Legislator Case Law & Legislation
1940/2010 AI generated

Greek Supreme Court orders retrial after ECHR found ECHR violation of access to court rights.

Case Number 1940/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Allowed / Granted

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece ordered a retrial after the applicant successfully challenged a prior dismissal of his appeal at the European Court of Human Rights. The applicant argued that the Supreme Court's rejection of his appeal as inadmissible violated his right of access to court under Article 6 of the ECHR. The Court ruled that since the ECHR had confirmed this procedural violation, the domestic retrial mechanism under Article 525 of the Code of Criminal Procedure must be triggered to correct the injustice.

Legislator headnote

AI generated

Articles 525(1) and 527(3)(b) of the Code of Criminal Procedure; A retrial is mandatory when the European Court of Human Rights finds a violation of a right of procedural nature or substantive law, thereby restoring the applicant's access to the appellate court.

Keywords

AI generated
retrial procedure access to court ECHR Article 6 inadmissible appeal procedural violation

Cited Legislation

AI generated
Article 525(1) of the Code of Criminal Procedure
Article 527(3)(b) of the Code of Criminal Procedure
Article 6(1) of the European Convention on Human Rights
Article 26(1a) of the Penal Code
Article 27(1) of the Penal Code
Article 46(1a) of the Penal Code
Article 1 of Law 5351/1932
Article 2 of Law 5351/1932
Article 49 of Law 5351/1932

Cited Case Law

AI generated
Case of X v. Greece (Application no. 37349/2007)

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1940 / 2010 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Θέμα

Επανάληψη διαδικασίας.

Περίληψη:

Αίτηση επανάληψης της διαδικασίας, μετά από ουσιαστική παραδοχή της προσφυγής του αναιρεσείοντος στο ΕΔΔΑ, που δέχθηκε παραβίαση του άρθρου 6 παρ.1 της ΕΣΔΑ. Ακυρώνεται η απόφαση του Αρείου Πάγου, που απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης. Διατάσσεται η επανάληψη της διαδικασίας στον Α.Π.

Αριθμός 1940/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Ζαΐρη - Εισηγητή, Γεώργιο Αδαμόπουλο, Αικατερίνη Βασιλακοπούλου-Κατσαβριά και Κυριακούλα Γεροστάθη, Αρεοπαγίτες.

Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Παντελή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και της Γραμματέως Αικατερίνης Φωτοπούλου.

Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του την 1η Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για την αίτηση του αιτούντα Χ, κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στυλιανό Βασιλάκη, για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε με την υπ' αριθμ. 955/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Ο Άρειος Πάγος, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αιτών ζητεί τώρα την επανάληψη της διαδικασίας, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 15 Οκτωβρίου 2009 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1538/2009.

Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγο Γεώργιος Παντελής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Κολιοκώστα με αριθμό 146/16-4-2010 στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:

"Εισάγω, σύμφωνα με την διάταξη του αρ. 527 παρ. 3 εδ. β' του ΚΠΔ, την από 9.11.2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., περί επαναλήψεως της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως με την 955/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η με αριθμό 3/5.6.2006 αίτηση (δήλωση) αυτού για αναίρεση της 557/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, με την οποία καταδικάστηκε σε φυλάκιση ενός έτους, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε καταστροφή αρχαιοτήτων (άρθρ. 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1, 46 παρ. 1α του ΠΚ και άρθρ. 1, 2, 49 του Κ.Ν. 5351/1932) και εκθέτω τα ακόλουθα:

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 525 παρ. 1 του ΚΠΔ, η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση σύμφωνα με την οποία "αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε".

Η τελευταία αυτή περίπτωση, ως πέμπτη της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 525 του ΚΠΔ, θεσπίσθηκε με το άρθρο ενδέκατο του Ν. 2865/2000. Όμως η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (του αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας (ΑΠ 415/2009, ΑΠ 2214/2005, ΑΠ 642/2004, ΑΠ 717/2004).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη την 4.11.1950 και κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν. 2329/1953 και ύστερα εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση έχει ως εξής: "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμω λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει ...

επί του βασίμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως..... ". Τέλος, με το άρθρο 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ θεσπίζεται υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών "να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι". Η Ελληνική Πολιτεία κατ' επιταγή του ως άνω άρθρου 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κυρώθηκε τελικώς με το Ν.Δ. 53/1974 και αποτελεί κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού Νόμου (Ολ.ΑΠ 66/1991, ΠΧ ΜΑ/833, Ολ.ΑΠ 15/2001 ΠΧ ΝΑ/798), θέσπισε την ως άνω περίπτωση 5 της παρ. 1 του άρθρου 525 ΚΠΔ.

Στην, κατά την τελευταία αυτή περίπτωση, έννοια του δικαιώματος, η διαπίστωση της παραβιάσεως του οποίου συνιστά λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, υπάγονται ασφαλώς όλα τα δικαιώματα του μέρους Ι της Συμβάσεως (άρθρ. 2-18 της ΕΣΔΑ).

Συνεπώς, σε όλες τις περιπτώσεις που το ΕΔΔΑ διαπιστώνει, ότι η ποινική καταδίκη του αιτούντος (προσφεύγοντος) ή η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την τελική κρίση επ' αυτής συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματος αυτού προσβάσεως στο ανώτερο Δικαστήριο (όπως π.χ. σε περίπτωση αναιρέσεως στον Άρειο Πάγο), αντίκειται στην προαναφερθείσα Ευρωπαϊκή Σύμβαση και παρέχεται η δυνατότητα επαναλήψεως της διαδικασίας, η οποία όμως τελεί, όπως προαναφέρθηκε, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας (ΑΠ 2214/2005).

Στην υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ο αιτών εκθέτει, ότι με την 557/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, που δίκασε ως Εφετείο, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση ενός έτους, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τριετία, για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε καταστροφή αρχαιοτήτων (άρθρ. 49 του Κ.Ν. 5321/1932).

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησε την από 5 Ιουνίου 2006 αίτηση αναιρέσεως, με αυτοτελές δικόγραφο που κατέθεσε ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, στον οποίο Γραμματέα δήλωσε ότι, "ασκεί αναίρεση κατά της 557/2006 αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, για τους λόγους που λεπτομερώς αναφέρονται στην αίτησή του".

Ο Άρειος Πάγος, με την 955/2007 απόφασή του, απέρριψε την ως άνω αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως ως απαράδεκτη, με το σκεπτικό ότι αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 474 παρ. 1 του ΚΠΔ, καθόσον "ασκήθηκε, όχι με δήλωση ενώπιον του Γραμματέως του παραπάνω Δικαστηρίου και σύνταξη εκθέσεως για την τοιαύτη δήλωση, αλλά με αυτοτελές δικόγραφο".

Μετά την έκδοση της ως άνω αποφάσεως, ο αιτών προσέφυγε κατ' αυτής, όπως εδικαιούτο, με την 37349/2007 προσφυγή του στο ΕΔΔΑ, παραπονούμενος, ότι με την απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου παραβιάσθηκε το δια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ προστατευόμενο δικαίωμα της ελεύθερης προσβάσεώς του στο αναιρετικό Δικαστήριο.

Επί της προσφυγής αυτής το ΕΔΔΑ εξέδωσε την από 2 Απριλίου 2009 απόφαση (υπόθεση Χ κατά Ελλάδας), με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή του πιο πάνω αιτούντος, καθόσον διαπιστώθηκε απ' αυτό παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού έκρινε ότι η απόρριψη της πιο πάνω αιτήσεως αναιρέσεως του αιτούντος, ως απαράδεκτης, για τον προαναφερθέντα λόγο, συνεπαγόταν προσβολή του δικαιώματος προσβάσεως αυτού στο ανώτερο Δικαστήριο, δηλαδή στον Άρειο Πάγο εν προκειμένω.

Κατόπιν τούτων ο αιτών ζητεί, με την υπό κρίση αίτησή του, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 525 παρ. 1 περ. 5 του ΚΠΔ την επανάληψη της διαδικασίας, αναφορικά με την ανωτέρω κατ' αυτού καταδικαστική απόφαση. Με το περιεχόμενο αυτό η κρινόμενη αίτηση είναι νόμιμη και βάσιμη κατ' ουσία, διότι το ΕΔΔΑ με την παραπάνω απόφασή του έκρινε ότι στην περίπτωση του αιτούντος παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, από τον Άρειο Πάγο, με την απόρριψη ως απαράδεκτης της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως αυτού με την 955/2007 απόφασή του κι επομένως, πρέπει να ακυρωθεί η εν λόγω απόφαση του Αρείου Πάγου.

Ακολούθως, η νομοτύπως, εμπροθέσμως και παραδεκτώς ασκηθείσα από 5.6.2009 αίτηση (δήλωση) του Χ, για αναίρεση της 557/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, με προβαλλόμενους λόγους αναιρέσεως λόγους αναιρέσεως, την έλλειψη της απαιτούμενης από τις διατάξεις των άρθρων 193 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και την έλλειψη ακροάσεως (άρθρα 462, 463, 465 παρ. 1, 473 παρ.1, 474 παρ. 1, 482 παρ. 1α και 510 παρ. 1 στοιχ.

Β και Δ' του ΚΠΔ) πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ' ουσία, κατά τη διαδικασία των άρθρων 513 και επ. του ΚΠΔ.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Να γίνει δεκτή η από 9.11.2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της ποινικής διαδικασίας που περατώθηκε αμετάκλητα με την 955/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η με αριθμό 3/5.6.2006 αίτηση αυτού για αναίρεση της 557/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης. Να ακυρωθεί η 955/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου και Να διαταχθεί η επανάληψη της διαδικασίας της με αριθμό 3/5.6.2006 αιτήσεως του Χ, για αναίρεση της 557/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης. Αθήνα, 12 Απριλίου 2010 Ο Αντεισαγγελεύς του Αρείου Πάγου Γεώργιος Ν. Κολιοκώστας".

Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και τον πληρεξούσιο του αιτούντα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 525 παρ. 1 Κ.Π.Δ., η ποινική διαδικασία που περατώθηκε με αμετάκλητη απόφαση επαναλαμβάνεται προς το συμφέρον του καταδικασμένου για πλημμέλημα ή κακούργημα μόνο στις περιπτώσεις που αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο αυτό. Μεταξύ αυτών είναι και η περίπτωση σύμφωνα με την οποία "αν με απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαπιστώνεται παραβίαση δικαιώματος που αφορά το δίκαιο χαρακτήρα της διαδικασίας που τηρήθηκε ή την ουσιαστική διάταξη που εφαρμόσθηκε". Η τελευταία αυτή περίπτωση ως πέμπτη της παρ. 1 του πιο πάνω άρθρου 525 Κ.Π.Δ. θεσπίσθηκε με το άρθρο ενδέκατο του ν.2865/2000. Όμως η επανάληψη της διαδικασίας σε αυτή την περίπτωση, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση, ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΔΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (του αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της διαδικασίας.

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), η οποία υπογράφηκε στη Ρώμη την 4.11.1950 και κυρώθηκε για πρώτη φορά από την Ελλάδα με το Ν.2329/1953 και ύστερα εκ νέου με το Ν.Δ. 53/1974 κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην προκειμένη περίπτωση έχει ως εξής: "Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως". Τέλος, με το άρθρο 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ θεσπίζεται υποχρέωση των συμβαλλομένων κρατών "να συμμορφώνονται προς τις οριστικές αποφάσεις του Δικαστηρίου επί των διαφορών στις οποίες είναι διάδικοι". Η Ελληνική Πολιτεία κατ' επιταγή του ως άνω άρθρου 46 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, κυρώθηκε τελικώς με το Ν.Δ. 53/1974 και αποτελεί κατά το άρθρο 28 του Συντάγματος αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού Ελληνικού δικαίου και υπερισχύει από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη εσωτερικού Νόμου (Ολ. ΑΠ 66/1991, Π.Χ. ΜΑ/833), θέσπισε την ως άνω περίπτωση 5 της παρ. 1 του άρθρου 525 Κ.Π.Δ. Στην, κατά την τελευταία αυτή περίπτωση, έννοια του δικαιώματος, η διαπίστωση της παραβίασης του οποίου συνιστά λόγο επαναλήψεως της διαδικασίας, υπάγονται ασφαλώς όλα τα δικαιώματα του μέρους Ι της Συμβάσεως (αρθρ. 2-18 της ΕΣΔΑ).

Συνεπώς, σε όλες τις περιπτώσεις που το ΕΣΔΑ διαπιστώνει, ότι η ποινική καταδίκη του αιτούντος (προσφεύγοντος) ή η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την τελική κρίση επ' αυτής συνεπάγεται προσβολή του δικαιώματος αυτού πρόσβασης στο ανώτερο Δικαστήριο, αντίκειται στην προαναφερθείσα Ευρωπαϊκή Σύμβαση και παρέχεται η δυνατότητα επανάληψης της διαδικασίας, η οποία όμως τελεί, όπως προαναφέρθηκε, υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η διαπιστωθείσα από το ΕΣΔΑ παραβίαση του δικαιώματος του αιτούντος επηρέασε, και μάλιστα αρνητικά, την κρίση του ποινικού δικαστηρίου, η δε επανόρθωση της βλάβης αυτού (αιτούντος) μπορεί να επιτευχθεί με την επανάληψη της ποινικής διαδικασίας.

Στην υπό κρίση αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας, ο αιτών εκθέτει, ότι με την υπ' αριθμό 557/2006 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό και η οποία έχει καταστεί αμετάκλητη, καταδικάσθηκε σε φυλάκιση ενός (1) έτους για την πράξη της ηθικής αυτουργίας σε καταστροφή αρχαιοτήτων (26 παρ.1α, 27 παρ.1, 46 παρ.1α του Π.Κ και άρθρα 1, 2, 49 του Κ.

Ν 5351/1932). Κατά της αποφάσεως αυτής ο αιτών άσκησε την από 5 Ιουνίου 2006 αίτηση αναιρέσεως, με αυτοτελές δικόγραφο που κατέθεσε ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέα του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης, στον οποίο δήλωσε ότι ασκεί "αναίρεση κατά της υπ' αριθμό 557/2006 αποφάσεως ενώπιον του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, για τους λόγους που λεπτομερώς αναφέρονται στην αίτηση του".

Ο 'Αρειος Πάγος με την υπ' αριθμό 955/2007 απόφαση του απέρριψε την ως άνω έκθεση αναιρέσεως του αιτούντος, ως απαράδεκτη, με το σκεπτικό ότι αυτή δεν ασκήθηκε νομοτύπως κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 474 παρ.1 του Κ.Π.Δ, καθόσον "ασκήθηκε, όχι με δήλωση ενώπιον του Γραμματέως του παραπάνω Δικαστηρίου και σύνταξη της οικείας εκθέσεως για την τοιαύτη δήλωση, αλλά με αυτοτελές δικόγραφο.

Μετά την έκδοση της αποφάσεως αυτής, ο αιτών προσέφυγε κατ' αυτής, όπως είχε δικαίωμα, με την υπ' αριθ.37349/2007 προσφυγή στο ΕΔΔΑ, παραπονούμενος, ότι με την απόφαση αυτή του Αρείου πάγου είχε παραβιασθεί το δια του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ προστατευόμενο δικαίωμα της ελεύθερης προσβάσεως του στο αναιρετικό Δικαστήριο.

Επ' αυτής της προσφυγής το ΕΔΔΑ εξέδωσε την από 2 Απριλίου 2009 απόφαση (υπόθεση Χ κατά Ελλάδας), με την οποία έγινε δεκτή η προσφυγή του πιο πάνω αιτούντος, καθόσον διαπιστώθηκε απ' αυτό παραβίαση του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, αφού έκρινε ότι η απόρριψη της πιο πάνω αιτήσεως αναιρέσεως του αιτούντος, ως απαράδεκτης, για τον προαναφερθέντα λόγο, συνεπαγότανε προσβολή του δικαιώματος πρόσβασης αυτού στο ανώτερο Δικαστήριο, -δηλαδή στον 'Αρειο Πάγο στην υπό κρίση περίπτωση.

Ενόψει των ανωτέρω και ειδικότερα της παραπάνω αποφάσεως του ΕΔΔΑ, που έκρινε ότι παραβιάσθηκε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, για τον προεκτεθέντα λόγο, από τον 'Αρειο Πάγο με την απόρριψη ως απαράδεκτη της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως του αιτούντος με την 955/2007 απόφαση του, πρέπει να γίνει δεκτή ως βάσιμη η κρινόμενη αίτηση επαναλήψεως της διαδικασίας και να ακυρωθεί η ανωτέρω υπ' αρ. 955/2007 απόφασή του Αρείου Πάγου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την από 15 Οκτωβρίου 2009 αίτηση του Χ, κατοίκου ..., για επανάληψη της διαδικασίας που περατώθηκε αμετακλήτως, με την υπ' αριθ. 955/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η με αριθμό 3 και από 5 Ιουνίου 2005 αίτηση αυτού για αναίρεση της υπ' αριθ. 557/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης.

Ακυρώνει την υπ' αριθ. 955/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Διατάσσει την επανάληψη της διαδικασίας της με αριθμό 3 και από 5 Ιουνίου 2006 αιτήσεως του Χ, για αναίρεση της υπ' αριθ. 557/2006 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρεθύμνης.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2010. Και

Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 9 Δεκεμβρίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑ