1940/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1940/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1940 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1940/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Πηνελόπη Ζωντανού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ε. Χ. του Χ., κατοίκου ... και 2. Κ. Τ. του Μ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιχσαν Αχμετ-Κεχαγιά, ο οποίος δήλωσε ότι διορθώνει το όνομα της αναιρεσίβλητης στο ορθό "Χ. Ν." αντί του εσφαλμένου "Ν. Χ." εκ παραδρομής στο δικόγραφο της αναίρεσης έχει γραφεί .
Της αναιρεσίβλητης: Ν. Χ. του Β. κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευτύχιο Νικόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-2-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 94/2010 του ίδιου Δικαστηρίου και 215/2013 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-11-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Πηνελόπη Ζωντανού, ανέγνωσε την από 20-3-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι) Με την από 15-11-2013 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 215/2013 απόφαση του Εφετείου Θράκης, με την οποία, αφού έγινε δεκτή η έφεση , εξαφανίστηκε η 94/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης και έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή . Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 Κ.Πολ.Δ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).
ΙΙ) Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται, μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.
ΑΠ 27 και 28/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που (ανελέγκτως) δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ αναίρεση χωρεί, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμον αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά τον νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει, όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.
ΑΠ 24/1992, Ολ. ΑΠ 1/1999). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 14 παρ.1 του Συντάγματος, καθένας μπορεί να εκφράζει και να διαδίδει προφορικά, γραπτά και δια του τύπου τους στοχασμούς του, τηρώντας τους νόμους του Κράτους. Κατά δε το άρθρο 10 παρ.1 εδ. α' και β' της ΕΣΔΑ (κυρ. Ν.Δ. 53/1974), κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα στην ελευθερία έκφρασης.
Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει την ελευθερία γνώμης όπως και την ελευθερία λήψης ή μετάδοσης πληροφοριών ή ιδεών, χωρίς επέμβαση των δημοσίων αρχών και ασχέτως συνόρων. Το δικαίωμα όμως αυτό , σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 2 της ΕΣΔΑ (και άρθρου 19 παρ. 3 του διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά δικαιώματα - κυρ. Ν. 2462/1997) υπόκειται σε περιορισμούς και κυρώσεις που προβλέπονται από το νόμο και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπόληψης και των δικαιωμάτων τρίτων.
Επίσης, κατά την παρ. 1 του μόνου άρθρου του Ν. 1178/1981 "Περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία, καθώς και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που προξενήθηκε υπαίτια με δημοσίευμα, το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 του ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 του ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 του ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στο συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν ο τελευταίος είναι άγνωστος στον εκδότη ή στο διευθυντή συντάξεως του εντύπου.
Στην παρ. 2 του ιδίου άρθρου, όπως αυτή αντικαταστάθηκε με την παρ. 4 του μόνου άρθρου του Ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 του ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από κάποια από τις προβλεπόμενες στην προηγούμενη παράγραφο πράξεις ορίζεται, εφόσον αυτές τελέσθηκαν δια του τύπου, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των αναφερόμενων κατά περίπτωση ποσών.
Εξ άλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57 εδ. α, 59 εδ. α, 914, 932 ΑΚ και 361, 362, 363, 367 ΠΚ συνάγεται, ότι, σε περίπτωση υπαίτιας προσβολής της τιμής ή της υπόληψης άλλου, με συκοφαντική δυσφήμηση, ή απλή δυσφήμηση ή εξύβριση, το δικαστήριο μπορεί να καταδικάσει τον προσβολέα να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη του προσβληθέντος.
Η πρoβλεπόμενη από το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αποφασίζεται (κατ' αρχήν αναιρετικώς ανέλεγκτα) από το ουσιαστικό δικαστήριο με βάση τους ισχυρισμούς και τα αποδεικτικά στοιχεία που θέτουν στη διάθεσή του οι διάδικοι, επιβάλλεται όμως σε κάθε περίπτωση να τηρείται, κατά τον καθορισμό του επιδικαζόμενου ποσού, η αρχή της αναλογικότητας ως γενική νομική αρχή και δη αυξημένης τυπικής ισχύος με την έννοια ότι η σχετική κρίση του δικαστηρίου, δεν πρέπει να υπερβαίνει τα ακραία όρια της διακριτικής ευχέρειας, πράγμα που, αν συμβαίνει, ελέγχεται ως παραβίαση της ανωτέρω γενικής νομικής αρχής, ήτοι ως πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.
Τέλος, το άρθρο 367 ΠΚ ορίζει στην παρ. 1 αυτού: "Δεν αποτελούν άδικη πράξη α) οι δυσμενείς κρίσεις ... καθώς και γ) οι εκδηλώσεις που γίνονται για την εκτέλεση νομίμων καθηκόντων, την άσκηση νόμιμης εξουσίας ή για τη διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον ..." και στη δεύτερη παράγραφο: "Η προηγούμενη διάταξη δεν εφαρμόζεται α) όταν οι παραπάνω κρίσεις και εκδηλώσεις περιέχουν τα συστατικά στοιχεία της πράξης του άρθρου 363 (δηλαδή της συκοφαντικής δυσφήμησης) καθώς και β) όταν από τον τρόπο εκδήλωσης ή από τις περιστάσεις, υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη, προκύπτει σκοπός εξύβρισης".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ο άδικος χαρακτήρας των πράξεων της εξύβρισης και της απλής δυσφήμισης (αρθρ. 361 και 362 ΠΚ) αίρεται και στην περίπτωση που οι σχετικές εκδηλώσεις γίνονται για διαφύλαξη (προστασία) δικαιώματος ή από άλλο δικαιολογημένο ενδιαφέρον. Τέτοιο δε ενδιαφέρον έχει και κάθε πρόσωπο, που έχει τις κατάλληλες γνώσεις και προϋποθέσεις, να ενημερώσει υπεύθυνα την κοινή γνώμη για ζήτημα γενικότερης σημασίας που την αφορά.
Έτσι είναι επιτρεπτές κρίσεις, εκδηλώσεις, δημοσιεύματα, σχόλια για την πληροφόρηση, ενημέρωση και κατατόπιση του κοινού συνοδευόμενα ακόμη και από οξεία κριτική και δυσμενείς χαρακτηρισμούς των προσώπων στα οποία αναφέρονται. Στην περίπτωση όμως, αυτή ο άδικος χαρακτήρας της εξυβριστικής ή δυσφημιστικής εκδήλωσης δεν αίρεται και, συνεπώς, παραμένει η παρανομία ως συστατικό στοιχείο της αδικοπραξίας, όταν η άνω εκδήλωση αποτελεί συκοφαντική δυσφήμηση ή όταν από τον τρόπο ή τις περιστάσεις που έγινε αυτή προκύπτει σκοπός εξύβρισης, δηλαδή σκοπός που κατευθύνεται ειδικώς σε προσβολή της τιμής άλλου, με αμφισβήτηση της ηθικής ή κοινωνικής αξίας του προσώπου του ή με περιφρόνηση αυτού.
Ειδικός σκοπός εξύβρισης, που, ως νομική έννοια, ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, υπάρχει στον τρόπο εκδήλωσης της προσβλητικής της τιμής άλλου συμπεριφοράς, όταν αυτός δεν ήταν αντικειμενικά αναγκαίος για την δέουσα απόδοση του περιεχομένου της σκέψης εκείνου που φέρεται ότι ενεργεί από δικαιολογημένο ενδιαφέρον και ο οποίος μολονότι γνώριζε τούτο, χρησιμοποίησε τον τρόπο αυτό για να προσβάλλει τη τιμή άλλου.
Η τελευταία αυτή διάταξη (ΠΚ 367) για την ενότητα της έννομης τάξης εφαρμόζεται αναλογικά και στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, όπως αυτός οριοθετείται από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 57-59 και 914 επ. ΑΚ. Επομένως, όταν αίρεται ο άδικος χαρακτήρας των ως άνω αξιόποινων πράξεων (με την επιφύλαξη της ΠΚ 367 παρ. 2), αποκλείεται και το στοιχείο του παρανόμου της επιζήμιας συμπεριφοράς ως όρου της αντίστοιχης αδικοπραξίας του αστικού δικαίου (ΑΠ 500/2012 , ΑΠ 447/2012, ΑΠ 34/2010).
ΙΙΙ) Στην προκειμένη περίπτωση , το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "Η ενάγουσα είναι δασκάλα της πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης και από το σχολικό έτος 2004 - 2005 υπηρετεί στο μειονοτικό δημοτικό σχολείο του ... του Δήμου ... του Νομού Έβρου. Μάλιστα λόγω του διορισμού της στο προαναφερόμενο σχολείο και της χαρακτηριστικής επιθυμίας της να αναπτύξει στενούς δεσμούς και σχέσεις με τους μαθητές της και τις οικογένειές τους, αποφάσισε μαζί με το σύζυγό της να μετεγκατεσταθούν οικογενειακά και μόνιμα στο ανωτέρω χωριό, σε οίκημα που παραχωρείται από την Ελληνική Πολιτεία στους ελληνόφωνους εκεί τοποθετημένους δασκάλους, απόφαση που ενισχύθηκε από το γεγονός ότι με βάση την κείμενη νομοθεσία και ειδικότερα τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 19 του Ν.2341/1995, οι εκπαιδευτικοί που υπηρετούν σε μειονοτικά σχολεία είναι υποχρεωμένοι να παραμένουν κατά τις εργάσιμες ημέρες στην έδρα του σχολείου.
Εξαρχής η ενάγουσα επέδειξε ζήλο και αφοσίωση στη διαπαιδαγώγηση και στη διδασκαλία των Ελλήνων, Μουσουλμάνων κατά το θρήσκευμα, μαθητών της, διδάσκοντάς τους την ελληνική γλώσσα, ιστορία και πολιτισμό, ενώ διέθετε συχνά τον ελεύθερο χρόνο της προκειμένου να παραδώσει απογευματινά μαθήματα ενισχυτικής διδασκαλίας σε παιδιά που αντιμετώπιζαν μαθησιακές δυσκολίες, αλλά και σε ενήλικες συγχωριανές της Ελληνίδες Μουσουλμάνες, που δεν γνώριζαν την ελληνική γλώσσα.
Στα πλαίσια του παιδαγωγικού ρόλου που της ανατέθηκε επιδίωξε να εμφυσήσει στους μαθητές της την αγάπη της για τα γράμματα προκειμένου να τους καταστήσει, όπως η ίδια συχνά έλεγε, ελεύθερα πνεύματα. Επιπλέον, ενθάρρυνε τη θρησκευτική τους συνείδηση και ελευθερία προς τούτο δε μάλιστα είχε αναρτήσει στις μαθητικές αίθουσες φράσεις από το Κοράνι ενώ, πρωτοστάτησε και στην έκδοση της σχολικής εφημερίδας με τον τίτλο "ΔΕΡΕΙΟ στη ΓΝΩΣΗ", η οποία τον Ιούνιο του 2008 είχε ως θέμα τα δικαιώματα των παιδιών και ως περιεχόμενο εκθέσεις, φράσεις και ποιήματα μαθητών του προαναφερόμενου μειονοτικού σχολείου αλλά και ακροτελεύτιο κείμενο της ίδιας στο οποίο γίνεται σαφής αναφορά στο δικαίωμα κάθε ανθρώπου να απολαμβάνει ισονομίας και ισοπολιτείας ανεξαρτήτως θρησκείας και γλώσσας.
Η προπεριγραφείσα συμπεριφορά της ενάγουσας είχε ως αποτέλεσμα να αναστρέψει το αρχικά καθολικά δύσπιστο και καχύποπτο κλίμα που αντιμετώπισε με την άφιξη της από τους κατοίκους της περιοχής, που οφειλόταν κατά το μάλλον στη διαφορετικότητα της θρησκείας της και στην επιλογή της να διαμείνει στην έδρα της οργανικής της θέσης και να καταστήσει σταδιακά την ίδια πρόσωπο αγαπητό και προσφιλές σε μεγάλη μερίδα των συγχωριανών της ιδίως όμως στους μαθητές της.
Το σχολικό έτος 2009-2010 ανατέθηκε στην ενάγουσα η διδασκαλία της Ελληνικής Γλώσσας στους μαθητές της Α' και της Β' τάξης του ίδιου μειονοτικού σχολείου και στις 7 Δεκεμβρίου 2009, όπως συνηθιζόταν στα πλαίσια του συστήματος της βιωματικής διδασκαλίας που η ίδια ακολουθούσε, ζήτησε από τους μαθητές της να διατυπώσουν λέξεις που ήδη γνωρίζουν και οι οποίες αρχίζουν από το γράμμα Θήτα.
Οι τελευταίοι ανέφεραν τις λέξεις "Θάλασσα", "Θησαυρός", "Θεός" και "Θρανίο" και ακολούθως η ενάγουσα τους ανέθεσε την ίδια ημέρα ως εργασία να αντιγράψουν τις ανωτέρω, γνωστές σ! αυτούς, λέξεις, στο τετράδιο αντιγραφής που ο καθένας από αυτούς τηρούσε. Μάλιστα, προς τούτο η ενάγουσα έθεσε σε καθένα από τα τετράδια αντιγραφής των συνολικά πέντε μαθητών της τη σημείωση "Εργασία:
Να αντιγράψεις τις λέξεις: η θάλασσα, ο Θεός, ο θησαυρός, το θρανίο", γεγονός που δεν καταλείπει καμία αμφιβολία για το προαναφερόμενο ακριβές περιεχόμενο της εργασίας που τους ανέθεσε. Εντούτοις, την 1 Ιανουαρίου 2010, στο υπ' αριθ. 666 φύλλο της εβδομαδιαίας εφημερίδας με το διακριτικό τίτλο "GUNDEM", η οποία ανήκει στην ιδιοκτησία της πρώτης εναγομένης, που είναι παραλλήλως και εκδότρια και γενική διευθύντριά της, δημοσιεύθηκαν δύο άρθρα του δεύτερου εναγομένου, ο οποίος είναι συντάκτης και δημοσιογράφος της ίδιας εφημερίδας, τα οποία δεν ανταποκρίνονται στην αλήθεια.
Ειδικότερα, στην τρίτη σελίδα δημοσιεύθηκε άρθρο γραμμένο στην τουρκική γλώσσα, το οποίο φέρει με έντονα γράμματα μαύρου χρώματος τον τίτλο "ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ... ΠΑΡΑΣΚΗΝΙΑ" και τον υπότιτλο "Κάτι συνέβη στη δασκάλα Χ.! Ζήτησε από τους μαθητές να ζωγραφίσουν την εικόνα του ΑΛΛΑΧ "ΘΕΟΥ"" και κάτω από αυτόν το κείμενο επίσης γραμμένο στην τουρκική γλώσσα, το οποίο μεταφρασμένο νομίμως από την τουρκική στην ελληνική γλώσσα, αυτολεξεί έχει ως εξής: 11 Η Χ.
Ν. είναι η πιο φημισμένη (!) δασκάλα στα σχολεία της τουρκικής μειονότητας της Ανατολικής Θράκης. Αυτή της η δόξα δεν προέρχεται από τις αγαθές της πράξεις, αλλά από τα αποκαλυφθέντα της επιτεύγματα (!). Το άτομο για το οποίο κάνουμε λόγο είναι δασκάλα στο τουρκικό δημοτικό σχολείο του ... που υπάγεται στην περιοχή της ....
Και είναι κόρη του Προέδρου του Αρείου Πάγου. Έχοντας δημιουργήσει καβγάδες με τους χωρικούς, με τους καθηγητές, με την μειονότητα, έχοντας αντιδικίες με τους κηδεμόνες των μαθητών, τι κρίμα που συνεχίζει να διδάσκει παρά την επιμονή των κατοίκων του χωριού. Επιπλέον, παρά τις δηλώσεις της εποπτεύουσας αρχής ότι "θα αλλάξουμε τον τόπο καθηκόντων της", παρά την κινητοποίηση με ερωτήσεις των βουλευτών, παρά τα αιτήματα του προέδρου του δήμου, κατά μυστήριο τρόπο δεν αλλάζουν τα καθήκοντα αυτής της κυρίας.
Γιατί άραγε; Η Ν. που ήρθε στην επικαιρότητα τις περασμένες εβδομάδες λόγω της δίκης μεταξύ αυτής και του Ο. Κ., επειδή "στενοχωρήθηκε" που έφυγε εκτός επικαιρότητας, επανήλθε με νέο επίτευγμα. Πώς; Βάζοντας άσκηση στους μαθητές. Και τι έγινε με αυτό, θα μπορούσε να πει κανείς. Με μια πρώτη ματιά μπορεί να έχουν και δίκιο, αφού κάθε δάσκαλος βάζει ασκήσεις στους μαθητές.
Μόνο που η δασκάλα Χ. δεν έβαλε μία άσκηση έτσι της σειράς". Έβαλε ένα είδος άσκησης που θα αποτελέσει παράδειγμα (!) στην εκπαιδευτική κοινότητα. Πρόκειται για ένα είδος πράγματος που μπορεί να δυσκολέψει τις ικανότητες των παιδιών, τον κόσμο της φαντασίας τους. Άσκηση ενός είδους όμως που μπορεί να καταστρέψει την ψυχολογική κατάσταση των παιδιών και την ισορροπία των παιδιών επί ορισμένων εννοιών.
Η άσκηση της δασκάλας Χ.ς είναι "ζωγραφίστε την εικόνα του Αλλάχ (Θεό)." Ναι ακριβώς έτσι. Άντε να δούμε τώρα εσείς ελάτε και ζωγραφίστε την εικόνα του Αλλάχ. Αυτή η άσκηση της δασκάλας Χ.ς δεν κάνει κανένας να λέει "Αλλάχ Αλλάχ σε καλό να είναι μακάρι"; Μια ελληνίδα Χριστιανή που για χρόνια (ακόμα και με τις διαφωνίες) υπηρετεί σε ένα μειονοτικό δημοτικό δεν ξέρει ότι στο Ισλάμ και στις άλλες θρησκείες δε ζωγραφίζεται η εικόνα του Αλλάχ;
Δεν καταλαβαίνει ότι μπορεί να ανοίξει δρόμο για αντιδράσεις με το να δημιουργεί σύγχυση για μία σοβαρή έννοια στα κεφάλια τους, παίζοντας με τον μικρό κόσμο των παιδιών; Στόχος της είναι να παίξει με τα ιερά των παιδιών που ανήκουν σε άλλη θρησκεία από τη δική της; Αν είναι αυτός ο στόχος της, βρίσκεται σε μεγάλος λάθος η δασκάλα Χ.
και αμέσως πρέπει να παρατήσει αυτόν τον δρόμο. Κανείς δε μπορεί να ζωγραφίσει την εικόνα του Αλλάχ, αλλά σκεφτόμαστε ότι η Χ. Ν. πρέπει να μάθει από την αρχή ό,τι σχετίζεται με τη "διδασκαλία"!". Το άρθρο αυτό δεν υπογράφεται από τον δεύτερο εναγόμενο, πλην όμως ο ίδιος, στον πρώτο βαθμό δεν αμφισβήτησε ότι είναι ο συντάκτης του και επομένως σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο τελευταίος αρνήθηκε όλους τους λοιπούς ισχυρισμούς της ενάγουσας, συνάγεται κατ' άρθρο 261 ΚΠολΔ ομολογία αυτού ότι είναι ο συντάκτης του ως άνω δημοσιεύματος.
Μόλις, το πρώτον, κατά την παρούσα συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου τούτου, ο δεύτερος εναγόμενος προέβαλε τον ισχυρισμό ότι δεν είναι ο συντάκτης των επίμαχων δημοσιευμάτων, πλην όμως απαραδέκτως έπραξε τούτο αφού δεν επικαλείται λόγο βραδείας πρότασης αυτού (άρθρ. 269 και 527 ΚΠολΔ) και συνεπώς τυγχάνει απορριπτέος ως απαράδεκτος, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, ενόψει του ότι αυτός άγει σε ανατροπή της εκκαλουμένης απόφασης (άρθρο 527 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Αντιστοίχως, στην 4η σελίδα δημοσιεύθηκε ενυπόγραφο άρθρο του δεύτερου εναγόμενου, γραμμένο στην τουρκική γλώσσα, το οποίο φέρει με έντονα γράμματα μαύρου χρώματος τον τίτλο "Η ΑΝΤΙΘΕΤΗ ΟΠΤΙΚΗ ΤΟΥ ΤΖΕΜΙΛ ΚΑΜΠΖΑ" και τον υπότιτλο "Τα δώρα, η Χ. και ο Σ...." και κάτω από αυτόν το κείμενο επίσης γραμμένο στην τουρκική γλώσσα, το οποίο μεταφρασμένο νομίμως από την τουρκική στην ελληνική γλώσσα, αυτολεξεί έχει ως εξής: " Η διάσημη Χ.
η "δασκάλα" πάλι βγήκε στο προσκήνιο. Αυτή τη φορά αφήστε το σχέδιο, πραγματικά ξεπέρασε τα όρια. Το ότι ο στόχος της Χ. δεν είναι να διδάξει μερικά πράγματα στους μικρούς μαθητές το ξέρουμε από τις πράξεις της εδώ και τα τελευταία χρόνια. Από τη μέρα που διορίστηκε στο χωριό Μεγάλο Δέρειο ως "δασκάλα" όλο "θέματα" δημιουργούνται από αυτήν την πλευρά.
Έγινε αίτιο να γεννηθούν και να μεγαλώσουν αυτά τα θέματα. Δεν άφησε ήσυχο τον άνθρωπο που προκάλεσε, τον κηδεμόνα που απείλησε Και ακόμη σοβαρότερο, ποτέ δεν έμεινε πίσω στο να ανακατεύει τα καθαρά μυαλά των μαθητών. Δεν είμαι ειδικός της εκπαίδευσης, αλλά τα όσα έχει μέχρι σήμερα πράξει στοιχειοθετούν την αναγνώριση της θέσης ότι "αυτό το άτομο δε μπορεί να είναι δασκάλα!".
Δεν προσέβαλε την πίστη μερικών μεμονωμένων ανθρώπων, η Χ. έκανε και αυτό: Ζήτησε από τους μουσουλμάνους μαθητές (κάτι που είναι και για τον Χριστιανικό κόσμο ιερό σε αυτές τις μέρες), (Θεός φυλάξοι!) να ζωγραφίσουν την εικόνα του Αλλάχ. Αυτή η τελευταία πράξη της Χ. δεν μπορεί να έχει στόχο άλλο από το να εμπαίξει τους πιστούς και να κάνει πλύση εγκεφάλου στα μικρά μυαλουδάκια των παιδιών.
Είναι δυνατόν να ζωγραφίσει κανείς την εικόνα του Αλλάχ; Μία τέτοια απαίτηση από τους μικρούς μαθητές είναι προσβολή στην πίστη, στην θρησκεία του Ισλάμ. Αυτό δεν είναι προσβολή μονάχα για τους μουσουλμάνους Τούρκους στο Μεγάλο Δέρειο, για όλους τους Τούρκους της Ανατολικής Θράκης, είναι για όλον τον Ισλαμικό κόσμο.
Η Χ. πρέπει να ζητήσει συγνώμη από όλο τον κόσμο του Ισλάμ για αυτήν την προσβολή. Η προσβολή που γίνεται ενάντια στην πίστη πρέπει, (εάν η χώρα μας είναι ένα κράτος δικαίου και δημοκρατικό) να τιμωρείται. Προσωπικά, καταδικάζω έντονα τη Χ. για την απαίτησή της από τους μαθητές (Θεός φυλάξοι!) να ζωγραφίσουν την εικόνα του Αλλάχ και περιμένω αμέσως να ζητήσει συγνώμη και να τιμωρηθεί από τους αρμοδίους για της προσβολή που έκανε στον ισλαμικό κόσμο." Με τα ανωτέρω δύο άρθρα δημοσιεύεται, ως πραγματικό περιστατικό και είδηση, ότι η ενάγουσα ανέθεσε στους μαθητές της, οι οποίοι είναι άπαντες μουσουλμάνοι το θρήσκευμα, να ζωγραφίσουν την εικόνα του Αλλάχ, παρά το ότι η απεικόνιση αυτού δεν επιτρέπεται στη μουσουλμανική θρησκεία.
Επίσης, στο πρώτο από τα προαναφερόμενα άρθρα διατυπώνεται ξεκάθαρα ως γεγονός ότι η ενάγουσα έχει δημιουργήσει γενικευμένους καβγάδες με τους συγχωριανούς της, με τους κηδεμόνες των μαθητών της και με τους συναδέλφους της και ότι υπάρχει επίμονο αίτημα των κατοίκων του χωριού να φύγει από το συγκεκριμένο μειονοτικό σχολείο ενώ στο δεύτερο άρθρο καταγράφεται ρητά ως γεγονός ότι η ενάγουσα δεν άφησε ήσυχο τον άνθρωπο που προκάλεσε.
Ωστόσο, αναφορικά με το πρώτο γεγονός, αποδείχθηκε πλήρως ότι είναι ψευδές καθόσον προέκυψε ότι η ενάγουσα ανέθεσε στους μαθητές της, αποκλειστικά και μόνο, να αντιγράψουν στα τετράδια αντιγραφής τους τις λέξεις "Θάλασσα", "Θησαυρός", "Θεός" και "Θρανίο" και σε καμία περίπτωση δε ζήτησε από αυτούς να ζωγραφίσουν τον Αλλάχ.
Τούτο αποδείχθηκε από τη σαφή κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης Ε. Τ., η οποία είναι συνάδελφος της ενάγουσας, υπηρετούσε κατά τον κρίσιμο χρόνο στο ίδιο μειονοτικό σχολείο και, μεταξύ άλλων, είχε αναλάβει να διδάσκει το μάθημα της μελέτης στους μαθητές της πρώτης δημοτικού. Το συγκεκριμένο μάθημα συνδεόταν στενά μ' εκείνο της ελληνικής γλώσσας, που διδασκόταν από την ενάγουσα, καθώς κατά τη διάρκειά του εκτελούνταν οι ασκήσεις που είχαν προηγουμένως ανατεθεί κατά το μάθημα της ελληνικής γλώσσας.
Για το λόγο αυτό μάλιστα η ενάγουσα, πέρα από το ότι σημείωνε σε κάθε τετράδιο μαθητή της τις εργασίες που έπρεπε να εκτελεστούν για την επόμενη φορά, παραλλήλως ενημέρωνε και την ανωτέρω μάρτυρα για το περιεχόμενο των ασκήσεων που είχε αναθέσει στους μαθητές της προκειμένου η τελευταία να γνωρίζει το αντικείμενο της διδασκαλίας του μαθήματος του δικού της τομέα ευθύνης και να το διαμορφώνει ανάλογα σε κάθε επιμέρους μάθημα.
Εξάλλου, από την επισκόπηση ιδίως των μετ' επίκληση προσκομιζόμενων αποσπασμάτων των τετραδίων αντιγραφής των μαθητών της ενάγουσας, αποδείχθηκε ότι κανένας, εκ των συνολικά πέντε μαθητών της ενάγουσας, δε ζωγράφισε τις προαναφερόμενες λέξεις των οποίων η αντιγραφή τους ανατέθηκε ως εργασία κατά την 7η Δεκεμβρίου 2009, πλην μίας μαθήτριας, της Μ.
Κ., η οποία ζωγράφισε απεικονίσεις των λέξεων "θησαυρός" και "θρανίο" και όχι των λέξεων "θάλασσα" και "θεός". Ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι η συγκεκριμένη μαθήτρια δε ζωγράφισε το Θεό, παρά το ότι είχε δήθεν ανατεθεί και σ' αυτήν σχετική εργασία από την ενάγουσα, επειδή βρέθηκε σε αμηχανία και σε σύγχυση οφειλόμενη στο γεγονός ότι η απεικόνιση του Θεού δεν επιτρέπεται στη μουσουλμανική θρησκεία, δεν αποδείχθηκε από κανένα αποδεικτικό στοιχείο, ενώ δεν εξηγεί και την παράλληλη παράλειψη της ίδιας μαθήτριας να ζωγραφίσει και τη Θάλασσα, η αντιγραφή της οποίας επίσης είχε ανατεθεί την ίδια ημέρα από την ενάγουσα.
Οι περί του αντιθέτου καταθέσεις των μαρτύρων ανταπόδειξης δεν κρίνονται πειστικές καθόσον δε στηρίζονται σε ιδία αντίληψη αυτών και δεν αναφέρονται σε συγκεκριμένη πηγή πληροφόρησης τους, δηλαδή τέτοια με ονοματεπώνυμο αλλά, αντιθέτως, σε γενικόλογα και αόριστα σχόλια που αναφέρουν ότι άκουσαν σε συζητήσεις στο καφενείο την προέλευση των οποίων ωστόσο αδυνατούσαν παρά τις επίμονες ερωτήσεις του δικαστηρίου να κατονομάσουν και να εξατομικεύσουν.
Ομοίως, μη πειστικές κρίνονται και οι ένορκες βεβαιώσεις των Κ. Α. του Χ. και Κ. Ι. του Μ., σύμφωνα με τις οποίες, ο μεν πρώτος ως Ιμάμης και αποδέκτης της δήλωσης του πατέρα της ανωτέρω μαθήτριας, Κ. Α., ο δε δεύτερος ως αυτήκοος μάρτυρας αυτής (της δήλωσης), άκουσαν αυτόν να διατυπώνει τον προβληματισμό του σχετικά με το γεγονός της ανάθεσης από την ενάγουσα στη θυγατέρα του της εργασίας της απεικόνισης του Θεού στο τετράδιο της, καθόσον αν ήθελε υποτεθεί ότι έλαβε χώρα το προαναφερόμενο γεγονός θα είχε προσέλθει ως μάρτυρας στην παρούσα δίκη ή θα είχε δώσει ένορκη βεβαίωση ο ίδιος ο πατέρας της εν λόγω μαθήτριας, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του γεγονότος ότι αυτός, σύμφωνα με τις συγκεκριμένες ένορκες καταθέσεις, οι οποίες σημειωτέον είναι σχεδόν πανομοιότυπες, ήταν τόσο αγανακτισμένος από το γεγονός που δήθεν έλαβε χώρα ώστε αποφάσισε να επιλέξει άλλο σχολείο και να επιβαρύνεται πλέον καθημερινά με τη μεταφορά των παιδιών του, σε αυτό αν και το τελευταίο βρίσκεται σε πολύ πιο μακρινή απόσταση από την οικία του σε σχέση με εκείνο του ....
Η αναλήθεια του ανωτέρω γεγονότος αποδεικνύεται επιπλέον αφενός από το χωρίς ημεροχρονολογία έγγραφο του Τ. Χ., Προέδρου της σχολικής Εφορίας του Δημοτικού Σχολείου του ..., η γνησιότητα του οποίου δεν αμφισβητήθηκε, όπου αυτός ρητά αναφέρει πως, μετά τις σχετικές δημοσιεύσεις στον τύπο, ερεύνησε το ζήτημα και δεν βρήκε οποιοδήποτε πρόσωπο που να επιβεβαιώνει το γεγονός ότι η ενάγουσα ανέθεσε ως εργασία στους μαθητές της να ζωγραφίσουν τον Αλλάχ και αφετέρου από το ομοίου περιεχομένου πόρισμα της έρευνας που διενήργησαν, κατ' εντολή του Υπουργείου Παιδείας, ο Συντονιστής των Μειονοτικών Δημοτικών Σχολείων Θράκης, Νικόλαος Παπαγεωργίου με τον Προϊστάμενο του 1ου Γραφείου Μειονοτικών Σχολείων, Τ.
Κ.. Οι βεβαιώσεις των προαναφερόμενων περί της αναλήθειας του συγκεκριμένου περιστατικού κρίνονται ιδιαίτερα αξιόπιστες καθόσον το μεν προέρχονται από πρόσωπα θεσμικά υπεύθυνα για την ομαλή λειτουργία των μειονοτικών σχολείων και έχουν την απαιτούμενη εμπειρία στη διερεύνηση των τυχόν προβλημάτων που ανακύπτουν, το δε αποδίδουν το αποτέλεσμα της διερεύνησης του περιστατικού σε χρόνο ανύποπτο και εγγύτερο στο συμβάν και όχι όψιμα, μετά δηλαδή την έναρξη της δικαστικής διένεξης της υπόθεσης.
Περαιτέρω, αναφορικά με το δεύτερο γεγονός αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα, πράγματι κατά το πρώτο χρονικό διάστημα της διαβίωσης της στο χωριό του ... δεν έχαιρε της αγάπης και της συμπάθειας της μεγαλύτερης μερίδας των συγχωριανών της, οι οποίοι αντιμετώπισαν με καχυποψία και δυσπιστία την απόφασή της όχι μόνο να διδάξει στο μειονοτικό δημοτικό σχολείο του χωριού αλλά και να μετεγκατασταθεί με την οικογένειά της στον ίδιο τόπο, γεγονός που δε συνηθιζόταν έως τότε από τους συναδέλφους της που υπηρέτησαν στην περιοχή.
Έτσι, για ήσσονος σημασίας αφορμές, εκδηλώθηκαν σε βάρος της αντιδράσεις αλλά και εντάσεις με ενδεικτικές την υποβολή στις 5-1 1-2007 στο Συντονιστικό Γραφείο Μειονοτικών Σχολείων έγγραφης ανακοίνωσης-διαμαρτυρίας τριάντα γονέων και κηδεμόνων με την οποία οι τελευταίοι ζητούσαν την απομάκρυνση της ενάγουσας από το ανωτέρω δημοτικό σχολείο, την πραγματοποίηση στις 7 Νοεμβρίου 2007 συγκέντρωσης γονέων και κηδεμόνων με αντικείμενο συζήτησης το ανωτέρω αίτημα-διαμαρτυρία, την υποβολή στις 5-10-2008 στο Συντονιστικό Γραφείο Μειονοτικών Σχολείων έγγραφης ανακοίνωσης-διαμαρτυριας σαράντα ενός γονέων και κηδεμόνων με την οποία οι τελευταίοι ζητούσαν εκ νέου την απομάκρυνση της ενάγουσας από το ανωτέρω δημοτικό σχολείο, την κατάθεση στη Βουλή επερώτησης του βουλευτή Α.
Χ. σχετική με το ζήτημα της μετάθεσης της ενάγουσας από το δημοτικό σχολείο του ... λόγω της τελευταίας προαναφερόμενης επιστολής διαμαρτυρίας των γονέων και κηδεμόνων και στις 7 Φεβρουαρίου 2008 την πρόκληση σωματικής βλάβης, την εξύβριση και την απειλή της ενάγουσας από το συγχωριανό της Ο. Κ. (βλ. ιδίως σχετικές δημοσιεύσεις τύπου τοπικής και πανελλήνιας κυκλοφορίας καθώς και ακριβή απομαγνητοφωνημένα αποσπάσματα της τηλεοπτικής εκπομπής "Αθέατος Κόσμος").
Η αντίδραση και η επιθετικότητα που εκδηλώθηκε από μερίδα των συγχωριανών της σε βάρος της ενάγουσας επιβεβαιώνεται και από τον ίδιο το σύζυγο της, ο οποίος σε πολυάριθμες συνεντεύξεις του στον Τύπο αναφέρεται συχνά στο αφιλόξενο κλίμα που διαμορφώθηκε σε βάρος τους στην περιοχή. Επομένως το ανωτέρω γεγονός, που δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα "GUNDEM" ήταν αληθινό, κατά το σκέλος που αναφερόταν στην απουσία αρμονικών σχέσεων μεταξύ της ενάγουσας και των συγχωριανών της και κηδεμόνων των μαθητών της, χωρίς πάντως να ανταποκρίνεται στην αλήθεια ότι οι διαταραγμένες αυτές σχέσεις, ιδίως κατά το χρόνο της κρίσιμης δημοσίευσης, ήταν γενικευμένες και όχι αριθμητικά περιορισμένες, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι το αίτημα για την μετάθεση της από το προαναφερόμενο δημοτικό σχολείο και την αναγκαία συνδεόμενη με αυτήν μετεγκατάστασή της σε άλλο τόπο προσυπογράφθηκε από σαράντα άτομα από τα συνολικά 540 περίπου άτομα που κατοικούν στο χωριό.
Από κανένα στοιχείο, ωστόσο, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα είχε κακές σχέσεις με τους συναδέλφους της, τους οποίους επίσης περιλαμβάνει το επίδικο δημοσίευμα, αντιθέτως δε αποδείχθηκε ότι αυτή απολάμβανε της εκτίμησης και της αγάπης των τελευταίων οι οποίοι, μάλιστα, σε ενυπόγραφη έγγραφη δήλωση τους, πλην των άλλων, διατυπώνουν ξεκάθαρα και απερίφραστα τα αισθήματα θαυμασμού και συμπαράστασης που τρέφουν στο πρόσωπο της.
Τέλος, αναφορικά με το τρίτο γεγονός στο οποίο αναφέρεται το δημοσίευμα και ειδικότερα στο ζήτημα της πρόκλησης από την ενάγουσα του, μη κατονομαζόμενου ρητά πλην όμως σαφώς "φωτογραφιζομένου", Ο. Κ., ο οποίος καταδικάστηκε για την τέλεση σε βάρος της των αξιόποινων πράξεων της σωματικής βλάβης, της εξύβρισης και της απειλής, αποδείχθηκε ότι είναι ψευδές καθόσον από κανένα στοιχείο δεν διαπιστώθηκε ότι ο τελευταίος προκλήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο από αυτήν για να τελέσει τις προαναφερόμενες αξιόποινες πράξεις, αντιθέτως δε αποδείχθηκε ότι ακόμα και ο ίδιος, στη σχετική ποινική δίκη, δεν προέβαλε, έστω και επικουρικά, τέτοιον αυτοτελή ισχυρισμό, ενέργεια στην οποία, σε αντίθετη περίπτωση, θα είχε οπωσδήποτε προβεί καθόσον, η ενδεχόμενη ευδοκίμησή της θα είχε ως συνέπεια την απαλλαγή του από την ποινή.
Η παράθεση στα κρίσιμα δημοσιεύματα των προαναφερόμενων ψευδών γεγονότων οφείλεται σε δόλο του δεύτερου εναγόμενου, ο οποίος δεν προέβη σε ενδελεχή και επισταμένη έρευνα των περιστατικών που περιέλαβε στα άρθρα του και παρουσίασε ως πραγματικά γεγονότα περιστατικά που ποτέ δε συνέβησαν παραλείποντας υπαιτίως να διασταυρώσει τις πληροφορίες που είχαν περιέλθει σε γνώση του παραπληροφορώντας με τον τρόπο αυτό το αναγνωστικό κοινό της συγκεκριμένης εφημερίδας και, κυρίως, θίγοντας την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας.
Ειδικότερα, με τα άρθρα του ωθούνται σαφώς οι αναγνώστες της εφημερίδας να σχηματίσουν την εντύπωση ως προς την ενάγουσα ότι πρόκειται για ένα πρόσωπο εμπαθές, ασεβές, θρησκόληπτο, προσκολλημένο στις θρησκευτικές του πεποιθήσεις και ικανό να προσβάλει το θρησκευτικό αίσθημα ετερόθρησκων προσώπων και μάλιστα παιδιών και μαθητών της, που ως εκ της ηλικίας και της προαναφερόμενης ιδιότητας τους τελούν σε ιδιαίτερα ευάλωτη και ευαίσθητη ψυχολογία και θέση, προκειμένου να προβάλει αλλά και να επιβάλει τις δικές της θρησκευτικές πεποιθήσεις.
Τα ανωτέρω δε τα έπραξε τελώντας σε δόλο καθόσον δεν επιχείρησε, πριν τη δημοσίευση των συγκεκριμένων άρθρων, να διασταυρώσει τις πληροφορίες του και να ελέγξει τη βασιμότητά τους δεδομένου ότι παρέλειψε να κάνει το αυτονόητο, να ενεργήσει δηλαδή ως σοβαρός και υπεύθυνος δημοσιογράφος και να ζητήσει την άποψη της ενάγουσας αναφορικά με τα όσα της καταμαρτυρεί αλλά και την άποψη των συναδέλφων της οι οποίοι, ενόψει του ότι συναντούν τους μαθητές καθημερινά, θα μπορούσαν να έχουν ίδια αντίληψη για τα γεγονότα.
Ο δεύτερος εναγόμενος δηλαδή δεν ενήργησε όπως θα έκανε ένας μέσος συνετός δημοσιογράφος που έχει αντιληφθεί τη σοβαρότητα της αποστολής του, δηλαδή την υποχρέωσή του να παρέχει σφαιρική και αντικειμενική πληροφόρηση στο κοινό, αλλά, αντιθέτως, ενήργησε κατά τρόπο που υποδήλωνε την επιθυμία του να δικαιωθεί το αρνητικό κλίμα που είχε διαμορφωθεί από μερικούς από τους κατοίκους του ...
σε βάρος της ενάγουσας κυρίως λόγω της διαφορετικότητας της θρησκείας της, υιοθετώντας αβίαστα φήμες και διαδόσεις που εξυπηρετούσαν αυτήν την σκοπιμότητα. Ο δόλος του δεύτερου εναγομένου προκύπτει και από το γεγονός ότι, αν και τα κρίσιμα άρθρα του είχαν στην πραγματικότητα ως κεντρικό τους θέμα την υποτιθέμενη ανάθεση από την ενάγουσα της προπεριγραφείσας εργασίας στους μαθητές της, αυτός εισέφερε εν γνώσει του επιπλέον ψευδείς πληροφορίες σχετιζόμενες με τη δικαστική διαφορά που ανέκυψε μεταξύ της ενάγουσας και του Ο.
Κ., τις αληθείς λεπτομέρειες της οποίας ωστόσο ήταν αδύνατο να μη γνώριζε καθόσον η σχετική δικαστική απόφαση που εκδόθηκε επ' αυτής και με την οποία ο τελευταίος καταδικάστηκε για τις αξιόποινες πράξεις που προαναφέρθηκαν, ελήφθη δημόσια και ήταν προσιτή στον καθέναν με αποτέλεσμα να μη δικαιολογείται η άγνοια του εν λόγω εναγομένου για το θέμα αυτό ιδίως δε αν ληφθεί υπόψη και η επαγγελματική του ιδιότητα ως δημοσιογράφου, που καλύπτει ζητήματα που ενδιαφέρουν την μειονότητα.
Η ανωτέρω ενέργεια πληροί τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης και, επομένως, με βάση τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, δε χωρεί έναντι αυτής η ένσταση που προέβαλαν οι εναγόμενοι ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναπροβάλλουν με σχετικό λόγο έφεσης, σύμφωνα με την οποία το ως άνω επίμαχο δημοσίευμα αιτιολογείται απόλυτα από την ύπαρξη δικαιολογημένου ενδιαφέροντος πληροφόρησης και ενημέρωσης της κοινής γνώμης (άρ. 367 παρ. 1 περ.
γ' ΠΚ), δεκτής καθισταμένης ως ουσιαστικά βάσιμης της αντένστασης της ενάγουσας, που προέβαλε, καθ' υποφορά με την αγωγή της, ισχυριζόμενη ότι οι εναγόμενοι προέβησαν στη δημοσίευση των άνω δημοσιευμάτων, που ήταν συκοφαντικά, χωρίς διασταύρωση της αλήθειας των γεγονότων και σε αυτά ενυπήρχε σκοπός εξύβρισης της. (ΑΠ 780/2005, ΑΠ 1395/2005 αδημοσίευτες).
Όσον αφορά το δεύτερο γεγονός που περιλήφθηκε στα ανωτέρω δημοσιεύματα, για το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, αποδείχθηκε ότι είναι αληθινό, ως προς αυτό δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα της συκοφαντικής δυσφήμησης (άρθρ. 363 ΠΚ) ούτε και το αδίκημα της απλής δυσφήμησης (άρθρ. 366 παρ. 1) και κατά συνέπεια παρέλκει και οποιαδήποτε έρευνα ως προς την ύπαρξη δικαιολογημένων συμφερόντων του άρθρου 367 παρ. 1 ΠΚ (Συμεωνίδου- Καστανίδου, Υπερ. 1995.592, Κονταξής, ΠΚ έκδ. 2000, β τόμος, σελ. 3058), ως ειδικών λόγων που αίρουν το άδικο της πράξης του εναγομένου και συνακόλουθα η ουσιαστική διερεύνηση της σχετικής ένστασης των εναγομένων, αφού τη δυνατότητα συνδρομής κάποιας από αυτές τις περιπτώσεις άρσης του άδικου της πράξης της δυσφημήσεως οφείλει να διερευνήσει το Δικαστήριο, όταν κρίνει ότι αποδεικνύεται η αναλήθεια των δυσφημιστικών γεγονότων.
Περαιτέρω, όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι η ένταξή του στα συγκεκριμένα άρθρα, που αντικειμενικά ως κύριο θέμα είδησης είχαν άλλο γεγονός, δηλαδή την ανάθεση από την ενάγουσα στους μαθητές της της προπεριγραφόμενης εργασίας, το οποίο και αποδείχθηκε ψευδές σε συνδυασμό με την παράθεση και δεύτερου ψευδούς γεγονότος, δηλαδή την υποτιθέμενη προκλητική συμπεριφορά της ενάγουσας έναντι του Ο.
Κ., αλλά και με το έκδηλα ειρωνικό, απαξιωτικό και αλαζονικό ύφος που διατρέχει το σύνολο των συγκεκριμένων κειμένων, με τη χρήση θαυμαστικών σε σημεία των προτάσεων που δεν δικαιολογεί τη χρήση τους, με την υιοθέτηση ύφους ποιοτικής υπεροχής του συντάκτη του έναντι της ενάγουσας η οποία αντιμετωπίζεται αντιστοίχως ως αδαής και ανίδεη σχετικά με βασικές αρχές της μουσουλμανικής θρησκείας, ως ανίκανη να ασκήσει με επάρκεια τα επαγγελματικά της καθήκοντα και ως αδίστακτη προσωπικότητα που, παρά τις επίμονες αντιδράσεις των συγχωριανών της, πετυχαίνει με την, σαφώς υπονοούμενη στα κρίσιμα κείμενα, εκμετάλλευση της υψηλόβαθμης θέσης του πατέρα της και των γνωριμιών που ο τελευταίος έχει εξ αυτής, να παραμένει αμετακίνητη στη θέση της, καταδεικνύει την γενικότερη επιδίωξη του δεύτερου εναγομένου, όχι να πληροφορήσει τους αναγνώστες της προαναφερόμενης εφημερίδας στα πλαίσια της εκτέλεσης του δημοσιογραφικού του καθήκοντος αλλά, αποκλειστικά, να προσβάλει την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας.
Επιπρόσθετα, ο τρόπος διατύπωσης των κρίσιμων άρθρων με τη χρήση εκφράσεων όπως "επειδή "στενοχωρήθηκε" που έφυγε εκτός επικαιρότητας, επανήλθε με νέο επίτευγμα", "Στόχος της είναι να παίξει με τα ιερά των παιδιών που ανήκουν σε άλλη θρησκεία από τη δική της; Αν είναι αυτός ο στόχος της, βρίσκεται σε μεγάλος λάθος η δασκάλα Χ.
και αμέσως πρέπει να παρατήσει αυτόν τον δρόμο", " πρέπει να μάθει από την αρχή ό,τι σχετίζεται με τη " διδασκαλία"!"," Η διάσημη Χ. η "δασκάλα" πάλι βγήκε στο προσκήνιο. Αυτή τη φορά αφήστε το σχέδιο, πραγματικά ξεπέρασε τα όρια. Το ότι ο στόχος της Χ.ς δεν είναι να διδάξει μερικά πράγματα στους μικρούς μαθητές το ξέρουμε από τις πράξεις της εδώ και τα τελευταία χρόνια.
Από τη στο χωριό μέρα που διορίστηκε Μεγάλο", "ποτέ δεν έμεινε πίσω στο να ανακατεύει τα καθαρά μυαλά των μαθητών", "Αυτή η τελευταία πράξη της Χ.ς δεν μπορεί να έχει στόχο άλλο από το να εμπαίξει τους πιστούς και να κάνει πλύση εγκεφάλου στα μικρά μυαλουδάκια των παιδιών", "Η Χ. πρέπει να ζητήσει συγνώμη από όλο τον κόσμο του Ισλάμ για αυτήν την προσβολή.
Η προσβολή που γίνεται ενάντια στην πίστη πρέπει, (εάν η χώρα μας είναι ένα κράτος δικαίου και δημοκρατικό) να τιμωρείται", ενέχουν έντονη αμφισβήτηση της ηθικής, κοινωνικής και επαγγελματικής αξίας της ενάγουσας και εκδηλώνουν την περιφρόνηση του δεύτερου εναγομένου προς το πρόσωπό της κατά τρόπο απαξιωτικό και μη ενδεδειγμένο δημοσιογραφικά, για να διατυπώσει τις αποδοκιμαστικές σκέψεις του για τη στάση της ενάγουσας, ασκώντας το δημοσιογραφικό του καθήκον προς ενημέρωση του κοινού και άσκηση ελέγχου και οξείας, αλλά θεμιτής κριτικής.
Εάν υπήρχε η πρόθεση πληροφόρησης της κοινής γνώμης, το καταγγελτικό ύφος του δημοσιεύματος θα υποστηριζόταν από ειδικότερες επαληθεύσιμες πληροφορίες, οι οποίες θα το καθιστούσαν αξιόπιστο.
Συνεπώς, με βάση όλα τα ανωτέρω αποδειχθέντα, υπήρξε ενσυνείδητη υπέρβαση των ορίων του δημοσιογραφικού δικαιώματος, κατά την κοινή κρίση του ορθώς σκεπτόμενου ανθρώπου και με άμεσο στόχο ειδικά την προσβολή της τιμής της ενάγουσας, αδιάφορου όντως του κινήτρου, που ώθησε τον δεύτερο εναγόμενο στην ενέργεια αυτή. Επομένως, η ένσταση των εναγομένων, περί της άρσης του άδικου χαρακτήρα της πράξης και περί της απαλλαγής τους από κάθε ευθύνη λόγω δικαιολογημένου ενδιαφέροντος, που θεμελιώνεται στο άρθρο 367 παρ. 1 γ του Π.Κ., πρέπει να απορριφθεί για τον ανωτέρω αναφερόμενο λόγο δεκτής καθισταμένης ως ουσιαστικά βάσιμης της αντένστασης της ενάγουσας, που προέβαλε, καθ' υποφορά με την αγωγή της, ισχυριζόμενη ότι οι εναγόμενοι προέβησαν στη δημοσίευση των άνω δημοσιευμάτων, έχοντας ειδικό σκοπό εξύβρισής της.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του, κατά το μέρος που στηρίζεται στο δεύτερο γεγονός του προαναφερθέντος δημοσιεύματος, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη τη σχετική ένσταση, κάνοντας δεκτή (σιγή) ως ουσιαστικά βάσιμη την αντένσταση της ενάγουσας, έστω και με διάφορη εν μέρει αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται και συμπληρώνεται από την προκειμένη (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε και ο περί του αντιθέτου σχετικός πρώτος λόγος της έφεσης των εναγομένων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι όλα τα ανωτέρω γεγονότα, που περιλήφθησαν στα κρίσιμα δημοσιεύματα ήταν αντικειμενικά ικανά και πρόσφορα να προσβάλουν, και πράγματι προσέβαλαν, την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, η οποία δικαιούται εξ αυτού του λόγου χρηματική ικανοποίηση για την ανόρθωση της ηθικής βλάβης που υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της.
Ο δεύτερος εναγόμενος ευθύνεται ως συντάκτης του δημοσιεύματος αυτού ομοίως δε και η πρώτη των εναγομένων της οποίας η ευθύνη, ως ιδιοκτήτριας του εντύπου, για την προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας είναι αντικειμενική, δεδομένου ότι, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, από το συνδυασμό των ειδικών διατάξεων του άρθρου μόνον παρ.1 του ν.1 178/1981 προς εκείνες των άρθρων 57-59, 914, 919, 920 και 932 ΑΚ προκύπτει, ότι καθιερώνεται αντικειμενική ευθύνη του ιδιοκτήτη κάθε εντύπου σε πλήρη αποζημίωση για την παράνομη περιουσιακή ζημία και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη που υπαιτίως προξενήθηκαν με δημοσίευμα, που θίγει την τιμή και υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει στον συντάκτη του δημοσιεύματος ή αν αυτός είναι άγνωστος στο πρόσωπο του εκδότη ή διευθυντή σύνταξης, ενώ τα πρόσωπα αυτά (συντάκτης ή, κατά περίπτωση, εκδότης ή διευθυντής σύνταξης του εντύπου) εξακολουθούν να ευθύνονται βάσει των γενικών παραπάνω διατάξεων του ΑΚ.
Σύμφωνα, λοιπόν, με όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, από την ως άνω αδικοπραξία των εναγομένων προκλήθηκε στην ενάγουσα ηθική βλάβη, η οποία χρήζει αποκατάστασης απ' αυτούς, δηλαδή από την εταιρία, που είναι κυρία της εφημερίδας και από το συντάκτη του επίδικου δημοσιεύματος. Λαμβανομένων δε υπόψη των συνθηκών τέλεσης της αδικοπραξίας και ιδίως της βαρύτητας της απαξίας της πράξης που της αποδόθηκε με το κρίσιμο δημοσίευμα αναφορικά με το ψευδές γεγονός της εκ μέρους της ανάθεσης της απεικόνισης του Αλλάχ, το οποίο από μόνο του θα μπορούσε να θέσει σε κίνδυνο τη ζωή και τη σωματική της ακεραιότητα, του πταίσματος του δεύτερου εναγομένου, της ευρείας δημοσιότητας που έλαβε η ανωτέρω και αναφερόμενη στην ενάγουσα ψευδής πληροφόρηση, δεδομένου ότι το κρίσιμο άρθρο διαβάστηκε από το ευρισκόμενο στη Θράκη τουρκόφωνο αναγνωστικό κοινό της εφημερίδας αλλά και από το πανελλήνιο στο οποίο αναμεταδόθηκε η είδηση μέσω άλλων έντυπων και ηλεκτρονικών μέσων μαζικής ενημέρωσης, των δυσμενών επιπτώσεων που είχαν τα κρίσιμα δημοσιεύματα στην επαγγελματική και κοινωνική ζωή της ενάγουσας, δεδομένου ότι η τελευταία αφενός υπεβλήθη σε έλεγχο από τους προϊσταμένους της οι οποίοι το πληροφορήθηκαν και διενήργησαν σχετική έρευνα και αφετέρου υποχρεώθηκε από την ένταση και το αρνητικό κλίμα που δημιουργήθηκε να ζητήσει τη μετάθεσή της και να μεταβάλει τον τόπο της κατοικίας της αλλά και της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των μερών και συγκεκριμένα της μεν ενάγουσας, ως εκπαιδευτικού με προβεβλημένο διδασκαλικό έργο καθώς στις 13-3-2010 βραβεύτηκε από το Υπουργείο Παιδείας, Δια Βίου Μάθησης και Θρησκευμάτων για την παρουσίαση του έργου της εφημερίδας "ΔΕΡΕΙΟ ΣΤΗ ΓΝΩΣΗ" με το βραβείο "Αριστεία και Καινοτομία στην Εκπαίδευση 2010", το Νοέμβριο του 2008 από την Ελληνική Εθνική Επιτροπή της UNICEF σε συνεργασία με το Υπουργείο Παιδείας για τη συμμετοχή της στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα "τα παιδιά γράφουν και ζωγραφίζουν τα Δικαιώματά τους" με το 2° βραβείο, τον Ιούλιο του 2008 από το εργαστήριο "Βιοφυσικό Περιβάλλον:
Νευροεπιστήμες και Μάθηση" του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με το βραβείο "ΣΟΦΙΗΣ" και, στις 8-5-2008 από το Ίδρυμα "ΕΣΤΙΑ ΜΗΤΕΡΑΣ" με τιμητική διάκριση ενώ και στις 29-2-2008 διοργανώθηκε προς τιμήν της από την Ένωση Επιστημόνων Γυναικών ειδική εκδήλωση με θέμα "Τιμή στον Δάσκαλο", όπου και βραβεύτηκε για το παιδαγωγικό της έργο, της δε πρώτης εναγομένης ως ιδιοκτήτριας, εκδότριας και γενικής διευθύντριας της τουρκόφωνης εβδομαδιαίας εφημερίδας "GUNDEM", που εκδίδεται στην Κομοτηνή και διανέμεται και δωρεάν στους μουσουλμάνους κατοίκους της Θράκης και του δεύτερου εναγομένου ως γνωστού και πετυχημένου στους κόλπους της μειονότητας συντάκτη και δημοσιογράφου, ληφθείσης ήδη υπόψη της αρχής της αναλογικότητας από τον νομοθέτη στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 932 ΑΚ, που την εξειδίκευσε (βλ.
σχετικά ΑΠ 1102/2011, ΑΠ 919/2011, ΑΠ 842/2011, 373/201 1 δημ/νες σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ) το δικαστήριο κρίνει, σύμφωνα με όσα παρατίθενται στην μείζονα σκέψη της παρούσας, ότι δίκαιη και εύλογη χρηματική ικανοποίηση, που πρέπει να επιδικαστεί υπέρ της ενάγουσας για την αποκατάσταση της ανωτέρω ηθικής βλάβης, που υπέστη και είναι απότοκος της επίδικης αδικοπραξίας, είναι το χρηματικό ποσό των τριάντα χιλιάδων [30.000] ευρώ, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, η επίδικη συμπεριφορά των εναγομένων χαρακτηρίζεται από αδικοπρακτική ενότητα.
Συνεπώς, έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή η αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι υπό τις ανωτέρω ιδιότητες τους να καταβάλουν, εις ολόκληρον έκαστος, σε αυτήν το χρηματικό ποσόν των τριάντα χιλιάδων [30.000] ευρώ προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, νομιμότοκα από της επίδοσης της αγωγής".
ΙV) Υπό τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 ΑΚ, 361, 362, 363 και 367 Π.Κ. όπως και του άρθρου μόνου του Ν. 1178/1981, καθόσον τα αναφερόμενα δημοσιεύματα της εφημερίδας "GUNDEM", της οποίας ιδιοκτήτρια, εκδότρια και διευθύντρια είναι η 1η εναγομένη και ήδη 1η αναιρεσείουσα, ότι δηλαδή :
α) η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη ανέθεσε στους μαθητές της, μουσουλμάνους το θρήσκευμα, να ζωγραφίσουν την εικόνα του Αλλάχ, μολονότι η απεικόνιση αυτού δεν επιτρέπεται στη μουσουλμανική θρησκεία, και β) μετά από πρόκληση της ενάγουσας ο "φωτογραφιζόμενος" στο δημοσίευμα Ο. Κ. τέλεσε σε βάρος της τις αξιόποινες πράξεις της σωματικής βλάβης, της εξύβρισης και της απειλής, πληρούν το πραγματικό της έννοιας της συκοφαντικής δυσφήμησης, εφόσον έγινε δεκτό από το δικαστήριο ότι αυτά ήταν ψευδή, ότι γράφηκαν από τον συντάκτη εν γνώσει της αναληθείας τους και μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη της ενάγουσας, διότι την εμφάνιζαν ως ένα πρόσωπο εμπαθές, ασεβές και θρησκόληπτο, ικανό να προσβάλλει το θρησκευτικό αίσθημα ετεροθρήσκων προσώπων και μάλιστα παιδιών , προκειμένου να προβάλλει και να επιβάλλει τις δικές της θρησκευτικές πεποιθήσεις.
Επομένως, ορθά έγινε δεκτό ότι δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής του άρθρου 367 παρ. 1 γ' ΠΚ και ότι τα γεγονότα αυτά ήταν ικανά να προσβάλλουν και πράγματι προσέβαλαν την προσωπκότητα της ενάγουσας. Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι η απόφαση έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζεται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 57, 59, 914, 920, 932 του Α.Κ., 361, 362, 363, 367 του Π.Κ.
και άρθρου μόνου του Ν. 1178/1981, τις οποίες (διατάξεις) η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες. Ακόμη, το δικαστήριο, κρίνοντας (ύστερα από αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων) ότι η αναιρεσίβλητη εξ αιτίας της προεκτεθείσας αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των αναιρεσειόντων υπέστη ηθική βλάβη και ότι το ποσό που πρέπει να της επιδικαστεί ανέρχεται σε 30.000 ευρώ (νομιμοτόκως), δεν υπερέβη τα ακραία όρια της διακριτικής του ευχέρειας, αφού το επιδικασθέν ποσό δεν είναι κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και την περί δικαίου συνείδηση μεγαλύτερο από τα συνήθως επιδικαζόμενα σε παρόμοιες περιπτώσεις.
Επομένως, το δικαστήριο της ουσίας δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, τα δε αντιθέτως υποστηριζόμενα είναι αβάσιμα.
Κατά τη γνώμη όμως του μειοψηφήσαντος Αρεοπαγίτη Χρυσόστομου Ευαγγέλου, ο λόγος αυτός έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον ο κατά το άρθρο 932 ΑΚ προσδιορισμός του ποσού της εύλογης χρηματικής ικανοποίησης αφέθηκε στην ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, αφού σχηματίζεται από την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), χωρίς υπαγωγή του πορίσματος σε νομική έννοια, ώστε να μπορεί να νοηθεί εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου είτε ευθέως, είτε εκ πλαγίου ή παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δεδομένου ότι στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (αρθρ. 914 ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποίησης ,ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης, λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της αναλογικότητας και εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποίησης, με συνέπεια να μην υπάρχει έδαφος εφαρμογής της εν λόγω αρχής (ΟλΑΠ 6/2009).
Κατόπιν αυτών, οι 1ος και 4ος λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, από το άρθρο 559 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ, πάρα τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, είναι αβάσιμοι. V) Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8, 10, 11, 12 και 13 ΚΠολΔ ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναίρεσης :
α) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, β) αν το δικαστήριο παρά τον νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη γ) αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει ή παρά τον νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, δ) αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων και ε) αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αίτησής τους, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 8, 10 και 11 Κ.Πολ.Δ., ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν έκανε δεκτές τις προβληθείσες από αυτούς ενστάσεις και ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι ο 2ος από αυτούς ήταν ο συντάκτης των επίμαχων δημοσιευμάτων.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς την πρώτη αιτίαση (559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ.) είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν αναφέρουν ποιες ενστάσεις προέβαλαν και δεν απαντήθηκαν από το δικαστήριο, ενώ το γενόμενο δεκτό από το δικαστήριο ότι συντάκτης των επίμαχων δημοσιευμάτων ήταν ο 2ος εναγόμενος και ήδη 2ος αναιρεσείων , αναφέρεται σε εκτίμηση περί τα πράγματα που είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο.
Ως προς τη δεύτερη αιτίαση (559 αρ. 10 Κ.Πολ.Δ.) ο λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του τα αναφερόμενα στην απόφασή του αποδεικτικά στοιχεία (ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα).
Ως προς δε την τρίτη αιτίαση (559 αρ. 11 Κ.Πολ.Δ.) είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται ποια αποδεικτικά στοιχεία προσκομίστηκαν νόμιμα και δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο ή ποια αποδεικτικά στοιχεία έλαβε υπόψη του το δικαστήριο ενώ δεν επιτρεπόταν από τον νόμο. VI) Με τον 3ο λόγο της αίτησής τους, οι αναιρεσείοντες, επικαλούμενοι τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 12 και 13 Κ.Πολ.Δ., ισχυρίζονται ότι το Εφετείο εσφαλμένα υποβάθμισε την αξία και τη δύναμη των δικών τους αποδεικτικών στοιχείων, ενώ αντίθετα δέχθηκε ως πιο αξιόπιστες τις αποδείξεις της αναιρεσίβλητης και δεν προέβη σε ορθή κατανομή του βάρους απόδειξης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, ως προς την πρώτη αιτίαση είναι απαράδεκτος ως αόριστος, διότι δεν αναφέρεται σε ποια αποδεικτικά μέσα το δικαστήριο προσέδωσε αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ορίζει ο νόμος. Ως προς τη δεύτερη αιτίαση είναι αβάσιμος, διότι το δικαστήριο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι προσκόμισαν και τις αποδείξεις που διεξήχθησαν στο ακροατήριο και δεν έχει εκδοθεί προδικαστική απόφαση ώστε να γίνει κατανομή του βάρους απόδειξης κάθε διάδικου μέρους.
Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης, να εισαχθεί το καταβληθέν παράβολο στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 Κ.Πολ.Δ, όπως η παράγραφος αυτή προστέθηκε με άρθρο 1παρ. 2 Ν. 4055/2012 με έναρξη ισχύος 2-4-2012) και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης λόγω της ήττας τους (άρθρα 176 και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-11-2013 αίτηση των Ε. Χ. και Κ. Τ. για αναίρεση της 215/2013 απόφασης του Εφετείου Θράκης
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο Επιβάλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1 Ιουλίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Οκτωβρίου 2014 .
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ