Supreme Court dismisses appeal on traffic accident facts, upholding lower court's evaluation of evidence and common sense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by eight individuals against a first-instance traffic accident judgment. The appellants argued that the accident resulted from the defendant's reverse driving, but the court rejected this based on the established facts and the defendant's right to defend themselves. The court ruled that the lower court correctly applied the law and its assessment of evidence regarding the driver's behavior was not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 568, 576 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court reviews appeals on facts and law; if the lower court's evaluation of evidence and application of common sense is based on proven facts, the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1940 / 2024 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1940/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ερασμία Λιούλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Π. του Γ., 2) Σ. Τ. του Γ., 3) Β. Τ. του Γ., κατοίκων ..., 4) Β. χας Α. Τ., το γένος Κ. Μ., 5) Δ. Τ. του Α., 6) Ι. Τ. του Α., συζ. Ι. Μ., κατοίκων ..., 7) Ι. - Χ. Τ. του Α., κατοίκου ... και 8) Φ. Τ. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Κρεμεζή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) P. P. του R., κατοίκου ..., 2) Δ. Σ. του Ι., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ειρήνη Τσιριγιάννη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-9-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 48/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3305/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7-7-2022 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σταύρο Μάλαινο, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες και το 3ο των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, ποιος επισπεύδει την συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο διάδικος, που απουσιάζει, η υπόθεση συζητείται, σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι. Αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, ερευνάται αν ο διάδικος, ο οποίος δεν εμφανίσθηκε ή, αν εμφανίσθηκε, δεν έλαβε μέρος στην συζήτηση με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από εκείνον, που επισπεύδει την συζήτηση. Στην περίπτωση κατά την οποία δεν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στην συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί (Α.Π. 1427/2024, Α.Π. 1392/2024, Α.Π. 1335/2024).
Από τα πρακτικά της δίκης και τα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει ότι η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσδιορίσθηκε για την δικάσιμο, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (4-10-2024), με αριθμό πινακίου 15, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν Πράξη της Προέδρου του Δ' Τμήματος (άρθρ. 568 παρ. 2-4 του Κ.Πολ.Δ.). Περαιτέρω, από τις υπ' αριθμ. 2251Δ/11-1-2023 και 2250Δ/11-1-2023 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Αιγαίου, με έδρα το Πρωτοδικείο ...υ, Δ.Χ., τις οποίες προσκομίζουν και επικαλούνται νομίμως οι επισπεύδοντες την συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι, μετά από έγγραφη παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Κ.
Π., ακριβές αντίγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως, με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την ανωτέρω δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους δύο πρώτους των αναιρεσιβλήτων. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση, πρακτικά δημοσίας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, με την σειρά της από το οικείο πινάκιο, οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, κατά τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., αλλά παραστάθηκαν νομίμως και προσηκόντως οι αναιρεσείοντες και το τρίτο των αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, αφού οι δύο πρώτοι των αναιρεσιβλήτων δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, αν και κλητεύθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2, περ. α' και γ' του Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως παρά την απουσία τους.
Η κρινόμενη, από 7-7-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 9562/1081/2-12-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3305/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 614 παρ. 6 του Κ.Πολ.Δ.), ασκήθηκε νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 και 566 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.) εντός της διετούς προθεσμίας από την δημοσίευση της ανωτέρω προσβαλλομένης αποφάσεως (στις 16-7-2021), σύμφωνα με το άρθρο 564 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. (όπως ισχύει για τα ένδικα μέσα, που ασκούνται μετά την 1-1-2016, σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του Ν. 4.335/2015).
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) προκύπτει ότι η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 3305/2021, τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης δικαστικής διαδρομής: Με την από 18-9-2017 (υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. 576279/3514/21-9-2017) αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι, στον αναφερόμενο τόπο, χρόνο και κάτω από τις συνθήκες που εκτίθενται στο δικόγραφό της, από αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας Μ… 7732 Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας του δευτέρου εναγομένου και ήδη δευτέρου αναιρεσιβλήτου, ο οποίος τον προέστησε στην οδήγησή του και το οποίο δεν ήταν ασφαλισμένο για την προς τρίτους αστική του ευθύνη, έλαβε χώραν τροχαίο ατύχημα κατά την σύγκρουση του ανωτέρω αυτοκινήτου με την υπ' αριθμ.
κυκλοφορίας Μ.. 679 δίκυκλη μοτοσυκλέτα που οδηγούσε ο Γ. Τ., με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του τελευταίου. Ότι εξαιτίας του ατυχήματος υπέστη υλικές ζημίες η ανωτέρω δίκυκλη μοτοσυκλέτα, η οποία περιήλθε στην σύζυγο και στα τέκνα του θανόντος, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του. Ότι το μηναίο εισόδημα του αποβιώσαντος μέχρι το έτος 2043 θα ανέρχονταν στα εκτιθέμενα στο δικόγραφο ποσά, από τα οποία αυτός θα συνεισέφερε, για την αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και την διατροφή της συζύγου και των τέκνων του, τα λεπτομερώς αναγραφόμενα ποσά.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, όπως το αίτημα της αγωγής τους μετατράπηκε από εν μέρει καταψηφιστικό σε έντοκο αναγνωριστικό: Α) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας: α) ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του συγγενούς τους, στην πρώτη ενάγουσα, σύζυγο του θανόντος, το ποσόν των 50.000 ευρώ, για τον εαυτό της ατομικώς και το ποσόν των 45.000 ευρώ για λογαριασμό του ανήλικου τέκνου της Σ.
Τ., του οποίου ασκεί την γονική μέριμνα, στην δεύτερη ενάγουσα, ενήλικη κόρη του θανόντος, το ποσόν των 45.000 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα, μητέρα του θανόντος, το ποσόν των 35.000 ευρώ και σε καθέναν από τους τέταρτο, πέμπτη, έκτη και έβδομη των εναγόντων, αδέλφια του θανόντος, το ποσόν των 13.000 ευρώ, β) ως αποζημίωση για τις υλικές ζημίες της δίκυκλης μοτοσυκλέτας που ανήκε στον θανόντα, στην πρώτη ενάγουσα το ποσόν των 471,56 ευρώ για τον εαυτό της ατομικώς και το ποσόν των 707,32 ευρώ για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Σ.
Τ., του οποίου ασκεί την γονική μέριμνα και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσόν των 707,32 ευρώ και γ) ως αποζημίωση για στέρηση της οφειλόμενης διατροφής, στην πρώτη ενάγουσα το ποσόν των 6.693,65 ευρώ για τον εαυτό της ατομικώς, για το χρονικό διάστημα από 4.4.2015 έως 31.12.2020 και το ποσόν των 39.550,99 ευρώ για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Σ.
Τ., για το χρονικό διάστημα από 4.4.2015 έως 31.12.2022 και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσόν των 21.883,91 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 4.4.2015 έως 30.6.2019, καταβαλλόμενα το πρώτο τριήμερο κάθε ημερολογιακού μήνα, όλα δε τα παραπάνω ποσά με τον νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως υπερημερίας, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, εκτός από το κονδύλιο αποζημιώσεως λόγω στερήσεως διατροφής, το οποίο έπρεπε να καταβληθεί με τον νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως υπερημερίας, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, για τις δόσεις που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και από την παρέλευση του πρώτου τριημέρου κάθε ημερολογιακού μήνα για τις μη ληξιπρόθεσμές δόσεις και Β) να αναγνωρισθεί η υποχρέωση των εναγομένων, να καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας:
α) ως αποζημίωση λόγω της ψυχικής οδύνης που υπέστησαν από τον θάνατο του συγγενούς τους, στην πρώτη ενάγουσα, σύζυγο του θανόντος, το ποσόν των 10.000 ευρώ για τον εαυτό της ατομικώς και το ποσόν των 10.000 ευρώ για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Σ. Τ., του οποίου ασκεί την γονική μέριμνα, στην δεύτερη ενάγουσα, τέκνο του θανόντος το ποσόν των 10.000 ευρώ, στην τρίτη ενάγουσα, μητέρα του θανόντος, το ποσόν των 15.000 ευρώ, και σε καθέναν από τους τέταρτο, πέμπτη, έκτη και έβδομη των εναγόντων, αδέλφια του θανόντος, το ποσόν των 12.000 ευρώ, όλα δε τα παραπάνω ποσά με τον νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως υπερημερίας, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής και β) ως αποζημίωση για στέρηση της οφειλόμενης διατροφής, στην πρώτη ενάγουσα το ποσόν των 41.556,97 ευρώ για τον εαυτό της ατομικώς, για τα έτη 2021 έως και 2043 και το ποσόν των 23.771,25 ευρώ για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου της Σ.
Τ., για τα έτη 2023 έως 2026 και στην δεύτερη ενάγουσα το ποσόν των 17.349,99 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1.7.2019 έως 31.12.2022, καταβαλλόμενα το πρώτο τριήμερο κάθε ημερολογιακού μήνα, με τον νόμιμο τόκο επιδικίας, άλλως υπερημερίας, από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, για τις δόσεις που κατέστησαν ληξιπρόθεσμες και από την παρέλευση του πρώτου τριημέρου κάθε ημερολογιακού μήνα για τις μη ληξιπρόθεσμός δόσεις.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 48/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Κατά της αποφάσεως αυτής οι ενάγοντες άσκησαν, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την από 7-3-2019 έφεσή τους. Επ' αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, υπ' αριθμ. 3305/2021, απόφαση του τελευταίου Δικαστηρίου, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από την διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για την απόδειξη και ανταπόδειξη ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, ο λόγος αναιρέσεως αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψιν του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, τα οποία παραδεκτώς επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νομίμως προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της αποφάσεως, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς την σχετική παράλειψη, εφόσον, βεβαίως, προτάθηκαν παραδεκτώς στο Δικαστήριο της ουσίας, πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο (Ολ.
Α.Π. 14/2011, Ολ. Α.Π. 42/2002, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1332/2024, Α.Π. 1329/2024, Α.Π. 1328/2024). Ωστόσο, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της αποφάσεως, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που με επίκληση προσκομίσθηκαν από τους διαδίκους.
Ο ανωτέρω λόγος απορρίπτεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την απόφαση, ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση, αρκεί δε προς τούτο η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1332/2024, Α.Π. 1329/2024) και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1332/2024, Α.Π. 1329/2024). Μη λήψη υπ' όψιν, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός, ότι μνημονεύονται στην απόφαση ορισμένα μόνο από τα προσκομισθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1332/2024, Α.Π. 1329/2024, Α.Π. 1328/2024), όχι, όμως και τα επίδικα (Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1332/2024, Α.Π. 1231/2024, Α.Π. 1328/2024).
Δεν αποκλείεται, βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από την γενική, κατ' είδος, αναφορά στα αποδεικτικά μέσα καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς να παραλειφθεί κανένα (Ολ.
Α.Π. 8/2016, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1332/2024, Α.Π. 1329/2024). Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά την βεβαίωση του δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπ' όψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε υπ' όψιν και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για τον σχηματισμό δικανικής πεποιθήσεως επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.
Α.Π. 2/2008, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1332/2024, Α.Π. 1329/2024, Α.Π. 1328/2024). Εξάλλου, ο ίδιος λόγος, όσον αφορά την προβαλλόμενη αιτίαση, ότι από τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και έγγραφα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο, που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ή ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1332/2024, Α.Π. 1329/2024).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν έλαβε υπ' όψιν αποφάσεις ποινικών δικαστηρίων και, συγκεκριμένα, την υπ' αριθμ. 25/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και την υπ' αριθμ. 30/2017 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ...υ, με τις οποίες ο πρώτος αναιρεσίβλητος κρίθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία εξ αμελείας εις βάρος του Γ. Τ., καθώς, επίσης, την αρχική έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας, την έκθεση συμπληρωματικής αυτοψίας αυτής και την έκθεση πραγματογνωμοσύνης των διορισθέντων από την Τροχαία πραγματογνωμόνων, έγγραφα τα οποία οι αναιρεσείοντες επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νομίμως ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας.
Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. 3305/2021 προσβαλλόμενη απόφαση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τις συνθήκες που έλαβε χώραν το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα και, όσον αφορά τα επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία λήφθηκαν υπ' όψιν από το ανωτέρω Δικαστήριο, για την κατάστρωση του αποδεικτικού του πορίσματος, τα ακόλουθα: "Στην προκειμένη περίπτωση, ...
από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται νόμιμα και προσκομίζουν οι διάδικοι, για μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα από την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης ... με την επισημείωση ότι στα έγγραφα περιλαμβάνονται και εκείνα της σχηματισθείσας σε σχέση με το ένδικο ατύχημα ποινικής δικογραφίας [έκθεση αυτοψίας, σχεδιάγραμμα Τροχαίας κ.λπ. ...], από τις προσκομιζόμενες από όλα τα διάδικα μέρη φωτογραφίες των οποίων η γνησιότητα δεν αμφισβητείται ...
αποδείχθηκαν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Στις 3-4-2015 και περί ώρα 07.30', ο πρώτος εναγόμενος, που είναι υπήκοος Αλβανίας και κάτοχος επαγγελματικής άδειας οδήγησης, οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας M..-7732 I.X.Φ. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του εργοδότη του -δευτέρου εναγομένου, το οποίο στερείτο ασφαλιστικής κάλυψης, με συνοδηγό τον ομοεθνή του T.
A., επί της επαρχιακής οδού ..., στο ρεύμα με κατεύθυνση προς το ..., έχοντας ξεκινήσει την πορεία του από την επιχείρηση οικοδομικών εργασιών του δεύτερου εναγομένου. Οι ανωτέρω θα πήγαιναν για δουλειά στο ..., που βρίσκεται κοντά στο ..., πλην όμως ξεκίνησαν προς την αντίθετη κατεύθυνση με σκοπό να κάνουν μία στάση στο κοντινό πρατήριο βενζίνης "...", για ανεφοδιασμό του φορτηγού τους.
Λίγα λεπτά αργότερα ξεκίνησε από την επιχείρησή του, με προορισμό το ίδιο πρατήριο, και ο δεύτερος εναγόμενος, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας Μ… 7733 Ι.Χ. φορτηγό αυτοκίνητο ιδιοκτησίας του, με συνοδηγό το M. L.. Κατά τον ίδιο χρόνο και επί της ίδιας επαρχιακής οδού με κατεύθυνση από ... προς ... κινείτο ο Γ.
Τ., οδηγώντας τη με αριθμό κυκλοφορίας Μ.. 679 δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, ευρισκόμενος πίσω από τον πρώτο εναγόμενο και σε ικανή απόσταση από αυτόν, έχοντας αναπτύξει ταχύτητα περίπου 50 χιλιομέτρων ανά ώρα. Ο εν λόγω οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας κινείτο στο αριστερό μέρος του οδοστρώματος, πλησίαζε δε στο 4ο χιλιόμετρο αυτής, όπου βρισκόταν στην αντίθετη κατεύθυνση το προαναφερόμενο πρατήριο βενζίνης "...".
Στο ανωτέρω σημείο της, η ως άνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, με μια λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, είναι ευθεία και οριζόντια ενώ μεταξύ των δυο ρευμάτων κυκλοφορίας υπάρχει διπλή συνεχής διαχωριστική γραμμή, το δε πλάτος του οδοστρώματος του ρεύματος προς ... ανέρχεται σε 3,50 μέτρα και 4,50 μέτρα συνυπολογιζομένου και του ρείθρου, η δε ανώτατη επιτρεπόμενη ταχύτητα προσδιορίζεται σε 90 χιλιόμετρα ανά ώρα, οριζόμενη με πινακίδα Ρ-32.
Κατά τον παραπάνω χρόνο επικρατούσε καλοκαιρία, ήταν ημέρα, η άσφαλτος ήταν ξηρά και η κυκλοφορία των οχημάτων κανονική. Όπως δε ήδη σημειώθηκε, έμπροσθεν της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και σε ικανή απόσταση κινείτο το με αριθμό κυκλοφορίας Μ… 7732 Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, με οδηγό τον πρώτο εναγόμενο. Ο οδηγός αυτός, έχοντας την πρόθεση να εισέλθει στο προαναφερόμενο πρατήριο υγρών καυσίμων που ευρισκόταν στην αντίθετη κατεύθυνση της οδού, παρά το γεγονός ότι τούτο απαγορευόταν λόγω της ύπαρξης της διπλής συνεχούς διαχωριστικής γραμμής [άρθρο 5 παρ. 8 περ.
α' του ΚΟΚ], άναψε τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης του οχήματος του, μείωσε την ταχύτητά του και τελικά ακινητοποίησε το όχημά του με φορά ελαφρώς διαγώνια προς τ' αριστερά, κατά τρόπο ώστε ο εμπρόσθιος αριστερός τροχός του να βρίσκεται ιππαστί της διπλής διαχωριστικής γραμμής και η εμπρόσθια αριστερή γωνία του [να βρίσκεται] εν μέρει εντός του αντίθετου ρεύματος πορείας.
Έχοντας τη θέση αυτή επί του οδοστρώματος, το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, πλάτους 1,57 μέτρων και βάρους μεικτού 2.200 κιλών [1.160 κιλά απόβαρο και 1.040 κιλά ωφέλιμο και μήκος άμαξας 2,88 μέτρων και συνολικού μήκους μετά του κουβουκλίου 3,75 μέτρων [2,88+0,77] άφηνε ελεύθερο εύρος περίπου 1,50-1,80 μέτρων μέχρι το ρείθρο του πεζοδρομίου, και 2,50-2,80 μέτρων μέχρι το πεζοδρόμιο, για την διέλευση των οχημάτων που κινούνταν πίσω του.
Ο οδηγός του, προκειμένου να εισέλθει στο πρατήριο, ανέμενε πρώτα τον αντιθέτως κινούμενο με αριθμό κυκλοφορίας Ε.. 1115 τράκτορα με επικαθήμενο, ο οποίος είχε προτεραιότητα και είχε ανάψει τον δεξιό δείκτη κατεύθυνσής του, δηλώνοντας την πρόθεσή του να εισέλθει δεξιά στο ίδιο πρατήριο. Τα παραπάνω συνάγονται χωρίς αμφιβολία από την ένορκη προανακριτική κατάθεση του οδηγού του τελευταίου οχήματος, Α.
Κ., ο οποίος με σαφήνεια ανέφερε ότι, πριν ακόμη εισέλθει στο πρατήριο υγρών καυσίμων, έβλεπε το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο σταματημένο ιππαστί της διπλής διαχωριστικής γραμμής [επί λέξει "έχοντας πατήσει την διπλή διαχωριστική γραμμή"], έχοντας αφήσει περίπου 2 μέτρα για τυχόν διερχόμενα από δεξιά του οχήματα, καθώς και τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα, η οποία ακολουθούσε σε μακρινή απόσταση, με κανονική ταχύτητα περίπου 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, όπως ήδη παραπάνω σημειώθηκε, [κατά λέξη "είδα από μακριά τη μηχανή να πλησιάζει, η οποία, όπως την είδα δεν έτρεχε πολύ"].
Όταν η δίκυκλη μοτοσυκλέτα έφθασε κοντά στο ακινητοποιημένο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, αποφάσισε να το προσπεράσει από δεξιά. Για το λόγο αυτό μείωσε την ήδη κανονική ταχύτητά του στα 25-30 χιλιόμετρα ανά ώρα [γι' αυτό το κοντέρ της μοτοσυκλέτας έδειξε ταχύτητα 20 χιλιόμετρα ανά ώρα μετά το ένδικο ατύχημα] προκειμένου να πραγματοποιήσει τον δεξιό ελιγμό προσπέρασης, πλην όμως δεν υπολόγισε σωστά την πλευρική απόσταση, ενδεχομένως υπολαμβάνοντας εσφαλμένα ότι μέχρι να φθάσει στο ύψος του φορτηγού αυτό θα έστριβε αριστερά για να εισέλθει στο πρατήριο υγρών καυσίμων και θα ελευθέρωνε το ρεύμα πορείας του, με αποτέλεσμα να επιπέσει με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσυκλέτας του στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του ακινητοποιημένου Ι.Χ.Φ.
οχήματος ιδιοκτησίας του δεύτερου εναγομένου. Στη συνέχεια η δίκυκλη μοτοσυκλέτα ανατράπηκε επί της δεξιάς της πλευράς και σύρθηκε προκαλώντας χαραγή μήκους 0,60 μέτρων στο οδόστρωμα, η οποία ξεκινάει σε απόσταση περίπου 2,60 μέτρων από το άκρο του πεζοδρομίου και έχει φορά διαγώνια δεξιά προς αυτό, ο δε αναβάτης της κατέπεσε στο οδόστρωμα έχοντας ατυχώς τραυματισθεί θανάσιμα.
Ειδικότερα, ο Γ. Τ. υπέστη ρήξη θωρακικής αορτής με συνοδό ενδοθωρακική αιμορραγία, πολλαπλά κατάγματα τριών πλευρών δεξιού ημιθωρακίου και τεσσάρων πλευρών αριστερού ημιθωρακίου, ρήξη τραχείας, ρήξη λαγονίων αρτηριών αριστερά, ρήξη τμήματος λεπτού εντέρου, θλαστικό τραύμα αριστερής κνήμης, θλαστικό τραύμα οσχέου και ρινορραγία.
Από τη ρήξη της θωρακικής αορτής με επακόλουθη ενδοθωρακική αιμορραγία και από τη ρήξη λαγονίων αγγείων αριστερά με επακόλουθη ενδοκοιλιακή αιμορραγία, ως μόνων ενεργών αιτίων, προκλήθηκε καρδιοαναπνευστική ανακοπή και επήλθε ο θάνατός του [βλ. την από 3.4.2015 ιατροδικαστική έκθεση του ιατρού χειρουργού Ε.
Τ., σε συνδυασμό προς την από 19.10.2016 ιατροδικαστική γνωμοδότηση των ιατροδικαστών Δρ Φ. Κ. και Σ. Τ., που προσκομίζουν οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες], βλάβη η οποία έλαβε χώρα κατά την απότομη πρόσκρουση της δίκυκλης μοτοσυκλέτας στο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, δηλαδή κατά την αιφνίδια επιβράδυνση αυτού και την επακόλουθη αντίδραση της αδράνειας του σώματος του μοτοσυκλετιστή και όχι κατά την πτώση του στο οδόστρωμα.
Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκαν κυρίως από την από 3.4.2015 έκθεση αυτοψίας και το συνημμένο σε αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα, όπου απεικονίζονται ο τόπος του ατυχήματος, οι πιθανές πορείες των εμπλακέντων οχημάτων και τα ευρήματα μετά τη σύγκρουση [θραύσματα, χαραγή, κηλίδες αίματος και λαδιών], την προανακριτική κατάθεση του Α.
Κ., καθώς και την προανακριτική κατάθεση του Π. Τ., ιδιοκτήτη του πρατηρίου υγρών καυσίμων, ο οποίος δεν είδε μεν την ένδικη σύγκρουση, αλλά ανέφερε ότι μετά από αυτήν το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο είχε "ελαφρά κλίση επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής", δηλαδή βρισκόταν στην ίδια θέση που το είχε δει ο Α. Κ. πριν από το ατύχημα.
Η διαπίστωση αυτή, ότι δηλαδή το Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο δεν μετακινήθηκε από τη στιγμή που το είδε ο Α. Κ. μέχρι το χρονικό σημείο που το είδε ο Π. Τ. μετά τη σύγκρουση αναιρεί την εκδοχή του ατυχήματος που παρουσιάζουν οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες και στηρίζεται στην από 20.11.2015 γνωμοδότηση του πραγματογνώμονα τροχαίων ατυχημάτων Ι.
Κ.. Συγκεκριμένα, οι ενάγοντες και ήδη εκκαλούντες υποστηρίζουν ότι το ατύχημα συνέβη όταν ο πρώτος εναγόμενος, αντιλαμβανόμενος ότι δεν θα μπορούσε να εισέλθει στο πρατήριο υγρών καυσίμων λόγω του αποκλεισμού της εισόδου από τον τράκτορα, αποφάσισε να εκτελέσει παράνομη αναστροφή προς .... Επειδή όμως το πλάτος του ρεύματος προς ...
δεν ήταν επαρκές για την εκτέλεση της αναστροφής, ο πρώτος εναγόμενος, κατά τους ισχυρισμούς των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, ενήργησε προηγουμένως οπισθοπορεία, χωρίς όμως να αντιληφθεί ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο οδηγός της μοτοσυκλέτας τον προσπερνούσε από δεξιά. Ωστόσο, η παραπάνω εκδοχή του ατυχήματος δεν προκύπτει από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, αλλά επιχειρείται να θεμελιωθεί προεχόντως στην αδυναμία δικαιολόγησης της ιδιαίτερης αμέλειας του θανόντος.
Εάν πράγματι το ζημιογόνο Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο είχε ενεργήσει οπισθοπορεία εντός του ρεύματος πορείας της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, είναι προφανές ότι λόγω του μεγάλου μήκους του [συνολικού μήκους μετά του κουβουκλίου 3,75 μέτρων] θα είχε καλύψει διαγώνια όλο το πλάτος του εν λόγω ρεύματος πορείας και η δίκυκλη μοτοσυκλέτα θα είχε αναγκαστικά προσκρούσει με το εμπρόσθιο μέρος της στο μεσαίο τμήμα του ογκώδους οχήματος και όχι στο οπίσθιο δεξιό τμήμα του εν λόγω ακινητοποιημένου Ι.Χ.Φ.
αυτοκινήτου, όπως συνέβη. Εξάλλου, εάν ο οδηγός του Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου είχε κινηθεί προς τα πίσω, τότε δεν θα εξακολουθούσε να βρίσκεται επί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, όπως τον αντίκρυσε ο Π. Τ.. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, το ένδικο ατύχημα με το συνεπεία αυτού τραγικό αποτέλεσμα, οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, ο οποίος δεν επέδειξε την επιμέλεια που όφειλε και μπορούσε να καταβάλει ως μέσος συνετός οδηγός ...
Ειδικότερα, αυτός οδηγούσε το προαναφερόμενο όχημά του χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή του [άρθρο 12 παρ. 1 του ΚΟΚ] και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς [άρθρο 19 παρ. 1 και 2 του ΚΟΚ], επιπρόσθετα δε δεν οδηγούσε, όπως όφειλε, στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του [άρθρο 16 παρ. 1 του ΚΟΚ] ενώ προτιθέμενος να προσπεράσει από δεξιά το ογκώδες φορτηγό δεν βεβαιώθηκε ότι μπορούσε να πράξει τούτο χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού αλλά και του ιδίου και δεν υπολόγισε ορθά την πλευρική απόσταση από το εν λόγω φορτηγό ενδεχομένως και εσφαλμένα υπολαμβάνοντας ότι αυτό κατά τη προσέγγισή του θα έστριβε αριστερά για να εισέλθει στο πρατήριο, ελευθερώνοντας το ρεύμα πορείας του [άρθρο 21 παρ. 1 του ΚΟΚ] με αποτέλεσμα να επέλθει η σύγκρουση των εν λόγω οχημάτων, όπως ανωτέρω σημειώθηκε.
Εάν ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας οδηγούσε στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του σε καμία περίπτωση δεν θα είχε λάβει χώρα το ένδικο ατύχημα. Αντίθετα, στην επέλευση του ατυχήματος, δεν συντέλεσε πταίσμα του πρώτου εναγομένου, αφού αποδείχθηκε ότι ναι μεν αυτός βρισκόταν σε διακοπή πορείας ιππαστί της διπλής διαχωριστικής γραμμής, με πρόθεση να ενεργήσει αντικανονικό ελιγμό προς τ' αριστερά, πλην όμως η εν λόγω παράβαση δεν συνδέεται αιτιωδώς με το επελθόν αποτέλεσμα της σύγκρουσης των οχημάτων και του θανάτου του ανωτέρω οδηγού, αφού μόνη η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ.
δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αλλά αποτελεί στοιχείο, η στάθμιση του οποίου θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος ... Τούτο διότι η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 8 περ. α του Κ.Ο.Κ., κατά την οποία απαγορεύεται στους οδηγούς να διαβαίνουν την εκ μιας ή δυο συνεχών γραμμών κατά μήκος διαγράμμιση, ως και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής, έχει τεθεί για την αποφυγή τροχαίων ατυχημάτων μεταξύ οχημάτων που κινούνται σε αντίθετα ρεύματα της ιδίας οδού και όχι στο ίδιο ρεύμα, όπως εν προκειμένω, πέρα δε τούτου, ο οδηγός που ενήργησε την υπέρβαση αυτή [πρώτος εναγόμενος] άφησε επαρκές εύρος οδοστρώματος για τα ομορρόπως κινούμενα οχήματα, προειδοποιώντας νωρίτερα με τον αριστερό δείκτη πορείας του ότι είχε την πρόθεση να στρίψει αριστερά, ο δε θανών θα είχε αποφύγει τη σύγκρουση χρησιμοποιώντας το δεξιό μέρος του οδοστρώματος.
Να σημειωθεί ότι το γεγονός ότι η προαναφερόμενη παράβαση του οδηγού του ζημιογόνου Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα, προκύπτει εκ του γεγονότος ότι, εάν στο σημείο όπου ακινητοποιήθηκε το εν λόγω όχημα διακοπτόταν η διπλή διαχωριστική γραμμή και υπήρχε διάκενο που επέτρεπε την ακινητοποίηση του φορτηγού στο ίδιο σημείο [σύννομη βάσει του Κ.Ο.Κ.
ενέργεια] και πάλι, ενόψει όλων των προεκτεθέντων, θα είχε λάβει χώρα το ένδικο ατύχημα. Εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος δυνάμει της με αριθμό 25/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου Πλημμελημάτων καταδικάσθηκε για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας από αμέλεια σε ποινή φυλάκισης ενός [1] έτους, η οποία ανεστάλη για τρία έτη.
Η ως άνω ποινική απόφαση σε καμία περίπτωση δεν δεσμεύει την απόφαση του αστικού δικαστηρίου, που δικάζει τις πολιτικές αξιώσεις του ενάγοντος, καθόσον αυτή δεν αποτελεί δεδικασμένο για το δικαστήριο, κατ' άρθρο 321 ΑΚ, αλλά χρησιμεύει μόνο για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, συνεκτιμώμενο και συναξιολογούμενο ως τεκμήριο μαζί με τις λοιπές αποδείξεις".
Από την ανωτέρω ρητή και σαφή βεβαίωση του Εφετείου, στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι στην περί των πραγμάτων κρίση του κατέληξε, αφού έλαβε υπ' όψιν όλα τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την ανωτέρω τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ...υ και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας, σε συνδυασμό και με τις προεκτεθείσες αιτιολογίες και παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, που περιέχονται στην ελάσσονα σκέψη της, όπου, μάλιστα, γίνεται ειδική αναφορά στο σχεδιάγραμμα και στην έκθεση αυτοψίας της Τροχαίας και το όλο περιεχόμενό της, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία, αλλά, αντιθέτως, καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το Εφετείο, για τον σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ' όψιν και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.
Αναφορικώς δε με τις επικαλούμενες ποινικές αποφάσεις, δυνάμει των οποίων ο πρώτος αναιρεσίβλητος κρίθηκε ένοχος για ανθρωποκτονία εξ αμελείας εις βάρος του συγγενούς των αναιρεσειόντων Γ. Τ., πρέπει να σημειωθεί ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφέρει την υπ' αριθμ. 25/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ...υ, το οποίο δίκασε την έφεση του πρώτου αναιρεσίβλητου κατά της 30/2017 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου ...υ, και αντικρούει την τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση με τις προεκτιθέμενες παραδοχές του, με βάση τις οποίες αποκλειστικά υπαίτιος στην πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος ήταν ο θανών οδηγός της μοτοσικλέτας. 'Ελαβε δε υπόψη και την πρωτόδικη, ομοίως καταδικαστική απόφαση, μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, χωρίς να απαιτείται ειδική αναφορά σ' αυτήν, εφόσον ακολούθως εκδόθηκε η τελεσίδικη καταδικαστική απόφαση.
Τούτων δοθέντων, συνάγεται το συμπέρασμα ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αξιολόγησε και συνεκτίμησε και τις ποινικές αποφάσεις, κρίνοντας, όμως, διαφορετικά, όπως προκύπτει από την ελάσσονα πρότασή της. Κατόπιν αυτών, ο ανωτέρω, από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., πρώτος λόγος της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος και απορριπτέος, καθόσον από το περιεχόμενό του σαφώς προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες δεν διατυπώνουν παράπονο για την μη λήψη υπ' όψιν από το Εφετείο των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, όπως απαιτεί για την θεμελίωσή του ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος, αλλά παραπονούνται, επειδή το Εφετείο, από το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, κατέληξε σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από αυτό, το οποίο οι ίδιοι θεωρούν ορθό.
Δηλαδή, οι προβαλλόμενες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, στην πραγματικότητα, ανάγονται σε εσφαλμένη αποδεικτική αξιολόγηση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων και αποτελούν ουσιαστικές, εκ μέρους τους, προσεγγίσεις, που εκτιμούν διαφορετικά το περιεχόμενο των αποδεικτικών αυτών μέσων, οι οποίες, όμως, απαραδέκτως προβάλλονται, κατ' άρθρον 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013). Με τον ως άνω λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.
Α.Π. 1/2022, Ολ. Α.Π. 4/2021, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 5/2020, Ολ. Α.Π. 3/2020). Στην περίπτωση κατά την οποία το Δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται, ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το Δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως αυτός, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το Δικαστήριο εφάρμοσε τον νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε τον νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
Α.Π. 2/2022, Ολ. Α.Π. 2/2021, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024). Ακόμη, κατά την έννοια του ίδιου άρθρου 559 αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως, μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές, που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση, με βάση αυτά, της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του Κ.Πολ.Δ. (Ολ.
Α.Π. 8/2005). Η παράβαση, όμως, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 559, αριθμ. 1, εδάφ. β' του Κ.Πολ.Δ., ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.
Αντιθέτως, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένως ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει, αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 8/2005, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1330/2024, Α.Π. 1328/2024, Α.Π. 1327/2024). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένως από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στον συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένως εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένως.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1328/2024, Α.Π. 164/2021). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το Δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα, που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στην διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση την νόμιμη βάση, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στην θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι, όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 6/2006, Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024). Από την ανωτέρω διάταξη, η οποία αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως, για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ. Α.Π. 2/2019, Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1426/2024). Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και, γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ.
Α.Π. 6/2020, Ολ. Α.Π. 1/2020, Ολ. Α.Π. 6/2019, Ολ. Α.Π. 2/2019, Ολ. Α.Π. 15/2006). Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, του αριθμού 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ούτε εξαιτίας του ότι το Δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1429/2024, Α.Π. 1426/2024, Α.Π. 1332/2024).
Ειδικότερα, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υποθέσεως που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1590/2024, Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1429/2024).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, το παράνομο της πράξεως ή παραλείψεως αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξεως ή της παραλείψεως και της επελθούσας ζημίας. Αμέλεια, κατ' άρθρον 330 του Α.Κ., υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που πρέπει να καταβάλλεται κατά την συναλλακτική καλή πίστη από τον δράστη στον κύκλο της αρμοδιότητάς του, είτε υπάρχει προς τούτο σαφές νομικό καθήκον, είτε όχι, αρκεί να συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο αντίθετο από εκείνο, που επιβάλλεται από τις καταστάσεις.
Εξάλλου, αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικώς να επιφέρει, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1328/2024, Α.Π. 1327/2024, Α.Π. 1230/2024, Α.Π. 1091/2024).
Περαιτέρω, από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι οι έννοιες της αμέλειας και του συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος είναι έννοιες νομικές. Επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός μεν, ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν αντικειμενικώς την έννοια του πταίσματος, αφετέρου δε, ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συναφείας, κατά πόσον, δηλαδή, τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, αντικειμενικώς, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1328/2024, Α.Π. 1327/2024).
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς (Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1328/2024, Α.Π. 1327/2024). Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 του Α.Κ. (Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1333/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1328/2024).
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του Κ.O.K. (Ν. 2696/1999) δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως, στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος (Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1328/2024, Α.Π. 1327/2024, Α.Π. 1091/2024).
Μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο Κ.Ο.Κ. στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή την μείωση των επιζήμιων συνεπειών (Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1331/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1089/2024, Α.Π. 1087/2024).
Εξάλλου, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 5 παρ. 8 περ. α' του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), στους οδηγούς των οδικών οχημάτων απαγορεύεται να διαβαίνουν την εκ μιας ή δύο συνεχών γραμμών κατά μήκος διαγράμμιση, ως και να κινούνται στην αριστερή πλευρά αυτής (Α.Π. 1087/2024, Α.Π. 1195/2023, Α.Π. 607/2023, Α.Π. 1493/2022, Α.Π. 168/2022, Α.Π. 1074/2007). Τέλος, κατά το άρθρο 21 παρ. 1 και 2 του ίδιου νόμου: "1.
Ο οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. 2.
Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι: α) ... , β) ..., γ) ..." (Α.Π. 1589/2024, Α.Π. 1091/2024, Α.Π. 1065/2024, Α.Π. 1195/2023).
Με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 α' και β' του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο, με το να δεχθεί ότι το τροχαίο ατύχημα προκλήθηκε από αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος συγγενούς τους Γ. Τ., αφενός μεν, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 8 περ. γ' και 21 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999, προβαίνοντας σε εσφαλμένη μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στις ως άνω διατάξεις, αλλά και προσδίδοντας σε αυτές διαφορετική έννοια από την αληθινή με ψευδή ερμηνεία και κακή εφαρμογή, αφετέρου δε, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Τέλος, με τον συναφή τρίτο αναιρετικό λόγο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε και εκ πλαγίου τις ίδιες, ως άνω, ουσιαστικές διατάξεις διαλαμβάνοντας ασαφή, ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των περιστατικών, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, που εφάρμοσε.
Με βάση τις προαναφερθείσες παραδοχές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι αποκλειστικώς υπαίτιος για την σύγκρουση είναι ο θανών συγγενής των αναιρεσειόντων και απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. 48/2019 πρωτοδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο είχε κρίνει ομοίως και είχε απορρίψει ως αβάσιμη κατ' ουσίαν την από 18-9-2017 αγωγή των ιδίων κατά των ήδη αναιρεσιβλήτων.
Κρίνοντας έτσι, το Εφετείο, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί της αποκλειστικής υπαιτιότητας του Γ. Τ. στην πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 5 παρ. 8 και 21 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), τους οποίους ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, διότι τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, αρκούσαν για να υπαχθούν στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου, ενώ, επίσης, διέλαβε σαφείς και επαρκείς αιτιολογίες, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος και την συμπεριφορά των εμπλακέντων οδηγών, οι οποίες στηρίζουν το διατακτικό της αποφάσεώς του, η οποία, επομένως, έχει νόμιμη βάση, ενώ καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στους εφαρμοσθέντες ως άνω κανόνες δικαίου.
Ειδικότερα, το Εφετείο, δέχθηκε ότι τα δύο οχήματα κινούνταν, στην ..., επί της επαρχιακής οδού ..., στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας, με κατεύθυνση προς το ..., με προπορευόμενο το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας Μ.. 7732 Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ότι ο τελευταίος, προτιθέμενος να εισέλθει σε ευρισκόμενο στην αντίθετη κατεύθυνση πρατήριο βενζίνης, άναψε τον αριστερό δείκτη κατευθύνσεως του οχήματός του, μείωσε την ταχύτητά του και σταμάτησε διαγωνίως το όχημά του, εισερχόμενος με το εμπρόσθιο αριστερό μέρος αυτού μερικώς στο αντίθετο ρεύμα πορείας, αναμένοντας την διέλευση των αντιθέτως κινουμένων οχημάτων, ότι ο συγγενής των αναιρεσειόντων Γ.
Τ., οδηγώντας την υπ' αριθμ. κυκλοφορίας Μ.. 679 δίκυκλη μοτοσικλέτα του, εκινείτο με κανονική ταχύτητα στο άκρο αριστερό του, πλάτους 3,50 μέτρων, ιδίου ρεύματος, σε ικανή απόσταση από το φορτηγό, ότι αυτός, από εσφαλμένη εκτίμηση των προθέσεων του πρώτου αναιρεσιβλήτου και λόγω του ότι εκινείτο στο άκρο αριστερό του ρεύματος πορείας του, επέπεσε, με το εμπρόσθιο μέρος της μοτοσικλέτας του, στο οπίσθιο δεξιό μέρος του ήδη ακινητοποιημένου φορτηγού και ότι η πρόθεση του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οδηγού του φορτηγού, να παραβιάσει την συνεχή διπλή διαχωριστική γραμμή, κατά παράβασιν του άρθρου 5 παρ. 8 του Ν. 2696/1999, δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, επειδή, ακόμα και αν στο εν λόγω σημείο υπήρχε διακοπτόμενη διαχωριστική γραμμή, ενόψει της προαναφερθείσας συμπεριφοράς των δύο οδηγών και πάλι θα συνέβαινε αυτό (ατύχημα).
Οι περαιτέρω αιτιάσεις των αναιρεσειόντων για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς τις συνθήκες της συγκρούσεως και, ειδικότερα, επειδή δεν προσδιορίζεται η απόσταση μεταξύ των δύο οχημάτων πριν τη σύγκρουση, σε ποιο σημείο της οδού βρίσκονταν ο οπίσθιος αριστερός τροχός του φορτηγού, πόσο είχε εισέλθει ο εμπρόσθιος αριστερός τροχός αυτού στο αντίθετο ρεύμα, πόσο ελεύθερο τμήμα του ρεύματος πορείας απέμενε μέχρι το πεζοδρόμιο, πόσο πλάτος του ρεύματος πορείας είχε ο οδηγός της μοτοσικλέτας για να κινηθεί δεξιά του φορτηγού και σε ποιο σημείο ανετράπη η μοτοσικλέτα και βρέθηκε το σώμα του οδηγού της σε σχέση με το φορτηγό, πρέπει να απορριφθούν πρωτίστως ως απαράδεκτες, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού κρίση του Δικαστηρίου ουσίας (άρθρο 561 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ.).
Σε κάθε περίπτωση, πρέπει να απορριφθούν και ως αβάσιμες κατ' ουσίαν, αφού περιγράφεται λεπτομερώς ο τόπος και ο χρόνος του ατυχήματος (πλάτος οδοστρώματος και ερεισμάτων της οδού, καθώς και του κάθε ρεύματος πορείας, η κατά μήκος διαγράμμιση του οδοστρώματος με διπλή συνεχόμενη διαγράμμιση), αναφέρεται η πορεία και η κατεύθυνση των οχημάτων, αναλύεται επίσης η οδηγική συμπεριφορά καθενός των οδηγών, μνημονεύεται ο τρόπος συγκρούσεως, τα συγκρουσθέντα σημεία των δύο εμπλακέντων στο ατύχημα οχημάτων, η πορεία και η τελική θέση αυτών μετά την σύγκρουση, αναφέρεται ότι η ένδικη σύγκρουση οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντος οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας, συνισταμένη στο ότι αυτός, όπως προεκτέθηκε, δεν κατέβαλε κατά την οδήγηση του οχήματος που οδηγούσε την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή, την οποία μπορούσε κατ' αντικειμενική κρίση, αναλόγως των αντικειμενικών περιστάσεων και ικανοτήτων του και όφειλε, κατά τους νομικούς κανόνες, τις επικρατούσες οδικές και κυκλοφοριακές συνθήκες και την κοινή πείρα και λογική, να καταβάλει και, αντιθέτως με όσα επιβάλλουν οι κανόνες της ασφαλούς οδηγήσεως, που ορίζουν οι προαναφερόμενες διατάξεις του Κ.Ο.Κ.
αυτός, κινούμενος στο άκρο αριστερό του ρεύματος πορείας του, ενώ όφειλε να κινείται στο δεξιό αυτού, αν και είχε την ευχέρεια, λαμβάνοντας υπ' όψιν την θέση του ακινητοποιημένου σε ικανή απόσταση μπροστά του φορτηγού, να κινηθεί από το ελεύθερο στα δεξιά του τμήμα του ρεύματος πορείας, όμως, από αμέλειά του, δεν ερεύνησε, όπως είχε υποχρέωση και μπορούσε, την θέση του προπορευόμενου και ήδη ακινητοποιηθέντος φορτηγού, που οδηγούσε ο πρώτος αναιρεσίβλητος, αλλά απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας του και επέπεσε στο οπίσθιο δεξιό μέρος αυτού και διευκρινίζεται ότι ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει τον άνω προπορευόμενο οδηγό, πρώτο αναιρεσίβλητο και, ειδικότερα, ότι αυτός, αφού κατέστησε γνωστή την πρόθεσή του στους κινούμενους ομορρόπως και πίσω από αυτόν οδηγούς, επιχείρησε να εξέλθει προς τα αριστερά από την λωρίδα κυκλοφορίας στην οποία κινείτο.
Επίσης, αφού εξετάσθηκε και αξιολογήθηκε, δεν έγινε δεκτή η εκδοχή των αναιρεσειόντων, ότι δηλαδή το ένδικο τροχαίο ατύχημα οφείλεται σε οπισθοπορεία του ΙΧΦ αυτοκινήτου του πρώτου αναιρεσιβλήτου, χωρίς ο τελευταίος να αντιληφθεί, ότι εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο οδηγός της μοτοσυκλέτας τον προσπερνούσε από δεξιά.
Οι ανωτέρω παραδοχές είναι σαφείς και δικαιολογούν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία έχει νόμιμη βάση με ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στο πραγματικό των ουσιαστικών διατάξεων που εφάρμοσε, τις οποίες, επομένως, δεν παραβίασε ευθέως, αλλά ούτε εκ πλαγίου.
Συνακολούθως, οι ερευνώμενοι δεύτερος, κατά το οικείο σκέλος του και τρίτος αναιρετικοί λόγοι, εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 του Κ.Πολ.Δ., αντιστοίχως, πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, ως αβάσιμοι κατ' ουσίαν, άλλως ως απαράδεκτοι, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Τέλος, ο δεύτερος λόγος, κατά το οικείο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις, ότι το Εφετείο, με την ανωτέρω κρίση του, αναφορικώς με την οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του Ι.Χ.Φ.
αυτοκινήτου, πρώτου αναιρεσιβλήτου, παραβίασε και τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι απαράδεκτος, προεχόντως διότι τα αναφερόμενα ως άνω δεν συνιστούν διδάγματα κοινής πείρας, κατά την προεκτεθείσα έννοια, οι δε επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), και στηρίζονται (οι αιτιάσεις αυτές) σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε, ότι ο οδηγός του ΙΧΦ αυτοκινήτου ενήργησε οπισθοπορεία, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες.
Κατόπιν αυτών, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και, τέλος, να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες, που ηττήθηκαν στην δίκη, στα δικαστικά έξοδα του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το βάσιμο, περί τούτου, αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), ενώ δικαστικά έξοδα υπέρ των απολειπομένων πρώτου και δευτέρου των αναιρεσιβλήτων δεν πρέπει να επιβληθούν, δεδομένου ότι αυτοί, λόγω της ερημοδικίας τους, δεν υποβλήθηκαν σε αυτά (Α.Π. 1330/2024, Α.Π. 1043/2021, Α.Π. 227/2020, Α.Π. 1584/2017), κατά τα, ειδικότερα, οριζόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-7-2022 (με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 9562/1081/2-12-2022), αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμ. 3305/2021 τελεσιδίκου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του, κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες, παραβόλου. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του τρίτου των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700€).
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ