Legislator Case Law & Legislation
1940/2007 AI generated

1940/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1940/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8907/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/5/2006 αίτησή της.

Legislator headnote

AI generated

1940/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τα άρθρα 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία από τον εργοδότη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί στο μισθωτό ή νόμιμη αποζημίωση, η οποία πρέπει να καταβάλλεται ασχέτως από το λόγο που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανωτέρα βία).

Keywords

AI generated
abandonment of employment dismissal or termination of contract right to disconnect waiver of wage claims withdrawal following settlement posted workers detachment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1940 / 2007 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1940/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο, Ηλία Γιαννακάκη, Χρήστο Αλεξόπουλο, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Ζήση Βασιλόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΜΕΤΑΧΟΛΝΤΙΓΚ Α.Ε. Εκδόσεις, Μελέτες, Χρημ/κών Επιχ. Ασφαλ. Συμβούλων, Εμπορική", που έχει την έδρα της στον Άλιμο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αναστασίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: .... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Τρίμη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/12/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8907/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 31/5/2006 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ηλίας Γιαννακάκης, ανέγνωσε την από 18/9/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, κατά το ένα σκέλος του καθώς και ο πέμπτος και να απορριφθούν οι άλλοι λόγοι. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τα άρθρα 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 1 και 5 του ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία από τον εργοδότη σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι έγκυρη, εφόσον γίνει εγγράφως και καταβληθεί στο μισθωτό ή νόμιμη αποζημίωση, η οποία πρέπει να καταβάλλεται ασχέτως από το λόγο που προκάλεσε την καταγγελία, εκτός από τις περιοριστικά αναφερόμενες στο νόμο περιπτώσεις (υποβολή μηνύσεως για αξιόποινη πράξη, ανωτέρα βία).

Επομένως, ο εργοδότης οφείλει την αποζημίωση αυτή και όταν κατάγγειλε τη σύμβαση εργασίας για κάθε άλλη, εκτός των ανωτέρω περιπτώσεων, υπαίτια μη εκπλήρωση των από τη σύμβαση εργασίας υποχρεώσεων του μισθωτού, δηλαδή και στην περίπτωση καταγγελίας της σύμβασης εργασίας εγκύου για σπουδαίο λόγο. Όταν όμως ο μισθωτός δεν εκπληρώνει τις συμβατικές του υποχρεώσεις ή εκπληρώνει αυτός πλημμελώς κακόβουλα, δηλαδή με αποκλειστικό σκοπό να εξαναγκάσει τον εργοδότη να τον απολύσει για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωση, τότε η ενάσκηση της αξιώσεως για αποζημίωση λόγω απολύσεως, ή η προβολή της ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη καταβολής της αποζημιώσεως και η εντεύθεν αναγνώριση της υπερημερίας του εργοδότου περί την αποδοχή των υπηρεσιών προς αυτόν του ενάγοντος μισθωτού υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και, συνεπώς, είναι καταχρηστική υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε τα εξής: Η αναιρεσίβλητη προσελήφθη από την αναιρεσείουσα, στις 3-4-2002, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως περιοδεύουσα πωλήτρια και συμφωνήθηκε να εργάζεται 8 ώρες ημερησίως και να αμείβεται με μικτό σύστημα και ειδικότερα με το ποσό των 280000 δραχμών μηνιαίως και ποσοστά.

Σε εκτέλεση της σύμβασης άρχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες της στην αναιρεσείουσα. Στο τέλος του καλοκαιριού του έτους 2002 δήλωσε στο δεύτερο εναγόμενο και νόμιμο εκπρόσωπο της τελευταίας ότι, ήταν έγκυος και στις 11-2-2003 γέννησε το πρώτο της τέκνο. Μετά το τέλος της άδειας λοχείας και δεκαήμερης άδειας ανάπαυσης, επέστρεψε στα καθήκοντά της, στις 2-6-2003.

Έκτοτε, όμως, άρχισε να αδιαφορεί για την εργασία της και να εμφανίζει μειωμένη αποδοτικότητα. Άλλοτε προσερχόταν στην εργασία της με καθυστέρηση και άλλοτε αποχωρούσε από αυτήν πριν τη λήξη του ωραρίου της, επικαλούμενη ασθένεια της ίδιας και του νεογέννητου τέκνου της είτε προγραμματισμένα ραντεβού, αρκετά των οποίων όμως δεν πραγματοποιούσε.

Ειδικότερα, δεν πραγματοποίησε ραντεβού με τους εκπροσώπους των εταιριών "....", "...." και "....", στις 15-7-2003, 16-7-2003 και 23-7-2003 αντίστοιχα. Όταν ο νόμιμος εκπρόσωπος και διευθύνων σύμβουλος της αναιρεσείουσας εξέφρασε, στις 22-9-2003, την πρόθεσή του να προβεί στον έλεγχο όλων των ραντεβού, τα οποία εφέρετο ότι πραγματοποίησε η αναιρεσίβλητη κατά το χρονικό διάστημα από την επιστροφή της στην εργασία της, στις 2-6-2003 και εντεύθεν, η τελευταία απεχώρησε χωρίς να δώσει εξηγήσεις για τις αυθαίρετες αυτές απουσίες της.

Κατά τις επόμενες ημέρες δεν επέστρεψε στην εργασία της, η απουσία της όμως αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι την ίδια ημέρα (22-9-2003) περί ώρα 11.30 ειδοποιήθηκε από πρόσωπο που είχε την επιμέλεια του τέκνου της κατά τις ώρες της απουσίας της ότι, αυτό έπεσε και κτύπησε στο κεφάλι. Όταν η αναιρεσίβλητη επέστρεψε στην εργασία της, στις 29-9-2003, ο δεύτερος των εναγομένων της εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του για την προηγηθείσα προς την αναιρεσείουσα αντισυμβατική συμπεριφορά και την επομένη, 30-9-2003, κατήγγειλε την εργασιακή σύμβαση, σύμφωνα με την οποία αποζημίωση "δεν καταβάλλεται λόγω υπαίτιας παράβασης των προς την επιχείρηση υποχρεώσεων και σκόπιμη επιδίωξη απόλυσης, προκειμένου να εισπραχθεί η αποζημίωση".

Η εν λόγω καταγγελία επιδόθηκε στο Σ.Ε.Π.Ε. Αποδείχθηκε βέβαια αμελής εκτέλεση της εργασίας εκ μέρους της αναιρεσίβλητης και μη συμμόρφωσή της προς τις οδηγίες της αναιρεσείουσας, η παραπάνω όμως συμπεριφορά δεν μπορεί να θεωρηθεί δόλια και κακόβουλη, με σκοπό να εξαναγκασθεί η εργοδότρια, να καταγγείλει την αορίστου χρόνου σύμβαση εργασίας και να της καταβάλει τη σχετική αποζημίωση.

Διότι δεν αρκεί η αντισυμβατική συμπεριφορά του εργαζομένου, αλλά απαιτείται να συντρέχουν περιστατικά, από τα οποία να προκύπτει σαφώς η πρόθεση εξαναγκασμού του εργοδότη σε καταγγελία. Τέτοιο περιστατικό δεν μπορεί να θεωρηθεί η αδιαφορία της αναιρεσίβλητης, όταν της δήλωσε ο δεύτερος εναγόμενος την πρόθεσή του να την απολύσει.

Η αναφορά σε βιογραφικό που απέστειλε η αναιρεσίβλητη, στις αρχές του 2005, στην εταιρεία "ΧΑΪΔΕΜΕΝΟΣ ΑΕΒΕ", ότι αυτή εργάσθηκε, από το έτος 2002, ως υψηλόβαθμο στέλεχος σε διάφορες εταιρείες, δεν αποτελεί απόδειξη ότι, πράγματι αυτή εργάσθηκε στις αναφερόμενες εταιρείες και μάλιστα (για ορισμένο χρονικό διάστημα) παράλληλα με την εργασία της στην αναιρεσείουσα.

Επομένως, τα παραπάνω περιστατικά, αντικειμενικά κρινόμενα, κατά την καλή πίστη, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, δεν καθιστούν μη ανεκτή τη συνέχιση της σύμβασης για την αναιρεσείουσα και δεν συνιστούν, παράλληλα, σπουδαίο λόγο, για την εκ μέρους της καταγγελία της εν λόγω συμβάσεως. Μετά ταύτα, η επίμαχη καταγγελία, αφού δεν καταβλήθηκε η αποζημίωση απόλυσης, είναι άκυρη.

Με βάση τις παραδοχές αυτές του Εφετείου, έγινε δεκτή η αγωγή της αναιρεσίβλητης ως προς την αναιρεσείουσα, αναγνωρίσθηκε η ακυρότητα της καταγγελίας της ένδικης συμβάσεως εργασίας και επιδικάσθηκαν στην αναιρεσίβλητη μισθοί υπερημερίας. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, αφού διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς αιτιολογίες, για ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο.

Ειδικότερα το Εφετείο, ενώ δέχθηκε ότι, η αναιρεσίβλητη αδιαφορούσε για την εργασία της, εμφάνιζε μειωμένη αποδοτικότητα και δεν συμμορφωνόταν με τις οδηγίες της αναιρεσείουσας εργοδότριάς της, στη συνέχεια δέχθηκε ότι, η συμπεριφορά της αυτή δεν ήταν κακόβουλη και δεν έγινε με σκοπό να εξαναγκάσει την αναιρεσείουσα να την απολύσει, χωρίς να αιτιολογεί επαρκώς την κρίση της αυτή και συγκεκριμένα χωρίς να διευκρινίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ποιος ήταν ο λόγος για τον οποίο η αναιρεσίβλητη επέδειξε την πιο πάνω αντισυμβατική συμπεριφορά.

Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναιρέσεως, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. καθώς και ο τρίτος, κατά το ένα σκέλος του, αληθώς από την ίδια διάταξη και όχι αυτή από τον αριθμό 1 του άρθρου 5559 Κ.Πολ.Δ., που επικαλείται η αναιρεσείουσα, με τους οποίους προβάλλεται έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την απόρριψη του ισχυρισμού της αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης να αξιώσει μισθούς υπερημερίας, είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ.)

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8907/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε επτακόσια είκοσι (720) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Οκτωβρίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση ακροατήριό του στις 13 Νοεμβρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ