1941/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1941/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα στο άρθρο 1 της ως άνω σύμβασης ορίστηκε " Στην περίπτωση που ήθελε αυξηθεί νομότυπα το επιτόκιο των καταθέσεων στις Τράπεζες ή στους πιστωτικούς Οργανισμούς ή το επιτόκιο των δανείων που χορηγούνται από αυτούς, ο δανειστής μπορεί κατά την κρίση του, να αυξάνει οίκοθεν τον τόκο του δανείου, που συνομολογείται με την παρούσα σύμβαση".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1941 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1941/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΤΑΜΕΙΟ ΠΑΡΑΚΑΤΑΘΗΚΩΝ ΚΑΙ ΔΑΝΕΙΩΝ" που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια Σταυρούλα Μπανάκου, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Της αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Σπυράκο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 1812/2013 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου την αναίρεση της οποίας ζητά το αναιρεσείον με την από 11-11-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρυσόστομος Ευαγγέλου, ανέγνωσε την από 18-3-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η εκ μέρους του δικαστηρίου της ουσίας παραβίαση των περιεχομένων στα άρθρα 173 και 200 Α.Κ. ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών μπορεί να γίνει ευθέως ή εκ πλαγίου, οπότε δημιουργούνται, αντιστοίχως, οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Ευθεία παραβίαση υπάρχει και όταν, α ) ενώ το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώνει ρητώς ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. προς διακρίβωση του νοήματος της δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφαση του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, β) προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών του διαπιστώσεων στους εν λόγω κανόνες και ιδίως στα αξιολογικά κριτήρια της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Ειρηνοδικείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, η οποία εκδόθηκε επί της από 5-7-2012 αγωγής της αναιρεσίβλητης για απόδοση χρηματικού ποσού που κατέβαλε, αχρεωστήτως, στο αναιρεσείον για εξόφληση στεγαστικού δανείου, δέχθηκε τα εξής : " Με την από 2/12/1999 σύμβαση στεγαστικού δανείου που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων στην Αθήνα, το εναγόμενο ανέβαλε την υποχρέωση να χορηγήσει στην ενάγουσα τοκοχρεολυτικό δάνειο ύψους 18.000.000 δρχ.
ή 52.824,65 ευρώ για αγορά κατοικίας και η εξόφληση του συμφωνήθηκε να γίνει σε (60) εξήντα τοκοχρεωλυτικές δόσεις που θα καταβάλλονταν στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου κάθε χρόνου. Το επιτόκιο βάσει του προδιατυπωμένου όρου της σύμβασης, που περιλαμβάνονταν στους γενικούς όρους υπό τους οποίους η εναγόμενη χορηγούσε στεγαστικό δάνειο σε απροσδιόριστο αριθμό πελατών της, συμφωνήθηκε κυμαινόμενο και κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης ανερχόταν σε 7,00%.
Ειδικότερα στο άρθρο 1 της ως άνω σύμβασης ορίστηκε " Στην περίπτωση που ήθελε αυξηθεί νομότυπα το επιτόκιο των καταθέσεων στις Τράπεζες ή στους πιστωτικούς Οργανισμούς ή το επιτόκιο των δανείων που χορηγούνται από αυτούς, ο δανειστής μπορεί κατά την κρίση του, να αυξάνει οίκοθεν τον τόκο του δανείου, που συνομολογείται με την παρούσα σύμβαση".
Από τον ως άνω όρο προκύπτει, ότι συμφωνήθηκε, ότι το επιτόκιο μπορεί να μεταβληθεί κατά την κρίση της δανείστριας ακολουθώντας το επιτόκιο των καταθέσεων των Τραπεζών ή των πιστωτικών Οργανισμών απορριπτόμενου του ισχυρισμού του εναγομένου, ότι το επιτόκιο είχε συμφωνηθεί σταθερό, ως κατ' ουσίαν αβασίμου.
Ο ως άνω γενικός όρος συναλλαγών, για την αναπροσαρμογή του επιτοκίου, όπως δια μορφώνεται στην ένδικη σύβαση κατά το μέρος που ρυθμίζει την κατά τα ανωτέρω διαμόρφωση του κυμαινόμενου επιτοκίου είναι καταχρηστικός γιατί εμφανίζει αοριστία, αφού επιτρέπει στον δανειστή να προσδιορίζει οποτεδήποτε συμβατικό επιτόκιο, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στον καταναλωτή πελάτη κριτήρια ειδικά και εύλογα, πράγμα που οδηγεί στην διάψευση των τυπικών και δικαιολογημένων προσδοκιών του πελάτη, ως προς την εξέλιξη της συναλλακτικής σχέσεως προς την δανείστρια.
Το επιτόκιο συνεπώς στην καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση θα έπρεπε να αναπροσαρμόζεται με βάση εύλογα κριτήρια, που να αντανακλούν τις συνθήκες της αγοράς, δηλαδή του κόστους του χρήματος για την τράπεζα, εφόσον στον όρο της σύμβασης ορίζεται ότι το επιτόκιο καθορίζεται από την εναγομένη ανάλογα με την αύξηση των επιτοκίων καταθέσεων της Τράπεζας ή σε άλλους πιστωτικούς οργανισμούς....
Εφόσον συνεπώς, στους προσεχείς μήνες μειωνόταν το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ, θα έπρεπε το εναγόμενο κατ' εφαρμογή του περιεχομένου του παραπάνω όρου - όπως αυτός συμπληρώνεται ερμηνευτικά στο πλαίσιο των επιταγών της καλής πίστης προκειμένου να καλυφθεί το κενό που δημιουργείται από την καταχρηστικότητα του όρου να μειώσει ισόποσα και το επιτόκιο του δανείου της ενάγουσας, η μείωση του οποίου θα έπρεπε να ισχύει από την ημέρα πληρωμής της επομένης, μετά τη μεταβολή του επιτοκίου της ΕΚΤ, τοκοχρεωλυτικής δόσης του δανείου.
Επομένως το επιτόκιο του δανείου θα έπρεπε να διακυμαίνεται κατ' τη διάρκεια της σύμβασης ως ακολούθως: α) Το παρεμβατικό επιτόκιο της ΕΚΤ (Επιτόκιο Πράξεων. Κύριας Αναχρηματοδότησης) ανερχόταν την 01.01.2001 σε 4,75%. Το επιτόκιο δε του δανείου της ανερχόταν κατά τη συγκεκριμένη ημερομηνία σε 7,00%, ήτοι προσαυξανόταν με περιθώριο 2,25% Ο όρος επί του οποίου στηρίχθηκε το εναγόμενο για να εισπράξει το ποσόν των 2.706,67 ευρώ είναι καταχρηστικός.
Η χρήση ενός όρου που είναι καταχρηστικός αντίκειται εξάλλου στις επιταγές της καλής πίστης, την γενική υποχρέωση πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των συναλλασσόμενων με αυτό καταναλωτών και γι' αυτό το εναγόμενο όφειλε να μην κάνει χρήση αυτού. Αντιθέτως, το εναγόμενο όφειλε, σύμφωνα με τη σύμβαση, να διαμορφώνει το κυμαινόμενο επιτόκιο με αναφορά στο Επιτόκιο Πράξεων Κυρίας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας επιτοκίου της ΕΚΤ, καθώς αυτό ήταν το εύλογο και έγκυρο κριτήριο που κατά τη σύμβαση, ερμηνευόμενη όπως απαιτεί η καλή πίστη, καθορίζει κατά τη διάρκεια του δανείου το κυμαινόμενο επιτόκιο.
Τούτο, άλλωστε, όφειλε να πράξει το εναγόμενο, από 1.1.2003, και σε εφαρμογή της Π-Δ/ΤΕ 2501/2002. Επομένως, το εναγόμενο, διαμορφώνοντας μονομερώς το επιτόκιο σε υψηλότερα επίπεδα και εισπράττοντας από την ενάγουσα υψηλότερες τοκοχρεολυτικές δόσεις από αυτές που με βάση τη σύμβαση όφειλε κατέστη κατά το υπερβάλλον ποσόν πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας της αδικαιολογήτως και χωρίς νόμιμη αιτία...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Ειρηνοδικείο δέχθηκε την ένδικη αγωγή και υποχρέωσε το εναγόμενο Ταμείο να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 3.571,46 ευρώ, το οποίο εισέπραξε απ' αυτήν αδικαιολογήτως. Έτσι, όμως, το Ειρηνοδικείο, ενώ δέχεται ότι με τη σύμβαση του δανείου συμφωνήθηκε επιτόκιο 7%, στη συνέχεια προσφεύγοντας στον πρώτο όρο της σύμβασης σύμφωνα με τον οποίο " Στην περίπτωση που ήθελε αυξηθεί νομότυπα το επιτόκιο των καταθέσεων στις Τράπεζες ή στους πιστωτικούς Οργανισμούς ή το επιτόκιο των δανείων που χορηγούνται από αυτούς, ο δανειστής μπορεί κατά την κρίση του, να αυξάνει οίκοθεν τον τόκο του δανείου, που συνομολογείται με την παρούσα σύμβαση", δέχεται ότι το επιτόκιο 7% δεν ήταν σταθερό, αλλά κυμαινόμενο και εξαρτώμενο από τις τυχόν αυξήσεις των επιτοκίων καταθέσεων στις τράπεζες ή στους πιστωτικούς Οργανισμούς ή των επιτοκίων των δανείων που χορηγούνται απ' αυτούς και μάλιστα όχι μόνο αυξητικά και κατά την κρίση του Τ.Π.Δ., όπως αναφέρεται ν στη σύμβαση, αλλά και μειωτικά.
Ενώ δηλαδή δέχεται, εμμέσως πλην σαφώς, την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας στον όρο της σύμβασης για συνομολόγηση επιτοκίου 7% και ειδικότερα αν το επιτόκιο αυτό ήταν σταθερό ή κυμαινόμενο και υπό ποίους όρους και κριτήρια διακύμανσης, παρέλειψε να προσφύγει κατά την ερμηνεία αυτή στους ερμηνευτικούς κανόνες της καλής πίστεως και των χρηστών ηθών και υπέπεσε έτσι στην πλημμέλεια του αριθ.1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ κατά τον βάσιμο μοναδικό λόγο του αναιρετηρίου.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι εφικτή ( άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 1812/2013 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2014 .
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2014 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ