Supreme Court dismisses appeal for non-appearance and vague procedural defects in civil appeal. The court ruled the appeal inadmissible due to the defendant's absence and insufficient grounds. The court held that the appeal was rejected because the defendant did not appear and the grounds were too vague. The court decided the appeal was inadmissible due to the defendant's absence and insufficient grounds. The court held that the appeal was rejected because the defendant did not appear and the grounds were too vague.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to annul the second-instance court's decision and a prior non-final ruling. The appellant argued for the annulment based on procedural errors, including the defendant's absence and alleged defects in the expert report and reasoning. The court rejected these claims, noting the defendant was properly notified and absent without cause, and that the appeal grounds were too vague to be admissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 567 § 2, 568 §§ 1 and 4, 498 § 1 of the Code of Civil Procedure; Articles 335, 338, 339, 340, 341, 346 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must examine sua sponte if the absent defendant was properly summoned and must proceed with the hearing despite their absence; an appeal ground is inadmissible if it lacks specificity regarding the facts supporting the alleged procedural violation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1941 / 2006 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1941/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1΄ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο, Βασίλειο Ρήγα, Γεώργιο Καλαμίδα, Δημήτριο Κανελλόπουλο και Χαράλαμπο Δημάδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 18 Σεπτεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Γιαννέλη, για να δικάσει μεταξύ :
Του αναιρεσείοντος: ..... , ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελευθερία Παλυβού.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία " ΑΦΟΙ ΣΑΡΑΚΑΚΗ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-3-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4256/2004 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 6388/2005 μη οριστική, 3028/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως και της μετ' αυτής συμπροσβαλλομένης 6388/2005 μη οριστικής αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1 Ιουνίου 2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνον ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 8 Σεπτεμβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως . Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από τις διατάξεις των άρθρων 567 § 2, 568 §§ 1 και 4 και 498 § 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι ο Άρειος Πάγος οφείλει να εξετάσει αυτεπαγγέλτως, αν εκλήθη νομίμως και εμπροθέσμως ο μη εμφανισθείς αντίδικος του επισπεύσαντος τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και σε καταφατική περίπτωση να προχωρήσει στη συζήτηση παρά την απουσία του.
Εν προκειμένω, από την προσαγόμενη υπ' αριθμ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..... αποδεικνύεται ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τις πράξεις καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση αυτής κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης αποφάσεως, επεδόθη νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσίβλητη. Επομένως, αφού αυτή δεν εμφανίστηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως κατά τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε με οποιοδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την προκειμένη δικάσιμο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως παρά την απουσία της, ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.
2. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340, 341 και 346 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται και η χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Η τυχόν παραβίαση της υποχρεώσεως αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ. λόγο αναιρέσεως. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 11 περιπτ. γ' του ΚΠολΔ, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο για τον σχηματισμό της ουσιαστικής του κρίσεως περί απορρίψεως της αγωγής του αναιρεσείοντος δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο, του οποίου έγινε νόμιμη επίκληση και προσαγωγή, και ειδικότερα την υπ΄ αριθμόν 9785/02.06.2004 ένορκη βεβαίωση του ...
ενώπιον του Ειρηνοδικείου Αθηνών. Ο εν λόγω αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, γιατί, όπως προκύπτει από την υπάρχουσα βεβαίωση στην προσβαλλομένη απόφαση, η ανωτέρω ένορκη βεβαίωση ελήφθη υπόψη από το Εφετείο, μνημονευομένη στην απόφαση ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, προβλεπόμενο από το άρθρο 270 ΚΠολΔ στη διαδικασία ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου, την οποία εφήρμοσε και το Εφετείο.
3. Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 20 αναιρετικός λόγος της παραμορφώσεως εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο καταδήλως διαφορετικό από το αληθινό και καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα. Περαιτέρω ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων θεμελιώνει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο, νοούνται αυτά που προβλέπονται ως αποδεικτικά μέσα στα άρθρα 339 και 432 του ΚΠολΔ και συνεπώς δεν θεωρούνται έγγραφα με την εν λόγω δικονομική έννοια τα διαδικαστικά, ούτε τα έγγραφα στα οποία καταχωρίζονται οι εκθέσεις πραγματογνωμοσύνης τα οποία συνιστούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο της ουσίας προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος κατά το άρθρο 387 ΚΠολΔ, (ΑΠ 567/1995, ΑΠ 1282/1988).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά το πρώτο μέρος αυτού με το οποίο ψέγεται η προσβαλλομένη απόφαση για παραμόρφωση του περιεχομένου της από 5.12.2005 εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης που συνέταξε ο από το Εφετείο διορισθείς πραγματογνώμων προς διαπίστωση ζητήματος απαιτούντος ειδικές τεχνικές γνώσεις και ειδικότερα προς διαπίστωση υπαρχούσης βλάβης στο ηλεκτρονικό σύστημα πωληθέντος από την αναιρεσίβλητη στον αναιρεσείοντα αυτοκινήτου, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.(άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Ο ίδιος αναιρετικός λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ κατά την ουσιαστική εκτίμηση του περιεχομένου της ίδιας πιο πάνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί η παραβίαση των εν λόγω ερμηνευτικών κανόνων από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει τον από το άρθρο 559 αρ.1 προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο αν πρόκειται περί ερμηνείας συμβάσεως και όχι αν πρόκειται για την εκτίμηση αποδεικτικών μέσων, όπως η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, η οποία εκτίμηση εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου (αρθρ. 561 § 1 ΚΠολΔ).
4. Κατά την έννοια του άρθρου 562 § 2 του ΚΠολΔ για το παραδεκτό των λόγων αναιρέσεως, πρέπει ο ισχυρισμός επί του οποίου στηρίζεται, έστω και αν ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο της ουσίας, να έχει προταθεί νομίμως ενώπιον αυτού και να γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο της προτάσεως αυτής εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση κατά μεν το πρώτο μέρος του ότι το Εφετείο δεν κήρυξε άκυρη την έκθεση πραγματογνωμοσύνης, ήτοι για πλημμέλεια από το άρθρο 559 εδαφ.14 περίπτωση β' του ΚΠολΔ, κατά δε το δεύτερο ότι την έλαβε υπόψη του ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, καίτοι διεξήχθη πλημμελώς από τον διορισθέντα πραγματογνώμονα, ήτοι για πλημμέλεια από το άρθρο 559 εδαφ.11 ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά το μέρος που στηρίζεται στην πλημμέλεια του άρθρου 559 εδαφ.14 περίπτ. β' του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας γιατί δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο εφετείο που διέταξε την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης ισχυρισμός περί ακυρότητάς της με αίτημα την ακύρωσή της κατά τα άρθρα 159,160 § 1 και 161 του ΚΠολΔ, κατά δε το μέρος που στηρίζεται στην πλημμέλεια του άρθρου 559 εδαφ.11 του ΚΠολΔ είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί ο υπό του άρθρου αυτού προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του κατά τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος αποδεικτικό μέσο που στερείται των εξωτερικών στοιχείων που προβλέπονται από το νόμο για να προσλάβει την δικονομική του υπόσταση και όχι όταν, κατά την εκτίμηση του αναιρεσείοντος, δεν έχει αποδεικτική αξία ή όταν κατά την νομική του εκτίμηση, υπέκειτο σε ακύρωση από το δικαστήριο της ουσίας, χωρίς όμως να ακυρωθεί. 5.
Κατά την έννοια του εδαφ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της ουσιαστικής διατάξεως που εφαρμόσθηκε, ή δεν συντρέχουν ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς και αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
ΑΠ. 12-13/95). Για να είναι, όμως, ορισμένος και άρα παραδεκτός ο λόγος αυτός αναιρέσεως πρέπει, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔ, να γίνεται παράθεση στο αναιρετήριο των κρίσιμων σχετικών παραδοχών, δηλαδή των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, και να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση στις αιτιολογίες, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ. 32/96, 27/98).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ για ανεπαρκείς αιτιολογίες, χωρίς, όμως, να γίνεται αναφορά στο αναιρετήριο στις πραγματικές παραδοχές της που στηρίζουν το διατακτικό της. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι προεχόντως αόριστος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 01.06.2006 αίτηση του . .... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3028/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της μετ' αυτής συμπροσβαλλομένης μη οριστικής υπ' αριθμ. 6388/2005 απόφασης του ιδίου Δικαστηρίου.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 2 Οκτωβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ