Supreme Court partially allows appeal against theft conviction, removing aggravating circumstances and sentencing for co-defendant benefit.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a theft conviction, striking aggravating circumstances and sentencing provisions to apply the more lenient law. The court found that the new law's provisions were more favorable and that the appeal's reasoning benefited all co-defendants, not just the appellant. Consequently, the court extended the favorable outcome to the co-defendant who did not appeal and remitted the sentencing portion for a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticle 2 of the new Penal Code; Article 372 of the Penal Code: When multiple laws apply, the one leading to more lenient treatment governs, and if an appeal by one co-defendant yields favorable results based on objective grounds, those results extend to other co-defendants without their participation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1940 / 2019 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1940/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' Ποινικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Διονυσία Μπιτζούνη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (σύμφωνα με την υπ' αριθ. 194/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου), Γεώργιο Παπαηλιάδη, Ναυσικά Φράγκου, Βασιλική Ηλιοπούλου και Μαρία Βασδέκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του στις 18 Οκτωβρίου 2019, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ελένης Μετσοβίτου - Φλουρή, (κωλυομένου του Εισαγγελέως) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Α. του Ι., κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον δικηγόρο Χρήστο Σπυρόπουλο ο οποίος ορίστηκε με την υπ' αριθ. 219/2019 πράξη του Προέδρου του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 26/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος, ζητάει την αναίρεση της αποφάσεως αυτής για τους λόγους που αναφέρονται στην από 23.5.2019 αίτησή του, που καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με αριθμό 951/2019.
Αφού άκουσε Την Εισαγγελέα η οποία πρότεινε να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο για νέα επιμέτρηση της ποινής σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 372 Π.Κ. και τον ορισθέντα δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 26/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου, με την οποία αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την αξιόποινη πράξη της κλοπής κατά συναυτουργία και κατ' εξακολούθηση από δράστες που είχαν ενωθεί να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια, σε ποινή κάθειρξης έξι (6) ετών, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα και πρέπει να ερευνηθεί κατ' ουσία.
Α) Κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 του νέου Ποινικού Κώδικα ( Ν. 4619/2019) "Αν από την τέλεση της πράξης ως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν περισσότερες διατάξεις νόμων, εφαρμόζεται αυτή που στη συγκεκριμένη περίπτωση οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου". Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή επιεικέστερος είναι ο νόμος που στη συγκεκριμένη κάθε φορά περίπτωση και όχι αφηρημένα οδηγεί στην ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου, αυτό δε που ενδιαφέρει δεν είναι εάν ο νόμος στο σύνολο του είναι επιεικέστερος για τον κατηγορούμενο, αλλά εάν περιέχει διατάξεις που είναι επιεικέστερες γι' αυτόν και δεν αποκλείεται στη συγκεκριμένη περίπτωση να εφαρμοσθεί εν μέρει ο προηγούμενος νόμος και εν μέρει ο νεότερος νόμος, με επιλογή των ευμενέστερων διατάξεων καθενός από αυτούς και έτσι να εφαρμόζεται αφενός ένας νόμος ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και αφετέρου άλλος νόμος ως προς την απειλούμενη ποινή. Περαιτέρω, εάν από τη σύγκριση των περισσότερων διατάξεων προκύψει ότι ο κατηγορούμενος, όπως κατηγορείται, επιβαρύνεται το ίδιο από όλους τους νόμους, τότε εφαρμοστέος είναι ο νόμος που ίσχυσε κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης, διαφορετικά ο νεότερος επιεικέστερος.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 514 και 511 εδ. τελ. ΚΠΔ προκύπτει ότι στην περίπτωση που μετά την δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης μεταβλήθηκε το νομοθετικό καθεστώς, όσον αφορά τα στοιχεία της αξιόποινης πράξης ή και την προβλεπόμενη ποινή, κύρια ή παρεπόμενη, ο Άρειος Πάγος εφαρμόζει και αυτεπάγγελτα, κατ' άρθρο 2 παρ. 1 του ΠΚ, το νόμο που ίσχυε από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της και περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, εφόσον η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή, ανεξάρτητα από την εμφάνιση ή μη του κατηγορουμένου κατά τη συζήτηση της τελευταίας (ΑΠ 1458/2019, ΑΠ 130/2017).
Β) Κατά το άρθρο 372 του καταργηθέντος ΠΚ " όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών, κατά δε το άρθρο 374 ίδιου ΠΚ " η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών α).., β).., γ)..
δ) αν η κλοπή τελέστηκε από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες ε) αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια ...." Ήδη με τον ισχύοντα από 1-7-2019 νέο Ποινικό Κώδικα (Ν. 4619/2019) καταργήθηκαν οι άνω διακεκριμένες περιπτώσεις κλοπής, της τέλεσης δηλαδή από δύο ή περισσότερους που είχαν ενωθεί να διαπράττουν κλοπές ή ληστείες ή αν η πράξη τελέστηκε από πρόσωπο που διαπράττει κλοπές ή ληστείες κατ' επάγγελμα ή κατά συνήθεια και στο νέο άρθρο 372 ΠΚ ορίζεται ότι " όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει ) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα, τιμωρείται με φυλάκιση έως τρία έτη ή χρηματική ποινή και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας ή η πράξη τελέστηκε με διάρρηξη, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή", στο δε άρθρο 374 παρ. 1 ότι " η κλοπή τιμωρείται με κάθειρξη έως δέκα έτη και χρηματική ποινή αν α) ο υπαίτιος αφαιρεί από τόπο προορισμένο για θρησκευτική λατρεία, πράγμα αφιερωμένο σ' αυτή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας, β) ο υπαίτιος αφαιρεί πράγμα επιστημονικής ή καλλιτεχνικής ή αρχαιολογικής ή ιστορικής σημασίας που βρίσκεται σε συλλογή εκτεθειμένη σε κοινή θέα ή σε δημόσιο οίκημα ή σε άλλο δημόσιο τόπο ή γ) η συνολική αξία των αφαιρεθέντων αντικειμένων υπερβαίνει το ποσό των 120.000 ευρώ".
Επομένως, κατά τον ισχύοντα ΠΚ η κλοπή με τα άνω χαρακτηριστικά, η οποία ήταν πριν διακεκριμένη, έπαυσε να είναι κακούργημα και εντάσσεται πλέον στο βασικό έγκλημα του άρθρου 372, το οποίο τιμωρείται ως πλημμέλημα με τις προαναφερόμενες κατά περίπτωση ποινές και η εφαρμογή της νεότερης αυτής διάταξης οδηγεί σε ευμενέστερη μεταχείριση του κατηγορουμένου ως προς το χαρακτήρα του εγκλήματος και την απειλούμενη ποινή.
Γ) Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας στοιχειοθετεί λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες το δικαστήριο συνήγαγε τα περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Για την ύπαρξη ειδικής αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένα αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Πρέπει, όμως, να προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη και εξέτασε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά για να μορφώσει την περί ενοχής ή αθωότητας του κατηγορουμένου κρίση του καθώς και κάθε στοιχείο που αφορά την προσωπικότητά του και επηρεάζει την επιμέτρηση της ποινής.
Ακόμη, πρέπει να προκύπτει ότι το δικαστήριο ερεύνησε με επιμέλεια κάθε στοιχείο ή αποδεικτικό μέσο που επικαλέστηκε υπέρ αυτού ο κατηγορούμενος αν αυτό είναι χρήσιμο για να εξακριβωθεί η αλήθεια. Δεν αποτελούν, όμως, λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης μεταξύ τους των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται κατά το είδος τους αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: " Οι κατηγορούμενοι στον ..., την 17/11/2017, από κοινού ενεργώντας, ήτοι με κοινό δόλο και συναπόφαση και αφού μάλιστα είχαν συνενωθεί για την τέλεση κλοπών, από πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας τόσο κατ' επάγγελμα, καθώς από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης κλοπών, προκύπτει σκοπός τους για πόρισμά εισοδήματος, όσο και κατά συνήθεια, καθώς την επανειλημμένη τέλεση κλοπών προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων (κλοπών), ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, με πρόθεση αφαίρεσαν από την κατοχή άλλων ξένα ολικά κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα.
Ειδικότερα:1)Στην παραλία ..., την 17/11/2017, αφού είχαν συνενωθεί για την τέλεση κλοπών, από κοινού ενεργώντας κατόπιν συναπόφασης, εισήλθαν στην καντίνα ιδιοκτησίας του Δ. Θ., σπάζοντας μεντεσέ στο παράθυρο, αφαίρεσαν από την κατοχή του τα εξής αντικείμενα: 1) ένα μηχάνημα για αφρόγαλα, 2) 20 κονσέρβες, 7 κιλά καφέ περίπου, 2 κιλά μέλι περίπου και 2 'Δ κιλά γλυκό κεράσι με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. 2)Στο λιμένα ..., την 17/11/2017, αφού είχαν συνενωθεί για την τέλεση κλοπών, από κοινού ενεργώντας κατόπιν συναπόφασης, εισήλθαν στην ταβέρνα ιδιοκτησίας του Γ.
Κ. με την επωνυμία "...", αφαίρεσαν από την κατοχή του, μεταξύ άλλων, τα εξής αντικείμενα: 1) το χρηματικό ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ που βρισκόταν στο ταμείο του άνω καταστήματος, 2) ένα φορητό υπολογιστή μάρκας TOSHIBA SATELLITE, με την τσάντα του, εντός της οποίας βρίσκονταν διάφορα έγγραφα, ένα βιβλιάριο καταθέσεων της ...
και δύο (2) κάρτες μνήμης, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. 3)
Στο λιμένα ..., την 17/11/2017, αφού είχαν συνενωθεί για την τέλεση κλοπών, από κοινού ενεργώντας κατόπιν συναπόφασης, εισήλθαν στην ταβέρνα ιδιοκτησίας της Μ. Τ. με την επωνυμία "...", αφαίρεσαν από την κατοχή του, τα εξής αντικείμενα: 1) το χρηματικό ποσό των διακοσίων (200) ευρώ που βρίσκονταν στο ταμείο του άνω καταστήματος και 2) μια σόμπα υγραερίου (μαντιάριο), με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. Από δε την υποδομή που είχαν διαμορφώσει (διαρρήξεις) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης κλοπών, καθώς από την επανειλημμένη τέλεση κλοπών προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων (κλοπών), ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους. Τις πράξεις τους αυτές αβίαστα ομολόγησαν και οι ίδιοι οι κατηγορούμενοι, συνεπώς πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι για τις ανωτέρω κλοπές, απορριπτομένων των ισχυρισμών περί έλλειψης καταλογισμού ή μειωμένου καταλογισμού και μέθης καθόσον δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο τέλεσης των ως άνω κλοπών δεν είχαν συνείδηση του αδίκου των πράξεών τους ή ότι βρίσκονταν σε τέτοια κατάσταση μέθης εξαιτίας της οποίας να μειώθηκε σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, αντιθέτως η τέλεση περισσότερων κλοπών μέσα σε λίγη ώρα, η ταχύτητα με την οποία έδρασαν και η ποσότητα των πραγμάτων που έκλεψαν, κατά τα προαναφερθέντα, καταδεικνύει ότι είχαν πλήρη επίγνωση των πράξεών τους και πλήρη έλεγχο του εαυτού τους".
Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε ενόχους τους κατηγορουμένους του ότι: " Στον ..., την 17/11/2017, από κοινού ενεργώντας, ήτοι με κοινό δόλο και συναπόφαση και αφού μάλιστα είχαν συνενωθεί για την τέλεση κλοπών, από πρόθεση, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, ενεργώντας τόσο κατ' επάγγελμα, καθώς από την υποδομή που είχαν διαμορφώσει με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης κλοπών, προκύπτει σκοπός τους για πόρισμά εισοδήματος, όσο και κατά συνήθεια, καθώς την επανειλημμένη τέλεση κλοπών προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων (κλοπών), ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους, με πρόθεση αφαίρεσαν από την κατοχή άλλων ξένα ολικά κινητά πράγματα, με σκοπό να τα ιδιοποιηθούν παράνομα.
Ειδικότερα: 1) Στην παραλία ..., την 17/11/2017, αφού είχαν συνενωθεί για την τέλεση κλοπών, από κοινού ενεργώντας κατόπιν συναπόφασης, εισήλθαν στην καντίνα ιδιοκτησίας του Δ. Θ., σπάζοντας μεντεσέ στο παράθυρο, αφαίρεσαν από την κατοχή του τα εξής αντικείμενα: 1) ένα μηχάνημα για αφρόγαλα, 2) 20 κονσέρβες, 7 κιλά καφέ περίπου, 2 κιλά μέλι περίπου και 2 % κιλά γλυκό κεράσι με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. 2) Στο λιμένα ..., την 17/11/2017, αφού είχαν συνενωθεί για την τέλεση κλοπών, από κοινού ενεργώντας κατόπιν συναπόφασης, εισήλθαν στην ταβέρνα ιδιοκτησίας του Γ.
Κ. με την επωνυμία "...", αφαίρεσαν από την κατοχή του, μεταξύ άλλων, τα εξής αντικείμενα: 1) το χρηματικό ποσό των διακοσίων είκοσι (220) ευρώ που βρισκόταν στο ταμείο του άνω καταστήματος, 2) ένα φορητό υπολογιστή μάρκας TOSHIBA SATELLITE, με την τσάντα του, εντός της οποίας βρίσκονταν διάφορα έγγραφα, ένα βιβλιάριο καταθέσεων της ...
και δύο (2) κάρτες μνήμης, με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης. 3) Στο λιμένα ..., την 17/11/2017, αφού είχαν συνενωθεί για την τέλεση κλοπών, από κοινού ενεργώντας κατόπιν συναπόφασης, εισήλθαν στην ταβέρνα ιδιοκτησίας της Μ. Τ. με την επωνυμία "...", αφαίρεσαν από την κατοχή του, τα εξής αντικείμενα: 1) το χρηματικό'ποσό των διακοσίων (200) ευρώ που βρίσκονταν στο ταμείο του άνω καταστήματος και 2) μια σόμπα υγραερίου (μαντιάριο), με σκοπό παράνομης ιδιοποίησης.
Από δε την υποδομή που είχαν διαμορφώσει ( διαρρήξεις ) με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης κλοπών, καθώς και από την επανειλημμένη τέλεση κλοπών προκύπτει σταθερή ροπή τους προς διάπραξη των συγκεκριμένων εγκλημάτων (κλοπών) ως στοιχείο της προσωπικότητάς τους".
Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της αξιόποινης πράξης, για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ποινικές διατάξεις των άρθρων 372 και 374 περ. δ 'και ε' του του προϊσχύσαντος ΚΠΔ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου ώστε να στερήσει την απόφαση νόμιμης βάσης.
Επομένως, ο προβαλλόμενος από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και έλλειψη νόμιμης βάσης, χωρίς άλλες ειδικότερες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Δ) Τέλος, η επιβαλλόμενη από το άρθρο 93 παρ. 3 του Συντάγματος και το άρθρο 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αναφέρεται τόσο στην κρίση για την ενοχή όσο και στην κρίση για την απόρριψη αυτοτελών ισχυρισμών του κατηγορουμένου. Αυτοτελείς είναι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή στην άρση ή τη μείωση της ικανότητας καταλογισμού ή στην εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξης ή στη μείωση της ποινής κλπ., ενώ δεν είναι αυτοτελείς όσοι ισχυρισμοί απλώς αρνούνται ή αποκρούουν στοιχεία της κατηγορίας, οι οποίοι, λόγω της φύσης τους, αντιμετωπίζονται με την κύρια αιτιολογία της απόφασης για την ενοχή. Η μη απάντηση του δικαστηρίου σε αυτοτελή ισχυρισμό συνιστά έλλειψη ακρόασης κατά το άρθρο 170 παρ. 2 ΚΠΔ, που επιφέρει σχετική ακυρότητα της διαδικασίας, και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β` ΚΠΔ, ενώ όταν δεν αιτιολογείται ειδικά η απόρριψη αυτοτελούς ισχυρισμού στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠΔ. Το δικαστήριο, όμως, δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει σε αυτοτελή ισχυρισμό που δεν προβάλλεται με τρόπο σαφή, ορισμένο και πλήρη ή δεν προβάλλεται παραδεκτά για άλλον λόγο, ούτε να διαλάβει στην απόφασή του ειδική αιτιολογία γι` αυτόν ( ΑΠ 733/2017).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος δια του συνηγόρου του πρόβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί εφαρμογής του άρθρου 34 ΠΚ, άλλως του άρθρου 36 ΠΚ, επικαλούμενος κατά λέξη τα εξής: " κατά το χρόνο της τελέσεως των κλοπών για τις οποίες κατηγορούμαι ήμουν υπό την επήρεια αλκοόλ και ναρκωτικών ουσιών και δεν είχα την ικανότητα να αντιληφθώ το άδικο των πράξεών μου και γι' αυτό πρέπει οι πράξεις να μην μου καταλογισθούν, άλλως να επιβληθεί σε μένα μειωμένη ποινή λόγω ελαττωμένης ικανότητας προς καταλογισμό".
Επίσης, ζήτησε " να αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 ε". Το δικαστήριο απέρριψε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ανικανότητας, άλλως μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό με την προσήκουσα ειδική αιτιολογία δεχόμενο ότι "δεν αποδείχθηκε ότι κατά το χρόνο τέλεσης των κλοπών δεν είχε συνείδηση του αδίκου των πράξεών του ή ότι βρισκόταν σε τέτοια κατάσταση μέθης εξαιτίας της οποίας να μειώθηκε σημαντικά η ικανότητα για καταλογισμό, αντιθέτως η τέλεση περισσοτέρων κλοπών μέσα σε λίγη ώρα, η ταχύτητα με την οποία έδρασε (αυτός και ο συγκατηγορούμενος του) και η ποσότητα των πραγμάτων που έκλεψαν, κατά τα προαναφερθέντα καταδεικνύει ότι είχαν πλήρη επίγνωση των πράξεών τους και πλήρη έλεγχο του εαυτού τους", τον δε αυτοτελή ισχυρισμό περί αναγνώρισης της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 ε ΠΚ, ο οποίος με την αναφορά μόνο της διάταξης του νόμου ήταν παντελώς αόριστος, παρότι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει, τον απέρριψε με την ακόλουθη αιτιολογία " δεν αποδείχθηκε ότι επί μακρό χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της πράξης του επέδειξε καλή συμπεριφορά, αφού αφενός δεν παρήλθε μεγάλο χρονικό διάστημα από την τέλεση των κλοπών στις 17-11-201, αφετέρου πέραν του ότι επέδειξε καλή συμπεριφορά στις φυλακές όπου κρατείται δεν αποδείχθηκε κάτι ειδικότερο για τη συμπεριφορά του που να δικαιολογεί την αναγνώριση του ως άνω ελαφρυντικού", ενώ για τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό περί μετατροπής της κατηγορίας σε πλημμέλημα διέλαβε αιτιολογία με την κύρια επί της ενοχής κρίση του.
Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α'ΚΠΔ) ως προς την απόρριψη των παραπάνω αυτοτελών ισχυρισμών της ανικανότητας ή της μειωμένης ικανότητας προς καταλογισμό και της αναγνώρισης του ελαφρυντικού του άρθρου 84 παρ. 2 ε' ΠΚ και του αρνητικού ισχυρισμού περί μετατροπής της κατηγορίας, αν και αλυσιτελής η σχετική αιτίαση, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ε) Κατ' ακολουθίαν των όσων στην αρχή αναφέρθηκαν, εφόσον κατά το νέο ΠΚ, ο οποίος ίσχυσε μετά τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, η πράξη για την οποία καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος (κλοπή κατ' εξακολούθηση από δράστες που είχαν ενωθεί να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια) κατέστη πλημμέλημα, αφού τυποποιείται στο άρθρο 372 παρ.1 ΠΚ, πρέπει κατ' αυτεπάγγελτη εφαρμογή της νεότερης επιεικέστερης διάταξης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση τόσο ως προς τη συνδρομή των άνω επιβαρυντικών περιστάσεων, όσο και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής, να απαλειφθούν από το διατακτικό της προσβαλλόμενης οι επιβαρυντικές περιστάσεις της τέλεσης των κλοπών από δράστες που είχαν ενωθεί για να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές ( άρθρο 522 ΚΠΔ), απορριπτομένης κατά τα λοιπά της αίτησης αναίρεσης.
ΣΤ) Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 469 του ΚΠΔ, "Αν στο έγκλημα συμμετείχαν περισσότεροι ή αν η ποινική ευθύνη ενός κατηγορουμένου εξαρτάται σύμφωνα με το νόμο από την ευθύνη του άλλου, το ένδικο μέσο που ασκεί κάποιος από τους κατηγορουμένους, ακόμη και όταν χορηγείται μόνο σ` αυτόν από το νόμο, καθώς και οι λόγοι τους οποίους προτείνει, αν δεν αναφέρονται αποκλειστικά στο πρόσωπό του, ωφελούν και τους υπόλοιπους κατηγορουμένους ......".
Κατά την έννοια της παραπάνω διάταξης, δικαιολογητικός λόγος της οποίας είναι η αρχή της ισότητας και η εναρμόνιση των ευνοϊκών αποτελεσμάτων για όλους τους συμμέτοχους, γενικές προϋποθέσεις για όλες τις άνω προβλεπόμενες περιπτώσεις εφαρμογής του άρθρου αυτού είναι: α) να ασκήθηκε το ένδικο μέσο από συγκατηγορούμενο που δικαιούνταν να ασκήσει αυτό και δεν κρίθηκε για οποιονδήποτε λόγο απαράδεκτο, β) οι προταθέντες από αυτόν λόγοι να μην άρμοζαν αποκλειστικώς στο πρόσωπό του και γ) οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι είτε δεν δικαιούνται να ασκήσουν το ένδικο μέσο, είτε δικαιούνται μεν, αλλά δεν το άσκησαν εντός της νόμιμης προθεσμίας ή το άσκησαν και τούτο απορρίφθηκε ως απαράδεκτο ή ανυποστήρικτο.
Δηλαδή καθιερώνεται υπέρ του συγκατηγορουμένου του ασκήσαντος το ένδικο μέσο της αναίρεσης, επέκταση της ευνοϊκής κρίσης του Αρείου Πάγου, αν οι λόγοι που έγιναν δεκτοί δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο αυτού που άσκησε παραδεκτά το ένδικο μέσο, το οποίο τελικά έγινε δεκτό και ως βάσιμο. Εάν συντρέχουν οι όροι αυτοί, εφόσον με το ασκηθέν ένδικο μέσο βελτιώθηκε η θέση αυτού που το άσκησε, ωφελούνται και οι υπόλοιποι κατηγορούμενοι, αλλά μόνον για αντικειμενικούς λόγους, που δεν αρμόζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του ασκήσαντος το ένδικο μέσο και όχι για λόγους προσωπικούς.
Οι ωφελούμενοι κατά τα παραπάνω από το επεκτατικό αποτέλεσμα, δικαιούνται και δεν υποχρεούνται να συμμετάσχουν στη δίκη ως διάδικοι, κατά τη συζήτηση του ένδικου μέσου του άλλου και να ζητήσουν εφαρμογή του επεκτατικού αποτελέσματος και σε αυτούς, χωρίς να δικαιούνται να προβάλουν άλλους ιδίους λόγους, κύριους ή πρόσθετους, το δε δικαστήριο επεκτείνει και σε αυτούς αυτεπαγγέλτως το ευεργετικό αποτέλεσμα, που προέκυψε από το ένδικο μέσο του αναιρεσείοντος (ΑΠ 120/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση η κατά τα άνω εφαρμογή του επιεικέστερου νόμου δεν αφορά αποκλειστικά το πρόσωπο του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου, αλλά και το πρόσωπο του μη ασκήσαντος αναίρεση συγκατηγορουμένου συναυτουργού Ι. Α.-Π., στον οποίο πρέπει να επεκταθεί το ευεργετικό αποτέλεσμα της ένδικης αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθ. 26/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Βορείου Αιγαίου και δη α) ως προς τη διάταξή της περί συνδρομής των επιβαρυντικών περιστάσεων της τέλεσης των κλοπών από δράστες που είχαν ενωθεί να διαπράττουν κλοπές κατ' επάγγελμα και κατά συνήθεια και β) ως προς τη διάταξή της περί επιβολής ποινής.
Απαλείφει από το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης τις άνω επιβαρυντικές περιστάσεις.
Επεκτείνει το αναιρετικό ως άνω αποτέλεσμα και στον καταδικασθέντα συγκατηγορούμενο Ι. Α.-Π..
Παραπέμπει την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της επιβολής ποινής για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί, αν είναι δυνατόν, από τους ίδιους δικαστές.
Απορρίπτει κατά τα λοιπά την υπό κρίση από 23-5-2019 αίτηση αναίρεσης του Σ. Α..
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Νοεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Δεκεμβρίου 2019.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ