Supreme Court dismisses appeal as inadmissible because the bankrupt trustee failed to appear and the judgment remained non-final regarding them.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by 'Alpha Copy' against bankruptcy-related judgments, ruling the request inadmissible. The court found that the bankrupt trustee, the second respondent, did not appear at the appeal hearing and failed to file a declaration of default judgment, leaving the lower court's decision non-final as to them. Consequently, the Supreme Court held that the appeal could not be examined because the prerequisite of a final judgment was not met for all parties involved.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 § 2 KPolD; Art. 553 § 2 KPolD; Art. 55 ed. a' n. 3588/2007: An appeal is inadmissible if the judgment remains non-final regarding a party who did not appear and did not exercise the right to declare default, preventing the Supreme Court from examining the merits.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1940 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1940/2025
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Αρεοπαγίτη, Κορνηλία Πανούτσου, Μιχαήλ Αποστολάκη - Εισηγητή, Ιωάννη Αποστολόπουλο και Ευαγγελία Γίτση Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Μαΐου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΚΟΠΥ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", με έδρα την Αθήνα, νομίμως εκπροσωπούμενης, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Σαλίχου.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "MICROSOFT MOBILE OY" που εδρεύει στο Espoo Φινλανδίας και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους της Βασιλική Κρικέτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., και Αλεξία-Μαρία Γιαγκίνη η οποία ανακάλεσε την από 23-05-2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως, και 2) της συνδίκου πτώχευσης Ε. Π. του Α., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 07-05-2018 αγωγή της ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης εταιρείας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 471/2020 του ίδιου Δικαστηρίου και 3848/2021 μη οριστική και 3668/2023 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 12-01-2024 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η παραστάσα πληρεξούσια της πρώτης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 576 § 2 ΚΠολΔ, "αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σε αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα ή εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί."
Στην προκειμένη περίπτωση, από την ...-2024 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Αθηνών Ε. Κ., που προσκομίζει και επικαλείται η αναιρεσείουσα, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Εφόσον, συνεπώς, αυτή δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης με τη σειρά του πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της.
Από τις διατάξεις των άρθρων 553 § 1β' , 309, 321 και 495 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησής της με την κατάθεση του δικογράφου της στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Τελεσίδικη είναι η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει οριστικά τη δίκη και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Επομένως, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση μόνο αφότου έπαψε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η κατ' άρθρο 503 § 1 ΚΠολΔ, δεκαπενθήμερη προθεσμία για την άσκησή της, που αρχίζει από την επίδοση της ερήμην απόφασης, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος που ερημοδικάστηκε παραιτήθηκε νόμιμα από το ένδικο μέσο, που άσκησε, ή από το δικαίωμα προς άσκησή του, διότι από τότε η απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση (Ολ.Α.Π. 17/2013).
Η απόδειξη της τελεσιδικίας της πληττόμενης με αναίρεση απόφασης γίνεται με τη προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο (Α.Π. 754/2018, Α.Π. 864/2017). Επίσης, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της διάταξης του άρθρου 553 ΚΠολΔ προς εκείνες των άρθρων 74, 75 §§ 1 και 2, και 76 § 1 του ίδιου Κώδικα, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση που εκδίδεται καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς για καθέναν από τους ομοδίκους και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση κατά το μέρος που είναι τελεσίδικη, προτού δηλαδή να γίνει τελεσίδικη και ως προς τους υπόλοιπους ομοδίκους.
Αντίθετα, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτά με αίτηση αναίρεσης μόνο όταν καταστεί τελεσίδικη για όλους τους ομοδίκους (Ολ.Α.Π. 18/2001, Α.Π. 55/2025, Α.Π. 865/2023, Α.Π. 1327/2022, Α.Π. 754/2018).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 7 του ν. 3588/2007 (Πτωχευτικού Κώδικα), που εφαρμόζεται εν προκειμένω κατ' άρθρα 263 § 1, 265 § 1 και 308 ν. 4738/2020 λόγω του χρόνου της εκκίνησης της πτωχευτικής διαδικασίας, "1. Με την απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση το πτωχευτικό δικαστήριο διορίζει εισηγητή δικαστή και σύνδικο της πτώχευσης και διατάσσει τη σφράγιση της πτωχευτικής περιουσίας.
Με την ίδια απόφαση το πτωχευτικό δικαστήριο ορίζει ημερομηνία σύγκλησης της συνέλευσης των πιστωτών για να αποφασίσει με βάση την έκθεση του συνδίκου κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 70. Η ημερομηνία αυτή δεν πρέπει να απέχει περισσότερο από τέσσερις (4) μήνες από την κήρυξη της πτώχευσης. Στην απόφαση αναφέρονται επίσης και τα στοιχεία του οφειλέτη, κατά το άρθρο 5 παράγραφος 3. 2. ... 3. ... 4. ... 5.
Η απόφαση είναι αμέσως εκτελεστή και δεν επιτρέπεται δικαστική αναστολή της. Είναι δυνατή η προσβολή της με τα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης που ασκούνται και εκδικάζονται κατά την ίδια διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 741 επ. ΚΠολΔ) και απευθύνονται και κατά του συνδίκου." Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η απόφαση που κηρύσσει την πτώχευση, προσβάλλεται με αναίρεση, όταν δεν μπορεί να προσβληθεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Το ένδικο μέσο της αναίρεσης, όπως και αυτό της έφεσης, πρέπει να απευθύνεται και κατά του συνδίκου, ως εκ της θέσεως και της ιδιότητάς του ως εκπροσώπου της ομάδας των πιστωτών, έτσι ώστε να υπάρχει ενιαία εκπροσώπησή της και να προστατεύονται τα συμφέροντά της, αν δε το ένδικο μέσο ασκείται από εκείνον που κηρύχθηκε σε πτώχευση με την απόφαση του πτωχευτικού δικαστηρίου, δημιουργείται σχέση αναγκαστικής ομοδικίας κατ' άρθρο 76 § 1 ΚΠολΔ μεταξύ των προσώπων, κατά των οποίων αυτό στρέφεται, δηλαδή του αιτούντος την πτώχευση και του συνδίκου, αφού η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους (πρβλ.
Α.Π. 354/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, η προσβαλλόμενη 3668/2023 οριστική απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών και η συμπροσβαλλόμενη με αυτήν, κατ' άρθρο 553 § 2 ΚΠολΔ, 3848/2021 μη οριστική απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, αποτελούν κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων:
Με την από 7-5-2018 αίτησή της, η αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανέφερε ότι η καθ' ης η αίτηση-αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία βρίσκεται σε γενική και μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης των ληξιπρόθεσμων εμπορικών της χρεών, και ζήτησε να κηρυχθεί αυτή σε κατάσταση πτώχευσης. Με την 471/2020 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η αίτηση έγινε δεκτή, κηρύχθηκε η καθ' ης σε κατάσταση πτώχευσης και διορίστηκε σύνδικος η Ε.
Π., δικηγόρος Αθηνών, ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Η καθ' ης άσκησε έφεση, την οποία απηύθυνε κατά της αιτούσας και της συνδίκου, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 7 § 5 ν. 3588/2007, και εκδόθηκε αρχικά η 3848/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η επανάληψη της συζήτησης και τάχθηκε προθεσμία για να συμπληρωθούν οι ελλείψεις ως προς την πληρεξουσιότητα των δικηγόρων των διαδίκων, και ακολούθως η 471/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η έφεση.
Η δεύτερη αναιρεσίβλητη Ε. Π., σύνδικος της πτώχευσης, δεν παραστάθηκε ενώπιον του Εφετείου και δικάστηκε ερήμην, επομένως έχει δικαίωμα άσκησης ανακοπής ερημοδικίας κατά της 471/2020 οριστικής εφετειακής απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 55 εδ. α' του ν. 3588/2007, λόγος για τον οποίο άλλωστε ορίστηκε με την ανωτέρω απόφαση το παράβολο για την άσκηση ανακοπής, όμως η αναιρεσείουσα δεν επικαλείται, ούτε προσκομίζει, έκθεση επιδόσεως, από την οποία να προκύπτει ότι επιδόθηκε η απόφαση σε αυτήν (δεύτερη αναιρεσίβλητη), ούτε βεβαίωση της γραμματείας του Εφετείου περί του ότι δεν ασκήθηκε ανακοπή ερημοδικίας.
Επομένως δεν προκύπτει ότι η εφετειακή απόφαση, κατά το χρόνο της άσκησης της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, είχε καταστεί τελεσίδικη και ως προς τη δεύτερη αναιρεσίβλητη, όπως απαιτείται για το παραδεκτό της, όχι μόνο ως προς τη διάδικο αυτή, αλλά και ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, κατά τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη, αφού οι αναιρεσίβλητοι συνδέονται μεταξύ τους με σχέση αναγκαστικής ομοδικίας, και πρέπει για το λόγο αυτό να απορριφθεί η αίτηση στο σύνολό της ως απαράδεκτη, να διαταχθεί κατ' άρθρο 495 § 3 ΚΠολΔ η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικαστεί η ηττώμενη αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πρώτης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός της, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό, σύμφωνα με τα άρθρα 176 § 1, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-1-2024 αίτηση της εταιρίας "Άλφα Κόπυ Α.Ε.Ε." για αναίρεση της 3668/2023 οριστικής, και της συμπροσβαλλόμενης με αυτήν 3848/2021 μη οριστικής απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Οκτωβρίου 2025.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Νοεμβρίου 2025.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ