1941/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1941/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ.1 και 2 του ίδιου νόμου (3198/1955). Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αόριστου χρόνου και αποβλέπει στη διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ'αυτήν όρους, μειωμένης αποζημιώσεως.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1941 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1941/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Ληξουριώτη, που διόρισε στο ακροατήριο ως συμπληρεξούσια και τη δικηγόρο Ουρανία Μπάρλου.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Ταμπάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-10-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2024/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 5496/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 2-6-2006 αίτησή της και με τους από 13-10-2008 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 17-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας δήλωσαν ότι παραιτούνται από το δικόγραφο των προσθέτων λόγων και ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.- Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 299, 294, 295 παρ. 1 και 297 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, προκύπτει ότι παραίτηση ολική ή μερική από το δικόγραφο του ένδικου μέσου που έχει ασκηθεί, όπως είναι και η αναίρεση (άρθρο 495 παρ. 1 ΚΠολΔ), και επομένως και από το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, που έχουν ασκηθεί κατά το άρθρο 569 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα, μπορεί να γίνει και με προφορική δήλωση, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως.
Η δήλωση αυτή, καταχωριζόμενη στα πρακτικά, επιφέρει αντίστοιχη (ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της) κατάργηση της δίκης. Επομένως η παραίτηση της αναιρεσείουσας Τράπεζας από το από 13-10-2008 δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναιρέσεως, που έγινε με δηλώσεις των πληρεξουσίων της δικηγόρων, που καταχωρίστηκαν στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, πριν από την έναρξη της προφορικής συζητήσεως της υποθέσεως, είναι σύννομη και συνεπάγεται κατάργηση της δίκης, αλλά μόνο ως προς τους πρόσθετους αυτούς λόγους αναιρέσεως, που θεωρούνται ότι δεν ασκήθηκαν (άρθρα 295 παρ. 1 και 299 ΚΠολΔ).- 2.- Επειδή, κατά το άρθρο 8 εδ.
α' του ν. 3193/1955, μισθωτοί, που συνδέονται με σχέση εργασίας διάρκειας αορίστου χρόνου, εφόσον συμπληρώσουν δεκαπενταετή υπηρεσία στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 παρ.1 του ν. 2112/192θ ή το προβλεπόμενο από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό όριο ηλικίας, σε περίπτώση δε ελλείψεως τέτοιου ορίου το 65ο έτος της ηλικίας τους και αποχωρήσουν από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη, δικαιούνται το μισό της οριζόμενης από το ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, ή το β.δ.
της 16/18-7-1920 αποζημιώσεως για την περίπτωση απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, που υπολογίζεται με βάση το άρθρο 5 παρ.1 και 2 του ίδιου νόμου (3198/1955). Η ως άνω διάταξη αναφέρεται σε συμβάσεις αόριστου χρόνου και αποβλέπει στη διευκόλυνση της πρόωρης συνταξιοδοτήσεως των μισθωτών για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, με την παροχή στους αποχωρούντες, υπό τους διαλαμβανόμενους σ'αυτήν όρους, μειωμένης αποζημιώσεως.
Εξάλλου, σύμβαση εργασίας, η οποία διέπεται από Κανονισμό του εργοδότη, που έχει ισχύ νόμου και προβλέπει την αποχώρηση του μισθωτού με τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας, είναι σύμβαση ορισμένου χρόνου. Αν όμως με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσεως της συμβάσεως, τότε ενυπάρχει διαλυτική αίρεση, με την πλήρωση της οποίας η σύμβαση μεταπίπτει εξαρχής σε σύμβαση αόριστου χρόνου.
Περαιτέρω, στην αναιρεσείουσα ("ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.") ισχύει ο Οργανισμός Προσωπικού της, που έχει καταρτιστεί με την από 11-11-1977 Σ.Σ.Ε. "περί Οργανισμού Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος", η οποία, ειδικότερα, καταρτίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3239/1955, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως με την υπ' αριθ. 46806/10314 της 21/26-11-1977 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (Φ.Ε.Κ.Β' 1255) και κηρύχθηκε υποχρεωτική με την υπ' αριθ. 15869 της 10/27-7-1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (Φ.Ε.Κ.
Β' 446), γι' αυτό δε έχει ισχύ νόμου, ως περιέχουσα κανονιστικές διατάξεις. Κατά το άρθρο 31 του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε και κωδικοποιήθηκε με την από 22-6-1999 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση, που καταρτίστηκε υπό την ισχύ του ν. 1876/1990 και κατά τις διατάξεις του νόμου τούτου, η σύμβαση εργασίας μεταξύ της Τράπεζας και κάθε εργαζομένου σ' αυτή λύεται α) με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας για τους άνδρες και του 57ου έτους της ηλικίας για τις γυναίκες και οι εργαζόμενοι που συμπληρώνουν το εν λόγω όριο ηλικίας κατά τη διάρκεια του ημερολογιακού έτους αποχωρούν αυτοδικαίως την 1η Ιανουαρίου του επόμενου έτους και β) πριν από τη συμπλήρωση των προαναφερόμενων ορίων ηλικίας στις ακόλουθες περιπτώσεις:
αα) λόγω θανάτου του εργαζομένου, ββ) λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, γγ) λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας για σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 672 ΑΚ και δδ) λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων που ορίζονται στο άρθρο 5 του ν. 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε.
Εξάλλου, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου Κανονισμού Εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και, συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο Κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του Κανονισμού (ΟλΑΠ 42/2002). Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι ο προαναφερόμενος όρος του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας ότι η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από το προβλεπόμενο όριο ηλικίας λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελές αποχώρηση, δηλαδή παραίτηση, τούτου, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας, εμπίπτει στην περίπτωση του άρθρου 8 εδ.
α' του ν. 3193/1955, αφού και η με τον τρόπο αυτόν παραίτηση του υπαλλήλου, χωρίς δικαίωμα εναντιώσεως της Τράπεζας, ταυτίζεται κατά περιεχόμενο με την αποχώρηση αυτού από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση της τελευταίας, ενώ και η σύμβαση του υπαλλήλου, που λύεται με την κατά τον εν λόγω τρόπο παραίτησή του πριν από τη συμπλήρωση του καθορισμένου ορίου ηλικίας του, μετατρέπεται από ορισμένου σε αόριστου χρόνου.
Επομένως, εφόσον συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις της εν λόγω διατάξεως, ο αποχωρών κατά τον αμέσως πιο πάνω τρόπο υπάλληλος της αναιρεσείουσας Τράπεζας δικαιούται τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση, αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της Τράπεζας, που θεωρείται ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον Οργανισμό Προσωπικού της δικαίωμα παραιτήσεως του μισθωτού κατά τον προαναφερόμενο τρόπο από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτήςαπό την Τράπεζα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση των εργαζομένων.
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς η αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, ότι αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα:
O αναιρεσίβλητος προσλήφθηκε στην υπηρεσία της αναιρεσείουσας (ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.") στις 17/10/1970 ως κλητήρας εκτός επετηρίδας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στη συνέχεια δε εντάχθηκε στον κλάδο κλητήρων με τον εισαγωγικό βαθμό κλητήρα Δ' από 1.1.1974 μετατάχθηκε στο βοηθητικό προσωπικό ως εισπράκτορας Γ' και προήχθη σε εισπράκτορα Β' από 1/1/1978 και σε εισπράκτορα Α' από 1/1/1981, λόγω μετατάξεώς του στον ταμιακό κλάδο κατ' εφαρμογή της ρυθμιστικής εγκυκλίου 3 παρ. 194/1982 εξελίχθηκε από Υποταμίας από τη μετάταξή του αυτήν από 1.7.1980, στους επόμενους βαθμούς ταμία Β' κατ' εκλογή από 1.1.1983 και από 1.7.1982 και περαιτέρω από 1.1.1982 στη συνέχεια, κατόπιν προωθήσεως δύο εξαμήνων ως ταμιολογιστής, σε Ταμία Α' από 1.1.1986 και από 1.7.85 στη συνέχεια λόγω προωθήσεως κατά ένα εξάμηνο ως ταμιολογιστής, σε Προϊστάμενο Ταμία και περαιτέρω από 1.1.1982 από 1.1.1989, σε Προϊστάμενο Ταμία Β' από 1.1.1994 και από 1.1.93 στη συνέχεια λόγω προωθήσεως ως ταμιολογιστής και σε Προϊστάμενο Ταμία Α' από 1.1.2001.
Στις 13/5/2002 ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε στη Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού της αναιρεσείουσας (Τομέα Διαχ/σης και εφαρμογής) αίτηση με την οποία γνωστοποιούσε ότι ως κεντρικός ταμίας του καταστήματος ..... με βαθμό Προϊσταμένου Ταμία Α' επιθυμούσε να αποχωρήσει από την Τράπεζα από 13/5/2002 λόγω οικειοθελούς αποχωρήσεως.
Επίσης ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε την από 13/5/2002 δήλωσή του στη Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού της αναιρεσείουσας (Τομέα Εφαρμογών και Μέριμνας), με την οποία δήλωνε ότι παραιτούνταν από την υπηρεσία οικειοθελώς από την ημέρα υποβολής της και σε περίπτωση που δεν έκαναν δεκτή την παραίτησή του δήλωνε ότι εμμένει σ' αυτήν.
Η αναιρεσείουσα με την 4510/2448/13.5.2002 απάντησε στον αναιρεσίβλητο ότι έλαβε την άνω από 13/5/2002 αίτηση οικειοθελούς παραίτησής του από την υπηρεσία από 13/5/2002 και του γνώριζε ότι δεν γίνεται δεκτή. Αυθημερόν ο αναιρεσίβλητος υπέβαλε στην αναιρεσείουσα (Διεύθυνση Ανθρωπίνου Δυναμικού Τομέα Διαχείρισης και Εφαρμογών) άλλη έγγραφη δήλωση.
Σ' αυτήν ανέφερε ότι έλαβε γνώση της από 13/5/2002 επιστολής με την οποία δεν έκανε δεκτή η Τράπεζα την παραίτηση και δήλωνε ότι παρά ταύτα θα σταματούσε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην Τράπεζα από 13/5/2002. Στη συνέχεια η αναιρεσείουσα με την 4511/2449/13.5.2002 επιστολή εσωτερικής αλληλογραφίας δια της Διευθύνσεώς της Ανθρωπίνου Δυναμικού ενημέρωσε το κατάστημα της στα .....
ότι ο αναιρεσίβλητος Προϊσ. Ταμίας Α' αποχώρησε οικειοθελώς από την Υπηρεσία από 13.5.2002 και επίσης προέβη στη σύνταξη αναγγελίας προς τον ΟΑΕΔ κατά το άρθρο 2 ν. 2556/1997 περί οικειοθελούς αποχωρήσεως του αναιρεσιβλήτου ως μισθωτού, απασχοληθέντος στην επιχείρηση της ως Ταμία από 17/10/70 μέχρι 10/5/2002 , με σχέση εργασίας.
Ο αναιρεσίβλητος, που είχε γεννηθεί στις 30.11.1953, συνταξιοδοτήθηκε από το Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος από 13/5/2002 και η συνολική σύνταξή του καθορίσθηκε με 32 χρόνια επικουρικώς και 30 χρόνια κύριας ασφάλισης αντίστοιχα και το συνολικό ποσό αυτής κατά τον χρόνο απονομής της συντάξεως ήταν 1754,40 ευρώ ενώ τον Μάρτιο του έτους 2003 ανερχόταν σε 2.040,84 ευρώ.
Επίσης ο αναιρεσίβλητος ως ασφαλισμένος έλαβε από το Ταμείο Ασφαλίσεως Προσωπικού Εμπορικής Τραπέζης της Ελλάδος εφάπαξ βοήθημα ποσού 46.570,06 ευρώ την 14/5/2002. Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο δέχθηκε ότι η λύση της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου επήλθε από 21/6/2002 μετά την πάροδο 30 εργάσιμων ημερών από τότε που δήλωσε αυτός (στις 13/5/2002) ότι θα σταματήσει να παρέχει τις υπηρεσίες του και από τότε θεωρείται ότι κατήγγειλε αυτός τη σύμβαση εργασίας του και πληρώθηκε η διαλυτική αίρεση υπό την οποία τελούσε η σύμβαση του αυτή από την πρόβλεψη, στον Οργανισμό Προσωπικού της αναιρεσείουσας τέτοιας περιπτώσεως πρόωρης λύσεως της συμβάσεως εργασίας των μισθωτών της.
Λόγω πληρώσεως δε της αιρέσεως αυτής μετέπεσε η σύμβαση αυτή του αναιρεσιβλήτου σε τέτοια αόριστου χρόνου από την αρχή. Ακολούθως δε δέχτηκε ότι, συνέτρεχαν, επομένως, οι τιθέμενες από τη διάταξη του άρθρου 8 εδαφ. α του ν. 3198/1955 προϋποθέσεις για να ζητήσει ο αναιρεσίβλητος λόγω αποχωρήσεώς του από την εργασία του στην αναιρεσείουσα Τράπεζα, με την οποία συνδεόταν με σύμβαση εργασίας που διήρκεσε πάνω από 15 έτη υπό τους όρους που προβλέπονταν στον Οργανισμό Προσωπικού αυτής, με την πλήρωση των οποίων ως προς τη λύση της συμβάσεως μετέπεσε σε αόριστου χρόνου αυτή.
Έτσι ο αναιρεσίβλητος δικαιούνταν τη μειωμένη αποζημίωση που προβλέπεται από την άνω διάταξη, έστω και αν η αναιρεσείουσα δεν έδωσε τη συγκατάθεσή της όταν έγινε η δήλωση αποχωρήσεώς του από την εργασία του. Ακολούθως δε (το Εφετείο με την ίδια απόφασή του), αφού δέχτηκε ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) με το να επιδικάσει υπέρ του αναιρεσιβλήτου με την εκκληθείσα υπ' αριθ. 2024/2003 οριστική απόφαση του, έστω και με διαφορετική αιτιολογία, το ποσό των 7.500 ευρώ ως αποζημίωση του λόγω της κατά τα παραπάνω οικειοθελούς αποχωρήσεώς του από την υπηρεσία του δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα εις βάρος της αναιρεσείουσας, αντικαθιστώντας την αιτιολογία αυτή με την παραπάνω δική του αιτιολογία, με βάση και άλλες παραδοχές του, που δεν ενδιαφέρουν εδώ, απέρριψε κατ' ουσίαν, σύμφωνα με το άρθρο 534 ΚΠολΔ, την έφεσή της αναιρεσείουσας κατά της εν λόγω πρωτόδικης αποφάσεως, με την οποία είχε γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη κατά ένα μέρος της η ένδικη από 21-10-2002 αγωγή του αναιρεσιβλήτου.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς : α) Δεν παραβίασε (με εσφαλμένη ερμηνεία τους) ούτε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 31 παρ, 3 του ως άνω Οργανισμού Προσωπικού της αναιρεσείουσας Τράπεζας, κατά την οποία η σύμβαση εργασίας λύεται και πριν από τη συμπλήρωση των οριζομένων ορίων ηλικίας και "λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του εργαζομένου για τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση", αλλ' ούτε, σε κάθε περίπτωση, και την επίσης ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 8 εδ.
α' του ν. 3198/1955. Και αυτό γιατί πράγματι, με βάση τις παραδοχές του, η κατά τον ως άνω τρόπο αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου από την υπηρεσία του στην αναιρεσείουσα Τράπεζα επέφερε τη λύση της συμβάσεώς του εργασίας οπωσδήποτε από 21-6-2002 λόγω αδικαιολόγητης συνεχούς απουσίας του επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, έστω και αν η αποχώρησή του έλαβε χώρα χωρίς ειδικώς δηλωθείσα συγκατάθεση της αντιδίκου του, με αποτέλεσμα αυτός να δικαιούται να λάβει την προαναφερόμενη αποζημίωση, που προβλέπεται από το άρθρο 8 εδ.
α' του ν. 3198/1955. Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι σχετικές αιτιολογίες που έχει διαλάβει επί του ως άνω ζητήματος και πλήρεις και σαφείς είναι, αλλά και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ως άνω ουσιαστικών διατάξεων, τις οποίες εφάρμόσε το Εφετείο, εφόσον με κάθε σαφήνεια και πληρότητα καθορίζεται ο λόγος, εξαιτίας του οποίου οφείλεται στον αναιρεσίβλητο η προαναφερόμενη αποζημίωση λόγω οικειοθελούς αποχωρήσεώς του από την υπηρεσία του στην αναιρεσείουσα ύστερα από τη συμπλήρωση υπερδεκαπενταετούς υπηρεσίας του στην τελευταία, με την οποία συνδεόταν με σύμβαση εργασίας.
Επομένως ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου τόσο κατά το από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως των αμέσως πιο πάνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, όσο και κατά το από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου υπόλοιπο μέρος του, με το οποίο προβάλλεται η αιτίαση της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών επί του ζητήματος που αναφέρεται πιο πάνω υπό το στοιχείο β', πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στο σύνολό του.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 3 περ. α' ΚΠολΔ, επιτρέπεται αναίρεση και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση, ή αντένσταση. "Πράγματα", κατά την έννοια της πιο πάνω διατάξεως, αποτελούν και οι βάσεις που περιέχει η αγωγή ή η ανύπαρκτη βάση την οποία λαμβάνει υπόψη το δικαστήριο της ουσίας.
Στην προκειμένη όμως περίπτωση το Εφετείο με το να δεχτεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του, όπως πιο πάνω αναφέρεται, εκτός άλλων, και ότι τελικά, στην πραγματικότητα, η λύση της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου επήλθε στις 21-6-2002, δηλαδή μετά την πάροδο 30 εργάσιμων ημερών αδικαιολόγητης απουσίας αυτού από την υπηρεσία του, με αφετηρία τη 13-5-2002, οπότε αυτός είχε παύσει να προσφέρει τις υπηρεσίες του στην αναιρεσείουσα Τράπεζα, δεν υπέπεσε στην από την αμέσως πιο πάνω διάταξη του αριθμού 3 περ.
α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια της λήψεως υπόψη πραγμάτων που δεν προτάθηκαν. Και αυτό γιατί η σχετική παραδοχή του για τον ακριβή και πραγματικό χρόνο της λύσεως της μεταξύ των διαδίκων υφιστάμενης συμβάσεως εργασίας επιτρεπτώς διατυπώθηκε και καταχωρήθηκε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, ως προκύψασα με βάση τα πραγματικά, γεγονότα που, κατά την, κρίση του αποδείχθηκαν με βάση τα αποδεικτικά μέσα που τέθηκαν υπό την κρίση του (άρθρα 106, 107, 108, 340 ΚΠολΔ), χωρίς έτσι να λάβει υπόψη πραγματικά περιστατικά που δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο, έστω και αν ο τελευταίος αφενός τοποθετούσε με την αγωγή του το χρόνο της λύσεως της συμβάσεως του εργασίας στον προγενέστερο χρόνο της 12-5-2002, οπότε, κατά την αγωγή, αυτός παραιτήθηκε από την εργασία του στην αναιρεσείουσα και αφετέρου είχε συνταξιοδοτηθεί ήδη από 13-5-2002 και ακόμη είχε εισπράξει το ως άνω εφάπαξ βοήθημα, δεδομένου ότι η αγωγή του στηριζόταν σε οικειοθελή αποχώρησή του μετά τη συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας του στην αναιρεσείουσα εργοδότιδά του και με τη συγκατάθεση αυτής.
Επομένως ο πρώτος λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου με τον οποίο υποστηρίζεται το αντίθετο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.-3- Επειδή, κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει α) σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς, γ) ορισμένο αίτημα. 'Ετσι στοιχεία της αγωγής, που έχει ως αίτημα την κατά την ως άνω (στην πρώτη σκέψη της παρούσας αποφάσεως) παρατιθέμενη διάταξη του άρθρου 8 εδ.
α' του ν. 3193/1955 επιδίκαση υπέρ του ενάγοντος μισθωτού αποζημιώσεως, είναι, εκτός άλλων, η ύπαρξη σχέσεως εργασίας διάρκειας αόριστου χρόνου, συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη με την έννοια του άρθρου 6 παρ. 1 του ν. 2112/1920 ή του προβλεπόμενου από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό ορίου ηλικίας και, σε περίπτωση ελλείψεως τέτοιου ορίου του 65ου έτους της ηλικίας του και αποχώρηση από την υπηρεσία με τη συγκατάθεση του εργοδότη.
Στην προκειμένη περίπτωση με την ένδικη από 21-10-2002 αγωγή του ο αναιρεσίβλητος εξέθεσε και ότι αυτός είχε προσληφθεί από την αναιρεσείουσα Τράπεζα, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, την 1-10-1970 και υπηρέτησε στην τελευταία συνεχώς μέχρι και τις 12-5-2002, κατέχοντας κατά την τελευταία χρονολογία το βαθμό του προϊστάμενου ταμείου Α', οπότε και παραιτήθηκε, συνταξιοδοτηθείς από το Ταμείο Επικουρικής Ασφαλίσεως Προσωπικού της Εμπορικής Τράπεζας της Ελλάδος.
Ζήτησε δε με την αγωγή του αυτήν ο ήδη αναιρεσίβλητος ενάγων, όπως το αίτημά της παραδεκτώς περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί ότι η ήδη αναιρεσείουσα εναγομένη υποχρεούται να του καταβάλει αποζημίωση ποσού 15.264 ευρώ, οφειλόμενη λόγω της κατά τα πιο πάνω οικειοθελούς αποχωρήσεως του από την υπηρεσία του.
Έτσι όπως έχει η αγωγή αυτή ήταν πράγματι ορισμένη ως περιέχουσα όλα τα αξιούμενα από τα άρθρα 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ στοιχεία. Συγκεκριμένα, καθορίζονται στην αγωγή α) η ύπαρξη μεταξύ των διαδίκων σχέσεως εξαρτημένης εργασίας, β) η εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου μισθωτού συμπλήρωση υπερ- δεκαπενταετούς υπηρεσίας στην αναιρεσείουσα εργοδότιδά του, γ) η οικειοθελής αποχώρηση του αναιρεσβλήτου από την υπηρεσία του στις 12-5-2002, ενώ περιέχεται στην ίδια αγωγή και αίτημα, συνιστάμενο στην επιδίκαση υπέρ του τελευταίου της προαναφερομένης αποζημιώσεως.
Δεν χρειαζόταν δε να αναφέρεται στην αγωγή για την επί της ως άνω διατάξεως του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955 θεμελίωσή της ούτε αν η αποχώρηση του αναιρεσιβλήτου από την υπηρεσία του στην αναιρεσείουσα Τράπεζα έγινε εγγράφως και με τη συγκατάθεση αυτής, εφόσον κατά τη διάταξη του άρθρου 31 του Οργανισμού Προσωπικού της, που, όπως προαναφέρθηκε, έχει ισχύ νόμου και αποτελεί υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του αναιρεσιβλήτου μισθωτού, με την αδικαιολόγητη συνεχή απουσία του τελευταίου επί τριάντα εργάσιμες ημέρες, που θεωρείται ως οικειοθελής αποχώρηση, επήλθε λύση της συμβάσεως του εργασίας με την αναιρεσείουσα Τράπεζα και μετατράπηκε η σύμβαση αυτή από ορισμένου σε αόριστου χρόνου, με αποτέλεσμα ο αναιρεσίβλητος να δικαιούται, με τη συνδρομή και των λοιπών προϋποθέσεων της ανωτέρω διατάξεως, τη μειωμένη ως άνω αποζημίωση.
Αφού είναι δεδομένη και η συγκατάθεση της αναιρεσείουσας Τράπεζας, που θεωρείται κατά τα προαναφερόμενα, ότι δόθηκε εκ των προτέρων με το παρεχόμενο από τον Οργανισμό Προσωπικού της δικαίωμα παραιτήσεως του αναιρεσιβλήτου μισθωτού κατά τον προαναφερόμενο τρόπο από την εργασία του, χωρίς να απαιτείται για την άσκηση αυτού ή την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραιτήσεως η αποδοχή αυτής από την αναιρεσείουσα ή η ρητή συγκατάθεσή της στην αποχώρηση του εργαζομένου αντιδίκου της.
Ακόμη δεν χρειαζόταν να αναφέρεται στην αγωγή το επί πόσα έτη ήταν κυρίως και επικουρικώς ασφαλισμένος ο αναιρεσίβλητος, εφόσον το γεγονός τούτο δεν αποτελεί, κατά τη διάταξη του άρθρου 8 εδ. α' του ν. 3198/1955, προϋπόθεση για τη χορήγηση της από αυτήν προβλεπόμενης μειωμένης αποζημιώσεως. Επομένως ο τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναιρέσεως του κυρίου δικογράφου, με τον οποίο προβάλλεται ότι η αγωγή ήταν αόριστη, επειδή σ' αυτή, δήθεν, δεν περιέχονταν τα προσήκοντα για το είδος της ως άνω στοιχεία και ο για την αοριστία αυτήν ισχυρισμός είχε προταθεί με λόγο εφέσεως ενώπιον του Εφετείου, αυτό παρά το νόμο δεν κήρυξε την από την ανωτέρω αιτία ακυρότητα του δικογράφου της αγωγής, δηλαδή λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τους αναφερόμενους στο αιτιολογικό από 13 Οκτωβρίου 2008 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.
Απορρίπτει την από 2 Ιουνίου 2006 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." για αναίρεση της υπ' αριθ. 5496/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ