Legislator Case Law & Legislation
1940/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for failure to propose specific legal arguments at lower court.

Case Number 1940/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a rent arrears dispute. The appellant failed to propose the specific legal arguments required by law at the lower appellate level, rendering new grounds inadmissible. Consequently, the court ruled that the appeal was substantively unfounded and ordered the appellant to bear the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 562, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument is inadmissible if not proposed at the lower appellate court unless an exception applies, and vague arguments regarding substantive law violations without specific citations are rejected.

Keywords

AI generated
appeal admissibility procedural requirements substantive law violation legal costs lower court proposal

Cited Legislation

AI generated
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1940 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1940 /2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Βάρκα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπρόεδρου Κωστούλας Φλουρή - Χαλεβίδου), Γεωργία Κατσιμαγκλή, Αθανάσιο Τσουλό, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Απριλίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Μ. του Λ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Φιφλή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ροζίτα Σπινάσα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ….. αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30/2019 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 115/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21-12-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Αθανάσιο Τσουλό, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών υπ' αριθμ. ….. τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ'ουσία η έφεση του εναγόμενου μισθωτού, νυν αναιρεσείοντος, κατά της υπ' αριθμ. ….. οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η κατ'αυτού από ….. αγωγή του ενάγοντος εκμισθωτού, ήδη αναιρεσιβλήτου περί επιδίκασης οφειλόμενων μισθωμάτων του μισθίου ακινήτου.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του, ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (Α.Π. 551/2018, Α.Π. 1753/2017). Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθόσον η αοριστία του λόγου αναίρεσης δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 1326/2015, ΑΠ 607/2013).

Περαιτέρω ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης στοιχειοθετείται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ιδρύεται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναγόμενου απ' αυτές συμπεράσματος, γιατί το δικαστήριο προβαίνει στην κρίση του αυτή, ανέλεγκτα (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτόν είναι αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Όπως δε προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ.4, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει α) τον κανόνα ουσιαστικού νόμου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό (αγωγικό, ένσταση κλπ.) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωση του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω (νόμιμος και ουσιώδης) ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή ή τη μνεία ότι σ` αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, (πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει) τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά ή, αν προβάλλονται αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποια αντικρουόμενα μέρη των αιτιολογιών αυτή προκύπτει.

Διαφορετικά, αν τα προαναφερόμενα δεν περιλαμβάνονται με σαφήνεια και πληρότητα στο αναιρετήριο, ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, η οποία δεν αίρεται με συμπλήρωση στις προτάσεις ή με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (αγωγή ή έφεση) του αναιρεσείοντος (ΑΠ 1230/2014, 402/2014, 1586/2008).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, γιατί, ναι μεν η εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου είναι έργο αυτεπάγγελτης ενέργειας του δικαστή, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει ότι όλοι οι νόμοι είναι δημοσίας τάξεως.

Αλλά και οι λόγοι που ανάγονται στη δημόσια τάξη είναι δεκτοί για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, εφόσον στηρίζονται στο πραγματικό υλικό, που υποβλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και προκύπτει από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και εφόσον γίνεται σαφής επίκληση στο αναιρετήριο.

Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται σαφώς και ειδικά στο αναιρετήριο ο χρόνος και ο τρόπος προτάσεώς του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, (ΟλΑΠ 15/2000, ΑΠ 760/2004,ΑΠ139/2001,539/2003).

Τέλος, κατά τον αρ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της άνω διατάξεως είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασης τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης (Ολομ.

ΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Ο εκ του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.Α.Π. 25/03 ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007), είτε ρητά, είτε εκ του πράγματος, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΑΠ 229/14, 117/13), όπως συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1434/10).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη ως προς την ουσία κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει του από ... ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού, που υπεγράφη στην ..., η Α. Κ., μητέρα του ενάγοντος, εκμίσθωσε στον εναγόμενο ένα ισόγειο κατάστημα επιφάνειας ….τετρ.

μέτρων, που βρίσκεται στην ……., επί της οδού ..., για να χρησιμοποιηθεί ως παντοπωλείο. Η διάρκεια της μίσθωσης συμφωνήθηκε για χρονικό διάστημα έξι (6) ετών, ήτοι από ... μέχρι 1-1-2011 και το μηνιαίο μίσθωμα, καταβαλλόμενο εντός του πρώτου τριημέρου κάθε μήνα, στο ποσό των 704 ευρώ, αναπροσαρμοζόμενο κάθε έτος κατά ποσοστό 5%, αρχής γενομένης από την 1-1-2006.

Η διάρκεια της μίσθωσης είναι 12ετής, έστω κι αν συμφωνήθηκε για μικρότερο χρόνο, ήτοι μέχρι την 1-1-2017 (άρθρο 5 παρ.1 του ΠΔ 34/1995). Στις ….. απεβίωσε η εκμισθώτρια και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον σύζυγό της Ν. Κ., τον ενάγοντα και τις αδελφές του Ε. Ν. και Α. Χ. Ν., οι οποίοι αποδέχθηκαν νόμιμα την κληρονομιά κατά ποσοστό ….

εξ αδιαιρέτου έκαστος (... κληρονομιάς της Συμβολαιογράφου ...... που μεταγράφηκαν νόμιμα). Ακολούθως, επί διανομής ακινήτων (υπ' αριθμ. ... πράξη της ιδίας Συμβολαιογράφου), μεταξύ των ως άνω, το μίσθιο περιήλθε εξ αδιαιρέτου και ισομερώς στον ενάγοντα και τον πατέρα του Ν. Κ.. Στις ….. απεβίωσε ο Ν. Κ. και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τον ενάγοντα, μοναδικό του κληρονόμο, ο οποίος αποδέχθηκε την κληρονομιά με την υπ' αριθμ. ...

πράξη της ως άνω Συμβολαιογράφου ... Ε. Ι.- Μ.. Έτσι, ο ενάγων υπεισήλθε ως εκμισθωτής στη μισθωτική σχέση. Ο εναγόμενος, καίτοι παρέλαβε το μίσθιο κατάλληλο για χρήση και το χρησιμοποιούσε σύμφωνα με τη σύμβαση, δεν κατέβαλε το μίσθωμα όπως είχε οριστεί, ήτοι από τον Ιανουάριο 2012 το κατέβαλε μειωμένο και χωρίς τη συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή του.

Ο ενάγων, με την από 26-10-2017εξώδικη όχλησή του, που κοινοποίησε στον εναγόμενο στις 27-10-2017 (βλ. την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ν. Α. Κ.), διαμαρτυρήθηκε για την αντισυμβατική συμπεριφορά του εναγόμενου και τον κάλεσε να του καταβάλει εντός επτά (7) ημερών τα καθυστερούμενα μισθώματα συνολικού ποσού …… ευρώ.

Ο ισχυρισμός του εναγόμενου ότι, μετά το θάνατο της αρχικής εκμισθώτριας η μισθωτική σύμβαση τροποποιήθηκε ρητά και άτυπα, ώστε να αναπροσαρμοστεί στα οικονομικά δεδομένα της εποχής και το μίσθωμα αναπροσαρμόστηκε στο ποσό των 700 ευρώ, ως λόγος έφεσης κρίνεται απορριπτέος ως ουσία αβάσιμος, η δε κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης, αδελφής του εναγόμενου η οποία μάλιστα εργάζεται στην επιχείρηση του εναγομένου κατά τους χειμερινούς μήνες, για το γεγονός αυτό δεν κρίνεται πειστική, ενώ αντιθέτως κρίνεται πειστική η περί του αντιθέτου κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης Ν.

Π., παιδικού φίλου όλων των διαδίκων, όπως κατέθεσε και η μάρτυρας ανταπόδειξης. Άλλωστε, ουδείς λόγος συνέτρεχε αμέσως μετά το θάνατο της αρχικής εκμισθώτριας, και μάλιστα ένα (1) έτος από την έναρξη της μίσθωσης, να σπεύσουν οι τέσσερις (4) κληρονόμοι της στον εναγόμενο και να συμφωνήσουν μείωση του μισθώματος, στην ουσία, δηλαδή, να μην καταβάλει τη συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή, τέτοιο δε λόγο, ο εναγόμενος δεν επικαλείται.

Το γεγονός ότι στις ….. συμφωνήθηκε νέα τριετής μίσθωση του ίδιου ακινήτου μεταξύ του ενάγοντος και της Α. Μ., μητέρας του εναγόμενου, για την ίδια χρήση, έναντι μηνιαίου μισθώματος ….. ευρώ, μετά του τέλους χαρτοσήμου, η οποία μίσθωση στην ουσία είναι συνέχεια της προηγούμενης, αφού την επιχείρηση αυτή (παντοπωλείο) εξακολουθούσε να εκμεταλλεύεται ο εναγόμενος, δεν αποτελεί ασφαλές κριτήριο ότι και η προηγούμενη μίσθωση είχε τροποποιηθεί προφορικά με μικρότερο μίσθωμα.

Τα δύο δε αυτά γεγονότα, ως προς το ύψος του μισθώματος, δεν συνδέονται αιτιωδώς, αφού το ύψος του μισθώματος στο ποσό των ….. ευρώ το έτος 2016, καθόρισε η συμφωνηθείσα ετήσια αναπροσαρμογή αυτού κατά ποσοστό 5% αρχομένης από της 1-1-2006. Άλλωστε και στη νέα μίσθωση, μεταξύ του ενάγοντος και της Α. Μ., συμφωνήθηκε ετήσια αναπροσαρμογή του μισθώματος, γεγονός που σημαίνει ότι πρόθεση του εκμισθωτή ήταν να μην παραμένει σταθερό το μίσθωμα καθ' όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, αλλά να αυξάνεται κατά ορισμένο ποσοστό ετησίως...

Εν προκειμένω ο εκκαλών ισχυρίζεται ότι η άσκηση της ένδικης αξίωσης του εφεσιβλήτου είναι καταχρηστική, διότι αδράνησε μακροχρόνια για την άσκησή της χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε έγγραφη όχληση προς καταβολή των καθυστερούμενων μισθωμάτων, την οποία άσκησε μετά την πώληση του μισθίου, επακολούθησε το έτος 2017 νέα μίσθωση του μισθίου με μισθώτρια τη μητέρα του, με μίσθωμα 650 ευρώ έναντι του οριζόμενου μισθώματος 1.204,08 ευρώ για το έτος 2016, η συνολική οφειλή του, συνυπολογιζομένων των τόκων, υπερβαίνει το ποσό των 30.000 ευρώ και συνεπάγεται την οικονομική καταστροφή του και ο εφεσίβλητος οδηγήθηκε στην άσκηση αυτής από λόγους εκδίκησης, επειδή ήθελε να πωλήσει το μίσθιο με μεγαλύτερο τίμημα, αν ήταν ελεύθερο, γεγονός που τον εμπόδιζε η μίσθωση, διότι η νέα μισθώτρια αρνιόταν να συναινέσει στη λύση της μίσθωσης.

Τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, αληθή υποτιθέμενα, δεν αντιστρατεύονται τα κριτήρια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, διότι για την επιδίωξη της απαίτησης δεν απαιτείται οποιαδήποτε όχληση και εναπόκειται στον δικαιούχο αυτής πότε θα επιδιώξει την ικανοποίησή της, το δε ύψος της συνολικής οφειλής δημιούργησε η εκ μέρους του πολυετής μη καταβολή του συμφωνηθέντος μισθώματος, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να επικαλείται καταχρηστικότητα (άρα ακυρότητα - ΑΚ 174, 180), διότι σε αντίθετη περίπτωση κάθε οφειλέτης θα συσσώρευε χρέος και επικαλούμενος καταχρηστικότητα λόγω επαχθών συνεπειών θα επιδίωκε την μη εκπλήρωση της οφειλής του, γεγονός που αποδοκιμάζει ο νόμος (ΑΚ 288), περαιτέρω δε, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων προέβη δικαστικώς στην ικανοποίηση της απαίτησής του από λόγους εκδίκησης." Στην προκείμενη περίπτωση με το πρώτο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.

λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση, όπως εκτιμάται το αναιρετήριο από το Δικαστήριο τούτο, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τους νομίμως προταθέντες ισχυρισμούς του περί κατάργησης του όρου αναπροσαρμογής του μισθώματος δια "προφορικής τροποποίησης της αρχικής συμβάσεως" και "καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος" με την αγωγή.

Ωστόσο ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το ανωτέρω παρατιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο, που δίκασε, έλαβε υπόψη αμφότερους τους εν λόγω προταθέντες ισχυρισμούς και τους απέρριψε κατ'ουσίαν, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν.

Προσέτι και ο δεύτερος λόγος ομοίως εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση του περί του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του ότι η συμφωνία περί κατάργησης του όρου αναπροσαρμογής ήταν σιωπηρή, κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού ο αναιρεσείων δεν επικαλείται, σαφώς και ειδικά στο αναιρετήριο, ότι είχε προτείνει στο Εφετείο το εν λόγω ισχυρισμό, οπότε και μόνο θα ήταν δυνατή η παραδεκτή προβολή του παραπάνω αναιρετικού λόγου, ενόψει της μη συνδρομής στην ένδικη περίπτωση κάποιας από τις αναφερόμενες στη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαίρεσης, η οποία θα καθιστούσε παραδεκτή την για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου προβολή του παραπάνω αναιρετικού λόγου.

Επιπλέον και ο τρίτος ομοίως εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση του περί του ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "την επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας" κατά το επίδικο διάστημα κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την έννοια της προκείμενης διάταξης.

Περαιτέρω με τον έκτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια για παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου διάταξης της ΑΚ 281. Ωστόσο με βάση τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, όπως παραπάνω παρατίθενται, σαφώς προκύπτει ότι ο εν λόγω κανόνας ουσιαστικού δικαίου ορθώς δεν εφαρμόστηκε, διότι δεν συνέτρεχαν στη προκείμενη περίπτωση οι προϋποθέσεις εφαρμογής του.

Τέλος οι τέταρτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 και πέμπτος εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγοι είναι απορριπτέοι, προεχόντως ως αόριστοι, διότι δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο ειδικά και συγκεκριμένα οι φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου, ούτε εξειδικεύεται με τη δέουσα σαφήνεια και πληρότητα το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και την εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, αλλά και ούτε η πλημμέλεια που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την ανεπάρκεια της αιτιολογίας της.

Προσέτι οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και διότι υπό το πρόσχημα της πλημμέλειας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 561 αρ. 1 ΚΠολΔ).Εξάλλου σε κάθε περίπτωση από το ως άνω παρατιθέμενο απόσπασμα της προσβαλλόμενης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις κρίσιμες εφαρμοσθείσες στη προκείμενη περίπτωση διατάξεις.

Κατόπιν όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος για να ερευνηθεί, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέθεσε ο αναιρεσείων για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στο Δημόσιο Ταμείο Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων λόγω της ήττας του (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από …. (αρ. κατ. ……) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. ….. οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ. Διατάσσει να εισαχθεί στο Δημόσιο Ταμείο το παράβολο, που κατατέθηκε για την ως άνω αίτηση αναίρεσης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2022.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ