του, δέχτηκε, κατά το ενδιαφέρον, εν προκειμένω, μέρος της (ιδιαίτερη τιμή εναπομεινάντων τμήματων απαλλοτριωθέντων ακινήτων) τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...δια των προτάσεων ασκήθηκαν οι ακόλουθες ανταιτήσεις, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν με τις αιτήσεις: 1) Για τα με ΑΚΠ 912, 920, 954, 27, 29, 89, 34, 34Β, 46, 55, 65, 63, 66, 72, 86, 164, 106, 107, 187 ακίνητα που απαλλοτριώνονται, με την οποία ζητείται να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας μεγαλύτερη απ' αυτήν που καθορίστηκε με την 279/22-6-2010 απόφαση του ΜονΠρΗλείας, να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών, να αναγνωριστεί ότι δεν ωφελούνται από την κατασκευή του έργου και τέλος, να διορθωθούν τα στοιχείο του κτηματολογικού πίνακα που αναφέρονται.

Η εν λόγω ανταίτηση ασκήθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις που κατατέθηκαν πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν τη συζήτηση (αρχική ή επαναλαμβανόμενη). Είναι νόμιμη, στηρίζεται δε στη διάταξη του άρθρου 20 του ΚΑΑ, ως προς το αίτημα για ιδιαίτερη αποζημίωση, στις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 4 και 18 παρ. 6 του ίδιου Κώδικα, αφού υποβλήθηκε σχετική αίτηση του άρθρου 15 παρ. 2 του ΚΑΑ στην οικεία Κτηματική Υπηρεσία, εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν την εκδίκαση του αιτήματος από το αρμόδιο για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης δικαστήριο, ενώ ως προς αίτημα για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και σχετικής διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα, παραδεκτώς ασκείται στα πλαίσια της δίκης του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου και γι' αυτό το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάσει και το αίτημα αυτό κατά την ίδια διαδικασία, το οποίο είναι νόμιμο, στηριζόμενο στις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 και δεν είναι αναγκαία η προηγούμενη τήρηση της προβλεπόμενης από το τελευταίο αυτό άρθρο προδικασίας και ειδικής διαδικασίας, ενόψει του ότι αυτή απαιτείται μόνον όταν το αίτημα για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας υποβάλλεται χωριστά και όχι όταν υποβάλλεται σωρευτικό με εκείνο του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης όπως στην προκειμένη περίπτωση ... 4) Για το με ΑΚΠ 003 ακίνητο που απαλλοτριώνεται, με την οποία ζητείται να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας μεγαλύτερη απ' αυτήν που καθορίστηκε με την 279/22-6-2010 απόφαση του ΜονΠρΗλείας, να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών, να αναγνωριστεί ότι δεν ωφελούνται από την κατασκευή του έργου και τέλος να διορθωθούν τα στοιχεία του κτηματολογικού πίνακα που αναφέρονται.

Η εν λόγω ανταίτηση ασκήθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις που κατατέθηκαν πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν τη συζήτηση (αρχική ή επαναλαμβανόμενη). Είναι νόμιμη, στηρίζεται δε στη διάταξη του άρθρου 20 του ΚΑΑ, ως προς το αίτημα για ιδιαίτερη αποζημίωση, στις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 4 και 18 παρ. 6 του ίδιου Κώδικα, αφού υποβλήθηκε σχετική αίτηση του άρθρου 15 παρ. 2 του ΚΑΑ στην οικεία Κτηματική Υπηρεσία, εξήντα τουλάχιστον ημέρες πριν την εκδίκαση του αιτήματος από το αρμόδιο για τον καθορισμό της οριστική αποζημίωσης δικαστήριο, ενώ ως προς αίτημα για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και σχετικής διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα, παραδεκτώς ασκείται στα πλαίσια της δίκης του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου και γι' αυτό το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάσει και το αίτημα αυτό κατά την ίδια διαδικασία, το οποίο είναι νόμιμο, στηριζόμενο στις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 και δεν είναι αναγκαία η προηγούμενη τήρηση της προβλεπόμενης από το τελευταίο αυτό άρθρο προδικασίας και ειδικής διαδικασίας, ενόψει του απαιτείται μόνον όταν το αίτημα για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας υποβάλλεται χωριστά και όχι όταν υποβάλλεται σωρευτικά με εκείνο του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης, όπως στην προκειμένη περίπτωση ...

Πρέπει, επομένως, η ανταίτηση να εξεταστεί περαιτέρω ... 5) Για τα με ΑΚΠ 034Α, 036, 035Α, 040, 041, 042, 043, 050, 069, 071, 076, 077, 088, 090, 093, 103, 104, 150 και 152 ακίνητα που απαλλοτριώνονται, με την οποία ζητείται να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας μεγαλύτερη απ' αυτήν που καθορίστηκε με την 279/22-6-2010 απόφαση του ΜονΠρΗλείας, να προσδιοριστεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των ιδιοκτησιών, να αναγνωριστεί ότι δεν ωφελούνται από την κατασκευή του έργου και τέλος, να διορθωθούν τα στοιχεία του κτηματολογικού πίνακα που αναφέρονται.

Η εν λόγω ανταίτηση ασκήθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις που κατατέθηκαν πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν τη συζήτηση (αρχική ή επαναλαμβανόμενη). Είναι νόμιμη, στηρίζεται δε στη διάταξη του άρθρου 20 του ΚΑΑ ως προς το αίτημα για ιδιαίτερη αποζημίωση, στις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 4 και 18 παρ. 6 του ίδιου Κώδικα, αφού υποβλήθηκε σχετική αίτηση του άρθρου 15 παρ. 2 του ΚΑΑ στην οικεία Κτηματική Υπηρεσία, εξήντα (60) τουλάχιστον ημέρες πριν την εκδίκαση του αιτήματος από το αρμόδιο για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης δικαστήριο, ενώ ως προς αίτημα για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και σχετικής διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα, παραδεκτώς ασκείται στα πλαίσια της δίκης του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου και γι' αυτό το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάσει και το αίτημα αυτό κατά την ίδια διαδικασία, το οποίο είναι νόμιμο, στηριζόμενο στις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 και δεν είναι αναγκαία η προηγούμενη τήρηση της προβλεπόμενης από το τελευταίο αυτό άρθρο προδικασίας και ειδικής διαδικασίας, ενόψει του ότι αυτή απαιτείται μόνον όταν το αίτημα για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας υποβάλλεται χωριστά και όχι όταν υποβάλλεται σωρευτικά με εκείνο του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, όπως στην προκειμένη περίπτωση ..., για δε το αίτημα της διόρθωσης των κτηματολογικών στοιχείων, στηρίζεται στη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 3, 9 ΚΑΑΑ, αφού σχετική αίτηση υποβλήθηκε στην Κτηματική Υπηρεσία Ηλείας πριν την άσκηση της ανταίτησης.

Πρέπει, επομένως, η ανταίτηση, καθό μέρος κρίθηκε παραδεκτή και νόμιμη, να εξεταστεί περαιτέρω ... 7) Για το με ΑΚΠ 12 ακίνητο που απαλλοτριώνεται, με την οποία ζητείται να καθοριστεί οριστική τιμή μονάδας μεγαλύτερη απ' αυτήν που καθορίστηκε με την 279/22-6-2010 απόφαση του ΜονΠρΗλείας και να αναγνωριστεί ότι δεν υφίσταται ωφέλεια από την κατασκευή του έργου.

Η εν λόγω ανταίτηση ασκήθηκε παραδεκτά με τις προτάσεις που κατατέθηκαν πέντε τουλάχιστον ημέρες πριν τη συζήτηση (αρχική ή επαναλαμβανόμενη). Είναι νόμιμη, στηρίζεται δε στη διάταξη του άρθρου 20 του ΚΑΑ, ενώ ως προς αίτημα για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας και σχετικής διόρθωσης του κτηματολογικού πίνακα, παραδεκτώς ασκείται στα πλαίσια της δίκης του οριστικού προσδιορισμού της αποζημιώσεως απαλλοτριωθέντος ακινήτου και γι' αυτό το Δικαστήριο είναι αρμόδιο να εξετάσει και το αίτημα αυτό κατά την ίδιο διαδικασία, το οποίο είναι νόμιμο, στηριζόμενο στις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2971/2001 και δεν είναι αναγκαία η προηγούμενη τήρηση της προβλεπόμενης από το τελευταίο αυτό άρθρο προδικασίας και ειδικής διαδικασίας, ενόψει του ότι αυτή απαιτείται μόνον όταν το αίτημα για άρση του τεκμηρίου ωφέλειας υποβάλλεται χωριστά και όχι όταν υποβάλλεται σωρευτικά με εκείνο του καθορισμού οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, όπως στην προκειμένη περίπτωση ...

και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω", ακολούθως δε καθόρισε ιδιαίτερη αποζημίωση για τα ανωτέρω ακίνητα, ως εξής: για το α.κ.π. 066 στο 20%, για τα α.κ.π. 027, 034, 034Α, 034Β, 035α, 036, 040, 042, 043, 046, 050, 055, 063, 065, 069, 071, 072, 076 077, 086, 088, 089, 090, 093, 103, 104, 107, 140, 145,150,152,159,160,164,187, 912, 920 και 954 στο 10% για έκαστο εξ αυτών και για το α.κ.π. 029 στο 80%, ενώ περαιτέρω έκρινε ότι όλα τα ανωτέρω ακίνητα δεν ωφελούνται από την απαλλοτρίωση και συνεπώς εσφαλμένα κρίθηκαν ως αυτοαποζημιούμενα.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι το αναιρεσείον με την από 1-2-2011 αίτησή του ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πατρών ζήτησε, μεταξύ άλλων, να μην προσδιορισθεί ιδιαίτερη αποζημίωση για τα εναπομείναντα τμήματα των απαλλοτριουμένων ακινήτων με α.κ.π. 020, 021, 022, 023, 028, 030, 031, 032, 044, 047, 048, 049, 060, 061, 064, 066, 068, 070, 079, 092, 096, 097, 101, 102, 110, 112, 113, 114, 117, 121, 131 και 133.

Ενόψει τούτου και της υποβολής αιτήσεως του άρθρου 15 παρ. 2 του Ν. 2882/2001 στην οικεία Κτηματική Υπηρεσία για την καταβολή ιδιαιτέρας αποζημιώσεως των ιδιοκτητών των ίδιων ανωτέρω ακινήτων - καθών η αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και της καταθέσεως των ανταιτήσεων αυτών με τις προτάσεις τους τουλάχιστον πέντε ημέρες πριν από την συζήτηση της αιτήσεως ενώπιον του Εφετείου, παραδεκτώς προβλήθηκαν τα σχετικά αιτήματα των αναιρεσιβλήτων για τα παραπάνω ακίνητα.

Συνεπώς, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 14 του Κ.Πολ.Δ., που αποδίδεται από το αναιρεσείον και γι' αυτό ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να γίνει εν μέρει δεκτή και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους λόγω της μερικής νίκης και ήττας καθενός των διαδίκων (άρθρ. 22 παρ. 2 εδαφ. β' του Ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει ως απαράδεκτες τις από 13-9-2024 και 4-10-2024 ασκηθείσες με τις προτάσεις κύριες παρεμβάσεις.

Δέχεται εν μέρει την από 2-7-2019 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 140/2018 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 140/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πατρών, κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.

Παραπέμπει την υπόθεση προς νέα εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους Δικαστές. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων διαδίκων της παρούσας αναιρετικής δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ