Supreme Court dismisses appeal on appeal inadmissibility due to lack of legal interest in the annulment action.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the Second Instance Court's decision rejecting an annulment action. The appellant, a creditor, failed to demonstrate a legal interest in annulling the auction of the debtor's estate after the debtor's death. The court ruled that the creditor could continue execution against the heirs and that the auction's validity did not depend on the annulment, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576, 568, 498, 226 of the Code of Civil Procedure; The annulment action is inadmissible if the appellant fails to establish a legal interest in the outcome, particularly when the creditor can pursue execution against the heirs regardless of the auction's validity.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1941 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1.941/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαμουρέλη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1.Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΙΤΩΝ-Η.ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΙΔΩΝ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει σα Γλυκά Νερά Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο, 2..... και 3.Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΞΤΙΚΟ ΔΙΕΘΝΗΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΕΝΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σπυρίδωνα Αναγνωστόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-4-2002 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3646/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 969/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-11-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα ανέγνωσε την από 30-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, εκ των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 2, 568 παρ. 1 και 4 και 498 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύδοντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Εξάλλου, η διάταξη του άρθρου 226 παρ.α' ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στην μετ' αναβολή δικάσιμο, δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφαρμόζεται και στη διαδικασία του Αρείου Πάγου. Στην προκειμένη περίπτωση από την προσκομιζόμενη με αριθμό 117Δ/19.4.2007 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών προκύπτει ότι μετά έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της από 20.11.2006 αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτή πράξεις κατάθεσης και ορισμού δικασίμου για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 12.5.2008, νομοτύπως και εμπροθέσμως επιδόθηκε στην πρώτη εκ των αναιρεσιβλήτων αννυμη εταιρία με την επωνυμία "ΤΡΙΤΩΝ - Η.ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΗΣ ΕΜΠΟΡΙΟ ΕΙΔΩΝ ΥΓΙΕΙΝΗΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με κλήση προς εμφάνιση κατ'αυτών, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την στην αρχή της παρούσας αποφάσεως αναφερόμενη δικάσιμο (19.1.2009), δι' επισημειώσεως στο πινάκιο, η οποία ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο.
Κατά την δικάσιμο όμως αυτή, κατά την οποία εκφωνήθηκε και συζητήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, η πρώτη εκ των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκε, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση περί μη παραστάσεώς της κατ'άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η διαδικασία παρά την απουσία της ανωτέρω απολειπόμενης αναιρεσίβλητης (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ), η οποία σημειωτέρον θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τους λοιπούς παρισταμένους ομοδίκους της λόγω της μεταξύ της υφιστάμενης αναγκαστικής ομοδικίας (άρθρο 76 παρ. 1 ΚΠολΔ) Επειδή, κατά το άρθρο 68 του ΚΠολΔ, δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει, όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον.
Το έννομο συμφέρον, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση κάθε δικαστικής ενέργειας και δεν είναι συνήθως ανεξάρτητο από την έρευνα του υπαρκτού ή ανύπαρκτου του ουσιαστικού δικαιώματος, εκείνου που ενεργεί τη διαδικαστική πράξη, προορίζεται να περιορίσει την δικαστική ενέργεια σε εκείνες μόνο τις περιπτώσεις, που η απόφαση που θα ζητηθεί είναι ικανή να συμβάλει στην προστασία των δικαιωμάτων εκείνου που ζητά τη δικαστική προστασία και, ταυτόχρονα με την προστασία αυτή, στην πραγμάτωση του δικαίου και στην αποκατάσταση της κοινωνικής ειρήνης.
Έτσι, όπως σε κάθε διαγνωστική διαδικασία, το εισαγωγικό δίκης ένδικο βοήθημα της ανακοπής του άρθρου 933 του ΚΠολΔ είναι παραδεκτό μόνο εάν στηρίζεται σε έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος, σε σχέση με τη συγκεκριμένη ανακοπή. Το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος για την ακύρωση πράξης εκτέλεσης πρέπει να συνδέεται με την ωφέλεια που προσδοκά από την ακύρωση της, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για ωφέλεια διαδικαστική ή αν αυτή αφορά το ουσιαστικό δικαίωμα του και όχι με τη βλάβη που απορρέει από την παράβαση συγκεκριμένης διάταξης.
Με την έννοια αυτή, πρέπει να υπάρχει έννομο συμφέρον για ακύρωση πράξεων εκτέλεσης σε όλες τις περιπτώσεις ακυρότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης που υπάγονται στο άρθρο 159 αριθ. 1 έως 3 του ΚΠολΔ και όχι μόνο όταν πρόκειται για ακυρότητα, η οποία εξαρτάται από την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης κατ' άρθρο 159 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
To έννομο συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο και ενεστώς, δηλαδή να υφίσταται κατά τον χρόνο που επιχειρείται η διαδικαστική πράξη, η συνδρομή του δε κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος.
Εν προκειμένω, με την απορριφθείσα ανακοπή του ο αναιρεσείων ζήτησε να ακυρωθεί ο πλειστηριασμός που διενεργήθηκε στις 10-10-2001, δυνάμει της υπ' αριθμ. 1026/2001 έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού ακινήτου της συμβολαιογράφου Αθηνών Μαρίας Σιδέρη, σε βάρος της περιουσίας του οφειλέτη ..., με επίσπευση της δανείστριας πρώτης αναιρεσίβλητης, στον οποίο αναδείχθησαν υπερθεματιστές οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, για τον λόγο ότι διενεργήθηκε μετά τον επελθόντα θάνατο του παραπάνω οφειλέτη και πριν την παρέλευση της προθεσμίας για αποποίηση της κληρονομίας από τους κληρονόμους αυτού, επικαλέσθηκε δε για τη νομιμοποίηση του το έννομο συμφέρον που είχε ως δανειστής του αποβιώσαντος να ικανοποιηθεί από την κληρονομιαία περιουσία.
Το Εφετείο, στο οποίο ήχθη η υπόθεση μετά από έφεση των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανακοπή και στη συνέχεια απέρριψε αυτήν, δεχθέν ότι ο ανακόπτων δεν είχε έννομο συμφέρον για την άσκηση της. Ειδικότερα το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής :
ο ανακόπτων, που στηρίζει την νομιμοποίηση του στην ιδιότητα του ως δανειστή του καθ' ου η εκτέλεση, επικαλείται ως έννομο συμφέρον για την άσκηση της ένδικης ανακοπής ότι θα ικανοποιηθεί από την κληρονομιαία περιουσία, την οποία κατέλιπε ο θανών - οφειλέτης και η οποία παρανόμως εκπλειστηριάσθηκε πριν χωρήσει η πάροδος της προθεσμίας αποποίησης των κληρονόμων του οφειλέτη.
Για τη θεμελίωση όμως του έννομου συμφέροντος του, προς άσκηση της ένδικης ανακοπής, ο ανακόπτων δεν προσδιορίζει στο δικόγραφο της τον τρόπο και την διαδικασία, βάσει των οποίων θα ικανοποιηθεί η απαίτηση του ή θα υπάρξει ελάχιστη έστω ωφέλεια από την ακύρωση του πλειστηριασμού ή της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης, έστω και αν, εν τω μεταξύ, αποκτούσε τίτλο εκτελεστό κατά των κληρονόμων του οφειλέτη του, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις, οι προηγηθείσες του θανάτου, του καθ' ου η εκτέλεση - οφειλέτη πράξεις εκτέλεσης (του είχε επιδοθεί Α' επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης για την διενέργεια πλειστηριασμού) δεν αποβάλλουν την ισχύ τους και μπορεί ο επισπεύδων δανειστής, αφού περάσει η προθεσμία για αποποίηση να επιδώσει νέα επιταγή στους κληρονόμους του οφειλέτη (άρθρα 921 παρ. 1 και 925 παρ. 2 ΚΠολΔ) και να συνεχίσει έτσι την εκτέλεση κατά των κληρονόμων από το σημείο που βρέθηκε κατά τον χρόνο θανάτου του κληρονομουμένου (Μπρίνια:
όπ.π. παρ. 125 σελ. 320). Ούτε βέβαια, μπορεί να θεμελιωθεί έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος από ενδεχόμενη αδράνεια του επισπεύδοντος δανειστή να συνεχίσει την εκτέλεση κατά των κληρονόμων του οφειλέτη του, που θα είχε ως συνέπεια την ανατροπή της κατάσχεσης σε βάρος των κατασχεθέντων και ακύρως εκπλειστηριασθέντων ακινήτων (άρθρο 1019 ΚΠολΔ).
Θα μπορούσε, ενδεχομένως, να υπάρξει ωφέλεια του ανακόπτοντος - δανειστή από την ακύρωση του πλειστηριασμού, ή από την επίτευξη μεγαλύτερου πλειστηριάσματος κ.ο.κ., περιστατικά τα οποία, όμως, ουδόλως αναφέρει, είτε αμέσως, είτε εμμέσως, στο δικόγραφο της ανακοπής. Κατά συνέπεια, ελλείπει εν προκειμένω το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος προς άσκηση της ένδικης ανακοπής, το οποίο (έννομο συμφέρον) αποτελεί προϋπόθεση κάθε δικαστικής ενέργειας και η ανακοπή εκ του λόγου αυτού είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη.
Έτσι κρίνοντας το Εφετείο ορθά απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη ανακοπή και 68 του ΚΠολΔ και όλοι οι περί του αντιθέτου λόγοι της αίτησης αναίρεσης, υπαγόμενοι κατ' εκτίμηση στη ρύθμιση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.11.2006 αίτηση του ... για αναίρεση της 969/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει αυτόν στην δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει για αμφοτέρους στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ