Supreme Court allows appeal on evidence admissibility, remanding case for retrial due to procedural violations.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece accepted the appeal against the Second Instance Court's decision regarding a banking dispute. The appellants argued that the lower court improperly considered more than three sworn statements per side, violating specific procedural limits on evidence. The court found the Second Instance Court failed to clarify which statements were admitted and whether the opposing party was properly summoned, constituting a procedural error. Consequently, the appeal was allowed in part, the decision was annulled, and the case was remanded for retrial before a different panel of judges.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11) and 270(2)(c) of the Code of Civil Procedure; The lower court's consideration of evidence exceeding statutory limits without proper summons or clarification constitutes a ground for cassation, requiring remand for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1941 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1941/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Στυλιανή Γιαννούκου Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων:1.Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία " …", που εδρεύει στον …, και εκπροσωπείται νόμιμα από την δεύτερη ως Αναπληρώτρια Διευθύνουσα Σύμβουλος και νόμιμος εκπρόσωπος της, 2.Ο. συζ. Γ. Κ., το γένος Ν. Π., κατοίκου ... ατομικά και ως νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτης και 3.Γ. Κ. του Β., κατοίκου .... Η 2η αναιρεσείουσα παραστάθηκε με τoν πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη-Διονύσιο Φιλιώτη, η 1η και ο 3ος εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο πιο πάνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Της αναιρεσίβλητης: Ανωνύμου τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ξανάλατο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και τους προσθέτους λόγους ανακοπής που κατατέθηκαν στο Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 187/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 261/2009 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-6-2010 αίτησή τους και τους από 11-4-2012 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεράσιμος Φουρλάνος ανέγνωσε την από 1-12-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αποδοχή του τρίτου προσθέτου λόγου της αναίρεσης και την απόρριψη όλων των λοιπών κυρίων και προσθέτων αναιρετικών λόγων.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως τους και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Εισάγεται προς κρίση αίτηση, όπως αυτή διαμορφώθηκε με πρόσθετους λόγους κατά απόφασης δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, το οποίο έκρινε, επί συμβατικής διαφοράς μεταξύ των διαδίκων, η οποία προέκυψε, από μεταξύ τους τραπεζικές συναλλαγές. Σημειώνεται, πως οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη, δεδομένου, ότι η πρώτη συζήτηση της υπόθεσης, είχε προσδιοριστεί για τις 14-5-2012 και οι πρόσθετοι λόγοι επιδόθηκαν στις 11-4-2012 (βλ. .../11-4-2012 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών …).
ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Περαιτέρω, αν το σφάλμα εντοπίζεται στην ελάσσονα πρόταση όταν, δηλαδή, η περιγραφή των περιστατικών είναι ατελής, ελλιπής ή αντιφατική, ώστε να μην είναι δυνατόν να διαγνωσθεί, αν τα περιστατικά υπάγονται στον εφαρμοστέο νομικό κανόνα, η παράβαση ελέγχεται με τον λόγο του αριθμού 19.
Ενώ, δηλαδή, ο λόγος του αριθμ. 1, ιδρύεται, όταν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ο από τον αριθμ. 19 λόγος ιδρύεται, όταν οι όποιες παραδοχές δημιουργούν αμφιβολία, αν αυτός παραβιάστηκε ή όχι (Ολ. ΑΠ 1299/2009, ΑΠ 1911/2007). Ο από το αρ. 1 λόγος είναι αόριστος, αν δε αναφέρεται στο αναιρετήριο το νομικό σφάλμα του δικαστηρίου περί την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Στην υπό κρίση υπόθεση η προσβαλλόμενη απόφαση, σχετικά με τον προβληθέντα από τους ήδη αναιρεσείοντες-ενάγοντες ισχυρισμό πλάνης δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες, επικαλούμενοι πλάνη της δεύτερης αυτών υπό την υπό την ιδιότητα της ως νομίμου εκπροσώπου της πρώτης αυτών της υπ' αριθμ. 170/23.12.1997 συμβάσεως ως προϊόν πλάνης, με τη θεώρηση ως ορθών των γενομένων από την εναγομένη υπολογισμών ως προς το ύψος της οφειλής της πρώτης από τις λειτουργούσες, έως τότε, συμβάσεις αλληλοχρέου λογαριασμού, ζητούν να αναγνωρισθεί, ότι η άνω σύμβαση ήταν προϊόν ουσιώδους πλάνης και να θεωρηθεί αυτή ως άκυρη.
Υπό τα αναφερόμενα όμως στην αγωγή το ύψος της οφειλής αμφισβητείται ως προς το ύψος των επιτοκίων και την επιβολή τόκων υπερημερίας με τον ισχυρισμό, όχι ότι η εναγομένη δεν εφάρμοσε τα δικαιοπρακτικά επιτόκια, αλλά ότι αυτή, κατά κατάχρηση του δικαιώματος, εφάρμοσε υψηλά επιτόκια, ενώ ως προς τους τόκους υπερημερίας αναφέρουν ότι με την άνω ρυθμιστική, του χρέους σύμβαση, αφαιρέθηκαν οι τόκοι υπερημερίας ποσού 405.084.698 δρχ.
που ονομάζει τόκους ποινής και ποσού 345.164 δρχ. που αφορά την εισφορά υπέρ ΕΑΓΑ. Ήτοι πρόκειται για περιστατικά γνωστά στους εκπροσώπους της πρώτης ενάγουσας, αφού πρόκειται για τους όρους των συμβάσεων. Επομένως πρωτίστως η αγωγή δεν είναι νόμιμη, αφού το αίτημά της προσιδιάζει σ'αυτό της άκυρης δικαιοπραξίας και όχι της ακυρώσιμης, όπως εν προκειμένω, που απαιτεί αίτημα περί ακυρώσεως της δικαιοπραξίας, πέραν αυτού όμως και εάν εκτιμηθεί ως ορθό το αίτημα υπό τα αναφερόμενα στην αγωγή δεν πρόκειται για περιστατικά που αγνοούσαν οι ενάγοντες κατά τη σύναψη της δικαιοπραξίας, με συνέπεια η αγωγή να ασκείται μετά την πάροδο της αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 157".
Επί των σχετικών συναφώς αιτιάσεων των αναιρεσειόντων σημειώνονται τα ακόλουθα: 1) η 170/23-12-97 σύμβαση, είναι σύμβαση αναγνώρισης προσωρινού καταλοίπου αλληλόχρεων λογαριασμών και επ' αυτών έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ανέλεγκτα, πως το σχετικό αίτημα είχε υποπέσει στην αποσβεστική προθεσμία των άρθρων 156, 157 ΑΚ. 2) οι αναιρεσείοντες, κατ' αρχήν απαραδέκτως (αρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ), αμφισβητούν τον χρόνο της γνώσης τους, τοποθετώντας τον δε διαφορετικό χρονικό σημείο (παράδοση έκθεση πραγματογνωμοσύνης).
Τούτο όμως δεν ελέγχεται αναιρετικά, 2) δεν αποτελεί εσφαλμένη ερμηνεία των άρθρων 140 επ. ΑΚ και εκείνων των άρθρων 156, 157 ΑΚ και 112 Εισ.ΝΑΚ, το ότι έκρινε το εφετείο, με βάση τα εκτιθέμενα στην αγωγή, περί της προβληθείσας πλάνης. Κάνει, άλλωστε, λόγο για "κατάχρηση δικαιώματος", ως προς την εφαρμογή υψηλών επιτοκίων. 3) ουδεμία ομολογία των αναιρεσειόντων αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Αντίθετα, προσδιορίζεται ο χρόνος γνώμης αυτών. 4) ουδεμία υποχρέωση είχε το Εφετείο να εκτιμήσει το περιεχόμενο της αγωγής, όχι όπως, ορθώς την εκτίμησε, αλλά να θεωρήσει, όπως οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν, πως περιείχε και αίτημα κήρυξης ακύρων όλων των αναγνωρίσεων, και μάλιστα αξιώνουν το Εφετείο, το μεν να ερευνήσει ταύτα παρεμπιπτόντως, αλλά, παρά ταύτα, να διαλάβει σχετική οριστική διάταξη, χωρίς να υπάρχει "πανηγυρικό" σχετικό αίτημα, αλλά, όπως στο αναιρετήριο αναφέρεται, το αίτημα τούτο, εμπεριέχεται "εμμέσως".
Κατά ταύτα, ο πρώτος κύριος λόγος της αναιρέσεως ο οποίος προβάλλει: α) τις από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλειες, β) την από το άρθρο 559 αρ. 8 και 9 ΚΠολΔ όμοια (διαφορετικός χρόνος γνώσης και έμμεσο πλην σαφές αίτημα, ως άνω), γ) την από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ όμοια (ανύπαρκτη ομολογία) και δ) αρθρ. 559 αρ. 10 ΚΠολΔ αιτίαση (κακώς δέχτηκε άλλο χρονικό σημείο γνώσης χωρίς απόδειξη), πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος.-
ΙΙ. Αναιρετικός λόγος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ. υφίσταται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ακόμη, αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. ως προς το ορισμένο της αγωγής αφορά την "νομική αοριστία" αυτής, αν, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία απ' όσα απαιτεί ο νόμος προς
θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα. Αντίθετα, η ποιοτική αοριστία της αγωγής, δηλαδή η έλλειψη εξειδίκευσης με πληρότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου, ελέγχεται με τον αρ. 14 του ίδιου άρθρου (Ολ.ΑΠ 112/2008, ΑΠ 26/2005). Εδώ, συναφώς, το Εφετείο, δέχτηκε τα ακόλουθα: "..
Σύμφωνα με την Π.Δ.Τ.Ε. 2325/1994, όπως αυτή τροποποιήθηκε με την Π.Δ.Τ.Ε. 2342/1994 "Α. Επιτρέπεται η χρηματοδότηση σε συνάλλαγμα φυσικών και νομικών προσώπων κατοίκων εσωτερικού από πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα για την κάλυψη πάσης φύσεως αναγκών τους, στο εσωτερικό και στο εξωτερικό, για τις οποίες επιτρέπεται αντίστοιχα η χρηματοδότηση σε δραχμές υπό τους ακόλουθους όρους και προϋποθέσεις: 1.
Η διάρκεια, η τυχόν περίοδος ανανέωσης ή παράτασης των δανείων που συνάπτονται από την έναρξη ισχύος της παρούσης πράξης, το επιτόκιο και οι λοιποί όροι καθορίζονται ελεύθερα μεταξύ των συναλλασσομένων μερών. 2. Στις χρηματοδοτήσεις που συνάπτονται στα πλαίσια της παρούσης πράξης μπορούν να χρησιμοποιηθούν ελεύθερα όλες οι χρηματοοικονομικές τεχνικές και παράγωγα προϊόντα, σύμφωνα με τα καθοριζόμενες στην παρ.
Α1 της ΠΔ/ΤΕ 2303/1994. 3. Το προϊόν του δανείου μπορεί να διατεθεί και απευθείας στο εξωτερικό μέσω της δανείστριας Τράπεζας για τους σκοπούς που αναφέρονται στην δανειακή σύμβαση ή να κατατεθεί σε λογαριασμό συναλλάγματος στην εν λόγω τράπεζα. Κατά τη διάρκεια του δανείου ορίζεται ως εκ τούτου ότι το ποσόν του δανείου συνίσταται στο δραχμικό ισοδύναμο του προϊόντος δραχμοποιήσεως του εισαχθέντος από την Τράπεζα συναλλάγματος άρα της τιμής αγοράς του συναλλάγματος αυτού πλέον τραπεζικών εξόδων, ενώ κατά την επιστροφή και εξόφληση του δανείου ο δανειολήπτης θα πληρώσει τις δραχμές εκείνες οι οποίες θα απαιτούνται για την αγωγή από την τράπεζα του ισόποσου του εισαχθέντος ή δραχμοποιηθέντος ποσού του ξένου νομίσματος ...
Έτσι με βάση το ισχύον καθεστώς το έτος 1999 η μετατροπή των δραχμικών δανείων σε συνάλλαγμα προϋπέθετε την κάλυψη (δραχμοποίηση) ολοκλήρου του ποσού του δανείου από την δανείστρια Τράπεζα με συνάλλαγμα που είχε στη διάθεσή της ή είχε δανεισθεί, για την οποία έπρεπε να εκδοθούν οι σχετικές βεβαιώσεις αγοράς συναλλάγματος, οι οποίες αποτελούν αποδεικτικό τύπο.
Στην αντίθετη περίπτωση εάν δηλαδή κατά το χρόνο της μετατροπής του δανείου σε συνάλλαγμα δεν γίνει από την δανείστρια τράπεζα δραχμοποίηση του συναλλάγματος από δάνειο ή διαθέσιμο δεν μπορεί να επιρρίπτεται ο συναλλαγματικός κίνδυνος στον δανειολήπτη και η σύμβαση είναι άκυρη, ήτοι θεωρείται ότι δεν έγινε και συνεπώς ο δανειολήπτης εξακολουθεί να οφείλει το ίδιο ποσό σε συνάλλαγμα ...
Στην προκειμένη περίπτωση η πρώτη ενάγουσα, με την αγωγή της όπως το περιεχόμενο αυτής προπαρατίθεται επικαλούμενη ότι η εναγομένη κατά τη μετατροπή των δανείων σε συνάλλαγμα δεν δραχμοποίησε αντίστοιχο συνάλλαγμα αλλά η σχετική εγγραφή έγινε μόνο λογιστικώς και επομένως η συναλλαγματική ζημία που προέκυψε κατά την καταγγελία των συμβάσεων ποσού 2.074.285.483 δρχ. (6.087.411,54 €) δεν έπρεπε να χρεωθεί στην πρώτη λόγω ακυρότητας της συμβάσεως.
Με τον ισχυρισμό δε αυτό αφενός αφαιρεί το ποσό αυτό από την προκύψασα τελική οφειλή μετά το κλείσιμο των λογαριασμών και μετ' αφαίρεση και του ποσού αυτού καταλήγει στο ποσό το οποίο ζητεί να αναγνωρισθεί ως οφειλόμενο με την πρώτη παράλληλα σωρευόμενη βάση της αγωγής της και αφετέρου ζητεί
το ποσό αυτό ως αποζημίωση κατά τις περί δικαιοπραξιών διατάξεις, με την δεύτερη σωρευόμενη αγωγή της, ενώ, περαιτέρω αναφέροντας ότι εάν η εναγομένη κατά το χρόνο της καταγγελίας των δανειακών συμβάσεων διέθεσε συνάλλαγμα από την μετατροπή αυτού κέρδισε, από την διαφορά της συναλλαγματικής ισοτιμίας, το άνω ποσό και συνεπώς έπρεπε το ποσό αυτό να πιστωθεί στο λογαριασμό και το ζητεί ως αποζημίωση κατά τις περί αδικοπραξιών διατάξεις.
Κατ' αρχήν η πρώτη αγωγή ως προς το κονδύλιο αυτό παρίσταται αόριστη διότι δεν καθίσταται σαφές εάν η ενάγουσα επικαλείται ακυρότητα της όλης συμβάσεως οπότε η σύμβαση αυτή να ερευνηθεί ως δραχμικό δάνειο εξ υπαρχής ή εάν επικαλείται ότι η ακυρότητα αφορά μόνο τον όρο της επιβολής στην ίδια του συναλλαγματικού κινδύνου, αφού η σύμβαση λειτούργησε με καταβολές δραχμών και πιστωνόταν με το αντίστοιχο ποσό της ισοτιμίας του ξένου νομίσματος, αναλόγως των διακυμάνσεών του και με επιτόκια κατώτερα και συνεπώς δεν παρέχεται η δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει το νόμιμο αυτής, να τάξει τις δέουσες αποδείξεις στον αντίδικο να απαντήσει (ΚΠολΔ 216 παρ. 1).
Περαιτέρω η δεύτερη αγωγή δεν είναι νόμιμη αφού η επικαλούμενη από την ενάγουσα ζημία αφαιρείται με την πρώτη, πέραν του ότι η ενάγουσα δεν κατέβαλε το ποσό αυτό ώστε να υπάρχει ζημία της. Επίσης η τρίτη σωρευόμενη παραλλήλως αγωγή είναι απαράδεκτη, αφού, η βάση αυτής τίθεται ενδοιαστικά. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως προς την πρώτη βάση της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν και παρείδε τις άλλες δύο βάσεις, θεωρούμενες ως απορριφθείσες σιωπηρώς.
Συνεπώς, ενόψει του ότι η κρίση αυτή είναι ευμενέστερη για την ενάγουσα εκκαλούσα, πρέπει ν' εξαφανισθεί η εκκαλουμένη ως προς τις σχετικές διατάξεις της και ν' απορριφθούν οι ως άνω σωρευόμενες βάσεις της αγωγής, η πρώτη ως αόριστη, η δεύτερη ως μη νόμιμη και η τρίτη ως απαράδεκτη...". 'Όπως προκύπτει από τη δέουσα επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (αρθρ. 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) αυτή, ως προς το παραπάνω αίτημά της είναι αόριστη, αφού εξ αυτής δεν εξάγεται, χωρίς αμφιβολία, αν προβάλλεται η ακυρότητα της συνολικής συμβατικής σχέσης, ή ενός συγκεκριμένου όρου (συναλλαγματικός κίνδυνος). 'Ηδη οι αναιρεσείοντες θεωρούν, πως, με βάση τα πραγματικά περιστατικά που εξέθεσαν και τον κανόνα jura novit couria, το δικαστήριο θα έπρεπε να τα υπαγάγει στον προσήκοντα κανόνα δικαίου.
Τούτο, όμως είναι και τελείως διαφορετικό, από το θέμα του ορισμένου η μη του αγωγικού δικογράφου, κατά τα προεκτεθέντα, εφ' όσον το πιο πάνω αξίωμα προϋποθέτει, ως λογικά πρότερο, το ορισμένο της αγωγής. Ακόμη, ενδοιαστικά εκτίθεται όντως, το σχετικό αίτημα της αγωγής και ουχί ευθέως, οι αναιρεσείοντες προβάλλουν, πως η φράση "εάν αληθώς έπραττε τα αναφερόμενα στην παραπάνω δήλωσή της η εναγόμενη ...", δεν καθιστά την αγωγή ενδοιαστική, αφού, παρά ταύτα, υφίσταται συγκεκριμένο αίτημα.
Το αίτημα τούτο όμως, τίθεται υπό τον παραπάνω ενδοιασμό. Κατά ταύτα, ο δεύτερος αναιρετικός λόγος, ο οποίος πλήττει την εφετειακή απόφαση, για τις από το άρθρο 559 αρ. 14, 1 και 8 πλημμέλειες, πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος. Με το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ ιδρύονται λόγοι αναιρέσεως: "Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψιν αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψιν αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν".
Εξάλλου, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. γ ΚΠολΔ : "'Ενορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου λαμβάνονται υπόψιν το πολύ τρεις για κάθε πλευρά και μόνον αν έχουν δοθεί ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από την βεβαίωση ...". Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο αναφέρθηκε στα αποδεικτικά μέσα, στα οποία στήριξε την ουσιαστική του κρίση επί της υποθέσεως, ως εξής: "Από τις καταθέσεις των μαρτύρων ...
τις υπ' αριθμ. .../10.11.2004 και .../10.11.2004 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Καβάλας Γεωργίας Ζαχαριάδου και την υπ' αριθμ. .../10-2-2005 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Βικτωρίας Παπαευαγγέλου, που έχουν ληφθεί υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 270 παρ. 2 του ΚΠολΔ (κλήτευση της εναγομένης πριν από 48 ώρες-βλ.
την υπ' αριθμ έκθεση επιδόσεως τ....), τις ένορκες βεβαιώσεις αριθμ. .../2.4.2004 ενώπιον της συμβολαιογράφου Καβάλας Γεωργίας Ζαχαριάδου, αριθμ. …και ../19.9.2003, ..και …/4.9.2003 ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σιδέρη και …/2005 ενώπιον της Ειρηνοδίκη Καβάλας, και τις υπεύθυνες δηλώσεις που έχουν δοθεί στα πλαίσια άλλης δίκης και λαμβάνονται υπόψη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, ενώ δεν λαμβάνονται υπόψη ως υπέρ του οριζομένου στο άρθρο 270 ΚΠολΔ ορίου οι αριθμ.
…, …, …, …, …, …, …, …, …και … ένορκες βεβαιώσεις της συμβολαιογράφου Καβάλας Γεωργίας Ζαχαριάδου, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ...".
Υπό τα δεδομένα αυτά: α) Είναι ασαφές αν το Εφετείο εκτίμησε ως αποδεικτικό μέσο (προσκομισθέν από τους εδώ αναιρεσείοντες) την υπ' αριθμ. .../10-11-2004 ένορκη βεβαίωση της συμβολαιογράφου Καβάλας Γεωργίας Ζαχαριάδου, αφού αυτή φέρεται και ως ληφθείσα και ως μη ληφθείσα υπόψιν. β) Το Εφετείο αναφέρει ότι συνεκτίμησε και άλλες έξι ένορκες βεβαιώσεις (συνολικώς οκτώ ή εννέα) - ήτοι περισσότερες των κατά τα ανωτέρω επιτρεπομένων - χωρίς να διευκρινίζει, ούτε ποιος διάδικος τις προσκόμισε ούτε αν είχε κληθεί νομίμως η αντίδικος πλευρά. Ως εκ τούτου, υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 11 α και γ Κ.Πολ.Δ. και, άρα, ο τρίτος λόγος του προσθέτου δικογράφου, με τον οποίο (κατά το νοηματικό του περιεχόμενο) αποδίδονται σ' αυτό (Εφετείο) οι αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, με σύνθεση άλλη από εκείνη που δίκασε προηγουμένως. Κατόπιν δε τούτων παρέλκει να ερευνηθούν οι μη ερευνηθέντες αναιρετικοί λόγοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 261/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης.
Παραπέμπει την υπόθεση για εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων από τρεις χιλιάδες (3.000) Ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, στις 24 Ιουλίου 2013.
Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 4 Νοεμβρίου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ