Legislator Case Law & Legislation
193/2023 AI generated

Supreme Court joins two appeals and orders partial restoration of status and cost allocation.

Case Number 193/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court joined two separate appeals regarding the same 2019 first-instance judgment to streamline proceedings. While dismissing one appellant's request, the Court accepted the others' claim for the restoration of the case to its previous state. Consequently, the Court ordered the losing party to pay specific monetary amounts to the appellants and allocated court costs accordingly.

Legislator headnote

AI generated

Articles 246 and 573 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may join pending appeals to facilitate trial and order the restoration of the case to its previous state if the restoration is not prejudicial to the opposing party.

Keywords

AI generated
joinder of appeals restoration of case civil procedure code cost allocation partial restoration appeal procedure procedural efficiency

Cited Legislation

AI generated
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 914 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 193 / 2023 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 193/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Βλάχου, Γεωργία Κατσιμαγκλή, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη και Σωκράτη Πλαστήρα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Ν. συζ. Ι. Γ., το γένος Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μιχαήλ Μαρμαρινό με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων: 1) Μ. συζ. Α. Μ., το γένος Θ. Μ., 2) Κ. Δ. του Γ., 3) Θ. Δ. του Κ. και 4) Κ. Δ. του Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ - Αθηναγόρα Δημητρακόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-12-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειόντων (ατομικά ο 2ος και ως ασκούντος τη γονική μέριμνα των ανηλίκων τότε τέκνων του, ήδη 3ης και 4ης αναιρεσιβλήτων - αναιρεσειουσών) και της ήδη αποβιωσάσης Κ. χας Θ. Μ., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 25-10-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 494/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3834/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την ανακοπή της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι εκκαλούντες-ήδη αναιρεσίβλητοι/αναιρεσείοντες με την από 10-11-2015 ανακοπή ερημοδικίας.

Εκδόθηκε η 2367/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των δύο ως άνω εφετειακών αποφάσεων ζήτησαν οι ήδη αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες με την από 18-12-2016 αίτησή τους.

Εκδόθηκε η 364/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε τις δύο ως άνω εφετειακές αποφάσεις και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον δικαστή.

Εκδόθηκε η 4872/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη με την από 7-6-2020 αίτησή της και οι αναιρεσίβλητοι - αναιρεσείοντες με την από 5-6-2020 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση των υποθέσεων αυτών, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Σωκράτη Πλαστήρα, που εκφωνήθηκαν από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 246 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης μπορεί, αυτεπαγγέλτως ή ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου, να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσότερων εκκρεμών ενώπιον του δικών ανάμεσα στους ίδιους ή διαφορετικούς διαδίκους, αν υπάγονται στην ίδια διαδικασία και, κατά την κρίση του, διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 205/2020, ΑΠ 19/2020). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με τις υπό κρίση: Α) από 7-6-2020[αριθμ. καταθ. ...] και Β) από 5-6-2020[αριθμ. καταθ. ...], αιτήσεις αναίρεσης, διώκεται η αναίρεση της 4872/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015). Οι αιτήσεις πρέπει να συνεκδικασθούν, διότι έτσι επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης και επέρχεται μείωση των εξόδων.

Από την παραδεκτή επισκόπηση (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) των διαδικαστικών εγγράφων, προκύπτουν τα ακόλουθα όσον αφορά τη διαδικαστική πορεία της ένδικης υπόθεσης: Οι αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι Μ. συζ. Α. Μ., Κ. Δ., Θ. Δ. και Κ. Δ. συνεκμισθωτές ακινήτου, άσκησαν σε βάρος της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης Ν.

συζ. Ι. Γ., μισθώτριας του ακινήτου, την από 15-12-2009 (αρ. κατ. 5985/2010) αγωγή, με την οποία ζητούσαν το συνολικό ποσό των 461.685,82 ευρώ, ως μισθώματα, λόγω αναπροσαρμογής. Η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη μισθώτρια άσκησε επίσης εναντίον των συνεκμισθωτών την από 25-10-2010 (αρ. κατ. ...) αγωγή, με την οποία ζητούσε το συνολικό ποσό των 161.946,21 ευρώ, ως αποζημίωση της άϋλης εμπορικής αξίας του μισθίου ακινήτου, λόγω λύσης της από 29-5-1997 σύμβασης μίσθωσης αυτού με καταγγελία των συνεκμισθωτών, που έγινε με την από 15-12-2009 (αρ.

κατ. ...) αγωγή τους, περί απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου, πριν από την πάροδο εννέα μηνών από τη λήξη της δωδεκαετίας. Οι αγωγές αυτές συνεκδικάστηκαν και εκδόθηκε η υπ' αριθ. 494/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή των συνεκμισθωτών και ήδη αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων και δέχθηκε ως ουσία βάσιμη την αγωγή της μισθώτριας (ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης).

Κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου οι συνεκμισθωτές (ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι) άσκησαν την από 12-5-2014 (αριθ. κατ. 3263/2014) έφεση και τους από 8-4-2015 (αριθ. κατ. 219/2015) πρόσθετους λόγους έφεσης, ζητώντας την εξαφάνιση της εκκαλουμένης υπ' αριθ. 494/2014 απόφασης, προκειμένου να γίνει δεκτή η ως άνω αγωγή τους και να απορριφθεί η αγωγή της μισθώτριας (ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης).

Με την υπ' αριθ. 3834/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η ως άνω έφεση εκδικασθείσα στη δικάσιμο της 19-5-2015 απερρίφθη ως ανυποστήρικτη, ενώ δεν ερευνήθηκαν καθόλου οι πρόσθετοι λόγοι της έφεσης και η συζήτησή τους ματαιώθηκε, κατά στην ορισθείσα δικάσιμο της 16-2- 2016. Ακολούθως, κατά της ως άνω απόφασης (3834/2015) οι τότε εκκαλούντες άσκησαν την από 10-11-2015 (αριθ.

κατ. 34/2015) ανακοπή ερημοδικίας, που εκδικάστηκε στις 20-9-2016. Με την υπ' αριθ. 2367/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών η ανακοπή ερημοδικίας απερρίφθη κατ' ουσίαν ως προς την Μ. συζ. Α. Μ. (ήδη 1η αναιρεσείουσα - 1η αναιρεσίβλητη), ενώ ως προς τους Κ. Δ., Θ. Δ. και Κ. Δ. (ήδη 2ο, 3η και 4η αναιρεσείοντες -2ο, 3η και 4η αναιρεσίβλητους) έγινε δεκτή κατ' ουσίαν η ανακοπή ερημοδικίας και το Εφετείο εξαφάνισε ως προς αυτούς μόνον την υπ' αριθ. 3834/2015 απόφασή του, με την οποία είχε απορριφθεί η έφεση ως ανυποστήρικτη.

Στη συνέχεια, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών προχώρησε στην εξέταση της έφεσης, καθώς και των από 24-5-2016 (αριθ. κατ. 164/2016) πρόσθετων λόγων αυτής (μεταγενέστερων χρονικά), με πανομοιότυπο περιεχόμενο με τους προηγούμενους πρόσθετους λόγους, που δεν είχαν ερευνηθεί κατά τα ανωτέρω και ως προς το δικόγραφο των οποίων (προηγούμενων από 8-4-2015 πρόσθετων λόγων), οι εκκαλούντες - προσθέτοντες δήλωσαν, ότι παραιτούνται.

Ακολούθως, με την υπ' αριθ. 2367/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών απερρίφθη η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής ως προς τους 2ο, 3η και 4η των τότε εκκαλούντων - προσθετόντων λόγους έφεσης και ήδη 2ου, 3ης και 4ης των αναιρεσειόντων - αναιρεσιβλήτων συνεκμισθωτών, επικυρώνοντας ως προς αυτούς την πρωτόδικη εκκαλουμένη απόφαση υπ' αριθ. 494/2014 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, ως προς αυτούς, κατέστη τελεσίδικη.

Επίσης, η πρωτόδικη υπ' αριθ. 494/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατέστη τελεσίδικη ως προς την 1η αναιρεσείουσα - 1η αναιρεσίβλητη μετά την απόρριψη της ανακοπής ερημοδικίας της με την υπ' αριθ. 2367/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και επομένως την μη εξαφάνιση ως προς αυτήν της υπ' αριθ. 3834/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που απέρριψε την έφεσή της κατά της πρωτόδικης απόφασης ως ανυποστήρικτη, χωρίς να ερευνηθούν οι πρόσθετοι λόγοι.

Ακολούθως, με την από 18-12-2016 αίτηση αναίρεσης οι συνεκμισθωτές Μ. συζ. Α. Μ., Κ. Δ., Θ. Δ. και Κ. Δ. (ήδη αναιρεσείοντες - αναιρεσίβλητοι) προσέβαλαν τις υπ' αριθ. 2367/2016 και 3834/2015 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Επί της αιτήσεως αναιρέσεως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 364/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, με την οποία κρίθηκε ότι πρέπει να αναιρεθούν οι υπ' αριθ. 2367/2016 και 3834/2015 αποφάσεις του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία μισθωτικών διαφορών) ως προς το κεφάλαιο αυτών που αφορά την από 25-10-2010 (αριθ.

κατ. ...) αγωγή της μισθώτριας Ν. συζ. Ι. Γ. (ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης), περί αποζημίωσης για την άϋλη εμπορική αξία του μισθίου ακινήτου (εφόσον, κατά τις παραδοχές της, κανένας λόγος αναίρεσης δεν έπληττε το κεφάλαιο, που αφορά την αγωγή των συνεκμισθωτών περί καταβολής μισθωμάτων από αναπροσαρμογή).

Έτσι, αναίρεσε τις ως άνω εφετειακές αποφάσεις και παρέπεμψε την υπόθεση για εκδίκαση στο Εφετείο Αθηνών. Το κατά παραπομπή Δικαστήριο, μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, εξέδωσε την υπ' αριθ. 4872/2019 απόφαση, με την οποία, δεχόμενο την από 12-5-2014 (αρ.κατ. 3263/2014) έφεση και τους από 24-5-2016 (αρ.κατ. 164/2016) πρόσθετους λόγους έφεσης, εξαφάνισε, την υπ' αριθ. 494/2014 πρωτόδικη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά το μέρος που αφορούσε την ως άνω από 25-10-2010 (αριθ.κατ. ...) αγωγή της Ν.

συζ. Ι. Γ., κρίνοντας δε κατ' ουσίαν την υπόθεση, απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή της μισθώτριας (ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης). Ήδη, με τις υπό κρίση α) από 7-6-2020 και β) από 5-6-2020 αιτήσεις αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ.

του ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015), ως άνω υπ' αριθ. 4872/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την πρώτη εξ αυτών, κατά το κεφάλαιο της, με το οποίο, μετά την εξαφάνιση της υπ' αριθ. 494/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η από 25-10-2010 (αριθ.

κατ. 189366/...) αγωγή της μισθώτριας Ν. συζ. Ι. Γ. (ήδη αναιρεσείουσας), απερρίφθη κατ'ουσίαν και με τη δεύτερη, κατά το κεφάλαιο της, που αφορά το αίτημα των Κ. Δ., Θ. Δ. και Κ. Δ. (ήδη 2ου, 3ης και 4ης των αναιρεσειόντων) περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Οι αιτήσεις αναίρεσης ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, στις 24-2-2020, επιδόθηκε νομότυπα στην αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη Ν. συζ. Ι. Γ. η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση, όπως εμφαίνεται από την με αριθμ. 9605Β'/24-2-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Αθηνών Χ. Μ., η οποία επίδοση κίνησε την προθεσμία άσκησης των αιτήσεων αναιρέσεως (ΑΠ 823/2007).

Όμως, από τις 13-3-2020 μέχρι τις 31-5-2020 είχε ανασταλεί η λειτουργία των δικαστηρίων για λόγους δημόσιας υγείας. Με το άρθρο 74 του ν. 4690/2020 ορίστηκε ότι το χρονικό διάστημα της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων (13.3.2020 - 31.5.2020) δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων ....., μετά τη λήξη της παραπάνω αναστολής οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία ........

οι προθεσμίες της παρ. 2 του άρθρου 215, των παρ. 1 και 2 του 237 και του άρθρου 238 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, καθώς και οι προθεσμίες άσκησης ανακοπών, με εξαίρεση τις προθεσμίες του άρθρου 934 ΚΠολΔ, ένδικων μέσων και πρόσθετων λόγων δεν συμπληρώνονται, αν δεν παρέλθουν επιπλέον τριάντα (30) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους.

Στην ερευνώμενη υπόθεση, η προθεσμία ασκήσεως των ένδικων αιτήσεων αναιρέσεως έληγε μεν στις 13-6-2020 (17 ημέρες από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης μέχρι την αναστολή και 13=30 ημέρες), πλην όμως αυτή συμπληρώθηκε, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, στις 13-7-2020 [ΑΠ 40/2022]. Επομένως, οι αίτηση αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν στις 10-6-2020 [η πρώτη] και 11-6-2020 [η δεύτερη] είναι παραδεκτές (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Εδώ πρέπει να σημειωθεί ότι στην από 5-6-2020 (αριθμ. καταθ. ...) αίτηση αναίρεσης η πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Μ. δεν πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς όμως αυτή να έχει υποβάλλει και αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, όπως οι λοιποί των αναιρεσειόντων (αντίστοιχο αίτημα αυτής δεν υποβλήθηκε ούτε με τις από 12-2-2019, προτάσεις των αναιρεσειόντων ως εκκαλούντων στο Εφετείο) και από τις διατάξεις των άρθρων 566 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ συνάγεται, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης είναι να περιέχει και αίτηση-αίτημα για την εξέταση της υπόθεσης, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 57/2021).

Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη ως προς αυτήν. Α. Επί της από 7-6-2020 αιτήσεως αναιρέσεως της αναιρεσείουσας Ν. Γ., λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ` του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν.

Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποιά από αυτά προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που λήφθηκαν υπόψη.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 136/2022, ΑΠ 50/2020). Για το ορισμένο της προβολής του λόγου της μη λήψης υπόψη αποδεικτικών μέσων που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο, να προσδιορίζεται το περιεχόμενο τους, ως και ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου αυτά προσκομίσθηκαν και η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 57/2021, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 1221/2018, ΑΠ 845/2018) και επιπλέον να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή τους κατά την συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν αυτεπαγγέλτως υπόψη (Ολ.ΑΠ 8/2016, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 92/2020, ΑΠ 779/2019].

Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 889/2020, ΑΠ 498/2018, ΑΠ 208/2018).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά το ενδιαφέρον τον ερευνώμενο αναιρετικό λόγο, το Εφετείο δέχτηκε τα ακόλουθα " ....... από την προσήκουσα επανεκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν νομότυπα κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, της μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενης υπό των εκκαλούντων υπ' αρ. ...

ένορκης βεβαίωσης της Γ. Δ. του Δ.. ενώπιον του Συμβ/φου Αθηνών Σ. Ν. Α. που λήφθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση της εφεσίβλητης (βλ. την υπ' αρ. 4700Β/21-5-2015 έκθεση επίδοσης του Δικ. Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Μ., των μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενων υπό των εκκαλούντων υπ' αρ. 7189, 7190 και 7191/19-9-2016 ενόρκων βεβαιώσεων (αντιστοίχως) των Α.

Μ., Ε. Γ. και Ι. Σ. του Γ., που λήφθηκαν όλες μετά από νομότυπη εμπρόθεσμη κλήτευση της εφεσίβλητης κατ' άρθρο 650 παρ. 1δ'ΚΠολΔ (βλ. την υπ' αρ. ... έκθεση επίδοσης του ίδιου ως άνω δικ. Επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Χ. Μ.) και όλων ανεξαιρέτως των μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενων εγγράφων τα οποία λαμβάνονται υπόψη τόσο για άμεση απόδειξη όσο και για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων καθώς και από τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 336 παρ.4 ΚΠολΔ), αποδείχτηκαν πλήρως τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: ..............

ότι η δικηγόρος Αθηνών Γ. Δ. [η οποία είχε ασκήσει την ένδικη και τελεσιδίκως απορριφθείσα υπ' αρ. κατ. 227/2010 αγωγή καταβολής αναπροσαρμογών μισθωμάτων των τώρα εκκαλουσών κατά της τώρα εφεσίβλητης μισθώτριας] θεωρώντας ότι έτσι θα επιτύχει την καταβολή των με την ως άνω ένδικη αγωγή αιτούμενων αναπροσαρμογών από την εφεσίβλητη μισθώτρια ενεργώντας αυτοβούλως, χωρίς όμως να έχει λάβει σχετική εντολή από τους ως άνω συνεκμισθωτές (ήδη εκκαλούντες) και τους ως άνω δικαιοπαρόχους τους, άσκησε κατά της τώρα εφεσίβλητης μισθώτριας την από 15-12-2009 και με αρ.

καταθ. ...... αγωγή απόδοσης μισθίου, στην οποία συμπεριέλαβε αυτοβούλως καταγγελία της ένδικης μίσθωσης χωρίς να έχει λάβει τέτοια εντολή από τους φερόμενους ενάγοντες της αγωγής αυτής - συνεκμισθωτές και χωρίς να έχει λάβει σχετική πληρεξουσιότητα από αυτούς. Του δικογράφου της εν λόγω με αρ. καταθ. ......

αγωγής η ως άνω δικηγόρος παραιτήθηκε πριν την συζήτησή της, για τον λόγο ότι γνώριζε καλώς πως δεν είχε εντολή άσκησης και συζήτησης της από τους φερόμενους ενάγοντες,, μετά ταύτα ως άνω αγωγή θεωρείται μη ασκηθείσα. Ενισχυτικό όλων των ανωτέρω είναι ίδια α) τα ενόρκως βεβαιούμενα υπό της ως άνω δικηγόρου Γ.

Δ., που βεβαιώνει ενόρκως και μετά λόγου γνώσεως στην υπ' αρ. ... ένορκη βεβαίωσή της τα εξής: "Ήμουν δικηγόρος των εκμισθωτών Κ. Μ., Μ. Μ. και Κ., Θ. και Κ. Δ., στην αντιδικία τους με την μισθώτρια Ν. Γ., αναφορικά με τη μίσθωση του ευρισκόμενου επί της ..., μισθίου ακινήτου. Στην υπόθεση αυτή, η μόνη εντολή που έλαβα από τους εκμισθωτές ήταν να αξιώσω δικαστικώς από την μισθώτρια τις οφειλόμενες αναπροσαρμογές μισθωμάτων που αρνείτο να καταβάλει.

Προκειμένου να ασκήσω μεγαλύτερη πίεση σε αυτήν και να επιτύχω το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα θεώρησα πρόσφορο και άσκησα αγωγή απόδοσης του μισθίου, στην οποία συμπεριέλαβα και καταγγελία της μίσθωσης. Επειδή όμως δεν είχα τέτοια εντολή από τους εκμισθωτές, αποφάσισα να μην προχωρήσω στη συζήτηση της αγωγής αυτής αλλά παραιτήθηκα του δικογράφου πριν συζητηθεί".

Ενισχυτικό των προαναφερθέντων είναι επίσης ιδία β) το μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενο υπό των τώρα εκκαλούντων επικυρωμένο φωτοαντίγραφο της προαναφερθείσας από 15-12-2009 και με αρ. κατ. ...275/15-1-2010 αγωγής αποδόσεως μισθίου που κατατέθηκε στο αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών από την ως άνω δικηγόρο Γ.

Δ. (βλ. την ως άνω έκθεση κατάθεσης), της οποίας η συζήτηση προσδιορίστηκε για τις 15-10-2010, δικάσιμο στην οποία δηλώθηκε βίαιη διακοπή της δίκης λόγω θανάτου της πρώτης ενάγουσας Κ. χήρας Θ. Μ. και αναβλήθηκε η υπόθεση για την δικάσιμο της 2-12-2011, κατά την οποία ανεβλήθη εκ νέου για την δικάσιμο της 26-2-2013 κατά την οποία η ως άνω δικηγόρος Γ.

Δ. παραιτήθηκε του δικογράφου της ως άνω, εμπεριέχουσας καταγγελία της ένδικης μίσθωσης, αγωγής, σε συνδυασμό γ) και με το γεγονός ότι σε όλες τις ως άνω δικάσιμους η ως άνω δικηγόρος δήλωνε ότι οι ενάγοντες παρίστανται "δια αυτής" και ποτέ δεν παραστάθηκαν μετ'αυτής. Ενισχυτικό των ανωτέρω αναφερθέντων είναι επίσης ότι δ) οι τώρα εκκαλούντες άσκησαν από κοινού κατά της προαναφερθείσας δικηγόρου Αθηνών Γ.

Δ. του Δ.οσθ. την από 6-9-2017 και με ... 3108/2017 αγωγή τους, αιτούμενοι την εκεί αναγραφόμενη αποζημίωση λόγω της υπ' αυτής (εναγομένης δικηγόρου) εν αγνοία τους άσκησης επ' ονόματί τους αλλά χωρίς την εντολή τους, την προαναφερθείσα από 15/12/2009 και με αρ. καταθ. ...... αγωγή αποδόσεως μισθίου κατά της τώρα εφεσίβλητης - μισθώτριας, στην οποία ενσωμάτωσε καταγγελία της ένδικης μίσθωσης, με αποτέλεσμα [της άνευ εντολής τους καταγγελίας] η μισθώτρια να ζητήσει με την ένδικη αγωγή της την επιδίκαση 24 μηνιαίων μισθωμάτων ως αποζημίωση της προς αποκατάσταση της άϋλης εμπορικής αξίας του μισθίου, λόγω φερόμενης καταγγελίας της μίσθωσης εντός εννεαμήνου από την συμπλήρωση της δωδεκαετίας.

Ενισχυτικό των ανωτέρω είναι επίσης ότι ε) στο μετ' επικλήσεως προσκομισθέν με ημερομηνία 26-1-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό παράδοσης μισθίου ακινήτου που συνήφθη μεταξύ των τώρα αντιδίκων ουδεμία μνεία γίνεται για την ως άνω καταγγελία της ένδικης μίσθωσης υπό των (τώρα εκκαλούντων) συνεκμισθωτών, ή υπό της τώρα εφεσίβλητης μισθώτριας.

Ιδία εν όψει όλων των προαναφερθέντων, που δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από κανένα αντίθετο αποδεικτικό στοιχείο της δικογραφίας, αποδείχτηκε πλήρως ότι οι αρχικά ενάγοντες συνεκμισθωτές (τώρα εκκαλούντες) ουδέποτε χορήγησαν στην προαναφερθείσα δικηγόρο Αθηνών Γ. Δ. πληρεξουσιότητα, ούτε εντολή προς άσκηση επ' ονόματί τους και συζήτηση της ως άνω από 15-12-2009 και με αρ.

καταθ. ...... αγωγής, από το δικόγραφο της οποίας εξάλλου η ως άνω συντάξασα αυτήν δικηγόρος Γ. Δ. παραιτήθηκε κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο της 26-2-2013, όπως ήδη εξετέθη. Επίσης αποδείχτηκε ότι οι αρχικά ενάγοντες συνεκμισθωτές, τώρα εκκαλούντες, δεν είχαν χορηγήσει στην προαναφερόμενη δικηγόρο Αθηνών Γ. Δ.

πληρεξουσιότητα, εντολή (ή εκ των υστέρων έγκριση) να καταγγείλει με το δικόγραφο της ως άνω με αρ. καταθ. ...... αγωγής ή άλλως πως την σύμβαση μίσθωσης που είχαν συνάψει με την τώρα εφεσίβλητη μισθώτρια. Συνακόλουθα, ιδία εν όψει όλων των προαναφερθέντων, που δεν αντικρούστηκαν με πληρότητα και πειστικότητα από κανένα αντίθετο στοιχείο της δικογραφίας, αποδείχτηκε πλήρως ότι οι προαναφερθέντες συνεκμισθωτές - ενάγοντες - εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες ουδέποτε προέβησαν σε καταγγελία της συναφθείσας με την εφεσίβλητη μίσθωσης του προπεριγραφέντος ακινήτου, αφού η ως άνω αγωγή απόδοσης μισθίου δεν ασκήθηκε κατ' εντολή τους, η υπογραφούσα αυτήν δικηγόρος δεν είχε εντολή ούτε πληρεξουσιότητα να την ασκήσει και δεν χορηγήθηκε σε αυτήν ούτε προφορικά πληρεξουσιότητα να την ασκήσει.

Συνακόλουθα, αφού κατά τα προεκτεθέντα δεν ασκήθηκε αγωγή αποδόσεως μισθίου ούτε καταγγέλθηκε η ένδικη μίσθωση υπό των ως άνω συνεκμισθωτών εντός εννέα μηνών από την λήξη της μισθώσεως αλλά η τώρα εφεσίβλητη - μισθώτρια απεχώρησε από το μίσθιο στις 26 Ιανουαρίου 2011 υπογράφοντας το μετ' επικλήσεως προσκομισθέν από 26-1-2011 ιδιωτικό συμφωνητικό παράδοσης μισθίου ακινήτου χωρίς να έχει λάβει χώρα νομίμως καταγγελία της μίσθωσης ή άσκηση αγωγής απόδοσης μισθίου από τους συνεκμισθωτές (ήδη εκκαλούντες) οι ως άνω συνεκμισθωτές (ήδη εκκαλούντες) δεν υποχρεούνται σε πληρωμή αποζημιώσεως για άϋλη εμπορική αξία.

Επομένως η ένδικη από 25-10-2010 (αρ. καταθ. ...) αγωγή που η μισθώτρια (ήδη εφεσίβλητη) άσκησε κατά των εκκαλούντων με την οποία ζητούσε να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 141.946,21 ευρώ, ως αποζημίωση της άϋλης εμπορικής αξίας του μισθίου ακινήτου, λόγω λύσης της από 29-5-1997 σύμβασης μίσθωσης αυτού με καταγγελία των συνεκμισθωτών, γενόμενη με την ως άνω από 15-12-2009 (αρ.

καταθ. ...) αγωγή περί απόδοσης της χρήσης του μισθίου ακινήτου πριν την πάροδο εννέα μηνών από την λήξη της δωδεκαετίας πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη κατά τα προαναφερθέντα, καθόσον ενώ η ως άνω αγωγή είχε ασκηθεί χωρίς εντολή των συνεκμισθωτών, χωρίς να έχει δοθεί σχετική πληρεξουσιότητα στην ως άνω δικηγόρο που την υπέγραψε, με προσωπική της απόφαση.....".

Με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά την αληθή νοηματική του έννοια, η πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και συγκεκριμένα προβάλλεται από την αναιρεσείουσα ότι, αν και είχε νόμιμα επικαλεστεί με τις έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Εφετείου και είχε προσκομίσει έγγραφα προς απόδειξη του ισχυρισμού της, ότι οι ίδιοι οι αντίδικοί της και όχι η πληρεξούσια δικηγόρος τους έλαβαν αντίγραφο της αγωγής της σύμφωνα με την οποία ζητούσε την καταβολή της προβλεπόμενης από το νόμο αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης μίσθωσης και ειδικότερα:

α) τις με αριθμ. ... και ... εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Θ. Δ. και β) τα πρακτικά της με αριθμ. 494/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών όπου καταθέτει ο σύζυγός της αντιδίκου Α. Μ., μεταξύ άλλων "... μιλάγαμε και οι δύο για λογαριασμό των συζύγων μας ..... είπαμε για όλα τα χρόνια που δεν πλήρωνε αναπροσαρμογή να δώσει 150.000 ευρώ.

Όταν ήταν να γίνει το συμβόλαιο έκανε ένα τρικ ... και τελικά δεν τα έδωσε. Τότε του είπα να φύγει ...", αυτά δεν λήφθηκαν υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο βεβαιώνει ότι για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και επανεκτίμησε "...τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν νομότυπα κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού ...

και όλα ανεξαιρέτως τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται υπόψη τόσο για άμεση απόδειξη όσο και για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων καθώς και τα διδάγματα της κοινής πείρας, που λαμβάνονται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο ... ''. Από την υπάρχουσα, ως άνω ρητή διαβεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται χωρίς αμφιβολία βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω φερόμενα ως αγνοηθέντα έγγραφα, χωρίς να υποχρεούται το Δικαστήριο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση αυτών και καθενός εγγράφου, με την επισημείωση ότι το αποδεικτικό του πόρισμα συνήγαγε και από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης, που εξετάστηκαν νομότυπα κατά την συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τα οποία η αναιρεσείουσα φέρει ως αγνοηθέντα.

Πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι, η δια του ερευνώμενου λόγου προβαλλόμενη περαιτέρω αιτίαση ότι από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, κρίνεται απαράδεκτη καθόσον, με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην μείζονα σκέψη.

Επομένως, ο λόγος αυτός κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη, από 7-6-2020, αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του, κατατεθέντος για την άσκηση αυτής, παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε`του ΚΠολΔ όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην προκειμένη υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016) και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας της, τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 του ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

Β. Επί της από 5-6-2020 αιτήσεως αναιρέσεως των αναιρεσειόντων λεκτέα είναι τα ακόλουθα: Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ. γ'του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται αυτή, που αποτελεί κεφάλαιο της δίκης, δηλαδή το αίτημα ή η βάση αγωγής, ανταγωγής, κυρίας ή αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ενδίκου μέσου, αντέφεσης, ανακοπής ή τριτανακοπής, ενώ ο όρος "επιδίκασε" σημαίνει, ότι το δικαστήριο αποφάσισε για αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης αποτελεί κύρωση της διαθετικής αρχής (ΚΠολΔ 106), κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (ΑΠ 3/2022, ΑΠ 1118/2020, ΑΠ 51/2019).

Τέτοια δε αίτηση είναι και αυτή, που υποβάλλεται στο Εφετείο μετά την παραπομπή και με την οποία ζητείται η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση (ΑΠ 1946/2007). Εξάλλου, στο άρθρο 914 του ΚΠολΔ προβλέπεται ότι, αν το δικαστήριο δεχτεί την ανακοπή ή την έφεση οριστικά και κατ` ουσίαν και απορρίψει, ολικά ή εν μέρει, την αγωγή, την ανταγωγή ή την κύρια παρέμβαση, εφόσον αποδειχθεί ότι η απόφαση που προσβάλλεται εκτελέστηκε, διατάζει, αν το ζητήσει εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που βρίσκονταν, πριν εκτελεστεί η απόφαση που εξαφανίστηκε ή μεταρρυθμίστηκε.

Η αίτηση υποβάλλεται είτε με τα δικόγραφα της ανακοπής ή της έφεσης και των πρόσθετων λόγων είτε με τις προτάσεις είτε με χωριστό δικόγραφο που κοινοποιείται στον αντίδικο. Η εκτέλεση της απόφασης πρέπει να προαποδεικνύεται.

Συνεπώς εάν η πρωτόδικη απόφαση εκτελέσθηκε, το Εφετείο, όταν δέχεται την έφεση και απορρίπτει, εν όλω ή εν μέρει την αγωγή, ως προς το εκκληθέν κεφάλαιό της, διατάσσει, μετά από αίτηση εκείνου, κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση, την επαναφορά των πραγμάτων στην πριν από την εκτέλεση κατάσταση. Επαναφορά των πραγμάτων διατάσσεται, όχι μόνο όταν η απόφαση εκτελέσθηκε αναγκαστικά, αλλά και όταν εκείνος, που καταδικάσθηκε, συμμορφώθηκε εκουσίως προς το περιεχόμενο της απόφασης, προκειμένου να αποτρέψει την εναντίον του αναγκαστική εκτέλεση.

Η αίτηση υποβάλλεται, όσο εκκρεμεί η κατ` έφεση δίκη, ακόμη και με τις έγγραφες προτάσεις του εκκαλούντος. Εάν η επαναφορά των πραγμάτων συνίσταται στην απόδοση χρημάτων, αποδοτέα είναι, εκτός άλλων, το κεφάλαιο, οι τόκοι του κεφαλαίου και οι επί του αθροίσματος αυτών(κεφαλαίου και τόκοι κεφαλαίου) νόμιμοι τόκοι, μετά από αίτημα του δικαιούχου εκκαλούντος.

Οι τόκοι αρχίζουν από τον χρόνο επίδοσης στον υπόχρεο εφεσίβλητο της απόφασης του Εφετείου, που διατάσσει την απόδοσή τους. Πριν από την γνωστοποίηση της εξαφάνισης της πρωτόδικης απόφασης, που εκτελέσθηκε εκουσίως ή αναγκαστικώς, ο εφεσίβλητος κατέχει τα δοθέντα με βάση την απόφαση αυτή (πρωτόδικη), ως νόμιμο τίτλο.

Υπερήμερος καθίσταται ο εφεσίβλητος από την γνώση της ανατροπής της απόφασης (ΑΠ 1118/2020, ΑΠ 51/2019, ΑΠ 1175/2017). Στην ερευνώμενη υπόθεση, με το μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους, ως συνεκμισθωτές-συγκύριοι, με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας επειδή υπάρχει περίπτωση κοινής νομιμοποίησης λόγω του αδιαίρετου της χρήσης του μισθίου, που αποτελεί τη βάση του μισθωτικού δικαιώματος και η διαφορά επιδέχεται ενιαία ρύθμιση (ΑΠ 364/2018, ΑΠ 42/2016), αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 9 περ.

γ`του ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστο το αίτημα των 2ου, 3ης και 4ης αυτών περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση, το οποίο είχαν υποβάλει παραδεκτά, με τις προτάσεις τους, κατά τη συζήτηση της από 12-5-2014 εφέσεώς τους και των από 24-5-2016 πρόσθετων λόγων έφεσης, που έγινε στις 12-2-2019, μετά την αναίρεση, με την με αριθμ. 364/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, των με αριθμ. 2367/2016 και 3834/2015 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία μισθωτικών διαφορών) που αφορά την από 25-10-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης κατά των αναιρεσειόντων και ζήτησαν να υποχρεωθεί η αναιρεσίβλητη να επιστρέψει στους ως άνω αναιρεσείοντες το ποσό των 43.783,38 ευρώ και ειδικότερα στον δεύτερο από αυτούς 8.209,38 ευρώ και σε κάθε μια από τις τρίτη και τέταρτη το ποσό των 17.787 ευρώ, τα οποία αυτοί κατέβαλαν σε εκτέλεση της με αριθμ. 494/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και της με αριθμ. 9/2017 απόφασης του Αρείου Πάγου (ως Συμβούλιο), μετά από την με αριθμ. ...

αναγκαστική κατάσχεση ακίνητης περιουσίας του δικαστικού επιμελητή Ν. Κ.. Από την επισκόπηση της από 12-5-2014 έφεσης, που είχαν ασκήσει οι αναιρεσείοντες αλλά και με τις από 12-2-2019 προτάσεις τους, που επιτρεπτά επισκοπούνται ως διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθρ. 561 αριθμ. 2 του ΚΠολΔ), για τις ανάγκες του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου, προκύπτει ότι είχε υποβληθεί από αυτούς, με τις από 12-2-2019 προτάσεις τους, ενώπιον του Εφετείου, το οποίο δίκασε ως δικαστήριο παραπομπής, μετά την αναίρεση, με την με αριθμ. 364/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου, των με αριθμ. 2367/2016 και 3834/2015 αποφάσεων του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με τις οποίες είχε επικυρωθεί η με αριθμ. 494/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση κατά τη διάταξη του άρθρου 914 του ΚΠολΔ.

Ειδικότερα, κατ` ακριβή αντιγραφή του αιτητικού των, από 12-2-2019, προτάσεων των ως άνω αναιρεσειόντων ως εκκαλούντων, αναφέρονται τα εξής " να υποχρεωθεί η αντίδικος να καταβάλει στους β', γ' και δ' ημών το ποσό των 43.783,38 ευρώ, στον καθένα κατά την αναλογία του, ήτοι στον β' εξ ημών 8.209,38 ευρώ, στην γ' εξ ημών 17.787 ευρώ και στην δ' εξ ημών 17.787 ευρώ και όλα τα παραπάνω νομιμοτόκως από την καταβολή τους στην αντίδικο, άλλως από την επίδοση σε αυτήν της αιτήσεως αναιρέσεως, άλλως από την επίδοση της αναιρετικής απόφασης (363/2018), άλλως της εκδοθεισόμενης απόφασης, έως την εξόφληση", ενώ στις ως άνω προτάσεις τους (σελ. 28), επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, ως σχετικά έγγραφα με στοιχεία 55, 56, 57 και 58 την με αριθμ. ...

έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης ακίνητης περιουσίας των αναιρεσειόντων του δικαστικού επιμελητή Ν. Κ., το από 5-12-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό-απόδειξη εξόφλησης που συντάχθηκε μεταξύ των πληρεξουσίων δικηγόρων των αναιρεσειόντων και της αναιρεσίβλητης, νόμιμα επικυρωμένο και τους από 11-4-2017 πίνακες εξόδων και δικαιωμάτων κατάσχεσης του ως άνω δικαστικού επιμελητή.

Πρέπει να τονιστεί στο σημείο αυτό, ότι το ανωτέρω αίτημα επαναφοράς, είναι νόμιμο ως προς το κεφάλαιο της τοκοδοσίας αυτού, από την επίδοση της απόφασης του Εφετείου και εφεξής και όχι από την καταβολή του, όπως αβάσιμα ζητείται, σύμφωνα, με όσα έχουν εκτεθεί στη σχετική νομική σκέψη. Περαιτέρω, από την επισκόπηση της ως άνω, από 5-12-2017, απόδειξης καταβολής προκύπτει πράγματι ότι η απαίτηση της αναιρεσίβλητης εκ 43.783,38 ευρώ [κεφάλαιο 40.000 και έξοδα κατάσχεσης 3.783,38 ευρώ], εξοφλήθηκε πλήρως και ολοσχερώς, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα σε αυτήν, από τους αναιρεσείοντες, με συνέπεια να ματαιωθεί και ο πλειστηριασμός και να αρθούν οι επιβληθείσες κατασχέσεις.

Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, παρόλο που η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση είχε, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, παραδεκτά προταθεί από τους ως άνω αναιρεσείοντες, με τις κατ` έφεση ως άνω προτάσεις τους, το Εφετείο, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης εκκαλουμένης απόφασης (494/2014) και την ουσιαστική απόρριψη της από 25-10-2020 (αριθμ.

καταθ...) αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, άφησε αδίκαστο το αίτημα αυτό, χωρίς να το δέχεται ή να το απορρίπτει. Επομένως, η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αριθμ. 9 περ. γ`του ΚΠολΔ και ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιο, που αφορά την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013, προκύπτει ότι, αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο εκτός από εκείνους, που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως, αν, κατά την κρίση του, δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση (ΑΠ 51/2019, ΑΠ 1386/2018, ΑΠ 51/2016).

Στην ερευνώμενη υπόθεση, όπως έχει εκτεθεί προηγουμένως, έχει προαποδειχθεί η καταβολή του ως άνω ποσού και η ουσιαστική απόρριψη της αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς δεν χρειάζεται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου τούτου, άλλη διευκρίνιση της υπόθεσης ως προς το ερευνώμενο ζήτημα της επαναφοράς των πραγμάτων και ακολούθως το υποβληθέν, με τις ενώπιον του Εφετείου (ως δικαστηρίου παραπομπής) προτάσεις των αναιρεσειόντων, αίτημα αυτό πρέπει να γίνει δεκτό ως ουσιαστικά βάσιμο, κατ` άρθρο 914 του ΚΠολΔ και να υποχρεωθεί η ήδη αναιρεσίβλητη να επιστρέψει στον δεύτερο αναιρεσείοντα το ποσό των 8.209,38 ευρώ και σε κάθε μία από τις τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειόντων το ποσό των 17.787 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση σ` αυτήν της με αριθμ. 4872/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της σύμφωνα και με όσα στην παραπάνω νομική σκέψη αναφέρονται. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στους ως άνω αναιρεσείοντες του παραβόλου, που έχει κατατεθεί από αυτούς στο Δημόσιο Ταμείο για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. Β`δ` του ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, που ηττήθηκε (άρθρ. 176, 183 του ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα των δεύτερου, τρίτης και τέταρτης των αναιρεσειόντων αυτών που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις κατά το νόμιμο αίτημά τους, όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει τις από 7-6-2020 [αριθμ. καταθ. ...] και από 5-6-2020 [αριθμ. καταθ. ...] αιτήσεις για αναίρεση της με αριθμ. 4872/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Α]

Απορρίπτει την από 7-6-2020 αίτηση της Ν. Γ. κατά των αναιρεσιβλήτων: 1. Μ. Μ., 2. Κ. Δ., 3. Θ. Δ. και 4. Κ. Δ., για αναίρεση της με αριθμ. 4872/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει, την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της ανωτέρω αιτήσεως παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ. Β]

Απορρίπτει την από 5-6-2020 αίτηση, ως απαράδεκτη, ως προς την πρώτη αναιρεσείουσα Μ. Μ..

Καταδικάζει την ως άνω αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ. Γ] Δέχεται την από 5-6-2020 αίτηση των: 1. Κ. Δ., 2. Θ. Δ. και 3. Κ. Δ. κατά της Ν. Γ., για αναίρεση της με αριθμ. 4872/2019 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Αναιρεί την ως άνω με αριθμ. 4872/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών (ειδική διαδικασία μισθωτικών διαφορών), κατά το μέρος αυτής, που αφορά το αίτημα των ως άνω αναιρεσειόντων για την επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Κρατεί την υπόθεση και δικάζει το ανωτέρω αίτημα για επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση. Δέχεται την αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.

Υποχρεώνει την αναιρεσίβλητη-εφεσίβλητη της από 12-5-2014 έφεσης Ν. Γ., να καταβάλει: α) στο δεύτερο αναιρεσείοντα Κ. Δ., το ποσό των οκτώ χιλιάδων διακοσίων εννέα ευρώ και τριάντα οκτώ λεπτών (8.209,38 ευρώ) και β) σε κάθε μία από τις τρίτη και τέταρτη των αναιρεσειουσών Θ. Δ. και Κ. Δ., το ποσό των δέκα επτά χιλιάδων επτακοσίων ογδόντα επτά (17.787) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της παρούσας.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, στους ως άνω αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα των ως άνω αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Φεβρουαρίου 2023.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ