Legislator Case Law & Legislation
1941/2010 AI generated

Supreme Court quashes appeal council verdict for lack of specific reasoning and legal basis regarding fraud damages.

Case Number 1941/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece quashed the appeal council's 2009 verdict against the appellant, M. K., due to procedural flaws. The appellant argued the verdict lacked specific reasoning and legal basis for calculating damages and improperly added aggravating circumstances. The court accepted these grounds, ruling that the verdict must be set aside and the case remitted for a new trial before a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 484(1)(b) and (d) and 485(1) of the Code of Criminal Procedure; The appeal council's decision is void if it fails to provide specific and detailed reasoning or lacks a legal basis for its findings.

Keywords

AI generated
lack of specific reasoning lack of legal basis quashing of verdict remittal for new trial Code of Criminal Procedure appeal council fraud damages calculation

Cited Legislation

AI generated
Article 484(1)(b) and (d) of the Code of Criminal Procedure
Article 485(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1941 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1941/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα - ΣΕ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη και Κυριακούλα Γεροστάθη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 2346/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 24 Δεκεμβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 130/2010.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ν. Παντελή με αριθμό 168/6-5-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Εισάγων, σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ, την υπ' αριθμ. 228/24-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Μ.

Κ. του Ε., κατοίκου ... (...), κατά του υπ' αριθμ. 2346/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, εκθέτω τα ακόλουθα: I) Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το υπ' αριθμ. 2048/2007 βούλευμά του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των: α) Μ. Κ. του Ε., ασφαλιστή , κατοίκου ..., β) Δ. Κ. του Ε., ασφαλιστή, κατοίκου ... , και γ) Π.

Κ. του Α. , επιχειρηματία, κατοίκου ..., για αα) απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και, ββ) πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, δια της προκλήσεως αντίστοιχης βλάβης σε τρίτο .

Εναντίον του παραπάνω βουλεύματος άσκησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως τις υπ' αριθμ. 424/2007 και 425/2007 εφέσεις οι νομοτύπως δηλώσαντες κατά την προδικασία παράσταση πολιτικής αγωγής Γ. Κ. του Β. και Σ. σύζυγος Γ. Κ. το γένος Α. Χ., κάτοικοι αμφότεροι ... . Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε αρχικά το υπ' αριθμ. 537/2008 μη οριστικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών , με το οποίο αφ' ενός μεν έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις αυτές, αφ' ετέρου δε διατάχθηκε η διενέργεια περαιτέρω κυρίας ανάκρισης, προκειμένου κατ' αυτήν να διενεργηθεί λογιστική-οικονομολογική πραγματογνωμοσύνη, καθώς επίσης και η διενέργεια οποιασδήποτε άλλης ανακριτικής πράξεως ήθελε κριθεί αναγκαία , προς πλήρη διαλεύκανση της υποθέσεως.

Στη συνέχεια και μετά το πέρας της διεξαχθείσης συμπληρωματικής κυρίας ανάκρισης, εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 2346/2009 βούλευμα, με το οποίο το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών αφ' ενός μεν επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα ως προς τις απαλλακτικές του διατάξεις για τους κατηγορούμενους Δ. Κ. και Π. Κ., απορρίπτοντας ως ουσιαστικά αβάσιμες τις εφέσεις των πολιτικώς εναγόντων κατά το μέρος τους αυτό, αφ' ετέρου δε μεταρρύθμισε το απαλλακτικό για τον κατηγορούμενο Μ.

Κ. βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών , παραπέμποντας αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών , προκειμένου να δικαστεί για την πράξη της απάτης κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια , με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια , με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, δια της προκλήσεως αντίστοιχης βλάβης σε τρίτο .

Κατά του εφετειακού αυτού βουλεύματος στρέφεται πλέον ο κατηγορούμενος Μ. Κ. με την κρινόμενη υπ' αριθμ. 228/24-12-2009 αίτηση αναιρέσεως , η οποία ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως. Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στον ίδιο τον κατηγορούμενο την 17-12-2009 , η δε αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε εμπροθέσμως την 24-12-2009 (άρθρο 473 παρ. 1Κ.Π.Δ).

Η περί ης ο λόγος αναίρεση ασκήθηκε ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών από την δικηγόρο Παρέσσα Γκανασούλη δυνάμει της από 21-12-2009 εξουσιοδότησης που συντάχθηκε κατά τις διατάξεις των άρθρων 42 παρ. 2 εδάφιο β και 96 παρ. 2 Κ.Π.Δ και προσκομίστηκε κατά την άσκηση , συντάχθηκε δε γι' αυτήν η υπ' αριθμ. 228/2009 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι άσκησής της, και ειδικότερα:

α) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας , β) η έλλειψη νόμιμης βάσης , γ) η απόλυτη ακυρότητα και δ) η υπέρβαση εξουσίας . Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως , αφού παραπέμπει τον αναιρεσείοντα για κακουργήματα. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή, ακολούθως δε να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως .

ΙΙ)Σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία , πείθοντας κάποιον σε πράξη παράλειψη ή ανοχή , με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών , τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος , έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθών , από την οποία ως παραγωγό αιτία , επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή .

Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο άλλ' αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα, να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη , το δε περιουσιακό όφελος που επιδιώκει ο δράστης , πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου , στη διάθεση της οποίας προβαίνει ο παραπλανώμενος (Α.Π 411/2007 Ποιν.

Χρον ΝΗ 61, Α.Π 502/2008 , Α.Π 1467/2008 Ποιν Χρον ΝΘ 535, Α.Π 1971/2008 Ποιν Χρον ΝΘ 799 ), και γ) βλάβη ξένης περιουσίας , με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου , η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη. Πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής του υπαιτίου (Α.Π 2098/2007 Ποιν Χρον ΝΗ 743).

Δεν συντρέχει όμως το στοιχείο της περιουσιακής βλάβης , όταν η παροχή αντισταθμίζεται από ισάξια αντιπαροχή , με συνέπεια η οικονομική αξία της περιουσίας του βλαπτόμενου να παραμένει αμείωτη(Α.Π 1277/1990 Ποιν Χρον ΜΑ 564). Εξάλλου, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου , όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999 , επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών:

α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών ή 15.000 ευρώ ή, β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, ή 73.000 ευρώ .

Από την διατύπωση του εδαφίου α της παρ. 3 της ανωτέρω διάταξης, προκύπτει ότι η απάτη προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελός του ή η ζημία του παθόντος υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ , ενώ με την διάταξη του εδαφίου β , προβλέπεται μια νέα διακεκριμένη περίπτωση απάτης, με βάση την συνολική αποτίμηση του οφέλους ή της βλάβης στο ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, χωρίς την συνδρομή των προϋποθέσεων της κατά συνήθεια και κατ' επάγγελμα τέλεσης.

Για την συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος , απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη , υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεσή του .

Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά , όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου , δηλαδή , όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης , προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος , ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος , ως στοιχείο της προσωπικότητάς του .

Ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους στο έγκλημα της απάτης, είναι υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου και συγκροτεί την έννοια του υπερχειλούς ή άμεσου δόλου α βαθμού , ο οποίος πρέπει να αιτιολογείται(Α.Π 737/2007 Ποιν. Χρον. ΝΗ 226). Εξάλλου, με τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 216§1 Π.Κ ορίζεται ότι όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών, ενώ με το εδάφιο α της παραγράφου 3 του αυτού ως άνω άρθρου, όπως αυτό τροποποιήθηκε αρχικά με το άρθρο 1§7α Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§2α του Ν 2721/1999, ορίζεται ότι αν ο υπαίτιος των πράξεων αυτών ( των παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον , τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών , εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ, ενώ με το εδάφιο β της αυτής παραγράφου του άρθρου 216 του Π.Κ, ορίζεται ότι με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ .

Από την διάταξη της παραγ.1 του άρθρου 216 του Π.Κ , που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών , προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η απαρχής κατάρτιση εγγράφου από τον υπαίτιο που το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου , δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του , η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει την γνώση και την θέληση των πραγματικών περιστατικών τα οποία απαρτίζουν την πράξη αυτή και σκοπός του υπαιτίου να παραπλανήσει άλλον με την χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία , κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο.

Ως έγγραφο, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει τέτοιο γεγονός (Α.Π 180/1990 σε ολομέλεια Ποιν. Χρον. Μ 1002). Για την στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας σύμφωνα με το εδάφιο β της τρίτης παραγράφου του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα , όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση και συμπλήρωσή του με το άρθρο 14§2 εδάφιο β του Ν 2721/1999, απαιτείται , εκτός από τα στοιχεία που ήδη αναφέρθηκαν για την θεμελίωση του βασικού εγκλήματος, η διάπραξη πλαστογραφιών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ο επιπρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον περιουσιακό όφελος ανώτερο των 15.000 ευρώ, αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι (ολομ.

Α.Π 855/1978 Ποιν. Χρον. ΚΘ 43, Α.Π 725/2000 Ποιν Χρον. ΝΑ 59). Στην περίπτωση αυτή , δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να συνδέεται άμεσα με την πλαστογραφία , με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξης της κατάρτισης ή νόθευσης εγγράφου . Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία, έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου , διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα , έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη , χρονικώς επόμενων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου , να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία(ολομ.

Α.Π 3/2008 Ποιν Χρον ΝΗ 404).

ΙΙΙ) Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως , όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα , σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος , οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας : α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση , χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά , πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά , το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα , δεν υποδηλώνει ότι δεν έλαβε υπόψη του τα άλλα .

Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων , η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων , καθόσον στις περιπτώσεις αυτές , με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας , πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας( Α.Π 544/2005 Ποιν Χρον ΝΣΤ 19, Α.Π 114/2004 Ποιν Χρον.

ΝΔ 29). β)είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο . Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού , όταν το τελευταίο περιέχει , εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα , ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού(Α.Π 286/2006 Ποιν Χρον.

ΝΣΤ 819, Α.Π 345/2006 Ποιν Χρον. ΝΣΤ 829), και γ) είναι επιτρεπτή η εξ ολοκλήρου ή συμπληρωματική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα εισαγγελική πρόταση στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή προανάκριση , τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση , με την οποία συντάσσεται και η κρίση του Συμβουλίου (Α.Π 1071/2005 Ποιν Χρον.

ΝΣΤ 135, Α.Π 1364/2006). Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης , που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ .β του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει , εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν , στην εφαρμοσθείσα διάταξη .

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης , υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου , πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες , αντιφάσεις ή λογικά κενά , με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον

Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου , οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση . Εξάλλου , απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ α Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως , υπάρχει και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και την υποχρεωτική του συμμετοχή στην διαδικασία στο ακροατήριο και τις πράξεις της προδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ β Κ.Π.Δ) .

Περίπτωση τέτοιας ακυρότητας συντρέχει και όταν το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως συμβούλιο προβαίνει σε μη επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας , όταν δηλαδή παραπέμπει τον κατηγορούμενο για πράξη η οποία είναι διαφορετική κατά τόπο , χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις , από εκείνη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και απολογήθηκε ο κατηγορούμενος , έτσι ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διαφορετικό έγκλημα , και όχι απλώς όταν δίδει τον προσήκοντα χαρακτηρισμό στην πράξη (Α.Π 1270/2006 Ποιν Χρον.

ΝΖ 513, Α.Π 1237/2006 Ποιν Χρον ΝΖ 437, Α.Π 79/2007 Ποιν Χρον ΝΖ 993 ) ή απλώς διορθώνει και βελτιώνει κάποιο ιστορικό στοιχείο , το οποίο δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της πράξης(Α.Π 1532/2006). Τέτοια μεταβολή κατηγορίας δεν επέρχεται με την παραδοχή το πρώτον από το Συμβούλιο Εφετών επιβαρυντικών περιστάσεων της πράξης , ακόμη και όταν εισάγεται σ' αυτό η υπόθεση μετά από έφεση του κατηγορουμένου, γιατί το Συμβούλιο Εφετών , όταν επιλαμβάνεται της υποθέσεως συνεπεία εφέσεως του κατηγορουμένου, μπορεί κατά το άρθρο 318 του Κ.Π.Δ να διατάξει όσα και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και δεν εμποδίζεται από τη διάταξη του άρθρου 470 παρ. 1 Κ.Π.Δ του αυτού Κώδικα , που καθιερώνει την αρχή της μη χειροτέρευσης της θέσεως του εκκαλούντος κατηγορουμένου (Α.Π 1297/1995 σε Συμβ.

Ποιν Χρον ΜΣΤ 499, Α.Π 387/1990 Ποιν Χρον Μ 1104 Α.Π 882/2009). Αντίθετα επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, όταν η παραπομπή και καταδίκη , χωρεί για πράξη για την οποία δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον εισαγγελέα , ούτε απολογήθηκε ο κατηγορούμενος (Α.Π 492/2003 Ποιν. Χρον ΝΔ 41, Α.Π 2368/2007 Ποιν Χρον. ΝΗ 823). Στην περίπτωση εξάλλου παραπομπής του κατηγορούμενου από το Συμβούλιο για μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ,για τις οποίες όμως δεν είχε προηγουμένως απολογηθεί, πέραν την ακυρότητας που λαμβάνει χώρα λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας , επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδάφιο δ Κ.Π.Δ και λόγω παραβίασης της διατάξεως του άρθρου 270 του ιδίου Κώδικα , αφού έτσι στερείται αυτός του δικαιώματος να ασκήσει τα εκ των άρθρων 100-103 δικαιώματά του σε σχέση με τις μερικότερες πράξεις για τις οποίες κρίνεται παραπεμπτέος(Α.Π 792/1986Ποιν Χρον ΛΣΤ 748).

Τέλος υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο ή το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος(άρθρο 484 παρ1 στοιχ. στ Κ.Π.Δ). IV) Στην κρινόμενη υπόθεση , όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα , το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, δέχθηκε , με επιτρεπτή εξ ολοκλήρου αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση , ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας, την από 29-5-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Π.

Ν. , την απολογία και τα απολογητικά υπομνήματα του κατηγορουμένου , προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : O Μ. Κ.ς επαγγέλλεται τον παραγωγό ασφαλίσεων-ασφαλιστικό σύμβουλο και από το έτος 1989 συνεργαζόταν με την Ολλανδική ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία " Nationale Nedelanden" , η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε "I.N G Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής".

Το έτος 1989 ο εγκαλών και πολιτικώς ενάγων Γ. Κ. , καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών , συνήψε με την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία τα υπ' αριθμ. .../7-3-1989 και .../7-3-1989 ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής στο όνομά του . Στην συνέχεια ο ίδιος , προκειμένου να προβεί στην ασφαλιστική κάλυψη και της συζύγου του Σ. Χ. , επίσης πολιτικώς ενάγουσας, προέβη στην επέκταση και διεύρυνση των αρχικών συμβολαίων , συνάπτοντας με την ίδια ως άνω εταιρεία και τα υπ' αριθμ. .../30-11-1994 και .../23-12-1994 ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής .

Το έτος 1997 , λόγω αποχώρησης από την εταιρεία του ασφαλιστικού συμβούλου που συνεργαζόταν με τους πολιτικώς ενάγοντες , ανέλαβε τον χειρισμό των ασφαλιστηρίων συμβολαίων τους ο Μ. Κ.ς , με πρόταση του οποίου αυτοί συνήψαν και τα υπ' αριθμ. .../30-10-1997 και .../30-10-1997 ασφαλιστήρια συμβόλαια , στο όνομά και των δύο.

Από τα πιο πάνω ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής , εξαγοράστηκαν στη συνέχεια τα παρακάτω και το προϊον της εξαγοράς τους χρησιμοποιήθηκε για να εκδοθούν νέα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής και επενδύσεων της ίδιας εταιρείας , ως εξής: α) την 1-3-2001 εξαγοράστηκε το υπ' αριθμ. .../30-10-1997 ασφαλιστήριο στο όνομα της Σ.

Χ. , την επόμενη δε ημέρα(2-3-2001), το προϊόν της εξαγοράς του , ποσού 741,74 ευρώ , χρησιμοποιήθηκε για την δημιουργία δύο νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και επενδύσεων (Unit Linked), και ειδικότερα του υπ' αριθμ. .../2-3-2001 , ποσού 176,08 ευρώ και του υπ' αριθμ. .../2-3-2001 , ποσού 565,66 ευρώ. β) την 6-3-2001 εξαγοράστηκαν τα υπ' αριθμ. .../7-3-1989, .../7-3-1989 και .../30-10-1997 ασφαλιστήρια στο όνομα του Γ.

Κ. , την επόμενη δε ημέρα (7-3-2001), το προϊόν της εξαγοράς τους , συνολικού ποσού 2.208 ευρώ(1718,61+ 124,43+365,06 αντίστοιχα), χρησιμοποιήθηκε για την δημιουργία δύο νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και επενδύσεων (Unit Linked), και ειδικότερα του υπ' αριθμ. .../7-3-2001 , ποσού 135 ευρώ και του υπ' αριθμ. .../7-3-2001 , ποσού 2.073 ευρώ. γ) τον μήνα Απρίλιο του έτους 2002 εξαγοράστηκε το υπ' αριθμ. .../23-12-1994 ασφαλιστήριο στο όνομα της Σ.

Χ. , με αξία εξαγοράς το ποσό των 261,3 ευρώ που εισπράχθηκε από την δικαιούχο. δ) κατά το ίδιο χρονικό διάστημα , δηλαδή τον μήνα Απρίλιο του έτους 2002 , εξαγοράστηκε το υπ' αριθμ. .../30-11-1994 ασφαλιστήριο στο όνομα του Γ. Κ. , το δε προϊόν της εξαγοράς του , ανερχόμενο στο ποσό των 642,58 ευρώ, εισπράχθηκε από τον δικαιούχο Γ.

Κ. με τραπεζική επιταγή .V) Αμφισβητώντας οι πολιτικώς ενάγοντες την νομιμότητα των εξαγορών των αρχικών τους συμβολαίων και την μετατροπή τους σε ασφαλιστήρια ζωής και επενδύσεων , με την από 3-5-2004 μήνυσή τους καταμήνυσαν τους υπευθύνους της πιο πάνω ασφαλιστικής εταιρείας ότι πλαστογράφησαν τις υπογραφές τους στις σχετικές εντολές εξαγορών και επανεπένδυσης στα νέα ασφαλιστήρια συμβόλαια , με συνέπεια να υποστούν από τις πράξεις τους αυτές περιουσιακή ζημία ανώτερη των 75.000 ευρώ , με αντίστοιχη ωφέλειά τους από τις προμήθειες που έλαβαν από τις πράξεις αυτές , καθώς και της εταιρείας που εκπροσωπούσαν, η οποία έτσι απαλλάχθηκε από τους επαχθείς γι' αυτήν όρους των αρχικών συμβολαίων.

Ειδικότερα, η φερόμενη ως προκληθείσα σε βάρος της περιουσίας τους ζημία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μήνυσή τους, ανερχόταν κατά τους υπολογισμούς τους στο ποσό των 45.381,43 ευρώ το οποίο θα εισέπρατταν εφάπαξ κατά την λήξη των παλαιών τους συμβολαίων, εάν δεν μεσολαβούσαν οι ενέργειες των μηνυομένων , ή στο ποσό των 119.735,88 ευρώ που θα εισέπρατταν ως μηνιαία σύνταξη για χρονικό διάστημα 20 ετών εφόσον δεν θα εισέπρατταν το εφάπαξ ποσό στη λήξη των συμβολαίων , ή, σε περίπτωση θανάτου του ενός , στο ποσό των 52.824 ευρώ το οποίο θα εισέπραττε ο σύζυγος που θα επιζούσε .

Με αφορμή την μήνυση αυτή, ασκήθηκε σε βάρος των Π. Κ. , Δ. Κ. και Μ. Κ.υ , προέδρου του ΔΣ και διευθύνοντος συμβούλου ,προϊσταμένου του υποκαταστήματος επί της Λεωφόρου ... και εξωτερικού συνεργάτη της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας αντίστοιχα, ποινική δίωξη για απάτες από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και πλαστογραφίες μετά χρήσεως από κοινού και κατ' εξακολούθηση , με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, δια της προκλήσεως αντίστοιχης βλάβης σε τρίτο, παραγγέλθηκε δε η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως επί της υποθέσεως , μετά το πέρας της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 2048/2007 απαλλακτικό για τους πιο πάνω κατηγορούμενους βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών .

Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν εφέσεις οι πολιτικώς ενάγοντες, το επιληφθέν δε των εφέσεων αυτών Συμβούλιο Εφετών Αθηνών , αφού τις έκανε τυπικά δεκτές , ανέβαλε να αποφασίσει επί της ουσίας , διατάσσοντας περαιτέρω κυρία ανάκριση , με κύριο αντικείμενο την διενέργεια λογιστικής-οικονομολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου κατ' αυτήν να προσδιοριστούν τα εξής , ήτοι: 1) η αξία της εξαγοράς των υπ' αριθμ. .../7-3-1989,.../30-10-1997 και ... /30-10-1997 αρχικών ασφαλιστήριων συμβολαίων κατά την λήξη τους , καθώς επίσης και των υπ' αριθμ. .../23-12-1994 και .../30-11-1994 ασφαλιστήριων συμβολαίων ζωής , για τα οποία, πάντως , δεν είχε απαγγελθεί κατηγορία από τον ανακριτή. 2) εάν με βάση τους όρους των αρχικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής, θεμελιωνόταν νόμιμη απαίτηση των πολιτικώς εναγόντων να εισπράξουν το ποσό των 119.735,88 ευρώ για σύνταξη 20 ετών ή ο επιζών σύζυγος το ποσό των 52.824 ευρώ . 3) το ακριβές ποσό της προμήθειας που εισέπραξε ο Μ.

Κ.ς από την εξαγορά των αρχικών συμβολαίων καθώς και το ποσό που εισέπραξε από την διαχείριση των νέων συμβολαίων , περαιτέρω δε το συνολικό όφελος που αποκόμισε η ασφαλιστική εταιρεία από τις ανωτέρω συναλλαγές . Η Ανακρίτρια του 27ου τμήματος Αθηνών που διενήργησε την συμπληρωματική κατά τα ανωτέρω κυρία ανάκριση , διόρισε ως πραγματογνώμονα επί των θεμάτων που τάχθηκαν με το πιο πάνω βούλευμα , τον οικονομολόγο Π.

Ν. του Ν. , ενώ οι πολιτικώς ενάγοντες όρισαν ως τεχνικό τους σύμβουλο τον Ι. Τ.. Ο Π. Ν. αφού έλαβε υπόψη του όσα στοιχεία του ήταν απαραίτητα για την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης , κατέληξε στα εξής συμπεράσματα: α) ότι η κατά την ημερομηνία λήξεώς του αξία εξαγοράς του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου ανερχόταν στο ποσό των 4.644,85 ευρώ , του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου στο ποσό των 8.231,18 ευρώ , του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου στο ποσό των 2.290,26 ευρώ , του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου στο ποσό των 2.942,58 ευρώ στο ποσό των 2.942,58 ευρώ και του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου στο ποσό των 5.895,63 ευρώ , αθροιστικά δε η αξία εξαγοράς και των πέντε πιο πάνω συμβολαίων στο ποσό των 23.150,50 ευρώ. Ότι στο ποσό αυτό έπρεπε να προστεθεί και το ποσό των 873 ευρώ που αντιστοιχούσε στην αξία των μερισμάτων , και συνεπώς στη λήξη και των πέντε αυτών συμβολαίων, οι μηνυτές δικαιούνταν να εισπράξουν συνολικά το ποσό των 24.003, 50 ευρώ β) ότι με βάση τους όρους των ανωτέρω συμβολαίων , δεν θεμελιωνόταν αξίωση των μηνυτών να εισπράξουν στη λήξη τους και οι δύο μαζί το ποσό των 119.735,88 ευρώ ως σύνταξη , ούτε ο σύζυγος που θα επιβίωνε , το ποσό των 52.824 ευρώ .

και γ) ότι δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί το ύψος της προμήθειας που εισέπραξε ο Μ. Κ.ς από την εξαγορά των αρχικών συμβολαίων ζωής και την αντικατάστασή τους με τα νέα συμβόλαια επενδυτικού χαρακτήρα. Εξάλλου ο τεχνικός σύμβουλος των πολιτικώς εναγόντων , στην σχετική με ημερομηνία 10-6-2009 έκθεσή του , εκτίμησε ότι:

α) η αξία εξαγοράς των αρχικών συμβολαίων στη λήξη τους , ανερχόταν στο ποσό των 22.530,50 ευρώ. β) το ύψος του ποσού που θα εισέπρατταν οι πολιτικώς ενάγοντες στην προκαθορισμένη λήξη των συμβολαίων τους , ανερχόταν στο ποσό των 35.427,56 ευρώ , και γ) ότι λόγω ελλείψεως στοιχείων , δεν ήταν δυνατόν να υπολογισθεί το ύψος της προμήθειας και κατά συνέπεια και του περιουσιακού οφέλους, το οποίο αποκόμισε ο Μ.

Κ.ς από την αντικατάσταση των αρχικών συμβολαίων. Με βάση τις διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα και του τεχνικού συμβούλου των πολιτικώς εναγόντων , το Συμβούλιο Εφετών συνήγαγε την κρίση ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που φερόταν ότι αποκόμισε ο Μ. Κ.ς και η συνεργαζόμενη με αυτόν εταιρεία από τις εξαγορές των αρχικών συμβολαίων και την εν συνεχεία επανεπένδυση του προϊόντος αυτών στα νέα ασφαλιστήρια συμβόλαια Unit Linked , δεν υπερέβαινε σε καμία περίπτωση το ποσό των 73.000 ευρώ , αφού δεν συμπεριλαμβάνονταν σ' αυτό τα χρηματικά ποσά των 119.735,88 ευρώ και 52.824 ευρώ, τα οποία, σύμφωνα με τους μηνυτές , έπρεπε να συνυπολογισθούν για την αποτίμηση της περιουσιακής τους ζημίας .

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω , το Συμβούλιο Εφετών κατέληξε στο ότι ο κακουργηματικός χαρακτήρας των πράξεων της απάτης και πλαστογραφίας που αποδιδόταν στους κατηγορούμενους , δεν μπορούσε να θεμελιωθεί σε φερόμενη ως προκληθείσα ζημία στην περιουσία των μηνυτών , ανώτερη του ποσού των 73.000 ευρώ. Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι παρά την άρνηση των κατηγοριών από την πλευρά του Μ.

Κ.υ, υποστηρίζοντος ότι προέβη ο ίδιος στις ενέργειες εξαγοράς των αρχικών ασφαλιστήριων συμβολαίων και αντικατάστασης αυτών με νέα ασφαλιστήρια Unit Linked, έχοντας την προς τούτο προφορική συναίνεση των πολιτικώς εναγόντων , εν τούτοις προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ότι ο ισχυρισμός του αυτός ήταν αναληθής , αφού δεν ενισχυόταν από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο , συναντούσε δε την κατηγορηματική άρνηση από την πλευρά των μηνυτών και πολιτικώς εναγόντων , οι οποίοι διατείνονταν ότι ουδέποτε του έδωσαν την προφορική τους συγκατάθεσή να προβεί στις ενέργειες που προέβη .

Πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της άποψης αυτής , σύμφωνα με τις παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών , μπορούσε να αντληθεί και από όσα εξέθετε στο από 26-6-2006 απολογητικό του υπόμνημα ο εκ των κατηγορουμένων Π. Κ. , πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος της ασφαλιστικής εταιρείας περί της οποίας πρόκειται , στο οποίο ανέφερε ότι " δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τι πραγματικά συνέβη εν προκειμένω.

Πρέπει όμως να αναφέρω ότι δεν είναι ασύνηθες στην ασφαλιστική πρακτική , οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι να θέτουν την υπογραφή των ασφαλισμένων στις αιτήσεις , κατόπιν φυσικά ρητής εντολής και επιθυμίας των ασφαλισμένων , απλά προς διευκόλυνσή τους και επιτάχυνση της διαδικασίας" . Αξιολογώντας την περικοπή αυτή του απολογητικού υπομνήματος το Συμβούλιο Εφετών (δια της παραπομπής στην εισαγγελική πρόταση , στην οποία αυτή περιλαμβάνεται), δέχθηκε ότι δεν επιβεβαιωνόταν ούτε από την εταιρεία ο ισχυρισμός του Μ.

Κ.υ , ότι δηλαδή οι πολιτικώς ενάγοντες του είχαν χορηγήσει πράγματι προφορική εντολή για την εξαγορά των αρχικών τους συμβολαίων . Με τις παραδοχές αυτές και την επιπρόσθετη σκέψη ότι, αν πράγματι ο Μ. Κ.ς είχε την προφορική συγκατάθεση των πολιτικώς εναγόντων να προβεί στις ενέργειες που προέβη , θα του ήταν πολύ εύκολο να τους ζητήσει και εγγράφως την συγκατάθεσή τους αυτή, προκειμένου να κατοχυρώσει τον εαυτό του από μελλοντικές αμφισβητήσεις, όπως τούτο ήταν επιβεβλημένο από την καλή πίστη και την διαφάνεια που πρέπει να επικρατεί στις συναλλαγές , το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας(καταθέσεις μαρτύρων , απολογίες και υπομνήματα κατηγορουμένων, τα έγγραφα , την έκθεση πραγματογνωμοσύνης καθώς και την έκθεση του τεχνικού συμβούλου ), προέκυψαν πράγματι επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του πιο πάνω κατηγορούμενου , ότι τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονταν .

Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών , δέχθηκε κατά πιστή μεταφορά , ότι ο πιο πάνω κατηγορούμενος " κατήρτισε εξ' αρχής τέσσερις αιτήσεις των πολιτικώς εναγόντων Γ. Κ. και Σ. Χ. συζύγου Γ. Κ. , προς την ασφαλιστική εταιρεία "I.N.G Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής", με ημερομηνία 22-2-2001 , θέτοντας σ' αυτές κατ' απομίμηση τις υπογραφές τους , εν αγνοία και παρά την θέλησή τους .

Με τις πλαστές αυτές αιτήσεις οι ανωτέρω φέρονταν να δηλώνουν ότι επιθυμούσαν την εξαγορά των παλαιών τους ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και την καταβολή του μερίσματος που τους αναλογούσε, την σύναψη δε τεσσάρων νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και επενδύσεων . Στη συνέχεια τις διαβίβασε στην προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία και αφού παρέστησε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της ότι οι εκκαλούντες -πολιτικώς ενάγοντες με αυτές εξέφραζαν την γνήσια και αληθινή τους βούληση , τους έπεισε να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες και συγκεκριμένα κατ' αρχήν στην εξαγορά για λογαριασμό των εκκαλούντων των παλαιών ασφαλιστηρίων ζωής και την καταβολή μερίσματος , στη συνέχεια δε στην κατάρτιση επ' ονόματί τους τεσσάρων νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και επενδύσεων .

Αποτέλεσμα των ως άνω ενεργειών του και συγκεκριμένα της κατάρτισης των πλαστών εγγράφων και της παραπλάνησης των υπαλλήλων της εταιρείας, ήταν να αποκτήσουν παράνομο περιουσιακό όφελος , τόσο ο ίδιος , όσο και η ασφαλιστική εταιρεία , με τον τρόπο που αναφέρεται αναλυτικά παραπάνω , και το οποίο υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή 15.000 ευρώ , με αντίστοιχη ζημία στην περιουσία των πολιτικώς εναγόντων .

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά , ιδίως δε από την κατ' εξακολούθηση τέλεση των συγκεκριμένων πράξεων , αλλά και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της , προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, επιπλέον δε και σταθερή ροπή του για την διάπραξη των συγκεκριμένων πράξεων , ως στοιχείο της προσωπικότητάς του ".

Στη συνέχεια, το ίδιο Συμβούλιο, δέχθηκε ότι τα εγκλήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης , έφεραν τον χαρακτήρα κακουργημάτων, όχι λόγω προκληθείσης σε βάρος των παθόντων περιουσιακής ζημίας ανώτερης των 73.000 ευρώ ή επιδιωχθέντος συνολικού περιουσιακού οφέλους ανώτερου των 73.000 ευρώ , αλλά ως τελεσθέντα από δράστη που ενεργούσε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια , από τις οποίες το συνολικό όφελος ή η αντίστοιχη ζημία στους παθόντες , υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ .

Τούτο δε επειδή, όπως εκτίθεται στο βούλευμα "η πλαστογράφηση από μέρους του κατηγορουμένου τούτου , με περισσότερες από μία πράξεις , περισσότερων του ενός ασφαλιστηρίων συμβολαίων, με άμεση συνέπεια, μακροπρόθεσμα ή βραχυπρόθεσμα , την πρόκληση ζημίας στην περιουσία των συγκεκριμένων ασφαλισμένων και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του ίδιου και της ασφαλιστικής εταιρείας με την οποία συνεργαζόταν , μαρτυρούν σταθερή ροπή του στη διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων , ως στοιχείο της προσωπικότητάς του .

Επίσης η τέλεσή τους δεν έγινε ευκαιριακά , αλλά με βάση συγκεκριμένο και σταθερό σχέδιο , δεδομένου ότι από την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος , και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεώς τους , αποδεικνύεται ο σκοπός του για την απόκτηση εισοδήματος , γεγονότα που επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κατηγορείται , ως κακουργημάτων , καθόσον έχουν τελεσθεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια".

Στη συνέχεια το Συμβούλιο δέχθηκε ότι η μετατροπή από αυτό της αρχικής κατηγορίας για την οποία είχε ασκηθεί η ποινική δίωξη και είχαν απολογηθεί οι κατηγορούμενοι, και η εν συνεχεία παραπομπή για απάτη κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το επιδιωχθέν περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία του παθόντος , υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ , καθώς επίσης και για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που τελεί την πράξη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το επιδιωχθέν περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία του παθόντος , υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, δεν συνιστούσε ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας , αλλά ορθότερο προσδιορισμό της πράξεως , καθόσον το Συμβούλιο Εφετών στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του , έχει τη δυνατότητα να καταστήσει χειρότερη την θέση του κατηγορουμένου, ακόμη και όταν επιλαμβάνεται εφέσεως του κατηγορουμένου .

Με βάση τις παραδοχές αυτές , το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών παρέπεμψε τον κατηγορούμενο Μ. Κ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών , προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι :1) " Στην Αθήνα , σε χρόνους που δεν έχουν προκύψει ακριβώς από την ανάκριση, οπωσδήποτε όμως κατά το χρονικό διάστημα από 22 Φεβρουαρίου 2001 έως 6 Μαρτίου 2001 , με περισσότερες της μιας πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος , ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια , κατήρτισε πλαστά έγγραφα, τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποίησε, με σκοπό να παραπλανήσει με την χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που είχε έννομες συνέπειες , με τις πράξεις του δε αυτές σκόπευε να αποκτήσει ο ίδιος , όσο και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος που συνολικά υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων(5.000.000) δραχμών ή δέκα πέντε χιλιάδων(15.000) ευρώ, Πιο συγκεκριμένα , κατά τον παραπάνω τόπο και στο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα , ως παραγωγός ασφαλίσεων-ασφαλιστικός σύμβουλος , συνεργαζόμενος με την Ολλανδική ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία " Nationale Nedelanden" , η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε "I.N.G Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής", κατήρτισε τέσσερις αιτήσεις , με ημερομηνία 22-2-2001, που απευθύνονταν στην εν λόγω εταιρεία , με την οποία είχαν συμβληθεί οι πολιτικώς ενάγοντες Γ.

Κ. και Σ. Χ. σύζυγος Γ. Κ. και είχαν καταρτισθεί τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής με τα στοιχεία ..., ...,... και ..., με ασφαλισμένο τον Γ. Κ. και με τα στοιχεία ... και ..., με ασφαλισμένη την σύζυγό του Σ. Χ.. Στην συνέχεια , εν αγνοία τους και παρά την θέλησή τους, σε όλες αυτές τις αιτήσεις έθεσε , κατ' απομίμηση , τις υπογραφές των ως άνω ασφαλισμένων και ήδη πολιτικώς εναγόντων , οι οποίοι φέρονταν ότι , δήθεν , με τις αιτήσεις τους αυτές δήλωναν , στην προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία την επιθυμία τους , αφ' ενός μεν να εξαγοράσουν τα παλαιά ασφαλιστήρια ζωής με τα στοιχεία ...

και ... με ασφαλισμένο τον Γ. Κ. και ... με ασφαλισμένη την Σ. Χ. -Κ. , καθώς επίσης και την καταβολή σ' αυτούς μερίσματος για το παλαιό ασφαλιστήριο ζωής με τα στοιχεία ...

, με ασφαλισμένο τον Γ. Κ., αφ' ετέρου δε την σύναψη τεσσάρων νέων ασφαλιστηρίων ζωής και επενδύσεων (Unit Linkend ) με τα στοιχεία ... και ..., με ασφαλισμένο τον Γ. Κ. και με τα στοιχεία ... και ... με ασφαλισμένη την Σ. Χ.. Με τις ενέργειές του αυτές και με την περαιτέρω χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων -αιτήσεων, σκόπευε να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της προαναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, στους οποίους και παρέδωσε τα πλαστά αυτά έγγραφα , σχετικά με γεγονός που είχε έννομες συνέπειες και ειδικότερα ότι οι αιτήσεις που αναφέρονται παραπάνω , είχαν , δήθεν, υπογραφεί από τους ως άνω ασφαλισμένους και ότι με αυτές δήλωναν την δικαιοπρακτική τους βούληση να προβούν στην εξαγορά τριών παλαιών ασφαλιστηρίων ζωής , την καταβολή μερίσματος για ένα τέταρτο παλαιό ασφαλιστήριο ζωής, και τη κατάρτιση τεσσάρων νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και επενδύσεων.

Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει , τόσο στον εαυτό του, όσο και στην προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την οποία συνεργαζόταν , παράνομο περιουσιακό όφελος , το οποίο συνίσταται στο ποσό που αντιστοιχεί στην αξία εξαγοράς των με αριθμούς .../7-3-1989 , .../30-10-1997 και .../30-10-1997 ασφαλιστηρίων συμβολαίων κατά την λήξη τους , καθώς επίσης και των με αριθμούς .../23-12-1994 και .../30-11-1994 ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και ανέρχεται σε 23.130, 50 ευρώ , καθώς επίσης και επίσης και κατά το ποσό των 23.130,ευρώ , το οποίο επίσης δικαιούνταν να εισπράξουν με βάση τους όρους των ως άνω ασφαλιστηρίων συμβολαίων , συν το ποσό των 873 από μερίσματα.

Από την επανειλημμένη δε τέλεση εκ μέρους του της πράξης του αυτής , καθώς και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεσή επανειλημμένης τέλεσής της , προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος , καθώς και ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος , ως στοιχείο της προσωπικότητάς του. 2) Στον ίδιο , όπως και παραπάνω τόπο και χρόνο , με περισσότερες της μιας πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος , με σκοπό να αποκομίσει , τόσο ο ίδιος όσο και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος , έβλαψε ξένη περιουσία , πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών.

Πιο συγκεκριμένα , εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους της προαναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "I.N.G Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής", στους οποίους εμφάνισε τις πλαστές αιτήσεις που αναφέρονται παραπάνω με τα στοιχεία Ι α , ότι αυτές είχαν πράγματι υπογραφεί από τους ασφαλισμένους και ήδη πολιτικώς ενάγοντες Γ.

Κ. και Σ. Χ. σύζυγο Γ. Κ. και αποτύπωναν την πραγματική τους δικαιοπρακτική βούληση να προβούν στις ενέργειες που αναφέρονται αναλυτικά παραπάνω υπό στοιχ. α , δηλαδή στην εξαγορά των τριών παλαιών ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής , την καταβολή μερίσματος από ένα τέταρτο και την σύναψη τεσσάρων νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και επενδύσεων .

Όμως όλα τα παραπάνω γεγονότα που παρέστησε στους ως άνω υπαλλήλους , ήταν ψευδή και ο ίδιος γνώριζε την αναλήθειά τους , καθόσον οι ως άνω ασφαλισμένοι δεν είχαν υπογράψει τις αιτήσεις αυτές και ο ίδιος είχε θέσει κατ' απομίμηση , τις υπογραφές τους σ' αυτές, εν αγνοία τους και παρά την θέλησή τους. Με την παράσταση των παραπάνω ψευδών γεγονότων ως αληθών έπεισε τους αρμόδιους υπαλλήλους της παραπάνω ασφαλιστικής εταιρείας να δεχθούν να προβούν , αφ' ενός μεν στη εξαγορά των παλαιών ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής με τα στοιχεία ...

και ... με ασφαλισμένο τον Γ. Κ. και ... με ασφαλισμένη την Σ. Χ. -Κ. , καθώς επίσης και την καταβολή μερίσματος για το παλαιό ασφαλιστήριο ζωής με τα στοιχεία ..., με ασφαλισμένο τον Γ. Κ., αφ' ετέρου δε στην κατάρτιση τεσσάρων νέων ασφαλιστηρίων ζωής και επενδύσεων (Unit Linkend ) με τα στοιχεία ... και ..., με ασφαλισμένο τον Γ.

Κ. και με τα στοιχεία ... και ... με ασφαλισμένη την Σ. Χ., οι εν λόγω δε υπάλληλοι αν γνώριζαν την πραγματικότητα δεν θα προέβαιναν στις συγκεκριμένες ενέργειές τους. Στην πράξη του δε αυτή ο κατηγορούμενος προέβη με σκοπό να αποκομίσει τόσο ο ίδιος , όσο και η προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την οποία συνεργαζόταν , παράνομο περιουσιακό όφελος , όπως αυτό αναφέρεται αναλυτικά ανωτέρω υπό στοιχ.

Ι α, από την επανειλημμένη δε τέλεση εκ μέρους του της πράξης αυτής , καθώς και από τη υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσής της , προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος , καθώς και ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος , ως στοιχείο της προσωπικότητάς του".

Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών με το προσβαλλόμενο βούλευμα του, δεν περιέλαβε σ' αυτό την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , καθόσον στο πόρισμά του που περιέχεται στο συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού , καθώς επίσης και στις παραδοχές του σκεπτικού και του διατακτικού του , έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά , με συνέπεια να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής των περί απάτης και πλαστογραφίας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.

Ειδικότερα: α) ενώ παραπέμπει τον κατηγορούμενο να δικαστεί για πράξεις πλαστογραφιών μετά χρήσεως και απατών που φέρονται ότι τελέστηκαν κατά το από 22-2-2001 έως 6-3-2001 χρονικό διάστημα, με την πλαστογράφηση των υπογραφών των μηνυτών και πολιτικώς εναγόντων Γ. Κ. και Σ. Χ. σε τέσσερις αιτήσεις που αφορούσαν εξαγορές των παλαιών τους ασφαλιστηρίων ζωής με τα στοιχεία ...

και ... και ... και την καταβολή του μερίσματος για το ασφαλιστήριο ζωής με τα στοιχεία ..., εν τούτοις για τον υπολογισμό της ζημίας που υπέστησαν οι πιο πάνω πολιτικώς ενάγοντες, συνακόλουθα δε και για τον χαρακτηρισμό των πράξεων αυτών ως κακουργημάτων λόγω υπέρβασης του ποσού των 15.000 ευρώ, λαμβάνει υπόψη του και τα ποσά που θα απέφεραν στην λήξη τους και τα υπ' αριθμ. .../ 23-12-1994 και .../30-11-1994 ασφαλιστήρια συμβόλαια , παρά το ότι για την εντολή εξαγοράς τους (που έγινε τον Απρίλιο του 2002) , δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη και δεν απαγγέλθηκε κατηγορία κατά του κατηγορουμένου , όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της απολογίας του .

β) προσδιορίζει την ζημία την οποία υπέστησαν οι πολιτικώς ενάγοντες στο ποσό των 23.130 ευρώ, δεχόμενο ότι αυτό αντιστοιχεί στην κατά την λήξη τους αξία εξαγοράς των υπ' αριθμ. .../7-3-1989, .../30-10-1997, .../30-10-1997, .../23-12-1994 και .../ 30-11-1994 ασφαλιστηρίων συμβολαίων , καθώς επίσης και το ποσό των 873 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία των μερισμάτων, χωρίς να διευκρινίζει , αν από την κατά τα ανωτέρω αξία εξαγοράς των συμβολαίων , έχει αφαιρεθεί το ποσό των ασφαλίστρων που όφειλαν οι πολιτικώς ενάγοντες να καταβάλλουν μέχρι την λήξη τους , προκειμένου τα συμβόλαια αυτά να είναι έγκυρα και ισχυρά , ποσό το οποίο αναμφίβολα δεν μπορεί να συνυπολογισθεί στην προκληθείσα στους παθόντες ζημία, αφού η καταβολή του αποτελούσε εκπλήρωση συμβατικής τους υποχρέωσης.

γ) δέχεται ότι παραπλανηθέντες από τις ψευδείς παραστάσεις του κατηγορουμένου, ήταν οι υπάλληλοι της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "I.N.G Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής", ταυτόχρονα δε ότι ωφεληθείσα από τις ψευδείς αυτές παραστάσεις ήταν η εν λόγω εταιρεία , χωρίς να αιτιολογεί για ποιο λόγο οι υπάλληλοί της δεν ενεργούσαν εν προκειμένω ως διεκπεραιωτές των συμφερόντων της ,αλλά ως τρίτοι που μπορούσαν να παραπλανηθούν και μάλιστα προς όφελός της .

Με την παραδοχή του αυτή, το Συμβούλιο δέχεται ότι είναι δυνατή η σύμπτωση της ιδιότητας του παραπλανώμενου από την πράξη της απάτης , με εκείνη του οφελούμενου από την ίδια πράξη , παραδοχή η οποία κείται εκτός του λογικού και εννοιολογικού περιεχομένου της διάταξης του άρθρου 386 του Π.Κ. δ) ενώ στο σκεπτικό του υπολογίζει την βλάβη που υπέστησαν οι πολιτικώς ενάγοντες , στο ποσό των 23.130 ευρώ , συν το ποσό των 873 που αντιστοιχεί στην αξία των μερισμάτων , με το διατακτικό του παραπέμπει τον κατηγορούμενο να δικαστεί για προκληθείσα βλάβη 23.130 ευρώ , προσθέτοντας σ' αυτήν και πάλι το ποσό των 23.130 ευρώ, χωρίς να καθίσταται σαφές από πού προκύπτει το δεύτερο ποσό.

Οι υπόλοιποι λόγοι αναιρέσεως και ειδικότερα: α) ο πρώτος περί απολύτου ακυρότητας και υπέρβασης εξουσίας, λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας εξαιτίας της προσθήκης στο παραπεμπτικό βούλευμα των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων της απάτης και πλαστογραφίας , και από τον συνυπολογισμό των ποσών που προέκυπταν από την εξαγορά των υπ' αριθμ. ...

και ... συμβολαίων για την αποτίμηση της ζημίας των παθόντων , καίτοι οι επιβαρυντικές αυτές περιστάσεις και τα προαναφερθέντα συμβόλαια, δεν είχαν συμπεριληφθεί στην ασκηθείσα ποινική δίωξη , ούτε είχε απολογηθεί ο κατηγορούμενος , είναι : αα) η μεν πρώτη αβάσιμη γιατί όπως ήδη αναφέρθηκε η προσθήκη το πρώτον από το Συμβούλιο Εφετών επιβαρυντικών περιστάσεων , είναι επιτρεπτή , και ββ) η δεύτερη απαράδεκτη ως στηριζόμενη σε μη ισχύουσα προϋπόθεση , καθόσον ο κατηγορούμενος δεν κρίθηκε παραπεμπτέος για τα πιο πάνω συμβόλαια , έτσι ώστε να θεωρείται ότι με την παραπομπή του αυτή, επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας.

Αβάσιμοι επίσης είναι και οι επιμέρους υπό τα στοιχεία Α, Δ Ε και ΣΤ του δεύτερου των προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, καθόσον το Συμβούλιο αιτιολογεί επαρκώς την παραπεμπτική του κρίση για τα αδικήματα της πλαστογραφίας και απάτης , τον άμεσο δόλο (σκοπό) του κατηγορουμένου , όσο και την συνδρομή στο πρόσωπό του των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης αυτών.

Μετά ταύτα και κατ' αποδοχή ως βάσιμων των υπό στοιχ. 2Β και 2Γ προβαλλόμενων λόγων αναιρέσεως , πρέπει το προσβαλλόμενο βούλευμα να αναιρεθεί στο σύνολό του και να παραπεμφθεί για νέα κρίση στο ίδιο συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας, καθόσον με το περιεχόμενο της αναιρέσεώς του πλήρως εξέθεσε τις απόψεις του και ανέπτυξε τους ισχυρισμούς του.

Για τους λόγους αυτούς Προτείνω : α) Να απορριφθεί το αίτημα του αναιρεσείοντος για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου σας. β) Να γίνει δεκτή η με αριθμό 228/24-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του κατηγορουμένου Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ...(Λεωφόρος ...) κατά του υπ' αριθμ. 2346/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και γ) Να αναιρεθεί το βούλευμα αυτό και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Συμβούλιο, χωρίς την συμμετοχή των ίδιων δικαστών. Αθήνα 30 Απριλίου 2010

Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής".

Αφού άκουσε τον παραπάνω Αντεισαγγελέα που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση έπειτα αποχώρησε.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη 228/24-12-2009 αίτηση αναιρέσεως του Μ. Κ. του Ε., που ασκήθηκε δια δηλώσεως της έχουσας εντολή κατά τους όρους του άρθρου 96 του ΚΠΔ αντιπροσώπου του Παρέσσας Γκανασούλη, δικηγόρου Αθηνών, στρεφόμενη κατά του 2346/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο έκανε δεκτές τις εφέσεις των πολιτικώς εναγόντων Γ. Κ. και Σ. Χ., συζ. Γ. Κ. κατά του 2048/2007 απαλλακτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών, και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελές Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών, για να δικαστεί α) για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με όφελος άνω των 15.000 ευρώ και β) για απάτη κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με όφελος άνω των 15.000 ευρώ, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα από πρόσωπο που δικαιούται προς τούτο και κατά βουλεύματος που υπόκειται σε αναίρεση, εφ όσον αυτός παραπέμπεται για κακουργήματα (άρθρο 482 παρ. 1 περ. α' ΚΠΔ), γι' αυτό πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή.

Το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Αθηνών με το 2048/2007 βούλευμα του, αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία κατά των : Μ. Κ. του Ε., ασφαλιστή, Δ. Κ. του Ε., ασφαλιστή και Π. Κ. του Α., επιχειρηματία, για α) απάτη από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και β) πλαστογραφία μετά χρήσεως από κοινού και κατ' εξακολούθηση με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, δια της προκλήσεως αντίστοιχης βλάβης σε τρίτον.

Κατά του παραπάνω βουλεύματος άσκησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως τις υπ' αριθ. 424/2007 και 425/2007 εφέσεις οι νομοτύπως δηλώσαντες κατά την προδικασία παράσταση πολιτικής αγωγής Γ. Κ. του Β. και Σ. συζ. Γ. Κ. το γένος Α. Χ.. Επί των εφέσεων αυτών εκδόθηκε αρχικά το 537/2008 μη οριστικό βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, με το οποίο αφενός έγιναν τυπικά δεκτές οι εφέσεις αυτές, αφετέρου διατάχτηκε η διενέργεια περαιτέρω κύριας ανάκρισης, προκειμένου κατ' αυτήν να διενεργηθεί λογιστική - οικονομολογική πραγματογνωμοσύνη, καθώς επίσης και η διενέργεια οποιασδήποτε άλλης ανακριτικής πράξεως ήθελε κριθεί αναγκαία, προς πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης.

Μετά το πέρας της συμπληρωματικής κύριας ανάκρισης, εκδόθηκε το προσβαλλόμενο 2346/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών, το οποίο αφενός επικύρωσε το πρωτόδικο βούλευμα, ως προς τις απαλλακτικές του διατάξεις για τους κατηγορουμένους Δ. Κ. και Π. Κ., αφετέρου μεταρρύθμισε το απαλλακτικό για τον κατηγορούμενο (αναιρεσείοντα) Μ.

Κ. βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών και παρέπεμψε αυτόν στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών για τις προαναφερθείσες κακουργηματικές πράξεις της απάτης κατ' εξακολούθηση, κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ και της πλαστογραφίας μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ, δια της προκλήσεως αντίστοιχης βλάβης σε τρίτο.

Οι λόγοι αναιρέσεως κατά του προσβαλλόμενου 2346/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών συνίστανται ειδικότερα, στην έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, στην έλλειψη νόμιμης βάσης, στην απόλυτη ακυρότητα και στην υπέρβαση εξουσίας. Επομένως, οι λόγοι αυτοί πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα τους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 386§1 του Π.Κ "όποιος με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος ή άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάπτει ξένη περιουσία , πείθοντας κάποιον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών, ή την αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών γεγονότων τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και εάν η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών".

Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της απάτης απαιτούνται: α) παράνομο περιουσιακό όφελος , έστω και αν δεν επιτεύχθηκε τούτο, β) εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών ή αθέμιτη απόκρυψη ή παρασιώπηση αληθινών, από την οποία ως παραγωγό αιτία, επέρχεται η παραπλάνηση του άλλου προσώπου, το οποίο προβαίνει σε πράξη παράλειψη ή ανοχή.

Το παραπλανώμενο πρόσωπο δεν είναι απαραίτητο να ταυτίζεται με το βλαπτόμενο άλλ' αρκεί να μπορεί από το νόμο ή από τα πράγματα, να προβεί στην επιζήμια για το τελευταίο πράξη ή παράλειψη, το δε περιουσιακό όφελος που επιδιώκει ο δράστης, πρέπει να προέρχεται από την περιουσία του βλαπτόμενου, στη διάθεση της οποίας προβαίνει ο παραπλανώμενος και γ) βλάβη ξένης περιουσίας, με την έννοια της μειώσεως της υφισταμένης περιουσιακής καταστάσεως του βλαπτομένου, η οποία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με τις παραπλανητικές ενέργειες ή παραλείψεις του δράστη.

Πρέπει δηλαδή η περιουσιακή βλάβη να είναι το αναγκαίο, άμεσο και αποκλειστικό αποτέλεσμα της συμπεριφοράς αυτής του υπαιτίου. Δεν συντρέχει όμως το στοιχείο της περιουσιακής βλάβης, όταν η παροχή αντισταθμίζεται από ισάξια αντιπαροχή, με συνέπεια η οικονομική αξία της περιουσίας του βλαπτόμενου να παραμένει αμείωτη.

Εξάλλου, κατά την παράγραφο 3 του ιδίου πιο πάνω άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε αρχικά με το άρθρο 1§11 του Ν 2408/1996 και στη συνέχεια με το άρθρο 14§4 του Ν 2721/1999 επιβάλλεται κάθειρξη μέχρι δέκα ετών: α) εάν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των πέντε εκατομμυρίων δραχμών [15.000 ευρώ] ή, β) αν το περιουσιακό όφελος ή η προξενηθείσα ζημία υπερβαίνει συνολικά το ποσό των είκοσι πέντε εκατομμυρίων (25.000.000) δραχμών, [73.000 ευρώ].

Από τη διατύπωση του εδαφίου α της παρ. 3 της ανωτέρω διάταξης, προκύπτει ότι η απάτη προβλέπεται και τιμωρείται σε βαθμό κακουργήματος όταν ο υπαίτιος διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος του ή η ζημία του παθόντος υπερβαίνουν το ποσό των 5.000.000 δραχμών ή 15.000 ευρώ, ενώ με τη διάταξη του εδαφίου β, προβλέπεται μια νέα διακεκριμένη περίπτωση απάτης, με βάση τη συνολική αποτίμηση του οφέλους ή της βλάβης στο ποσό των 25.000.000 δραχμών ή 73.000 ευρώ, χωρίς την συνδρομή των προϋποθέσεων της κατά συνήθεια και κατ' επάγγελμα τέλεσης.

Για τη συνδρομή της επιβαρυντικής περίστασης της κατ' επάγγελμα τέλεσης του συγκεκριμένου εγκλήματος , απαιτείται αντικειμενικά μεν επανειλημμένη τέλεση αυτού, χωρίς απαραίτητα να έχει προηγηθεί και καταδίκη του δράστη , υποκειμενικά δε σκοπός του δράστη να πορισθεί εισόδημα από την επανειλημμένη τέλεση του.

Επίσης κατ' επάγγελμα τέλεση συντρέχει και όταν η αξιόποινη πράξη τελείται για πρώτη φορά, όχι όμως ευκαιριακά αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή, όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, ενώ κατά συνήθεια τέλεση υπάρχει, όταν από την επανειλημμένη τέλεση αυτής προκύπτει σταθερή ροπή του δράστη προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του.

Ο σκοπός του παράνομου περιουσιακού οφέλους στο έγκλημα της απάτης, είναι υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου και συγκροτεί την έννοια του υπερχειλούς ή άμεσου δόλου α βαθμού, ο οποίος πρέπει να αιτιολογείται κατά τη διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 21 6§ 1 Π.Κ. "όποιος καταρτίζει πλαστό ή νοθεύει έγγραφο με σκοπό να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του σχετικά με γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών", ενώ κατά την παρ. 3 εδ.α' του ίδιου άρθρου, όπως αυτή συμπληρώθηκε αρχικά με το άρθρο 1 παρ. 7 εδ.

α'του Ν. 2408/1996 καις τη συνέχεια αντικαταστάθηκε από το άρθρο 14 παρ.2 του Ν 2721/1999, "αν ο υπαίτιος των πράξεων αυτών (των παρ. 1 και 2) σκόπευε να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον περιουσιακό όφελος βλάπτοντας τρίτον ή σκόπευε να βλάψει άλλον, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών, εάν το συνολικό όφελος ή η συνολική ζημία υπερβαίνουν το ποσό των εβδομήντα τριών χιλιάδων (73.000) ευρώ" ενώ με το εδάφιο β της αυτής παραγράφου του άρθρου 216 του Π.Κ, "με την ίδια ποινή τιμωρείται και ο υπαίτιος που διαπράττει πλαστογραφίες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και το συνολικό όφελος ή η ζημία υπερβαίνουν το ποσό των 15.000 ευρώ".

Από τη διάταξη της παραγ.1 του άρθρου 216 του Π.Κ , που αποβλέπει στην προστασία της ασφάλειας και της ακεραιότητας των εγγράφων συναλλαγών, προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της πλαστογραφίας απαιτείται αντικειμενικώς μεν η κατάρτιση από την αρχή εγγράφου, κατά την έννοια του άρθρου 13 στοιχ.

γ'του ΠΚ, από τον υπαίτιο είτε με απομίμηση του γραφικού χαρακτήρα είτε με τη θέση της υπογραφής του φερόμενου ως συντάκτη, είτε με την κατάχρηση της υπογραφής (συμπλήρωση κατά το δοκούν εγγράφου που φέρει μόνον την υπογραφή τρίτου) που να το εμφανίζει ότι καταρτίστηκε από άλλον ή η νόθευση γνησίου εγγράφου, δηλαδή η αλλοίωση της έννοιας του περιεχομένου του, η οποία μπορεί να γίνει με την προσθήκη ή εξάλειψη ή τροποποίηση λέξεων, αριθμών ή σημείων, υποκειμενικώς δε δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση και τη θέληση των πραγματικών περιστατικών που απαρτίζουν την πράξη αυτή και το σκοπό του δράστη να παραπλανήσει άλλον με τη χρήση του πλαστού ή νοθευμένου εγγράφου, για γεγονός που μπορεί να έχει έννομες συνέπειες, δηλαδή δημιουργία, κατάργηση ή μεταβίβαση δικαιώματος που προστατεύεται από το νόμο.

Ως έγγραφο, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε γραπτό που προορίζεται ή είναι πρόσφορο να αποδείξει γεγονός που έχει έννομη σημασία, όπως και κάθε σημείο που προορίζεται να αποδείξει τέτοιο γεγονός. Για τη στοιχειοθέτηση δε της κακουργηματικής μορφής της πλαστογραφίας, σύμφωνα με το εδάφιο β της τρίτης παραγράφου του άρθρου 216 του Ποινικού Κώδικα, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίηση και συμπλήρωση του με το άρθρο 14§2 εδάφιο β του Ν 2721/1999, απαιτείται, εκτός από τα στοιχεία που ήδη αναφέρθηκαν για τη θεμελίωση του βασικού εγκλήματος, η διάπραξη πλαστογραφιών κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και ο πρόσθετος σκοπός του υπαιτίου να προσπορίσει στον εαυτό του ή άλλον περιουσιακό όφελος ανώτερο των 15.000 ευρώ, αδιαφορώντας εάν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε ή όχι.

Περαιτέρω, για τη στοιχειοθέτηση της κακουργηματικής πλαστογραφίας δεν είναι αναγκαίο η περιουσιακή μετακίνηση να συνδέεται άμεσα με την πλαστογραφία, με την έννοια ότι θα πρέπει να επέρχεται ευθέως και αμέσως δια μόνης της υλικής πράξεως της καταρτίσεως ή νοθεύσεως εγγράφου. Αρκεί ότι το όφελος ή η περιουσιακή ζημία, έχουν ενταχθεί στον επιδιωκόμενο σκοπό και στο εν γένει με την πλαστογραφία παραπλανητικό σχέδιο του δράστη και με την κατάρτιση του πλαστού εγγράφου, διαμορφώνονται οι όροι και προϋποθέσεις για να υπάρξει στη συνέχεια η δυνατότητα, έστω και με την παρεμβολή άλλων ενεργειών του δράστη, χρονικώς επόμενων της κατάρτισης του πλαστού εγγράφου, να επέλθει το σκοπηθέν όφελος ή η περιουσιακή ζημία (Ολ ΑΠ 3/2008).

Εξάλλου, έλλειψη της απαιτούμενης από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας του παραπεμπτικού βουλεύματος, η οποία ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως υπάρχει όταν στο βούλευμα του Συμβουλίου δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση ή προανάκριση σχετικά με την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο αξιόποινη πράξη, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία τούτο συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έκρινε ότι υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.

Είναι δε επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά από το καθένα από αυτά. Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους, ούτε απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βαρύνει περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως.

Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία - και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ' επιλογή - όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ (Ολ.ΑΠ 1/2005, Ολ.ΑΠ 9/2001).

Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, διαλαμβάνεται δε περί αυτού αιτιολογία, στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή και προκύπτει από τα περιστατικά που αναφέρονται σ' αυτή, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως την εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τελέσεως της πράξεως (άμεσος δόλος) ή το σκοπό επελεύσεως ορισμένου εγκληματικού αποτελέσματος (υπερχειλής δόλος), όπως συμβαίνει στα εγκλήματα της πλαστογραφίας και της απάτης.

Η κατά τις προαναφερόμενες διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία υπάρχει και όταν το Συμβούλιο Εφετών αναφέρεται εξ ολοκλήρου στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, στην οποία εκτίθενται με σαφήνεια και πληρότητα τα προκύψαντα από την ανάκριση ή την προανάκριση πραγματικά περιστατικά, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν αυτά και οι σκέψεις που στηρίζουν την παραπεμπτική πρόταση, με την οποία συντάσσεται και η κρίση του συμβουλίου (Ολ.ΑΠ 1227/1979), Εξάλλου περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ.

β' του ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το Συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση .

Εξάλλου , απόλυτη ακυρότητα που ιδρύει τον από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ α Κ.Π.Δ λόγο αναιρέσεως , υπάρχει και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που καθορίζουν την κίνηση της ποινικής δίωξης από τον Εισαγγελέα και την υποχρεωτική του συμμετοχή στη διαδικασία στο ακροατήριο και τις πράξεις της προδικασίας (άρθρο 171 παρ. 1 στοιχ β Κ.Π.Δ).

Περίπτωση τέτοιας ακυρότητας συντρέχει και όταν το επιλαμβανόμενο της υποθέσεως συμβούλιο προβαίνει σε μη επιτρεπτή μεταβολή της κατηγορίας, όταν δηλαδή παραπέμπει τον κατηγορούμενο για πράξη η οποία είναι διαφορετική κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις, από εκείνη για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και απολογήθηκε ο κατηγορούμενος, έτσι ώστε να αποτελεί αντικειμενικά διαφορετικό έγκλημα, και όχι απλώς όταν δίδει τον προσήκοντα χαρακτηρισμό στην πράξη ή απλώς διορθώνει και βελτιώνει κάποιο ιστορικό στοιχείο, το οποίο δεν μεταβάλλει την ταυτότητα της πράξης.

Τέτοια μεταβολή κατηγορίας δεν επέρχεται με την παραδοχή το πρώτον από το Συμβούλιο Εφετών επιβαρυντικών περιστάσεων της πράξης, ακόμη και όταν εισάγεται σ' αυτό η υπόθεση μετά από έφεση του κατηγορουμένου, γιατί το Συμβούλιο Εφετών, όταν επιλαμβάνεται της υποθέσεως συνεπεία εφέσεως του κατηγορουμένου, μπορεί κατά το άρθρο 318 του Κ.Π.Δ να διατάξει όσα και το Συμβούλιο Πλημμελειοδικών και δεν εμποδίζεται από τη διάταξη του άρθρου 470 παρ. 1 Κ.Π.Δ του αυτού Κώδικα , που καθιερώνει την αρχή της μη χειροτερεύσεως της θέσης του εκκαλούντος κατηγορουμένου Αντίθετα επέρχεται ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, όταν η παραπομπή και καταδίκη, χωρεί για πράξη για την οποία δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη από τον εισαγγελέα, ούτε απολογήθηκε ο κατηγορούμενος.

Στην περίπτωση εξάλλου παραπομπής του κατηγορούμενου από το Συμβούλιο για μερικότερες πράξεις του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος ,για τις οποίες όμως δεν είχε προηγουμένως απολογηθεί, πέραν τη^ ακυρότητας που λαμβάνει χώρα λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας , επέρχεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδάφιο δ Κ.Π.Δ και λόγω παραβίασης της διατάξεως του άρθρου 270 του ιδίου Κώδικα, αφού έτσι στερείται αυτός του δικαιώματος να ασκήσει τα εκ των άρθρων 100-103 δικαιώματα του σε σχέση με τις μερικότερες πράξεις για τις οποίες κρίνεται παραπεμπτέος(Α.Π 792/1986Ποιν Χρον ΛΣΤ 748).

Τέλος υπέρβαση εξουσίας υπάρχει όταν το δικαστήριο ή το συμβούλιο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχει ο νόμος (άρθρο 484 παρ1 στοιχ. στ Κ.Π.Δ).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσβαλλόμενο βούλευμα, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών που το εξέδωσε, δέχθηκε, με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα τις καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν, τα έγγραφα της δικογραφίας, την από 29-5-2009 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του Π. Ν., την από 10-6-09 τεχνική έκθεση και από 11-6-09 σημείωση του ορισθέντος από τους κατηγορουμένους Γ. Μ., την απολογία και τα απολογητικά υπομνήματα του κατηγορουμένου, προέκυψαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά :

Ο Μ. Κ.ς επαγγέλλεται τον παραγωγό ασφαλίσεων-ασφαλιστικό σύμβουλο και από το έτος 1989 συνεργαζόταν με την Ολλανδική ανώνυμη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "Nationale Nederlanden", η οποία αργότερα μετονομάστηκε σε "Ι.Ν.G. Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής". Το έτος 1989 ο εγκαλών και πολιτικώς ενάγων Γ. Κ. καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, συνήψε με την ως άνω ασφαλιστική εταιρεία τα υπ' αριθμ. .../7-3-1989 και .../7-3-1989 ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής στο όνομα του. Στην συνέχεια ο ίδιος , προκειμένου να προβεί στην ασφαλιστική κάλυψη και της συζύγου του Σ. Χ., επίσης πολιτικώς ενάγουσας, προέβη στην επέκταση και διεύρυνση των αρχικών συμβολαίων, συνάπτοντας με την ίδια ως άνω εταιρεία και τα υπ' αριθμ. .../30-11-1994 και .../23-12-1994 ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής. Το έτος 1997, λόγω αποχώρησης από την εταιρεία του ασφαλιστικού συμβούλου που συνεργαζόταν με τους πολιτικώς ενάγοντες, ανέλαβε τον χειρισμό των ασφαλιστηρίων συμβολαίων τους, ως ασφαλιστικός σύμβουλος ο Μ. Κ.ς, με πρόταση του οποίου αυτοί συνήψαν και τα υπ' αριθμ. .../30-10-1997 και .../ 30-10-1997 ασφαλιστήρια συμβόλαια, στο όνομα και των δύο. Από τα πιο πάνω ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής , εξαγοράστηκαν στη συνέχεια τα παρακάτω και το προϊόν της εξαγοράς τους χρησιμοποιήθηκε για να εκδοθούν νέα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής και επενδύσεων της ίδιας εταιρείας , ως εξής:

α) την 1-3-2001 εξαγοράστηκε το υπ' αριθμ. .../30-10-1997 ασφαλιστήριο στο όνομα της Σ. Χ., την επόμενη δε ημέρα(2-3-2001), το προϊόν της εξαγοράς του, ποσού 741,74 ευρώ, χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία δύο νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και επενδύσεων (Unit Linked), και συγκεκριμένα του υπ' αριθμ. .../2-3-2001, ποσού 176,08 ευρώ και του υπ' αριθμ. .../ 2-3-2001, ποσού 565,66 ευρώ. β) την 6-3-2001 εξαγοράστηκαν τα υπ' αριθμ. .../7-3-1989, .../7-3-1989 και .../30-10-1997 ασφαλιστήρια, τα οποία ήταν στο όνομα του Γ. Κ., την επόμενη δε ημέρα (7-3-2001), το προϊόν της εξαγοράς τους, συνολικού ποσού 2.208 ευρώ (1718,61 + 124,43 + 365,06 αντίστοιχα), χρησιμοποιήθηκε για τη δημιουργία δύο νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και επενδύσεων (Unit Linked), και συγκεκριμένα του υπ' αριθμ. .../7-3-2001, ποσού 135 ευρώ και του υπ' αριθμ. .../7-3-2001, ποσού 2.073 ευρώ.

γ) το μήνα Απρίλιο του έτους 2002 εξαγοράστηκε το υπ' αριθμ. .../23-12-1994 ασφαλιστήριο που είχε εκδοθεί στο όνομα της Σ. Χ., με αξία εξαγοράς το ποσό των 261,3 ευρώ που εισπράχθηκε από τη δικαιούχο.

δ) κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, δηλαδή το μήνα Απρίλιο του έτους 2002, εξαγοράστηκε το υπ' αριθμ. .../30-11-1994 ασφαλιστήριο που είχε εκδοθεί στο όνομα του Γ. Κ., το δε προϊόν της εξαγοράς του, ανερχόμενο στο ποσό των 642,58 ευρώ, εισπράχθηκε από το δικαιούχο Γ. Κ. με τραπεζική επιταγή .

V) Αμφισβητώντας οι πολιτικώς ενάγοντες τη νομιμότητα των εξαγορών των αρχικών τους συμβολαίων και τη μετατροπή τους σε ασφαλιστήρια ζωής και επενδύσεων, με την από 3-5-2004 μήνυση τους καταμήνυσαν τους υπευθύνους της πιο πάνω ασφαλιστικής εταιρείας ότι πλαστογράφησαν τις υπογραφές τους στις σχετικές εντολές εξαγορών και επανεπένδυσης στα νέα ασφαλιστήρια συμβόλαια, με συνέπεια να υποστούν από τις πράξεις τους αυτές περιουσιακή ζημία ανώτερη των 75.000 ευρώ, με αντίστοιχη ωφέλεια τους από τις προμήθειες που έλαβαν από τις πράξεις αυτές, καθώς και της εταιρείας που εκπροσωπούσαν, η οποία έτσι απαλλάχθηκε από τους επαχθείς γι' αυτήν όρους των αρχικών συμβολαίων.

Ειδικότερα, η φερόμενη ως προκληθείσα σε βάρος της περιουσίας τους ζημία, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μήνυση τους, ανερχόταν κατά τους υπολογισμούς τους στο ποσό των 45.381,43 ευρώ το οποίο θα εισέπρατταν εφάπαξ κατά την λήξη των παλαιών τους συμβολαίων, εάν δεν μεσολαβούσαν οι ενέργειες των μηνυομένων, ή στο ποσό των 119.735,88 ευρώ που θα εισέπρατταν ως μηνιαία σύνταξη για χρονικό διάστημα 20 ετών εφόσον δεν θα εισέπρατταν το εφάπαξ ποσό στη λήξη των συμβολαίων, ή, σε περίπτωση θανάτου του ενός, στο ποσό των 52.824 ευρώ το οποίο θα εισέπραττε ο σύζυγος που θα επιζούσε.

Με αφορμή τη μήνυση αυτή, ασκήθηκε σε βάρος των Π. Κ., Δ. Κ. και Μ. Κ.υ, προέδρου του ΔΣ και διευθύνοντος συμβούλου .προϊσταμένου του υποκαταστήματος επί της Λεωφόρου ... και εξωτερικού συνεργάτη της εν λόγω ασφαλιστικής εταιρείας αντίστοιχα, ποινική δίωξη για απάτες από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ και πλαστογραφίες μετά χρήσεως από κοινού και κατ' εξακολούθηση, με σκοπό το περιουσιακό όφελος που υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 73.000 ευρώ, δια της προκλήσεως αντίστοιχης βλάβης σε τρίτο, παραγγέλθηκε δε η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως επί της υποθέσεως, μετά το πέρας της οποίας εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 2048/2007 απαλλακτικό για τους πιο πάνω κατηγορούμενους βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών.

Κατά του βουλεύματος αυτού άσκησαν εφέσεις οι πολιτικώς ενάγοντες, το επιληφθέν δε των εφέσεων αυτών Συμβούλιο Εφετών Αθηνών , αφού τις έκανε τυπικά δεκτές, ανέβαλε να αποφασίσει επί της ουσίας, διατάσσοντας περαιτέρω κυρία ανάκριση , με κύριο αντικείμενο τη διενέργεια λογιστικής-οικονομολογικής πραγματογνωμοσύνης, προκειμένου κατ' αυτήν να προσδιοριστούν τα εξής, ήτοι: 1) η αξία της εξαγοράς των υπ' αριθμ. .../7-3-1989, .../ 30-10-1997 και .../30-10-1997 αρχικών ασφαλιστήριων συμβολαίων κατά τη λήξη τους, καθώς επίσης και των υπ' αριθμ. .../23-12-1994 και .../30-11-1994 ασφαλιστήριων συμβολαίων ζωής, για τα οποία, πάντως, δεν είχε απαγγελθεί κατηγορία από τον ανακριτή. 2) εάν με βάση τους όρους των αρχικών ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής θεμελιωνόταν νόμιμη απαίτηση των πολιτικώς εναγόντων να εισπράξουν το ποσό των 119.735,88 ευρώ για σύνταξη 20 ετών ή ο επιζών σύζυγος το ποσό των 52.824 ευρώ. 3) το ακριβές ποσό της προμήθειας που εισέπραξε ο Μ.

Κ.ς από την εξαγορά των αρχικών συμβολαίων καθώς και το ποσό που εισέπραξε από τη διαχείριση των νέων συμβολαίων, περαιτέρω δε το συνολικό όφελος που αποκόμισε η ασφαλιστική εταιρεία από τις ανωτέρω συναλλαγές. Η Ανακρίτρια του 27ου τμήματος Αθηνών που διενήργησε τη συμπληρωματική κατά τα ανωτέρω κυρία ανάκριση, διόρισε ως πραγματογνώμονα επί των θεμάτων που τάχθηκαν με το πιο πάνω βούλευμα, τον οικονομολόγο Π.

Ν. του Ν., ενώ οι πολιτικώς ενάγοντες όρισαν ως τεχνικό τους σύμβουλο τον Ι. Τ.. Ο Π. Ν. αφού έλαβε υπόψη του όσα στοιχεία του ήταν απαραίτητα για τη διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης, κατέληξε στα εξής συμπεράσματα: α) ότι η κατά την ημερομηνία λήξεως του αξία εξαγοράς του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου ανερχόταν στο ποσό των 4.644,85 ευρώ, του υπ' αριθμ. ...

συμβολαίου στο ποσό των 8.231,18 ευρώ, του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου στο ποσό των 2.290,26 ευρώ, του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου στο ποσό των 2.942,58 ευρώ του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου στο ποσό των 5.895,63 ευρώ, αθροιστικά δε η αξία εξαγοράς και των πέντε πιο πάνω συμβολαίων στο ποσό των 23.130,50 ευρώ. Ότι στο ποσό αυτό έπρεπε να προστεθεί και το ποσό των 873 ευρώ που αντιστοιχούσε στην αξία των μερισμάτων, και συνεπώς στη λήξη και των πέντε αυτών συμβολαίων, οι μηνυτές δικαιούνταν να εισπράξουν συνολικά το ποσό των 24.003, 50 ευρώ β) ότι με βάση τους όρους των ανωτέρω συμβολαίων, δεν θεμελιωνόταν αξίωση των μηνυτών να εισπράξουν στη λήξη τους και οι δύο μαζί το ποσό των 119.735,88 ευρώ ως σύνταξη , ούτε ο σύζυγος που θα επιβίωνε , το ποσό των 52.824 ευρώ .

και γ) ότι δεν ήταν δυνατόν να προσδιοριστεί το ύψος της προμήθειας που εισέπραξε ο Μ. Κ.ς από την εξαγορά των αρχικών συμβολαίων ζωής και την αντικατάσταση τους με τα νέα συμβόλαια επενδυτικού χαρακτήρα. Εξάλλου ο τεχνικός σύμβουλος των πολιτικώς εναγόντων, στην σχετική με ημερομηνία 10-6-2009 έκθεση του, εκτίμησε ότι:

α) η αξία εξαγοράς των αρχικών συμβολαίων στη λήξη τους, ανερχόταν στο ποσό των 22.530,50 ευρώ. β) το ύψος του ποσού που θα εισέπρατταν οι πολιτικώς ενάγοντες στην προκαθορισμένη λήξη των συμβολαίων τους, ανερχόταν στο ποσό των 35.427,56 ευρώ , και γ) ότι λόγω ελλείψεως στοιχείων, δεν ήταν δυνατόν να υπολογισθεί το ύψος της προμήθειας και κατά συνέπεια και του περιουσιακού οφέλους, το οποίο αποκόμισε ο Μ.

Κ.ς από την αντικατάσταση των αρχικών συμβολαίων. Με βάση τις διαπιστώσεις του πραγματογνώμονα και του τεχνικού συμβούλου των πολιτικώς εναγόντων, το Συμβούλιο Εφετών συνήγαγε την κρίση ότι το παράνομο περιουσιακό όφελος που φερόταν ότι αποκόμισε ο Μ. Κ.ς και η συνεργαζόμενη με αυτόν εταιρεία από τις εξαγορές των αρχικών συμβολαίων και την εν συνεχεία επανεπένδυση του προϊόντος αυτών στα νέα ασφαλιστήρια συμβόλαια, Unit Linked, δεν υπερέβαινε σε καμία περίπτωση το ποσό των 73.000 ευρώ , αφού δεν συμπεριλαμβάνονταν σ' αυτό τα χρηματικά ποσά των 119.735,88 ευρώ και 52.824 ευρώ, τα οποία, σύμφωνα με τους μηνυτές, έπρεπε να συνυπολογισθούν για την αποτίμηση της περιουσιακής τους ζημίας.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το Συμβούλιο Εφετών κατέληξε στο ότι ο κακουργηματικός χαρακτήρας των πράξεων της απάτης και πλαστογραφίας που αποδιδόταν στους κατηγορουμένους, δεν μπορούσε να θεμελιωθεί σε φερόμενη ως προκληθείσα ζημία στην περιουσία των μηνυτών, ανώτερη του ποσού των 73.000 ευρώ.

Περαιτέρω το Συμβούλιο Εφετών δέχθηκε ότι παρά την άρνηση των κατηγοριών από την πλευρά του Μ. Κ.υ, υποστηρίζοντας ότι προέβη ο ίδιος στις ενέργειες εξαγοράς των αρχικών ασφαλιστήριων συμβολαίων και αντικατάστασης αυτών με νέα ασφαλιστήρια Unit Linked, έχοντας την προς τούτο προφορική συναίνεση των πολιτικώς εναγόντων, εν τούτοις προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ότι ο ισχυρισμός του αυτός ήταν αναληθής, αφού δεν ενισχυόταν από οποιοδήποτε αποδεικτικό στοιχείο, συναντούσε δε την κατηγορηματική άρνηση από την πλευρά των μηνυτών και πολιτικώς εναγόντων, οι οποίοι διατείνονταν ότι ουδέποτε του έδωσαν την προφορική τους συγκατάθεση να προβεί στις ενέργειες που προέβη.

Πρόσθετο επιχείρημα υπέρ της άποψης αυτής, σύμφωνα με τις παραδοχές του Συμβουλίου Εφετών , μπορούσε να αντληθεί και από όσα εξέθετε στο από 26-6-2006 απολογητικό του υπόμνημα ο εκ των κατηγορουμένων Π. Κ., πρόεδρος του Δ.Σ. και διευθύνων σύμβουλος της ασφαλιστικής εταιρείας περί της οποίας πρόκειται, στο οποίο ανέφερε ότι " δεν είμαι σε θέση να γνωρίζω τι πραγματικά συνέβη εν προκειμένω.

Πρέπει όμως να αναφέρω ότι δεν είναι ασύνηθες στην ασφαλιστική πρακτική, οι ασφαλιστικοί σύμβουλοι να θέτουν την υπογραφή των ασφαλισμένων στις αιτήσεις, κατόπιν φυσικά ρητής εντολής και επιθυμίας των ασφαλισμένων, απλά προς διευκόλυνση τους και επιτάχυνση της διαδικασίας". Αξιολογώντας την περικοπή αυτή του απολογητικού υπομνήματος το Συμβούλιο Εφετών (δια της παραπομπής στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία αυτή περιλαμβάνεται), δέχθηκε ότι δεν επιβεβαιωνόταν ούτε από την εταιρεία ο ισχυρισμός του Μ.

Κ.υ, ότι δηλαδή οι πολιτικώς ενάγοντες του είχαν χορηγήσει πράγματι προφορική εντολή για την εξαγορά των αρχικών τους συμβολαίων. Με τις παραδοχές αυτές και την επιπρόσθετη σκέψη ότι, αν πράγματι ο Μ. Κ.ς είχε την προφορική συγκατάθεση των πολιτικώς εναγόντων να προβεί στις ενέργειες που προέβη , θα του ήταν πολύ εύκολο να τους ζητήσει και εγγράφως την συγκατάθεση τους αυτή, προκειμένου να κατοχυρώσει τον εαυτό του από μελλοντικές αμφισβητήσεις, όπως τούτο ήταν επιβεβλημένο από την καλή πίστη και τη διαφάνεια που πρέπει να επικρατεί στις συναλλαγές, το Συμβούλιο Εφετών έκρινε ότι από όλα τα στοιχεία της δικογραφίας (καταθέσεις μαρτύρων, απολογίες και υπομνήματα κατηγορουμένων, τα έγγραφα, την έκθεση πραγματογνωμοσύνης καθώς και την έκθεση του τεχνικού συμβούλου), προέκυψαν πράγματι επαρκείς ενδείξεις σε βάρος του πιο πάνω κατηγορούμενου, ότι τέλεσε τις πράξεις που του αποδίδονταν.

Ειδικότερα, το Συμβούλιο Εφετών, δέχθηκε κατά πιστή μεταφορά, ότι ο πιο πάνω κατηγορούμενος " κατήρτισε εξ' αρχής τέσσερις αιτήσεις των πολιτικώς εναγόντων Γ. Κ. και Σ. Χ. συζύγου Γ. Κ., προς την ασφαλιστική εταιρεία "Ι.Ν.G. Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής", με ημερομηνία 22-2-2001, θέτοντας σ' αυτές κατ' απομίμηση τις υπογραφές τους, εν αγνοία και παρά την θέληση τους.

Με τις πλαστές αυτές αιτήσεις οι ανωτέρω φέρονταν να δηλώνουν ότι επιθυμούσαν την εξαγορά των παλαιών τους ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής, την καταβολή του μερίσματος που τους αναλογούσε και τη σύναψη τεσσάρων νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και επενδύσεων. Στη συνέχεια τις διαβίβασε στην προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία και αφού παρέστησε ψευδώς στους αρμοδίους υπαλλήλους της ότι οι εκκαλούντες - πολιτικώς ενάγοντες με αυτές εξέφραζαν τη γνήσια και αληθινή τους βούληση, τους έπεισε να προβούν στις απαραίτητες ενέργειες και συγκεκριμένα κατ' αρχήν στην εξαγορά για λογαριασμό των εκκαλούντων των παλαιών ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και την καταβολή μερίσματος, στη συνέχεια δε στην κατάρτιση επ' ονόματι τους τεσσάρων νέων ασφαλιστηρίων συμβολαίων ζωής και επενδύσεων.

Αποτέλεσμα των ως άνω ενεργειών του και συγκεκριμένα της κατάρτισης των πλαστών εγγράφων και της παραπλάνησης των υπαλλήλων της εταιρείας, ήταν να αποκτήσουν παράνομο περιουσιακό όφελος, τόσο ο ίδιος, όσο και η ασφαλιστική εταιρεία, με τον τρόπο που αναφέρεται αναλυτικά παραπάνω, και το οποίο υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή 15.000 ευρώ, με αντίστοιχη ζημία στην περιουσία των πολιτικώς εναγόντων.

Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά, ιδίως δε από την κατ' εξακολούθηση τέλεση των συγκεκριμένων πράξεών του, αλλά και την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, επιπλέον δε και σταθερή ροπή του για τη. διάπραξη των συγκεκριμένων πράξεων, ως στοιχείο της προσωπικότητας του".

Στη συνέχεια, το ίδιο Συμβούλιο, δέχθηκε ότι τα εγκλήματα της πλαστογραφίας μετά χρήσεως και της απάτης, έφεραν το χαρακτήρα κακουργημάτων, όχι λόγω προκληθείσης σε βάρος των παθόντων περιουσιακής ζημίας ανώτερης των 73.000 ευρώ ή επιδιωχθέντος συνολικού περιουσιακού οφέλους ανώτερου των 73.000 ευρώ αλλά ως τελεσθέντα από δράστη που ενεργούσε τις πράξεις αυτές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από τις οποίες το συνολικό όφελος ή η αντίστοιχη ζημία στους παθόντες, υπερέβαινε το ποσό των 15.000 ευρώ.

Τούτο δε επειδή, όπως εκτίθεται στο βούλευμα "η πλαστογράφηση από μέρους του κατηγορουμένου αυτού, με περισσότερες από μία πράξεις, περισσότερων του ενός ασφαλιστηρίων συμβολαίων, με άμεση συνέπεια, μακροπρόθεσμα ή βραχυπρόθεσμα, την πρόκληση ζημίας στην περιουσία των συγκεκριμένων ασφαλισμένων και αντίστοιχο παράνομο περιουσιακό όφελος του ίδιου και της ασφαλιστικής εταιρείας με την οποία συνεργαζόταν, μαρτυρούν σταθερή ροπή του στη διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων, ως στοιχείο ης προσωπικότητας του.

Επίσης η τέλεση τους δεν έγινε ευκαιριακά, αλλά με βάση συγκεκριμένο και σταθερό σχέδιο, δεδομένου ότι από την υποδομή που είχε διαμορφώσει ο κατηγορούμενος, και την οργανωμένη ετοιμότητα του με πρόθεση επανειλημμένης τελέσεως τους, αποδεικνύεται ο σκοπός του για την απόκτηση εισοδήματος, γεγονότα που επιτρέπουν τον χαρακτηρισμό των αξιοποίνων πράξεων για τις οποίες κατηγορείται, ως κακουργημάτων, καθόσον έχουν τελεσθεί κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια".

Στη συνέχεια το Συμβούλιο δέχθηκε ότι η μετατροπή από αυτό της αρχικής κατηγορίας για την οποία είχε ασκηθεί η ποινική δίωξη και είχαν απολογηθεί οι κατηγορούμενοι, και η εν συνεχεία παραπομπή για απάτη κατ' εξακολούθηση από υπαίτιο που διαπράττει απάτες κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το επιδιωχθέν περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία του παθόντος, υπερέβαιναν συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, καθώς επίσης και για πλαστογραφία μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, από υπαίτιο που τελεί την πράξη κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, από την οποία το επιδιωχθέν περιουσιακό όφελος και η αντίστοιχη ζημία του παθόντος , υπερέβαινε συνολικά το ποσό των 15.000 ευρώ, δεν συνιστούσε ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας, αλλά ορθότερο προσδιορισμό της πράξεως, καθόσον το Συμβούλιο Εφετών στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, έχει τη δυνατότητα να καταστήσει χειρότερη την θέση του κατηγορουμένου, ακόμη και όταν επιλαμβάνεται εφέσεως του κατηγορουμένου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Συμβούλιο Εφετών Αθηνών παρέπεμψε τον κατηγορούμενο Μ. Κ. στο ακροατήριο του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών , προκειμένου να δικαστεί ως υπαίτιος του ότι :1) " Στην Αθήνα, σε χρόνους που δεν έχουν προκύψει ακριβώς από την ανάκριση, οπωσδήποτε όμως κατά το χρονικό διάστημα από 22 Φεβρουαρίου 2001 έως και 6 Μαρτίου 2001, με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος ενεργώντας κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια κατήρτισε πλαστά έγγραφα, τα οποία στη συνέχεια χρησιμοποίησε, με σκοπό να παραπλανήσει με τη χρήση τους άλλους σχετικά με γεγονός που είχε έννομες συνέπειες, με τις πράξεις του δε αυτές σκόπευε να αποκτήσει ο ίδιος, όσο και άλλος, παράνομο περιουσιακό όφελος που συνολικά υπερβαίνει το ποσό των πέντε εκατομμυρίων (5.000.000) δραχμών ή δέκα πέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ.

Πιο συγκεκριμένα, κατά τον παραπάνω τόπο και στο προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, ως παραγωγός ασφαλίσεων-ασφαλιστικός σύμβουλος, συνεργαζόμενος με την Ολλανδική Ασφαλιστική Εταιρεία με την επωνυμία "Nationale Nederlande" η οποία στη συνέχεια μετονομάστηκε σε "Ι.Ν.G Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής", κατήρτισε τέσσερις αιτήσεις, με ημερομηνία 22-2-2001, που απευθύνονταν στην εν λόγω εταιρεία, με την οποία είχαν συμβληθεί οι πολιτικώς ενάγοντες Γ.

Κ. και Σ. Χ. σύζυγος Γ. Κ. και είχαν καταρτισθεί τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής με τα στοιχεία ..., Ζ-1 72960,... και ..., με ασφαλισμένο τον Γ. Κ. και με τα στοιχεία ... και ..., με ασφαλισμένη τη σύζυγο του Σ. Χ.. Στη συνέχεια, εν αγνοία τους και παρά τη θέληση τους, σε όλες αυτές τις αιτήσεις έθεσε, κατ' απομίμηση, τις υπογραφές των ως άνω ασφαλισμένων και ήδη πολιτικώς εναγόντων , οι οποίοι φέρονταν ότι, δήθεν, με τις αιτήσεις τους αυτές δήλωναν, στην προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία την επιθυμία τους, αφενός μεν να εξαγοράσουν τα παλαιά ασφαλιστήρια ζωής με τα στοιχεία ...

και ... με ασφαλισμένο τον Γ. Κ. και ... με ασφαλισμένη τη Σ. Χ. -Κ., καθώς επίσης και την καταβολή σ' αυτούς μερίσματος για το παλαιό ασφαλιστήριο ζωής με τα στοιχεία ..., με ασφαλισμένο τον Γ. Κ., αφετέρου δε τη σύναψη τεσσάρων νέων ασφαλιστηρίων ζωής και επενδύσεων (Unit Linked) με τα στοιχεία ... και ..., με ασφαλισμένο τον Γ.

Κ. και με τα στοιχεία ... και ... με ασφαλισμένη τη Σ. Χ.. Με τις ενέργειες του αυτές και με την περαιτέρω χρήση των ως άνω πλαστών εγγράφων -αιτήσεων, σκόπευε να παραπλανήσει τους αρμόδιους υπαλλήλους της προαναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρείας, στους οποίους και παρέδωσε τα πλαστά αυτά έγγραφα , σχετικά με γεγονός που είχε έννομες συνέπειες και ειδικότερα ότι οι αιτήσεις που αναφέρονται παραπάνω, είχαν, δήθεν, υπογραφεί από τους ως άνω ασφαλισμένους και ότι με αυτές δήλωναν τη δικαιοπρακτική βούλησή τους να προβούν στην εξαγορά τριών παλαιών ασφαλιστηρίων ζωής, την καταβολή μερίσματος για ένα τέταρτο παλαιό ασφαλιστήριο ζωής, και την κατάρτιση τεσσάρων νέων Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων Ζωής και Επενδύσεων.

Στην πράξη του αυτή προέβη με σκοπό να προσπορίσει, τόσο στον εαυτό του, όσο και στην προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την οποία συνεργαζόταν, παράνομο περιουσιακό όφελος, το οποίο συνίσταται στο ποσό που αντιστοιχεί στην αξία εξαγοράς των με αριθμούς .../7-3-1989, .../ 30-10-1997 και .../30-10-1997 Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων Ζωής κατά την λήξη τους, καθώς και των με αριθμούς .../23-12-1994 και .../30-11-1 994 Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων Ζωής και ανέρχεται σε 23.130, 50 ευρώ, καθώς επίσης και κατά το ποσό των 23.130,50 ευρώ, το οποίο επίσης δικαιούνταν να εισπράξουν με βάση τους όρους των ως άνω ασφαλιστηρίων συμβολαίων, συν το ποσό των 873,00 ευρώ από μερίσματα.

Από την επανειλημμένη δε τέλεση εκ μέρους του της πράξης του αυτής , καθώς και από την υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της , προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, καθώς και ροπή του προς διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του. 2) Στον ίδιο, όπως και παραπάνω τόπο και χρόνο, με περισσότερες της μιας πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση ενός και του αυτού εγκλήματος, με σκοπό να αποκομίσει, τόσο ο ίδιος όσο και άλλος παράνομο περιουσιακό όφελος, έβλαψε ξένη περιουσία, πείθοντας άλλους σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών.

Πιο συγκεκριμένα, εν γνώσει του παρέστησε ψευδώς στους υπαλλήλους της προαναφερόμενης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "Ι.Ν.G. Ελληνική Ανώνυμη Ασφαλιστική Εταιρεία Ζωής", στους οποίους εμφάνισε τις πλαστές αιτήσεις που αναφέρονται παραπάνω με τα στοιχεία Ι α , ότι αυτές είχαν πράγματι υπογραφεί από τους ασφαλισμένους και ήδη πολιτικώς ενάγοντες Γ.

Κ. και Σ. Χ. σύζυγο Γ. Κ. και αποτύπωναν την αληθινή δικαιοπρακτική βούληση τους να προβούν στις ενέργειες που αναφέρονται αναλυτικά παραπάνω υπό στοιχ. 1α, δηλαδή στην εξαγορά τριών παλαιών Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων Ζωής, την καταβολή μερίσματος ένα τέταρτο παλαιό Ασφαλιστήριο συμβόλαιο Ζωής και τη σύναψη τεσσάρων νέων Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων Ζωής και Επενδύσεων.

Όμως όλα τα παραπάνω γεγονότα που παρέστησε στους ως άνω υπαλλήλους, ήταν ψευδή και ο ίδιος γνώριζε την αναλήθειά τους, καθόσον οι ως άνω ασφαλισμένοι δεν είχαν υπογράψει τις αιτήσεις αυτές και ο ίδιος είχε θέσει κατ' απομίμηση, τις υπογραφές τους σ' αυτές, εν αγνοία τους και παρά τη θέληση τους. Με την παράσταση των παραπάνω ψευδών γεγονότων ως αληθινών έπεισε τους αρμόδιους υπαλλήλους της παραπάνω Ασφαλιστικής Εταιρείας να δεχθούν να προβούν, αφενός μεν στην εξαγορά των παλαιών Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων Ζωής με τα στοιχεία ...

και ... με ασφαλισμένο τον Γ. Κ. και ... με ασφαλισμένη τη•Σ. Χ. - Κάλλου, καθώς επίσης και την καταβολή μερίσματος για το παλαιό ασφαλιστήριο ζωής με τα στοιχεία ..., με ασφαλισμένο τον Γ. Κ., (αφετέρου δε στην κατάρτιση τεσσάρων νέων Ασφαλιστηρίων Ζωής κατ Επενδύσεων (Unit Linked) με τα στοιχεία ... καΓΖτ859616, με ασφαλισμένο τον Γ.

Κ. και με τα στοιχεία ... και ... με ασφαλισμένη τη Σ. Χ., οι εν λόγω δε υπάλληλοι αν γνώριζαν την πραγματικότητα δεν θα προέβαιναν στις συγκεκριμένες ενέργειες τους. Στην πράξη του δε αυτή ο κατηγορούμενος προέβη με σκοπό να αποκομίσει τόσο ο ίδιος, όσο και η προαναφερόμενη ασφαλιστική εταιρεία με την οποία συνεργαζόταν, παράνομο περιουσιακό όφελος, όπως αυτό αναφέρεται αναλυτικά ανωτέρω υπό στοιχ.

Ια, από την επανειλημμένη δε τέλεση εκ μέρους του της πράξης αυτής, καθώς και από τη υποδομή που είχε διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης της, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, καθώς και ροπή του προς τη διάπραξη του συγκεκριμένου εγκλήματος, ως στοιχείο της προσωπικότητας του". Με τις παραδοχές αυτές το προσβαλλόμενο βούλευμα, δεν διέλαβε την απαιτούμενη από το Σύνταγμα και το Νόμο ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον από το πόρισμά του που περιέχεται στο συνδυασμό σκεπτικού και διατακτικού, καθώς και στις παραδοχές του σκεπτικού και του διατακτικού του, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες και λογικά κενά, ώστε να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη, εφαρμογής των περί απάτης και πλαστογραφίας ουσιαστικών ποινικών διατάξεων.

Ειδικότερα, ενώ παραπέμπει τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο να δικαστεί για πράξεις πλαστογραφιών μετά χρήσεως και απατών που φέρονται ότι τελέστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 22-2-2001 έως 6-3-2001, με την πλαστογράφηση των υπογραφών των πολιτικώς εναγόντων Γ. Κ. και Σ. Χ. - σε τέσσερις αιτήσεις που αφορούσαν εξαγορές των παλαιών τους Ασφαλιστηρίων Ζωής με τα στοιχεία ..., ...

και ... και την καταβολή του μερίσματος για το Ασφαλιστήριο Ζωής με τα στοιχεία ..., για τον υπολογισμό της ζημίας που υπέστησαν οι πολιτικώς ενάγοντες και συνακόλουθα για το χαρακτηρισμό των πράξεων αυτών ως κακουργημάτων λόγω υπέρβασης του ποσού των 15.000 ευρώ, δεν αιτιολογεί γιατί λαμβάνει υπόψη και τα ποσά που θα απέφεραν στη λήξη τους και τα με στοιχεία .../23-12-1994 και .../30-11-1994 Ασφαλιστήρια Συμβόλαια Ζωής, αφού αναφορικά με την εντολή εξαγοράς των τελευταίων αυτών συμβολαίων (που έγινε τον Απρίλιο του 2002), δεν ασκήθηκε ποινική δίωξη και δεν απαγγέλθηκε κατηγορία κατά του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου, όπως αυτό προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της απολογίας του.

Περαιτέρω, προσδιορίζει τη ζημία την οποία υπέστησαν οι πολιτικώς ενάγοντες στο ποσό των 23.130,50 ευρώ, δεχόμενο ότι αυτό αντιστοιχεί στην κατά τη λήξη τους αξία εξαγοράς των με στοιχεία .../7-3-1989, .../ 30-10-1997, .../30-10-1997, .../23-12-1994 και .../30-11-1994 Ασφαλιστηρίων Συμβολαίων, καθώς επίσης και το ποσό των 873 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία των μερισμάτων, χωρίς να διευκρινίζει, όπως έπρεπε, αν από την κατά τα ανωτέρω αξία εξαγοράς των συμβολαίων, έχει αφαιρεθεί το ποσό των ασφαλίστρων που όφειλαν οι πολιτικώς ενάγοντες να καταβάλουν μέχρι τη λήξη τους, προκειμένου τα συμβόλαια αυτά να είναι έγκυρα και ισχυρά, δεδομένου ότι το ποσό αυτό δεν μπορεί να συνυπολογιστεί στην προκληθείσα στους παθόντες ζημία, αφού η καταβολή του αποτελούσε εκπλήρωση συμβατικής υποχρέωσης τους.

Επίσης, ενώ στο σκεπτικό του το προσβαλλόμενο βούλευμα υπολογίζει την βλάβη που υπέστησαν οι πολιτικώς ενάγοντες στο ποσό των 23.130,50 ευρώ, συν το ποσό των 873 ευρώ που αντιστοιχεί στην αξία των μερισμάτων, με το διατακτικό του παραπέμπει τον κατηγορούμενο να δικαστεί για προκληθείσα βλάβη 23.130,50 ευρώ, προσθέτοντας σε αυτήν και πάλι το ποσό των 23.130,50 ευρώ, χωρίς όμως να καθίσταται σαφές από που προκύπτει το δεύτερο αυτό ποσό.

Οι πλημμέλειες αυτές του Συμβουλίου Εφετών προβάλλονται από τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο με το σχετικό δεύτερο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β' και δ' ΚΠΔ, της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και της ελλείψεως νομίμου βάσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Οι λοιποί λόγοι αναιρέσεως και ειδικότερα, ο πρώτος λόγος, της απόλυτης ακυρότητας και υπέρβασης εξουσίας, λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας εξαιτίας της προσθήκης στο παραπεμπτικό βούλευμα των επιβαρυντικών περιστάσεων της κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια τέλεσης των πράξεων της απάτης και πλαστογραφίας, και λόγω συνυπολογισμού των ποσών που προέκυπταν από την εξαγορά των υπ' αριθμ. ...

και ... συμβολαίων για την αποτίμηση της ζημίας των παθόντων, αν και οι, ως άνω, επιβαρυντικές περιστάσεις και τα προαναφερθέντα συμβόλαια, δεν είχαν συμπεριληφθεί στην ασκηθείσα ποινική δίωξη ούτε είχε απολογηθεί ο κατηγορούμενος, είναι, κατά μεν την αιτίαση της απόλυτης ακυρότητας αβάσιμος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η προσθήκη το πρώτον από το Συμβούλιο Εφετών επιβαρυντικών περιστάσεων, είναι επιτρεπτή, ενώ κατά την αιτίαση της ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας απαράδεκτη ,διότι στηρίζεται σε μη ισχύουσα προϋπόθεση, καθόσον ο αναιρεσείων δεν κρίθηκε παραπεμπτέος για τα πιο πάνω συμβόλαια, έτσι ώστε να θεωρείται ότι με την παραπομπή του αυτή επήλθε ανεπίτρεπτη μεταβολή κατηγορίας.

Κατ' ακολουθία, κατά παραδοχή του προαναφερόμενου δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί το προσβαλλόμενο βούλευμα στο σύνολο του και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα κρίση στο ίδιο Δικαστικό Συμβούλιο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (αρθρ. 485 παρ. 1, 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί το 2346/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα κρίση από το ίδιο Συμβούλιο, το οποίο θα

συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2010. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ