Legislator Case Law & Legislation
1940/2009 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank seizure notice invalidation due to non-lawyer signature under 1929 law.

Case Number 1940/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the First Instance Court's decision to invalidate a bank's seizure notice signed by a non-lawyer employee. The First Instance Court had declared the notice void, citing the repeal of Article 34 of Law 4332/1929 by Law 2076/1992. The Supreme Court rejected this, ruling that the specific provision granting the Agricultural Bank of Greece non-lawyer signing rights remained in force and was not repealed. Consequently, the seizure notice was deemed valid, and the appeal was partially allowed to reinstate the original seizure order.

Legislator headnote

AI generated

Article 34 paragraph 4 of Law 4332/1929; Article 26 paragraph 9 of Law 2076/1992: The specific legal provisions granting the Agricultural Bank of Greece the right to execute seizure notices without a lawyer's signature remain in force and apply to the bank as an anonymous company, rendering such notices validly executed by authorized non-lawyer employees.

Keywords

AI generated
Agricultural Bank of Greece seizure notice validity non-lawyer signature Law 4332/1929 Article 34 paragraph 4 repeal of legal provisions banking seizure procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 34 paragraph 4 of Law 4332/1929
Article 26 paragraph 9 of Law 2076/1992
Article 26 paragraph 1 of Law 1914/1990
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
BGE 24 and 25/2006

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1940 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1.940/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Ελένη Σπίτσα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Ιανουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Πήτα.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Τραπεζικής Εται-ρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Παπαδούλη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις ανακοπές α)από 20-9-2002 της ήδη αναιρεσίβλητης, β)8-10-2002 του ελληνικού δημοσίου και γ0 από 19-9-2002 του ..., που δεν είναι διάδικοι στη παρούσα δίκη, κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν.

Εκδόθηκε η 1309/2005 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 5-6-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Σπίτσα, ανέγνωσε την από 8-1-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που αφορά την ΑΤΕ ΑΕ. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη την αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, στο άρθρο 34 παρ.4 του ν.4332/1929 "περί κυρώσεως της μεταξύ Ελληνικού Δημοσίου και Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος Συμβάσεως περί συστάσεως και λειτουργίας της Αγροτικής Τραπέζης" ορίζεται ότι "....τας επιταγάς και παραγγελίας επιδόσεως οιουδήποτε εγγράφου εγκύρως συντάσσει και υπογράφει και μη δικηγόρος υπάλληλος της ΑΤΕ, εξουσιοδοτημένος παρ' αυτής, χωρίς να απαιτείται και η παρά δικηγόρου υπογραφή τούτων".

Η διάταξη αυτή, με την οποία εισάγεται δικονομικά προνόμιο υπέρ της ΑΤΕ και η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ με το άρθρο 52 του Εισαγωγικού αυτού Νόμου, εξακολουθεί να ισχύει και μετά τη μετατροπή της ΑΤΕ σε ανώνυμη εταιρία με το άρθρο 26 παρ. 1 του ν.1914/1990, στην παράγραφο 4 του οποίου ορίζεται "Όλες οι ειδικές ρυθμίσεις που αφορούν την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος και αναφέρονται ιδίως στα προνόμιά της, ουσιαστικά και δικονομικά.....διατηρούνται σε ισχύ και εφαρμόζονται αμετάβλητα στο πρόσωπο της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος ΑΕ".

Τέλος ο ν. 2076/1992, ο οποίος ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την Οδηγία 89/646/ΕΟΚ και έχει εφαρμογή και στην "ΑΤΕ ΑΕ", δυνάμει του άρθρου 3 αυτού, ορίζει στο άρθρο 26 παρ. 9 ότι η εφαρμογή των διατάξεων του ν.δ/τος 17/7/13-6-1923 επεκτείνεται αυτόματα σε όλες τις τράπεζες, αφότου δοθεί η άδεια της Τράπεζας της Ελλάδος για τη λειτουργία τους.

Παρά την επέκταση όμως της εφαρμογής του ως άνω ν.δ/τος σε όλες τις τράπεζες και τις ουσιώδεις μεταβολές που επήλθαν στον νομικό χαρακτήρα και τον σκοπό της "ΑΤΕ ΑΕ", το νομικό καθεστώς των προνομίων αυτής διατηρήθηκε, χωρίς να θιγεί από τις διατάξεις του ν. 2076/1992, που είχε σκοπό, σύμφωνα με το άρθρο 1 αυτού, την ενσωμάτωση στην ελληνική νομοθεσία των διατάξεων της Οδηγίας 89/646/ΕΟΚ του Συμβουλίου των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία αφορούσε κυρίως την ρύθμιση των προϋποθέσεων προσβάσεως στην τραπεζική αγορά και όχι τη ρύθμιση ουσιαστικών και δικονομικών δικαιωμάτων των οφειλετών Τραπεζών.

Ούτε τέλος η διάταξη της παραγράφου 8 του άρθρου 26 του τελευταίου αυτού νόμου (2076/1992), με την οποία ορίσθηκε, ότι διατάξεις νόμων που ρυθμίζουν θέματα καταστατικού των τραπεζών που έχουν έδρα την Ελλάδα καταργούνται, έθιξε τις αναφερόμενες στα προνόμια της ΑΤΕ ειδικές ρυθμίσεις, ενόψει του ότι έπαυσαν να αποτελούν περιεχόμενο αποκλειστικά του καταστατικού νόμου 4332/1929 και διατηρήθηκαν σε ισχύ δυνάμει της παρ. 4 του άρθρου 26 του ν.1914/1990 (Ολ.ΑΠ 24 και 25/2006).

Εν προκειμένω, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Μονομελές Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι, με επίσπευση αρχικά του ... και κατόπιν, δυνάμει της 14.220/2002 πράξεως δηλώσεως επισπεύσεως, του ..., πλειστηριάσθηκε στις 24-4-2002 ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος του οφειλέτη ..., αντί πλειστηριάσματος 20.040 Ευρώ, ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Μελπομένης Μπαρλαμά (υπαλλήλου του πλειστηριασμού), η οποία στον συνταγέντα από αυτή με αριθμ. 14.779/2002 πίνακα διανομής του εναπομείναντος, μετά την αφαίρεση των εξόδων, πλειστηριάσματος, ποσού 16.055,79 Ευρώ και τη διαίρεση αυτού σε 2/3 και 1/3, συνεπεία συρροής απαιτήσεων εξοπλισμένων με γενικό προνόμιο, κατέταξε προνομιακά και οριστικά στο 1/3 του πλειστηριάσματος, τη ΔΟΥ ..., σε μέρος των 2/3 του πλειστηριάσματος την αναιρεσείουσα, ως πρώτη ενυπόθηκη δανείστρια, για ποσό 5.272,18 Ευρώ, με βάση την από 30-04-2002 αναγγελία και στο υπόλοιπο (των 2/3) της ως άνω ΔΟΥ ως ενυπόθηκη δανείστρια, προνομιακά και οριστικά.

Ακολούθως, το Μονομελές Πρωτοδικείο, κρίναν ότι η επίμαχη αναγγελία είναι άκυρη, λόγω μη υπογραφής της από δικηγόρο και ότι το άρθρο 34 του ν. 4332/1929, το οποίο έδινε τη δυνατότητα το αναγγελτήριο της ΑΤΕ να υπογράφεται και από υπάλληλό της, καταργήθηκε με το άρθρο 26 του ν. 2076/1992, δέχθηκε την ανακοπή της αναιρεσίβλητης, μεταρρύθμισε τον προαναφερθέντα πίνακα και κατέταξε την τελευταία για το ποσό των 5.272,18 Ευρώ στη θέση της αποβληθείσας αναιρεσείουσας.

Η κήρυξη από αυτό άκυρης της ως άνω καταγγελίας είναι παράνομη, αφού, σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα πρόταση αυτού του συλλογισμού, η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 4 του ν. 4332/1929 δεν έχει καταργηθεί, βάσει δε αυτής νομίμως το αναγγελτήριο της αναιρεσείουσας υπογράφηκε από εξουσιοδοτημένο προς τούτο υπάλληλο της.

Επομένως, οι αναιρετικοί λόγοι από τους αριθμούς 14 και 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τους οποίους καταλογίζεται στο Εφετείο η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι. Σημειωτέον ότι ο το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου προβαλλόμενος και δη με τις μετά τη συζήτηση κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις, ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης περί του ότι το άρθρο 34 παρ. 4 του ν.4332/1929 αντιβαίνει στις διατάξεις του Συντάγματος και του κοινοτικού δικαίου είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλ-λόμενη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά την ανακοπή της αναιρεσίβλητης "ΕΤΕ ΑΕ" κατά της αναιρεσείουσας "ΑΤΕ ΑΕ", και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλο δικαστή είναι δυνατή.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1.309/2005 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος αυτής.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 3 Αυγούστου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ