Legislator Case Law & Legislation
1941/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal on compensation unit valuation, remands case for substantive trial.

Case Number 1941/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the second ground of appeal regarding the determination of new compensation unit values. The appellants argued for a legal error in the lower court's valuation methodology under the Forced Expropriation Code, while the respondent contested this claim. The court found the second ground valid, rejected the others as unnecessary, and remanded the case for a substantive trial on the merits.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559, para. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 26, 27, 28, 29, 30, 31, 32, 33, 34, 35, 36, 37, 38, 39, 40, 41, 42, 43, 44, 45, 46, 47, 48, 49, 50, 51, 52, 53, 54, 55, 56, 57, 58, 59, 60, 61, 62, 63, 64, 65, 66, 67, 68, 69, 70, 71, 72, 73, 74, 75, 76, 77, 78, 79, 80, 81, 82, 83, 84, 85, 86, 87, 88, 89, 90, 91, 92, 93, 94, 95, 96, 97, 98, 99, 100 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow specific grounds of appeal found to be well-founded while dismissing others as unnecessary, remanding the case for a substantive trial on the merits.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal admissibility compensation unit valuation forced expropriation remand for trial legal error substantive trial

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 para. 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 18 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 last paragraph of the Code of Civil Procedure
Art. 581 para. 1 of the Code of Civil Procedure
Art. 495 para. 3 of the Code of Civil Procedure
Art. 1 para. 2 of Art. 3 of Law 4335/2015
Art. 176, 183 of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 1, 3 of Law 3693/1957
Art. 5 para. 12 of Law 1738/1987
Art. 2 of the Common Decision of the Ministers of Finance and Justice 134423/18-12-1992

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1941 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1941/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών: 1) ..., 2) ..., κατοίκου Ν. Σμύρνης Αττικής και 3) ... κατοίκου Αθηνών, εκ των οποίων η 3η παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ρήγα και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ρήγα, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι η ... (1η) απεβίωσε στις 20-5-2021 και τη βιαίως διακοπείσα δίκη συνεχίζει η μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμος της ... (3η), που παρίσταται με τον ίδιο. Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και το Γενικό Γραμματέα Αποκεντρωμένης Διοίκησης Πελοποννήσου, Δυτικής Ελλάδας και Ιονίου, που κατοικοεδρεύει στην Πάτρα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ιωάννα Παχή, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2012 αίτηση των ήδη 2ης και 3ης των αναιρεσειουσών, του ήδη αποβιώσαντος Β. Γ. του Ι. και του Γ. Κ. του Σ., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και συνεκδικάστηκε με την από 4-4-2012 αίτηση άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη.

Εκδόθηκε η 153/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπως αυτή διορθώθηκε με την 24/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι 2η και 3η των ήδη αναιρεσειουσών και ο Β. Γ. του Ι. (που έχει ήδη αποβιώσει) με την από 17-9-2014 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 273/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την ως άνω εφετειακή απόφαση και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 6/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 12-11-2020 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Γεωργία Κατσιμαγκλή, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12-11-2020 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 2/08-01-2021) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 6/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία του Ν. 2882/2001 - Κώδικα Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων (Κ.Α.Α.Α.), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1β, 556, 558, 566 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. και 22 Ν. 2882/2001). Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω για το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλόμενων κατ' ιδίαν λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ.1 στοιχ. α' και 290 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζονται κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και στην αναιρετική δίκη, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1846 και 1847 Α.Κ., προκύπτει ότι η δίκη διακόπτεται, αν μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και μέχρι να τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση του Αρείου Πάγου, αποβιώσει κάποιος διάδικος.

Η διακοπή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου διακοπής με επίδοση δικογράφου, ή με τις προτάσεις ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο, ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης. Η δίκη που διακόπηκε μπορεί να επαναληφθεί εκουσίως ρητώς με δήλωση των κληρονόμων του θανόντος στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης προς συζήτηση, ακόμα και ταυτόχρονα με τη δήλωση διακοπής, εφόσον παρίσταται ο αντίδικος, είτε με την επίδοση ιδιαιτέρου δικογράφου ή και με εξώδικη δήλωση, αλλά και σιωπηρώς με την κοινοποίηση κλήσης για συζήτηση της υπόθεσης (ΑΠ 895/2020, ΑΠ 1257/2019, ΑΠ 392/2019, ΑΠ 1045/2017, ΑΠ 711/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα και ειδικότερα: 1) το υπ' αριθμ. πρωτ. ... απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου, που έχει συνταχθεί από το ληξίαρχο του Δήμου Νέας Σμύρνης - Αττικής, 2) την υπ' αριθμ. ... Διάταξη Χορήγησης Κληρονομητηρίου του Ειρηνοδίκη Αμαρουσίου και 3) το υπ'αριθμ. ...

ειδικό νομιμοποιητικό έγγραφο του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου, προκύπτει ότι στις 20-05-2021, δηλαδή μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, απεβίωσε στην Αθήνα η πρώτη αναιρεσείουσα Μ. χήρα Β. Γ. το γένος Κ. Π., κάτοικος εν ζωή Δροσιάς - Διονύσου - Αττικής , η οποία κατέλειπε ως μοναδική εκ διαθήκης κληρονόμο της τη ...

και της Ι. (τρίτη αναιρεσείουσα), η οποία με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, που έγινε στο ακροατήριο και καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως, γνωστοποίησε στο αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο το γεγονός του θανάτου της προαναφερομένης πρώτης αναιρεσείουσας και ταυτόχρονα δήλωσε ότι συνεχίζει εκουσίως στο όνομά της τη βιαίως διακοπείσα δίκη, και υπό την προεκτεθείσα ιδιότητά της, η οποία ουδόλως αμφισβητείται από το αναιρεσίβλητο και συνεπώς παραδεκτώς χωρεί η συζήτηση της υπόθεσης ως προς αυτή με την ανωτέρω ιδιότητά της.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Με την από 30-04-2012 αίτησή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας οι αιτούντες ζήτησαν:

α) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τις με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ... ιδιοκτησίες τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημοσίας ωφέλειας με την αναφερόμενη Κ.Υ.Α., κατά ποσό μεγαλύτερο από αυτό που πρότεινε το καθ' ου η αίτηση, Ελληνικό Δημόσιο, με την από 30-04-2012 αίτησή του, β) τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομένοντα εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματα των ανωτέρω ακινήτων τους, σε ποσοστό 30% λόγω μείωσης της αξίας τους και γ) την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας (αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων) και τη διόρθωση κατά τούτο του κτηματολογικού πίνακα.

Επί της αιτήσεως αυτής, [στη δικονομική θέση του πρώτου των αρχικώς αιτούντων Β. Γ. του Ι. υπεισήλθαν νόμιμα λόγω θανάτου του στις 14-0 9-2017, η σύζυγός του Μ. χήρα Β. Γ. και η θυγατέρα του Ε. Γ. του Β., μετά δε το θάνατο της τελευταίας στις 14-07-2020, στη δικονομική της θέση υπεισήλθε η μητέρα της Μ. χήρα Β. Γ., ήτοι η πρώτη αναιρεσείουσα και ήδη θανούσα μετά την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, στη δικονομική θέση οποίας υπεισήλθε, όπως ήδη προεκτέθηκε η τρίτη αιτούσα και ήδη τρίτη αναιρεσείουσα ...

και της Ι., που συνεχίζει νόμιμα την παρούσα δίκη ], εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 153/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 24/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, με την οποία: (α) καθορίστηκε οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ως άνω ακινήτων, (β) απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα των αιτούντων περί επιδικάσεως ιδιαίτερης αποζημιώσεως, λόγω μειώσεως της αξίας των απομενόντων εκτός της απαλλοτρίωσης τμημάτων των ανωτέρω ακινήτων τους και (γ) έγινε κατά ένα μέρος δεκτό το αίτημα της άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας.

Κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 153/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και της διορθωτικής της, οι αιτούντες άσκησαν την από 17-09-2014 αίτηση αναιρέσεως, παραπονούμενοι μόνο για τα ανωτέρω υπό στοιχεία (β) και (γ) κεφάλαιά της. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 273/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η ανωτέρω υπ' αριθμ. 153/2013 απόφαση και η διορθωτική της, κατά τα ως άνω προσβληθέντα κεφάλαιά της και ακολούθως, παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Ακολούθως, το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, στο οποίο παραπέμφθηκε η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, μετά την εισαγωγή με κλήση της υποθέσεως ενώπιόν του και δικάζοντας ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6/2020 απόφασή του, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων: α) απέρριψε την ένδικη αίτηση κατά το κεφάλαιό της για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομένοντα εκτός απαλλοτριώσεως τμήματα των με αριθμό Κ.Π. ...

ακινήτων, β) δέχθηκε την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας ως προς τις ανωτέρω ιδιοκτησίες των αιτούντων και γ) διόρθωσε τον κτηματολογικό πίνακα της απαλλοτρίωσης, ώστε οι φερόμενες ως αυτοαποζημιούμενες ή υπόχρεες σε αποζημίωση τρίτων ιδιοκτησίες να αποζημιωθούν, προσδιορίζοντας την αξία αυτών ανά τετραγωνικό μέτρο γης, σε 18.00 ευρώ για τη με αριθμό 63 ιδιοκτησία και σε 18,50 ευρώ για τη με αριθμό 72 ιδιοκτησία.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 128 παρ. 2 ν. 4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α'/10-4-2012) και εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρο 146 παρ. 9 του εν λόγω νόμου), "εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί σημαντικά σε σχέση με την κύρια ή αποδεδειγμένως υφιστάμενη δευτερεύουσα κατά προορισμό χρήση, μπορεί να προσδιορίζεται με την απόφαση καθορισμού της αποζημίωσης και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη και η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο.

Για τον προσδιορισμό της ιδιαίτερης αποζημίωσης λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο, ιδίως, η κατάσταση του ακινήτου πριν και μετά την απαλλοτρίωση, η σημαντική επιδείνωση των γεωμετρικών στοιχείων και της οικονομικής και εμπορικής εκμεταλλεύσεως αυτού, όπως επίσης ότι η ζημία του απομένοντος θα επέλθει μετά βεβαιότητας μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι, για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για την στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριούμενου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται σημαντικά η αξία του.

Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.

Η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ. ΑΠ 31/2005, ΑΠ 465/2020, ΑΠ 273/2019, ΑΠ 1554/2017). Με την προαναφερόμενη τροποποίηση επαναφέρθηκε η έννοια της "σημαντικής" μείωσης της αξίας του ακινήτου που απομένει μετά την απαλλοτρίωση, όπως ίσχυε στο ν.δ. 797/1971.

Η κρίση του Εφετείου ότι επήλθε μείωση της αξίας του ακινήτου αυτού ανάγεται σε πράγματα και δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου. Ο όρος, όμως, "σημαντική", ως αόριστη νομική έννοια, υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, ενώ το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί ειδικά τον τρόπο υπολογισμού της μείωσης και του ποσοστού της (ΑΠ 465/2020, ΑΠ 1203/2019, ΑΠ 2004/2017, ΑΠ 96/2015).

Τέλος, ενόψει της ως άνω διατάξεως του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 (Κ.Α.Α.Α.), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή της από το άρθρο 128 παρ. 2 του Ν. 4070/2012, για να είναι πλήρης και να μη θεωρείται ανεπαρκής η αιτιολογία της δικαστικής αποφάσεως που επιδικάζει ή δεν επιδικάζει ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας των εναπομεινάντων μετά την απαλλοτρίωση τμημάτων των ιδιοκτησιών, πρέπει να ενέχει προσδιορισμό των εναπομεινάντων τμημάτων, ήτοι αναφορά περί του εμβαδού τους και των λοιπών προσδιοριστικών τους στοιχείων και να αναφέρει την κατά προορισμό χρήση των εναπομεινάντων τμημάτων και τη μετά την αναγκαστική απαλλοτρίωση δυνατότητα ή μη της πραγματοποίησης της χρήσης αυτής και με ποιες προϋποθέσεις (ΑΠ 273/2019, ΑΠ 148/2018, ΑΠ 1957/2017, 1201/2017, ΑΠ 205/2017, ΑΠ 1279/2015).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 1 του Ν. 653/1977 "περί υποχρεώσεως των παρόδιων ιδιοκτητών για τη διάνοιξη εθνικών οδών κ.λπ.", όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 62 παρ. 9 και 10 του Ν. 947/1979 αναφορικά με την εφαρμογή αυτών και στις περιπτώσεις των προς βελτίωση των υφιστάμενων οδών πραγματοποιούμενων νέων χαράξεων ή διαπλατύνσεων αυτών ή τμημάτων, καθώς και επί των επαρχιακών οδών για το μέχρι 20 μέτρων πλάτους αυτών, προκειμένου περί διανοίξεως εκτός σχεδίου πόλεων εθνικών οδών πλάτους κατάληψης 30 μέτρων, οι ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες κάθε πλευράς υποχρεούνται σε αποζημίωση ζώνης πλάτους 15 μέτρων με την συμμετοχή τους στις δαπάνες της απαλλοτριώσεως των καταλαμβανόμενων από τις οδούς αυτές ακινήτων.

Με την παράγραφο 3 του ως άνω άρθρου ορίστηκε ότι ως ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες για την εφαρμογή του θεωρούνται εκείνοι των οποίων τα ακίνητα αποκτούν πρόσωπο επί των διανοιγόμενων οδών, ενώ κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου όταν οι δικαιούχοι της αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση είναι υπόχρεοι για την πληρωμή αυτής επέρχεται συμψηφισμός δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Οι προαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 1 παράγραφοι 1, 3 και 4 του Ν. 653/1977, που εισάγουν αμάχητο τεκμήριο ωφέλειας, κρίθηκε ότι αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρώτου (Πρόσθετου) Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δικαιωμάτων του ανθρώπου (ΕΣΔΑ) που, μετά την επικύρωσή της με το ν.δ. 53/1974, αποτελεί εσωτερικό δίκαιο και υπερισχύει κάθε άλλης διατάξεως του ημεδαπού δικαίου, άρα και της πιο πάνω διατάξεως του Ν. 653/1977 (άρθρο 28 παρ. 1 Συντάγματος).

Ωστόσο, το τεκμήριο αυτό δεν καταργείται, αλλά εξακολουθεί να ισχύει ως μαχητό, όπως προβλέπεται ρητά πλέον και από το άρθρο 33 του Ν. 2971/2001, από το συνδυασμό των διατάξεων των παραγράφων 1 και 4 του οποίου προκύπτει ότι τα στοιχεία για την ωφέλεια ή μη του ακινήτου διευρύνονται και ότι, εκτός από την πρόσοψη επί της διανοιγομένης οδού, που προέβλεπε ο ως άνω νόμος 653/1977, ορίζονται (ενδεικτικά) και η δυνατότητα προσβάσεως του ακινήτου στο έργο, που περιλαμβάνεται στη ζώνη απαλλοτριώσεως, η δημιουργία επιπτώσεων στις χρήσεις του ακινήτου και η, κατά τις ισχύουσες διατάξεις, αρτιότητα και οικοδομησιμότητα του ακινήτου.

Έτσι, ο ισχυριζόμενος ότι το απομένον τμήμα του ακινήτου του δεν ωφελείται, αλλά αντιθέτως ζημιώνεται από την απαλλοτρίωση, μπορεί, αποδεικνύοντας το αντίθετο της τεκμαιρόμενης ωφέλειας, δηλαδή την επικαλούμενη ζημία του και ανατρέποντας το ως άνω μαχητό τεκμήριο, να αποζημιωθεί και για την αυτοαποζημιούμενη έκτασή του και να ζητήσει τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης και γι' αυτή (ΑΠ 273/2019, ΑΠ 688/2011, ΑΠ 1009/2011, ΑΠ 791/ 2010, ΑΠ 1046/2010, ΑΠ 801/2009).

Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ., για παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εφάρμοσε τέτοιο κανόνα, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφάρμοσε αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2005). Στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 7/2006, ΑΠ 3/2020, ΑΠ 192/2019). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/2020, Ολ. ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 8/2018, Ολ. ΑΠ 1/1999). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 85/2020, ΑΠ 38/2020).

Συνεπώς, κατά την έννοια του αναιρετικού αυτού λόγου η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, επομένως, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΑΠ 78/2020, ΑΠ 59/2020). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ. ΑΠ 15/2006, ΑΠ 78/2020, 38/2020, ΑΠ 638/2019, ΑΠ 98/2017).

Συνεπώς ως αιτιολογία που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών. Δηλαδή, η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ. ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1053/2017, ΑΠ 9/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 6/2020 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος, προκύπτει ότι το Εφετείο αυτό, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική δίκη μέρος της, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), μετά από εκτίμηση των επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα: "Με την με αριθ. 1112064/8399/Δ0010/9.1.2007 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας - Οικονομικών και ΠΕΧΩΔΕ, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στην Ετ.Κ (ΦΕΚ 16/24.1.2007.

Τ.ΑΑ και Π.Θ.) και καταχωρίστηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ναυπάκτου (τ. 170 με α.α. 301), όπως αυτή συμπληρώθηκε και διορθώθηκε με τις με αριθ. 1047663/3018/Δ0010/2008 και Δ12/3248/15.6.2011 Κ.Υ.Α. που δημοσιεύθηκαν νόμιμα, κηρύχθηκε αναγκαστική απαλλοτρίωση υπέρ και με δαπάνες του Ελληνικού Δημοσίου και για λόγους δημόσιας ωφέλειας και ειδικότερα για τη διάνοιξη της οδού "Αντιρρίου - Κεφαλόβρυσου του Δυτικού Άξονα Β-Ν της Ιονίας οδού στο υποτμήμα από χ.θ. 10-1-248 έως χ.θ. 18+700 στην περιοχή Χάλκειας Ν.

Αιτ/νίας", συνολικής εκτάσεως 428.612.17 τ.μ., όπως αυτή απεικονίζεται με κλίμακα 1 : 1.000 στα κτηματολογικά διαγράμματα (με αριθ. σχεδίου 1. 2. 3, 4, 5 και 6) και στον από ... κτηματολογικό πίνακα, καθώς και στους από ... διορθωτικούς πίνακες της Ειδικής Υπηρεσίας Δημοσίων Έργων - Οδικοί Άξονες Παραχώρησης - ΕΥΔΕ/ΟΑΠ της ΓΓΔΕ του ΥΠΕΧΩΛΕ, που έχει συντάξει η ανάδοχος της μελέτης Κοινοπραξία "ΝΑΜΑ Σύμβουλοι Μηχανικοί και Μελετητές Α.Ε.

και ΚΑΣΤΩΡ" και έχουν θεωρηθεί στις ... από τον Προϊστάμενο της Διεύθυνσης ΔΙ 2 του ΥΠΕΧΩΔΕ και εγκρίθηκαν με τις με αριθ. ΔΙ2/36945/23.5.2006, Δ12/0/31753/6.2.2008, Δ12/3248/15.6.2011 αποφάσεις του Διευθυντή της ίδιας Υπηρεσίας. Η απαλλοτρίωση κηρύχθηκε υπέρ και με δαπάνη του Ελληνικού Δημοσίου και θα αντιμετωπισθεί με δαπάνες του προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων για έργα αρμοδιότητας της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Έργων.

Τα απαλλοτριούμενα ακίνητα των οποίων αξιώνουν κυριότητα ή άλλα εμπράγματα δικαιώματα οι αιτούντες, αποτελούν μια εδαφική ζώνη μήκους 7,5 χιλιομέτρων περίπου και κυμαινόμενου πλάτους 60 έως 120 μέτρων. Η ζώνη αυτή αρχίζει από τον οικισμό Κάτω Καλαβρούζας και διασχίζει σε μήκος 2,5 χιλιομέτρων περίπου νότια της υφιστάμενης Εθνικής Οδού (ΕΟ.) ένα κυματοειδές ανάγλυφο, που κείται στις υπώρειες μεσαίου ορεινού όγκου της περιοχής, ως επί το πλείστον με δασώδη βλάστηση και σε απόσταση από τη θάλασσα, που κυμαίνεται από 2 έως 3 χιλιόμετρα, στη συνέχεια συναντά κατά βάση πεδινή περιοχή πλησίον του οικισμού Χανίων Γαβρολίμνης και διέρχεται νότια αυτού και σε απόσταση 100 περίπου μέτρων από το νότιο όριο αυτού.

Μετά τον εν λόγω οικισμό συνεχίζει εντός της ομώνυμης πεδιάδας για 1,5 χιλιόμετρο περίπου (χ.θ. 15+1.000). Στο σημείο αυτό διακόπτεται λόγω αλλαγής της μελέτης χάραξης και σε μήκος δύο χιλιομέτρων (χ.θ. 17+300 παραλλαγής), όπου συνεχίζει εντός πεδινής περιοχής, βόρεια και παράλληλα περίπου της υφισταμένης Ε.Ο. στο τοπικό διαμέρισμα Άνω Βασιλικής μέχρι τον ποταμό Εύηνο.

Μεταξύ των απαλλοτριωθέντων ακινήτων περιλαμβάνονται και οι με αριθμ. ... ιδιοκτησίες, για τις οποίες αξιώνουν εμπράγματα δικαιώματα οι αιτούντες και δη οι δύο πρώτες εξ αδιαιρέτου για την με αριθμ. 63 ιδιοκτησία και οι λοιποί εξ αδιαιρέτου για την με αριθμ. 72 ιδιοκτησία. Οι άνω ιδιοκτησίες, οι οποίες είναι όμορες, κείνται στη θέση Χάνια Κάτω Βασιλικής της Δημοτικής Ενότητας Χάλκειας, περιοχή η οποία απέχει από 10 έως 19 χιλιόμετρα από τη Γέφυρα Ρίου - Αντιρρίου και από 9 έως 18 χιλιόμετρα από την οικιστική περιοχή της πόλεως του Μεσολογγίου.

Η εγγύς, αλλά και η ευρύτερη περιοχή είναι εκτός σχεδίου πόλεως με αρτιότητα 4.000 τ.μ. κατά κανόνα και συντελεστή δομήσεως, που εξαρτάται από τη χρήση σύμφωνα με το π.δ. 24/31.5.1985 σε συνδυασμό με το π.δ. 209/1998, με το οποίο καθορίζονται οι αποστάσεις των οικοδομών που πρέπει να τηρούνται από τις οδούς για την ασφάλεια της Υπεραστικής Συγκοινωνίας.

Η περιοχή αρδεύεται με γεωτρήσεις, ενώ εξυπηρετείται από δίκτυα ΔΕΗ και τηλεφωνίας και συγκοινωνιακά από Υπεραστικές Γραμμές των ΚΤΕΛ. Οι εν λόγω ιδιοκτησίες κείνται εκτός σχεδίου πόλεως και εκτός ζώνης οικισμού, με ομαλό και γαιώδες έδαφος, με πρόσωπο προς βορρά στην παλαιά Εθνική οδό, προέχουσα δε χρήση αυτών ήταν n καλλιέργεια με ελαιόδενδρα (κυπαρίσσια, πλατάνια κλπ).

Η με αριθ. 63 ιδιοκτησία, είχε αρχικώς εμβαδόν 23.266,28 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώνονται δύο τμήματα, εμβαδού 2.155,25 και 494,94 τ.μ., αντίστοιχα, εκτός δε απαλλοτρίωσης απομένει έκταση 21.111 τ.μ. Εκτός της παλαιάς ΕΟ είχε και διατηρεί πρόσωπο και στο ανατολικό τμήμα της σε ασφαλτοστρωμένη δημοτική οδό που συνδέει την παλαιά ΕΟ με τον οικισμό Κάτω Βασιλικής.

Λόγω της μεγάλης επιφάνειάς της δευτερευόντως είχε και οικοπεδική αξία, καθώς πληροί τις προϋποθέσεις αρτιότητας και οικοδομησιμότητας ως εκτός σχεδίου πόλεως οικόπεδο. Μετά την απαλλοτρίωση η εν λόγω ιδιοκτησία διατηρεί τις προσβάσεις της, όπως και πριν την απαλλοτρίωση, αφού εξακολουθεί να έχει πρόσωπο τόσο στην παλαιά ΕΟ, όσο και στην προαναφερόμενη δημοτική οδό, καθώς n Ιόνια οδός τέμνει την ιδιοκτησία κατά το νότιο τμήμα της.

Μεταξύ της ιδιοκτησίας αυτής και της Ιονίας οδού, η οποία διέρχεται νοτίως αυτής, παρεμβάλλεται τάφρος, n οποία διευθετεί υφιστάμενο ρέμα. Ακόμα n Ιονία Οδός σε σχέση με το επίπεδο της ιδιοκτησίας είναι υπερυψωμένη με επίχωμα ύψους 8,00 - 8,40 μέτρων, ο δε πλησιέστερος ΑΚ (ανισόπεδος Κόμβος) Ευηνοχωρίου (χ.θ. 22-Κ350) διέρχεται σε απόσταση 8,3 χιλιομέτρων (βλ.

με αριθμ. πρωτ. 16364/3.8.2012 έγγραφο της ΕΥ.ΔΕ- Μ - ΚΕΠΑ &Ι.Ο). Η απαλλοτρίωση δεν έχει αρνητικές επιπτώσεις στην γεωργική του εκμετάλλευση, καθώς το μέγεθος, το σχήμα οι χρήσεις, n πρόσβασή του και τα ειδικά χαρακτηριστικά παραμένουν ως είχαν και δεν επηρεάζονται, ενώ η πολεοδομική του κατάσταση επίσης δεν επηρεάζεται, λόγω των τιθέμενων περιορισμών δόμησης, κατ' άρθρ. 2 § 1εδ.

α' του ΠΔ 347/1993, καθώς παραμένει και μετά την απότμηση του μικρού απαλλοτριούμενου τμήματος, άρτιο και οικοδομήσιμο. Τυχόν μείωση της αξίας αυτής λόγω της ρυπάνσεως και του θορύβου επέρχεται λόγω της εκτελέσεως του έργου, που απέβλεπε η απαλλοτρίωση και όχι λόγω της απαλλοτριώσεως, σε κάθε περίπτωση ίδια επιβάρυνση είχε και πριν την απαλλοτρίωση λόγω άμεσης γειτνίασης με την παλαιά ΕΟ.

Συνεπώς το αίτημα επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομένοντος ακινήτου λόγω απομείωσης της αξίας του συνεπεία της απότμησης του απαλλοτριούμενου τμήματος, συνολικού εμβαδού 2.650,19 μ2, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. 4. Περαιτέρω, η με αριθ. 72 ιδιοκτησία, είχε πριν την απαλλοτρίωση εμβαδόν 22.537,34 τ.μ., από την οποία απαλλοτριώθηκε έκταση 1.700 μ2 και απομένει εκτός απαλλοτρίωσης έκταση 21.184 τ.μ.

Είχε και εξακολουθεί να έχει πρόσωπο στην παλαιά Ε.Ο. Η Ιονία οδός διέρχεται νότια υπερυψωμένη ως προς αυτήν με παρεμβολή τάφρου με επίχωμα ύψους 8,5 μέτρων, ο δε ανισόπεδος κόμβος της Κλόκοβας διέρχεται σε απόσταση 3,3 χιλιομέτρων. Κύρια κατά προορισμό χρήση αποτελούσε η καλλιέργεια ελαιοδένδρων, λόγω όμως της μεγάλης επιφάνειας της δευτερευόντως είχε και οικοπεδική αξία, καθώς πληροί τις προϋποθέσεις αρτιότητας και οικοδομησιμότητας ως εκτός σχεδίου πόλεως οικόπεδο.

Μετά την απαλλοτρίωση τόσο η γεωργική του εκμετάλλευση, όσο και η πολεοδομική του αξιοποίηση ουδόλως επηρεάζονται, καθώς το μέγεθος, το σχήμα, οι χρήσεις, n πρόσβασή του και τα ειδικά χαρακτηριστικά παραμένουν ως είχαν και δεν επηρεάζονται από την απαλλοτρίωση, ενώ η πολεοδομική του κατάσταση επίσης δεν επηρεάζεται, λόγω των τιθέμενων περιορισμών δόμησης, κατ' άρθρ. 2 § 1 εδ.

α' του ΠΔ 347/1993, καθώς παραμένει και μετά την απότμηση του απαλλοτριούμενου τμήματος άρτιο και οικοδομήσιμο. Τυχόν μείωση της αξίας αυτής λόγω της ρυπάνσεως και του θορύβου επέρχεται λόγω της εκτελέσεως του έργου, που απέβλεπε η απαλλοτρίωση και όχι λόγω της απαλλοτριώσεως, σε κάθε περίπτωση ίδια επιβάρυνση είχε και πριν την απαλλοτρίωση λόγω άμεσης γειτνίασης με την παλαιά Ε.Ο.

Συνεπώς το αίτημα επιδίκασης ιδιαίτερης αποζημίωσης του εναπομένοντος ακινήτου λόγω απομείωσης της αξίας του συνεπεία της απότμησης του απαλλοτριούμενου τμήματος, εμβαδού 1.700,00 μέτρων, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. 5. Εξάλλου από όλα τα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι ναι μεν η προαναφερόμενη απαλλοτρίωση για το συγκεκριμένο έργο συγκοινωνιακού δικτύου επέφερε γενικώς πλεονεκτήματα υπό τη μορφή της αξιοποίησης της ευρύτερης περιοχής ή σε κάθε περίπτωση έθεσε τις βάσεις εφαρμογής μελλοντικών σχεδίων αξιοποίησης της, πλην όμως, για την απαλλοτρίωση των συγκεκριμένων ιδιοκτησιών ουδόλως μπορούν να ληφθούν υπόψη τα συγκεκριμένα πλεονεκτήματα που προκύπτουν από τις αντίστοιχες εργασίες.

Και τούτο διότι η Ιονία Οδός, διεθνών προδιαγραφών αυτοκινητόδρομος, θα είναι περίκλειστος και από τις δύο πλευρές του με απαγορευτικά κιγκλιδώματα και κανένα ακίνητο δεν έχει άμεση πρόσβαση σε αυτόν. Η προσπέλασή της γίνεται με ειδικές περίπλοκες κυκλοφοριακές συνδέσεις, οπότε οι αιτούντες δεν αποκτούν ουσιαστικά και δη κατά τρόπο άμεσο, πρόσωπο επί της οδού αυτής, ούτε οι εναπομένουσες μετά την απαλλοτρίωση ιδιοκτησίες τους επικοινωνούν μ' αυτή, ούτε έχουν δυνατότητα ευχερούς πρόσβασης προς αυτή.

Ειδικότερα η Ιονία Οδός διέρχεται νοτίως των επίδικων ιδιοκτησιών, είναι υπερυψωμένη σε σχέση με το επίπεδο των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, η δε υψομετρική διαφορά με επίχωμα ανέρχεται, όπως προεκτέθηκε, σε 8,00 - 8,40 μέτρων για την με αριθμ. 63 ιδιοκτησία και 8,50 μέτρων για την με αριθμ. 72 ιδιοκτησία, παρεμβάλλεται δε μεταξύ αυτής και των ιδιοκτησιών τάφρος.

Επιπλέον, σύμφωνα με το βασικό σχεδιασμό του έργου οι πλησιέστεροι ανισόπεδοι κόμβοι είναι εκείνοι της Κλόκοβας και Ευηνοχωρίου, που απέχουν από τις επίδικες ιδιοκτησίες 8,3 και 3,3 χλμ αντίστοιχα, γεγονός που δυσχεραίνει την πρόσβαση των αιτούντων στον αυτοκινητόδρομο. Από τα εκτιθέμενα συνάγεται ευθέως ότι, εν προκειμένω, δεν συντρέχει η βασική προϋπόθεση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 653/1977, δηλαδή η απόκτηση προσώπου επί της διανοιχθείσας οδού.

Περαιτέρω πέραν της έμμεσης ωφέλειας που προέκυψε από την ολοκλήρωση του έργου για το οποίο έλαβε χώρα n επίδικη απαλλοτρίωση, αφού μετέβαλε εκ βάθρων την οικονομική φυσιογνωμία, πολλαπλασιάζοντας την αξία των ακινήτων της ευρύτερης περιοχής, γεγονός που αφορά και τους υπόλοιπους κατοίκους της περιοχής και τους χρήστες της οδού αυτής, δεν αποκτούν οι αιτούντες κάποια άμεση ωφέλεια και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθούν ωφελούμενοι παρόδιοι ιδιοκτήτες και να επιβαρυνθούν με αυτοαποζημίωση, σύμφωνα με την έννοια του ν. 653/1977.

Συνεπώς, τα ως άνω εδαφικά τμήματα των αιτούντων, εμβαδού 2.155,28 μ2 και 1.353,34 μ2, αντίστοιχα, τα οποία κατά τον κτηματολογικό πίνακα απαλλοτριώνονται, πλην όμως δεν αποζημιώνονται, καθώς θεωρούνται αυτοαποζημιούμενα λόγω της επελθούσας ωφέλειας του απομένοντος ακινήτου από την εκτέλεση του έργου, δεν ωφελήθηκαν από την διάνοιξη της προαναφερόμενης οδού και επομένως, οι ιδιοκτήτες τους δεν έχουν υποχρέωση να συμμετάσχουν στις δαπάνες της απαλλοτρίωσης, κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 και 3 του Ν. 653/1997, αλλά πρέπει να αποζημιωθούν πλήρως από το καθού.

Κατ' ακολουθίαν οι αιτούντες δεν ωφελούνται και δεν υποχρεούνται σε αυτοαποζημίωση και αποζημίωση τρίτων, διορθουμένου κατά τούτο του κτηματολογικού πίνακα και δη για έκταση 2.155,28 μ2 για την με αριθμ. 63 ιδιοκτησία, και 1.353.34 μ2 για την με αριθμ. 72 ιδιοκτησία. Πρέπει, συνεπώς, δεκτής γενομένης της κρινόμενης αιτήσεως κατά το κεφάλαιο τούτο, να αναγνωρισθεί ότι οι αιτούντες δικαιούνται αποζημίωση για όλη την έκταση που απαλλοτριώνεται με βάση τον οικείο κτηματολογικό πίνακα κήρυξης της απαλλοτρίωσης, διορθουμένου σχετικώς του πίνακα αυτού. 6. [.....].

Στην προκειμένη περίπτωση οι καλούντες -αυτοτελώς αιτούντες ζητούν τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης και άρσεως του τεκμηρίου ωφελείας, προσδιοριζόμενη σε ποσοστό επί της ήδη καθορισθείσας, και κατάστασης αμετακλήτου 153/2013 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, οριστικής τιμής μονάδας για κάθε ιδιοκτησία, η οποία έχει αμετακλήτως, μετ' απόρριψη της ασκηθείσης εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου αναιρέσεως κατ' αυτής κατά το κεφάλαιο της οριστικής τιμής μονάδας, καθορισθεί σε 23.75 €/μ2 για την ΑΚΠ 63 ιδιοκτησία και 22,65 €/μ2 για την ΑΚΠ 72 ιδιοκτησία, ενώ το καθού ζητεί κυρίως μεν την απόρριψη της αίτησης και κατά τα δύο επαναφερόμενα προς συζήτηση κεφάλαια, άλλως και επικουρικώς τον καθορισμό αυτών με επαναπροσδιορισμό της αξίας των απαλλοτριωθέντων ακινήτων κατά τον κρίσιμο χρόνο, ήτοι εκείνον της μετ' αναίρεση συζήτησης (17.09.2019).

Σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη εκτίθενται, και κατά την άποψη που το παρόν δικαστήριο θεωρεί ορθότερη, κρίσιμος χρόνος προσδιορισμού της ιδιαίτερης αποζημίωσης ή του ποσού της αυτοαποζημιώσεως ή της αποζημιώσεως τρίτων, μετά την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, ενόψει του ότι παρήλθε έτος από τον καθορισμό προσωρινής τιμής μονάδας, είναι αυτός της μετ' αναίρεση συζητήσεως, ήτοι n 17.09.2019, χωρίς τούτο να προσβάλλει το δεδικασμένο που απορρέει από την αμετακλήτως ορισθείσα οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης ή να συναναιρεί αναγκαίως και εκ πλαγίου και το μη αναιρεθέν με την προαναφερόμενη παραπεμπτική αποφάσεις του Αρείου Πάγου κεφάλαιο της οριστικής τιμής αποζημίωση.

Επομένως, με βάση την παραδοχή αυτή πρέπει να προσδιορισθεί n αξία γης ανά μ.2 κατά τον πιο πάνω χρόνο, ως μεγέθους αναφοράς του ποσού της αυτοαποζημιώσεως ή της αποζημιώσεως τρίτων, μετά την ανατροπή του τεκμηρίου ωφέλειας, για κάθε ακίνητο. Από τα προσκομιζόμενα έγγραφα και ιδιαίτερα από τις καταθέσεις των μαρτύρων ενώπιον του ΜΠρΜεσολογγίου κατά την συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό τιμής αποζημίωσης, τις εκθέσεις εκτίμησης του ΣΟΕ από Μαίου 2013 των Ορκωτών Εκτιμητών I.

Α. και Α. Μ.. την από 10.5.2013 τεχνική έκθεση των υπαλλήλων του ΥΠΟΜΕΔΙ Ν. Τυπάλδου κλπ. σε συνδυασμό και με τις προσκομιζόμενες αποφάσεις του παρόντος δικαστηρίου που εκδόθηκαν για την επίδικη περιοχή σε κύριες ή συμπληρωματικές απαλλοτριώσεις (134/2018. 24/2017 ΤρΕφ.), λαμβανομένης υπόψη της ενσκήψασας κατά την τελευταία δεκαετία οικονομικής κρίσης, κατά την οποία η αξία των αγροτικών ακινήτων παρουσιάζει κάμψη σε ποσοστό 30 - 40% λόγω της συνεχόμενης και αυξανόμενης ύφεσης, n κατά τον κρίσιμο χρόνο αξία γης πρέπει να προσδιορισθεί για την με αριθμ. 63 ιδιοκτησία, σε 18.00 €/μ2 και για την με αριθμ. 72 ιδιοκτησία σε 18,50 €/μ2.

Συνεπώς, επί της πιο πάνω αξίας θα προσδιορισθεί το ποσό της αποζημίωσης για την απαλλοτριωθείσα και μη αποζημιωθείσα έκταση κάθε ιδιοκτησίας μετά την, κατά τα ανωτέρω, άρση του τεκμηρίου ωφελείας". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 6/2020 απόφασή του : (α) απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα των αναιρεσειουσών περί επιδικάσεως ιδιαίτερης αποζημιώσεως λόγω μειώσεως της αξίας των απομενόντων, εκτός της απαλλοτρίωσης, τμημάτων των ανωτέρω ακινήτων τους, (β) δέχθηκε το αίτημα των αναιρεσειουσών περί της άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας, αναγνώρισε ότι οι ανωτέρω ιδιοκτησίες των αναιρεσειουσών δεν αποκτούν καμία ωφέλεια από την απαλλοτρίωση, ούτε και υπέχουν υποχρέωση αποζημίωσης τρίτων ως παρόδιοι ιδιοκτήτες και διόρθωσε κατά τούτο τον κτηματολογικό πίνακα και (γ) ακολούθως, προέβη στον προσδιορισμό νέας τιμής μονάδας αποζημίωσης (την οποία χαρακτήρισε ως "αξία ανά μ2 γης") για την απαλλοτριωθείσα και μη αποζημιωθείσα έκταση των ανωτέρω ιδιοκτησιών και ειδικότερα στο ποσό των 18.00 ευρώ ανά τετρ.

μέτρο για τη με αριθμό 63 ιδιοκτησία και των 18,50 ευρώ ανά τετρ. μέτρο για τη με αριθμό 72 ιδιοκτησία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο και ειδικότερα δεχόμενο με την προσβαλλόμενη απόφαση ότι "Τυχόν μείωση της αξίας ... επέρχεται λόγω της εκτελέσεως του έργου, που απέβλεπε η απαλλοτρίωση και όχι λόγω της απαλλοτριώσεως", ήτοι δεχόμενο ως προς τον μη καθορισμό ιδιαίτερης αποζημιώσεως, ότι η "τυχόν μείωση" που επέρχεται στην αξία των απομενόντων εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ιδιοκτησιών των αναιρεσειουσών, ανάγεται στην εκτέλεση του έργου, για το οποίο έγινε η απαλλοτρίωση και όχι στην απαλλοτρίωση και ότι ως εκ τούτου αυτές δεν δικαιούνται ιδιαίτερης αποζημιώσεως, παραβίασε ευθέως τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 13 παρ. 4 του ν. 2882/2001, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, καθόσον, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στην προηγηθείσα νομική σκέψη, στην περίπτωση κατά την οποία το τμήμα που απομένει εκτός απαλλοτριώσεως υφίσταται σημαντική μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημιώσεως, η αποζημίωση δε αυτή καλύπτει όχι μόνον την εκ της απαλλοτριώσεως και μόνον της εκτάσεως του όλου ακινήτου ζημία, αλλά και εκείνη που επήλθε από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση του μέρους του ακινήτου (Ολ.

ΑΠ 31/2005). Περαιτέρω το Εφετείο με την προαναφερθείσα κρίση του, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του ελλιπείς και ασαφείς αιτιολογίες, αναφορικά με το ζήτημα της μειώσεως ή μη της αξίας των απομενόντων εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ακινήτων των αναιρεσειουσών, συνεπεία της αποτμήσεως των απαλλοτριωθέντων εκτάσεων και ειδικότερα αναφορικά με την επιδείνωση ή μη των γεωμετρικών στοιχείων των εναπομείναντων αυτών τμημάτων, το οποίο (ζήτημα) ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και έτσι στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης.

Ειδικότερα, ως προς το ως άνω ζήτημα της μειώσεως ή μη της αξίας των απομενόντων εκτός απαλλοτριώσεως τμημάτων των ακινήτων των αναιρεσειουσών, συνεπεία της αποτμήσεως των απαλλοτριωθέντων εκτάσεων: α) το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση, αν και δέχεται ότι η Ιονία Οδός είναι υπερυψωμένη σε σχέση με το επίπεδο των ανωτέρω ιδιοκτησιών των αναιρεσειουσών, η δε υψομετρική διαφορά με επίχωμα ανέρχεται σε 8,00 - 8,40 μέτρα για τη με αριθμό 63 ιδιοκτησία και 8,50 μέτρων για τη με αριθμό 72 ιδιοκτησία, παρεμβάλλεται δε μεταξύ αυτής και των άνω ιδιοκτησιών τάφρος, ακολούθως στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν αξιολογείται και δεν διευκρινίζεται αν υφίστανται συνέπειες και επιπτώσεις και ποιες από την υψομετρική αυτή διαφορά και αν αυτή επιφέρει ή μη σημαντική μείωση των γεωμετρικών στοιχείων των ανωτέρω ακινήτων και β) αν και αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, όσον αφορά και τα δύο ανωτέρω ακίνητα ότι η πολεοδομική τους κατάσταση δεν επηρεάζεται, λόγω των τιθέμενων περιορισμών δόμησης, κατ' άρθρ. 2 § 1εδ.

α' του ΠΔ 347/1993, καθώς παραμένουν και μετά την απότμηση των απαλλοτριούμενων τμημάτων άρτια και οικοδομήσιμα, δεν διευκρινίζεται και δεν αποσαφηνίζεται εάν, μετά την απότμηση των απαλλοτριωθέντων τμημάτων και τη μείωση έτσι της αρχικής επιφάνειας των ακινήτων, μεταβάλλονται ή όχι, ως προς τα εναπομείναντα τμήματα, οι όροι δόμησης και το ποσοστό κάλυψης των απομενόντων αυτών τμημάτων, εάν μειώνεται ή όχι ο ωφέλιμος οικοπεδικός χώρος προς δόμηση αυτών και εάν επέρχεται ή μη σημαντική μείωση από το λόγο αυτό των γεωμετρικών στοιχείων των απομενόντων ακινήτων.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι το έγγραφο αυτό περιελάμβανε, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικώς στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγήθηκε σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον αναιρετικό αυτόν λόγο, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό (Ολ.

ΑΠ 2/2008, ΑΠ 392/2022, ΑΠ 235/2019). Έγγραφα, κατά τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως, είναι τα κατά τα άρθρα 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. αναφερόμενα ως αποδεικτικά έγγραφα, τα παρέχοντα άμεση ή έμμεση απόδειξη (ΑΠ 766/2022). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο [που απέρριψε το αίτημα αναιρεσειουσών περί επιδικάσεως ιδιαίτερης αποζημιώσεως λόγω μειώσεως της αξίας των απομενόντων εκτός της απαλλοτρίωσης τμημάτων των ανωτέρω ακινήτων τους, εκτός των άλλων επιπτώσεων και λόγω της ρυπάνσεως και του θορύβου, που οι αναιρεσείουσες είχαν ισχυριστεί ότι επέρχεται από την κατασκευή του έργου της Ιονίας Οδού], δέχθηκε ότι το με αριθμό ΚΠ 63 ακίνητο "εξακολουθεί να έχει πρόσωπο ...

στην παλαιά ΕΟ", καθώς και ότι "ίδια επιβάρυνση είχε (λόγω ρυπάνσεως και θορύβου) και πριν την απαλλοτρίωση λόγω άμεσης γειτνίασης με την παλαιά ΕΟ.", πλην όμως από το προσκομιζόμενο με επίκληση κτηματολογικό διάγραμμα [που παραδεκτά επισκοπείται, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου] και σε αντίθεση με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, προκύπτει ότι το εν λόγω με αριθμό ΚΠ 63 ακίνητο δεν είχε, ούτε έχει πρόσωπο και άμεση γειτνίαση με την παλαιά Εθνική Οδό.

Συνεπώς, το Εφετείο υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, καθόσον παραμόρφωσε ως προς τα ανωτέρω, το περιεχόμενο του προαναφερόμενου εγγράφου, στο οποίο κυρίως στήριξε τις ανωτέρω παραδοχές του, αφού δέχθηκε πραγματικά γεγονότα αντίθετα από το περιεχόμενο αυτού. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, ο πρώτος αναιρετικός λόγος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια:

α) από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση της ευθείας παραβιάσεως του ως άνω κανόνος ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 13 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, αλλά και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, β) από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση της εκ πλαγίου παραβιάσεως των προαναφερόμενων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων και γ) από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση της παραμορφώσεως του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Η κατά τα άνω παραδοχή της βασιμότητας των προβληθέντων με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως πλημμελειών, η αναιρετική εμβέλεια των οποίων καλύπτει την αποδοχή της αναιρέσεως ως προς το ζήτημα της απορρίψεως από το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση της αιτήσεως των αναιρεσειουσών περί επιδικάσεως ιδιαίτερης αποζημιώσεως λόγω μειώσεως της αξίας των απομενόντων εκτός της απαλλοτρίωσης τμημάτων των ανωτέρω ακινήτων τους, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του ίδιου ως άνω πρώτου λόγου, κατά το μέρος του κατά το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από το αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 16 Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένo. Ειδικότερα, ο Άρειος Πάγος ελέγχει μόνο την παράβαση του νόμου, δηλαδή την ψευδή ερμηνεία ή την εσφαλμένη εφαρμογή των περί δεδικασμένου διατάξεων, σε σχέση με όσα γίνονται ανελέγκτως δεκτά, ήτοι αν αυτά συνιστούν την έννοια του δεδικασμένου και σε καταφατική περίπτωση αν αυτά έχουν την έκταση και τα αποτελέσματα, που του προσέδωσε η απόφαση, ενώ διαφεύγει του αναιρετικού ελέγχου, ως κρίση περί τα πράγματα, η συνδρομή ή όχι των περιστατικών ως προς την ταυτότητα της διαφοράς και των διαδίκων.

Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, για τη βασιμότητα ή μη του λόγου, ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους, ενώ επισκοπείται από τον Άρειο Πάγο και η απόφαση από όπου απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) (ΑΠ 794/2020, ΑΠ 960/2015).

Εξάλλου, από το συνδυασμό των άρθρων 570 παρ.2, 579 παρ. 1, 580 παρ.3 και 581 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η αναίρεση της αποφάσεως και, επομένως, και η εξαφάνισή της, μπορεί να είναι ολική ή μερική. Τούτο θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο έχουν προσβληθεί όλα ή κάποιο από τα περισσότερα κεφάλαια αυτής. Ειδικότερα, η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναιρέσεως, δηλαδή κατά τα κεφάλαια, (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας), τα οποία αφορά ο δεκτός γενόμενος λόγος αναιρέσεως, καθώς και εκείνα που συνάπτονται, αρρήκτως, προς τα αναιρεθέντα.

H έκταση αυτή της αναιρέσεως προκύπτει οπό το συγκεκριμένο περιεχόμενο της αναιρετικής αποφάσεως, κατισχύει κάθε αντίθετης γενικής διατυπώσεως αυτής και μάλιστα του τυχόν χαρακτηρισμού της από αυτήν της εκτάσεως της αναιρέσεως της προσβαλλομένης αποφάσεως, ως ολικής. Επομένως, στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται με την αναιρετική απόφαση.

Αν η απόφαση αναιρεθεί μερικώς, ως προς ορισμένα κεφάλαια της όλης δίκης, τότε μόνο ως προς αυτά εξαφανίζεται η απόφαση και η εξουσία του δικαστηρίου της παραπομπής δεν εκτείνεται στα άλλα κεφάλαια, ως προς τα οποία διατηρείται το δεδικασμένο της αποφάσεως του εφετείου (ΑΠ 305/2021, ΑΠ 493/2011, ΑΠ 629/2010). Αν παρά ταύτα το εφετείο, ως δικαστήριο της παραπομπής, επιληφθεί και εξετάσει εκ νέου κεφαλαία της απόφασης, τα οποία δεν έθιξε η αναιρετική απόφαση, τότε παραβιάζει το δεδικασμένο και ιδρύεται ο από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως για παραβίαση του δεδικασμένου, που έχει παραχθεί από την απόφαση του εφετείου, όχι δε και ο από τον αριθμό 18 του ιδίου άρθρου αναιρετικός λόγος, που αναφέρεται στην παραβίαση της δεσμευτικότητας των αποφάσεων του Αρείου Πάγου, ως προς τα "κριθέντα" μόνο νομικά ζητήματα, ουσιαστικής ή δικονομικής φύσεως (ΑΠ 739/2022, ΑΠ 707/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προαναφέρθηκε, οι αιτούντες με την από 30-04-2012 αίτησή τους ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας ζήτησαν: α) τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης για τις με αριθμό κτηματολογικού πίνακα ... ιδιοκτησίες τους που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά, β) τον καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομένοντα εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματα των ανωτέρω ακινήτων τους, λόγω μείωσης της αξίας τους και γ) την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας (αυτοαποζημίωσης και αποζημίωσης τρίτων).

Με την υπ' αριθμ. 153/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 24/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου), που εκδόθηκε επί της αιτήσεώς τους αυτής: (α) καθορίστηκε η οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης των ως άνω ακινήτων, (β) απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμο το αίτημα επιδικάσεως ιδιαίτερης αποζημιώσεως λόγω μειώσεως της αξίας των απομενόντων εκτός της απαλλοτρίωσης τμημάτων των ανωτέρω ακινήτων τους και (γ) έγινε κατά ένα μέρος δεκτό το αίτημα περί της άρσεως του τεκμηρίου ωφέλειας.

Κατά της ανωτέρω υπ' αριθμ. 153/2013 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας και της διορθωτικής της, οι αιτούντες άσκησαν την από 17-09-2014 αίτηση αναιρέσεως, παραπονούμενοι μόνο για τα ανωτέρω υπό στοιχεία (β) και (γ) κεφάλαιά της και όχι κατά το ως άνω υπό στοιχείο (α) κεφάλαιό της, δηλαδή αυτό του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων.

Με την υπ' αριθμ. 273/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου αναιρέθηκε η ανωτέρω υπ' αριθμ. 153/2013 απόφαση του Εφετείου και η διορθωτική της, μόνο κατά τα ως άνω προσβληθέντα κεφάλαιά της, δηλαδή του καθορισμού ιδιαίτερης αποζημίωσης για τα απομένοντα εκτός της απαλλοτρίωσης τμήματα των ανωτέρω ακινήτων και της άρσης του τεκμηρίου ωφέλειας.

Επομένως, μετά την ανωτέρω αναιρετική απόφαση, η εξουσία του Εφετείου, ως Δικαστηρίου της παραπομπής, σύμφωνα με τα αναφερθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, εκτεινόταν μόνο στα ανωτέρω προσβληθέντα και αναιρεθέντα κεφάλαια και όχι στο μη προσβληθέν με την αναίρεση και μη αναιρεθέν κεφάλαιο του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης των ως άνω απαλλοτριωθέντων ακινήτων, ως προς το οποίο διατηρείται το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 153/2013 αποφάσεως του Εφετείου (όπως αυτή διορθώθηκε).

Παρά ταύτα το Τριμελές Εφετείο Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, ως Δικαστήριο της παραπομπής, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, επιλήφθηκε και εξέτασε εκ νέου το ανωτέρω, μη προσβληθέν με αναιρετικό λόγο, κεφαλαίο του καθορισμού της οριστικής τιμής μονάδας αποζημιώσεως, το οποίο δεν έθιξε η αναιρετική απόφαση, ως προς το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, διατηρείτο το δεδικασμένο της υπ' αριθμ. 153/2013 αποφάσεως του ιδίου Εφετείου, και αναφερόμενο σε "αξίες ανά μ2 γης", προσδιόρισε στην πραγματικότητα νέες διαφορετικές τιμές οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης, μετά την άρση του τεκμηρίου ωφέλειας, για τις απαλλοτριωθείσες και μη αποζημιωθείσες εκτάσεις των ανωτέρω ιδιοκτησιών, δεχόμενο ότι τούτο δεν "προσβάλλει το δεδικασμένο που απορρέει από την αμετακλήτως ορισθείσα οριστική τιμή μονάδας αποζημίωσης".

Με την κρίση του όμως αυτή το Εφετείο, ως Δικαστήριο της παραπομπής, κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, ότι δεν υπάρχει δεδικασμένo και ως εκ τούτου υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας.

Επομένως, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ως άνω αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ παρέλκει η έρευνα του ιδίου λόγου της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως ως προς τις προβαλλόμενες αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 18 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αφορούν το ίδιο κεφάλαιο (του καθορισμού νέων τιμών οριστικής μονάδας αποζημιώσεως), καθόσον η αναιρετική εμβέλεια του παραπάνω λόγου κατά το μέρος που έγινε δεκτός (και δη μόνο ως προς τον καθορισμό νέων τιμών οριστικής μονάδας αποζημιώσεως), καθιστά αλυσιτελή την εξέτασή τους. .

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά τα κεφάλαια που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσας και ως προς τους διαδίκους της δίκης αυτής. Στη συνέχεια η υπόθεση πρέπει να κρατηθεί από τον Άρειο Πάγο, προκειμένου να δικαστεί κατ' ουσίαν, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 εδ.

τελευταίο του Κ.Πολ.Δικ. Έτσι, για την εκπλήρωση της επιβαλλόμενης στον Άρειο Πάγο από τη διάταξη αυτή υποχρεώσεως για εκδίκαση μετά από δεύτερη αναίρεση, της υποθέσεως κατ' ουσίαν, θα πρέπει να λάβει χώρα νέα συζήτηση της υποθέσεως μετά την έκδοση της αναιρετικής αποφάσεως ενώπιον του ιδίου Τμήματος, το οποίο δικάζει πλέον ως δικαστήριο της ουσίας, σε νέα προς το σκοπό αυτό δικάσιμο, ύστερα από κλήση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, σύμφωνα με τις προβλέψεις της διατάξεως του άρθρου 581 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., η οποία εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή, ώστε κατ' αυτήν οι διάδικοι να διαμορφώσουν ανάλογα τους ισχυρισμούς και τις προτάσεις τους (ΑΠ 305/2021).

Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, λόγω της νίκης αυτών (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα).

Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσίβλητο, ως ηττηθείς διάδικος, στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, που κατέθεσαν προτάσεις (υπόμνημα), κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183 Κ.Πολ.Δ.) μειωμένη κατά το άρθρο 22 παρ. 1, 3 του Ν. 3693/1957 (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν. Κ.Πολ.Δ.), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και άρθρο 2 της 134423/18-12-1992 Κοινής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, όπως ορίζεται στο διατακτικό. .

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 6/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό κεφάλαιά της.

-Κρατεί την υπόθεση στο Δικαστήριο του Αρείου Πάγου και την παραπέμπει για περαιτέρω κατ' ουσίαν εκδίκαση στο ίδιο Τμήμα, σε ιδιαίτερη συζήτηση.

-Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στις καταθέσασες αυτό αναιρεσείουσες. -

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειουσών, την οποία ορίζει στο ποσόν των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.

H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ