Legislator Case Law & Legislation
1941/2017 AI generated

1941/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1941/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/2/2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31474/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1571/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6/12/2013 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1941/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, κατά το άρθρο 987 ΚΠολΔ, που αποτελεί ειδικότερη μορφή του άρθρου 262 παρ.2 ΚΠολΔ και έχει εφαρμογή και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου των παρ' αυτού οφειλομένων στον οφειλέτη του Δημοσίου, κατά το άρθρο 30 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), ο τρίτος δικαιούται να προσβάλει την κατάσχεση, μόνο αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα κατά το άρθρο 983 ΚΠολΔ στοιχεία ή δεν κοινοποιήθηκε στον καθ' ου.

Keywords

AI generated
treasury bill capital requirements financial crisis bank charges public borrowing central bank
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1941 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1941/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 18 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Ιωάννη Μπακόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ" ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσίβλητης Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Κωνσταντία Σταμπουλή με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/2/2008 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 31474/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1571/2012 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 6/12/2013 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. O Εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Πέππας ανέγνωσε την από 6/9/2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12).

Επίσης, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιονδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 987 ΚΠολΔ, που αποτελεί ειδικότερη μορφή του άρθρου 262 παρ.2 ΚΠολΔ και έχει εφαρμογή και επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου των παρ' αυτού οφειλομένων στον οφειλέτη του Δημοσίου, κατά το άρθρο 30 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.), ο τρίτος δικαιούται να προσβάλει την κατάσχεση, μόνο αν το κατασχετήριο δεν περιέχει τα κατά το άρθρο 983 ΚΠολΔ στοιχεία ή δεν κοινοποιήθηκε στον καθ' ου.

Επομένως, ο τρίτος δεν δύναται να προσβάλει την κατάσχεση για άλλους λόγους και μάλιστα για ουσιαστική ακυρότητα αυτής, εκτός αν ο νόμος χορηγεί τέτοιο δικαίωμα και στον τρίτο ή η ακυρότητα τέθηκε προς το συμφέρον του ή και το συμφέρον αυτού ή τέθηκε χάριν του δημοσίου συμφέροντος, όπως η ακυρότητα της επιδόσεως του κατασχετηρίου προς τον τρίτο.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 30 Κ.Ε.Δ.Ε. "η κατάσχεσις εις χείρας τρίτων των εις χείρας αυτών ευρισκομένων χρημάτων, καρπών και άλλων κινητών πραγμάτων του οφειλέτου του Δημοσίου ή των οφειλομένων εν γένει προς αυτό, ενεργείται υπό του διευθυντού του δημοσίου ταμείου δια κατασχετηρίου εγγράφου μη κοινοποιουμένου εις τον οφειλέτην, περιέχοντος δε:

α) το όνομα, επώνυμον, όνομα πατρός του οφειλέτου, β) το ονοματεπώνυμον του τρίτου εις χείρας του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεσις, γ) το ποσόν δια το οποίον επιβάλλεται η κατάσχεσις, δ) πίνακα χρεών του οφειλέτου και δ) χρονολογίαν και υπογραφήν του διευθυντού του δημοσίου ταμείου (παρ.1). Δια του κατασχετηρίου εγγράφου προσκαλείται ο τρίτος όπως τα υπ' αυτού εις τον οφειλέτην του Δημοσίου οφειλόμενα χρήματα κατάθεση εντός οκτώ ημερών εις το δημόσιον ταμείον (παρ.2 εδ.α) ... .

Από της ημέρας κοινοποιήσεως του κατασχετηρίου εις τον τρίτον δεν δύναται ούτος να αποδώση προς τον οφειλέτην του Δημοσίου τα κατασχεθέντα χρήματα ... (παρ.3 εδ.α)". Από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι επί κατασχέσεως στα χέρια τρίτου από το Δημόσιο, που είναι αναγκαστική, το κατασχετήριο που συντάσσεται από τον αρμόδιο διευθυντή του ταμείου και ήδη από τον προϊστάμενο της αρμόδιας Δ.Ο.Υ. (άρθρα 85 παρ.1 Κ.Ε.Δ.Ε.

και 1 αριθ.4 π.δ. 16/1989) πρέπει να περιέχει προεχόντως, εκτός του τίτλου στον οποίο στηρίζεται, την οφειλόμενη από τον τρίτο προς τον οφειλέτη του Δημοσίου ποσότητα και την έννομη σχέση από την οποία προέρχεται, η οποία πρέπει να αναφέρεται συνοπτικά αλλά κατά τρόπο σαφή, το όνομα, επώνυμο και πατρώνυμο του οφειλέτη και να επιδίδεται εγκύρως προς τον τρίτο, στα χέρια του οποίου επιβάλλεται η κατάσχεση.

Τα πιο πάνω είναι ουσιώδη στοιχεία κάθε κατασχετηρίου, αφού ο τρίτος, ο οποίος καθίσταται έτσι οφειλέτης του Δημοσίου με βάση το αμάχητο τεκμήριο που καθιερώνεται από τη διάταξη του άρθρου 33 Κ.Ε.Δ.Ε. (όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με άρθρο 67 παρ. 1 του ν. 3842/2010), όχι μόνο θα λάβει ακριβή γνώση των κατασχομένων και δεν θα προβεί σε διάθεση αυτών αλλά και θα μπορέσει να προβεί σε δήλωση σαφή και ορισμένη κατά το άρθρο 32 Κ.Ε.Δ.Ε.

Κατασχετήριο από το οποίο λείπει ένα από τα πιο πάνω ουσιώδη στοιχεία ή δεν επιδόθηκε έγκυρα στον τρίτο είναι άκυρο, καθιστώντας άκυρη την κατάσχεση και δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, ο δε τρίτος, παραλείποντας την υποβολή της δηλώσεως του άρθρου 32 Κ.Ε.Δ.Ε., δεν καθίσταται από αυτό και μόνο οφειλέτης του Δημοσίου, αφού πρόκειται για άκυρο κατασχετήριο, βασική δε προϋπόθεση του τεκμηρίου που δημιουργείται από τη μη εμπρόθεσμη δήλωση οφειλής του κατά το άρθρο 33 Κ.Ε.Δ.Ε.

και των από αυτή συνεπειών είναι η ύπαρξη έγκυρης κατασχέσεως (ΑΠ 1162/2013). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 75 παρ.1 εδ.α Κ.Ε.Δ.Ε. που ορίζει ότι παράλειψη ή ακυρότητα των πράξεων εκτελέσεως μπορεί να προταθεί από τον οφειλέτη αν αυτή αποδεικνύεται από αυτές τις ίδιες τις πράξεις και αν, κατά την κρίση του δικαστηρίου, επήλθε σ' αυτόν βλάβη που δεν μπορεί να επανορθωθεί διαφορετικά παρά με κήρυξη της ακυρότητας, προκύπτει ότι οι σημειούμενες στη διοικητική εκτέλεση παραλείψεις ή ακυρότητες οδηγούν σε ακύρωση της τελευταίας, αφενός μεν αν αποδεικνύονται από την ίδια την πράξη και αφετέρου αν προξένησαν στον προτείνοντα ανεπανόρθωτη, κατά την προδιαληφθείσα έννοια του όρου, βλάβη, στις ακυρότητες δε που αφορούν την επίδοση του κατασχετηρίου περιλαμβάνονται και εκείνες που αναφέρονται στην κατάσχεση στα χέρια τρίτου εκ μέρους των οργάνων του Δημοσίου κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι οποίες (ακυρότητες) προτείνονται από τον τρίτο με ανακοπή (ΑΠ 884/2010).

Στην ένδικη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα, με τον δεύτερο λόγο ανακοπής της ισχυρίστηκε ότι η επιβληθείσα, με το με αριθμ. .../28.4.2007 κατασχετήριο έγγραφο της ΔΟΥ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης, από το καθ' ου η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο, αναγκαστική κατάσχεση εις χείρας της, ως τρίτης, ήταν ανυπόστατη για το λόγο ότι δεν αναφέρονταν στο κατασχετήριο το είδος των χρηματικών απαιτήσεων του Σ.

Φ. του Ι. που κατάσχονταν και η έννομη σχέση με βάση την οποία υφίστανται οι απαιτήσεις του τρίτου και ότι από τη μη αναφορά αυτήν υπέστη βλάβη η οποία δεν μπορεί να αρθεί άλλως παρά με την ακύρωση για το λόγο ότι δεν κατέστη δυνατός ο έλεγχος της απαίτησης και η διενέργεια της σχετικής δήλωσής της. Ο νόμιμος αυτός λόγος ανακοπής, στηριζόμενος στις προαναφερθείσες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, είναι βάσιμος και κατ' ουσίαν.

Ειδικότερα, από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, αποδεικνύεται ότι το καθ' ου η ανακοπή επέβαλε με το ανακοπτόμενο κατασχετήριο εις χείρας της ανακόπτουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας, ως τρίτης, κατάσχεση κάθε ποσού έως το ποσό των 24.043.651,99 ευρώ, που σύμφωνα με τα αναφερόμενα σ' αυτό όφειλε ή μέλλει να οφείλει αυτή "λόγω συναλλαγής στο τραπεζικό κατάστημα" στον οφειλέτη του καθ' ου η ανακοπή, Σ.

Φ. του Ι., σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 24 του ν. 2915/2001 εκτός των ποσών από συντάξεις και μισθούς. Η αναφορά, όμως, αυτή είναι αόριστη, καθώς δεν προσδιορίζεται αν η απαίτηση αφορά καταθέσεις, το είδος των καταθέσεων (χρημάτων, τίτλων, μετοχών, ομολόγων κ.λ.π.) και σε περίπτωση που αφορούν λογαριασμούς το είδος αυτών.

Εξαιτίας της αοριστίας του κατασχετηρίου, η ανακόπτουσα δεν μπόρεσε να συλλέξει τις απαιτούμενες πληροφορίες για να προβεί στην κατά το άρθρο 32 κ.ε.δ.ε. οφειλόμενη δήλωση για την ανυπαρξία μέρους της κατασχεθείσας απαίτησης, με αποτέλεσμα να υποστεί βλάβη από την δυνατότητα επίσπευσης σε βάρος της διοικητικής εκτέλεσης από το καθ' ου η ανακοπή για το σύνολο της ανωτέρω απαίτησης που έχει κατά του προαναφερθέντος οφειλέτη του, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 33 κ.ε.δ.ε.

και την εμπλοκή της σε δικαστικούς αγώνες ως προς την ύπαρξη και το ύψος απαίτησης του Σ. Φ. του Ι. κατά αυτής, ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας. Η βλάβη αυτή δεν μπορεί να αποκατασταθεί άλλως παρά μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας του ανακοπτόμενου κατασχετηρίου. Επομένως, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη έκρινε τον προαναφερθέντα λόγο ανακοπής ως βάσιμο και κατ' ουσίαν, και ακύρωσε το ανακοπτόμενο κατασχετήριο ορθά τις διατάξεις των άρθρων 30, 32, 84 παρ. 1 του ν.δ/τος 356/1974 και 983 του ΚΠολΔ ερμήνευσε και εφάρμοσε και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον λόγο έφεσης πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμα".

Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η πλημμέλεια από τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα τον προταθέντα πρωτοδίκως από το αναιρεσείον και επαναφερθέντα με την έφεση ισχυρισμό του, ότι η ένδικη κατάσχεση επακολούθησε την κατ' άρθρο 24 ν. 2915/2001 από 19.4.2007 δήλωση του αρμόδιου υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης, προς τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης ότι ο καθού η κατάσχεση, Σ.

Φ. του Ι., τηρεί σ' αυτήν λογαριασμό καταθέσεων ταμιευτηρίου (με υπόλοιπο 640,43 ευρώ) στο κατάστημα ..., η οποία απέκλειε τη βλάβη της αναιρεσίβλητης από τη μη αναγραφή στο κατασχετήριο του ακριβούς είδους της συνδέουσας αυτήν και τον καθού η κατάσχεση τραπεζικής σχέσεως και εντεύθεν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να αποφανθεί επί ισχυρισμού που απέκλειε τη βλάβη της αναιρεσίβλητης, ως αναγκαίας κατά νόμο προϋποθέσεως (άρθρο 75 παρ.1 ΚΕΔΕ) για την απαγγελία της ακυρότητας της επιβληθείσας ένδικης κατασχέσεως εις χείρας της.

Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το ότι συνάπτεται με αιτιολογημένη άρνηση συνδρομής των προϋποθέσεων εγκυρότητας της επίμαχης κατάσχεσης, σε κάθε περίπτωση αβασίμως προβάλλεται, διότι, όπως προκύπτει από το νοηματικό περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο τον αντιμετώπισε και τον απέρριψε στην ουσία εκ των πραγμάτων, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων γεγονότων, αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ, το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα, αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη αποδείξεως, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς πάντως να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός απ' αυτά.

Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως. Στην ένδικη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο περιεχόμενο σ' αυτήν αποδεικτικό πόρισμα, περί της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης ανακοπής της αναιρεσίβλητης και εντεύθεν ουσιαστικής αβασιμότητας της έφεσης του αναιρεσείοντος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε "όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι".

Από τη γενική αυτή βεβαίωση σε συνδυασμό με το όλο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αναμφίβολο, ότι το Εφετείο, παρόλο που δεν το μνημονεύει ειδικώς και δεν το αξιολογεί χωριστά, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και το αναφερόμενο στο αναιρετήριο από 19/4/2007 έγγραφο της αναιρεσίβλητης προς τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Θεσσαλονίκης που φέρεται ως αγνοηθέν.

Συνεπώς, ο δεύτερος και τελευταίος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, αβασίμως προβάλλεται. Κατ' ακολουθίαν τούτων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), μειωμένα σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3692/1957, κατά τ' αναφερόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 6/12/2013 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της 1571/2012 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των τριακοσίων

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Οκτωβρίου 2017.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και νυν Πρόεδρος Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ