Legislator Case Law & Legislation
193/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against labor dispute, dismissing plaintiff's claim for back pay due to position abolition.

Case Number 193/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the State's appeal against the First Instance Court's partial acceptance of a labor dispute claim. The plaintiff sought back pay and costs, but the State argued the position was abolished, not the contract terminated. The Court ruled that since the position did not exist, the employee was not entitled to the claimed amounts, thus dismissing the claim on its merits while allowing the procedural appeal.

Legislator headnote

AI generated

Articles 103(2)(a), 103(2)(4), 103(6) of the Constitution; Article 14(2) of Law 4325/2015: When a public employee is dismissed due to the abolition of their position rather than contract termination, they are not entitled to back pay or salary differences.

Keywords

AI generated
public employment law position abolition back pay entitlement labor dispute appeal constitutional provisions dismissal without cause state liability

Cited Legislation

AI generated
Articles 103(2)(a), 103(2)(4), 103(6) of the Constitution
Article 14(2) of Law 4325/2015
Articles 552, 553, 556, 558, 564(3), 566(1), 144 of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Supreme Court's Interpretation of the Code of Civil Procedure
Article 5(12) of Law 1738/1987
Common Decision of the Ministers of Finance and Justice No. 134423/1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 193 / 2022 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 193/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Λουκά Μόρφη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Δημητρία Στρούζα-Ξένου-Κοκολέτση και Τριανταφυλλιά Πατρώνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7η Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον κ. Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της Κωνσταντίνας Μαρίνου, πληρεξουσίας Παρέδρου του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: ..., κατοίκου Θεσσαλονίκης, που παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Αμαλίας Μυλωνά, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2015 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν η 2341/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2094/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 7-1-2020 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 7.1.2020 και με αριθμό κατάθεσης 12/2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθμ. 2094/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσία η από 2.4.2018 και με αριθμ. κατάθεσης 7816/1448/3.5.2018 έφεση του εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 2341/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η με αριθμό κατάθ. 25238/30.12.2015 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 εδ. α, 4 εδ. α και 6 του Συντάγματος ορίζεται ότι "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί (δημόσιος) υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη", ότι "Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι, εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν" και ότι "Οι διατάξεις των προηγουμένων παραγράφων έχουν εφαρμογή και (...) στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ)".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο κοινός νομοθέτης, προκειμένου οι φορείς της δημόσιας διοίκησης να επανδρώνουν τις αντίστοιχες υπηρεσίες με το προσωπικό, το οποίο, εκάστοτε, θεωρείται αναγκαίο για την εύρυθμη λειτουργία τους, έχει αφ' ενός την υποχρέωση να ιδρύει οργανικές θέσεις, διότι, άλλως, δεν είναι δυνατό να συντελεσθεί έγκυρος διορισμός δημοσίου υπαλλήλου και αφ' ετέρου την ευχέρεια να τις καταργεί, είτε μεμονωμένα είτε με την κατάργηση του κλάδου ή και ολόκληρης της δημοσίας υπηρεσίας, στην οποία ανήκει η θέση (ΟλΣτΕ 3354/2013, ΣτΕ 2934/1993).

Επί καταργήσεως οργανικής θέσεως, οπότε εκλείπει η τυπική προϋπόθεση της μονιμότητας, ο υπάλληλος είτε απολύεται είτε τοποθετείται σε κενή οργανική θέση άλλης υπηρεσίας. Οι ως άνω διατάξεις αναφέρονται σε προσωπικό, το οποίο προσλαμβάνεται από το Δημόσιο, τους ΟΤΑ ή τα ΝΠΔΔ με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου.

Σύμφωνα, όμως, με τη νεότερη διάταξη του άρθρου 103 παρ. 8 του Συντάγματος, που προστέθηκε κατά την αναθεώρηση του έτους 2001, με νόμο ρυθμίζονται, επίσης, οι όροι και η χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα για την κάλυψη οργανικών θέσεων κλπ. Πράγμα, που σημαίνει ότι ο κοινός νομοθέτης έχει και πάλι την υποχρέωση να ιδρύει ή την ευχέρεια να καταργεί τις οργανικές θέσεις, μάλιστα δε κατά μείζονα λόγο, διότι το προσωπικό, που προσλαμβάνεται με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν καλύπτεται από τη συνταγματική εγγύηση της μονιμότητας.

Η ευχέρεια κατάργησης οργανικών θέσεων δεν αποκλείεται από τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία "Η εργασία αποτελεί δικαίωμα και προστατεύεται από το Κράτος, που μεριμνά για τη δημιουργία συνθηκών απασχόλησης όλων των πολιτών (...)". Η διάταξη αυτή συνιστά κατευθυντήρια αρχή ως προς τη χάραξη της εκάστοτε κρατικής πολιτικής στον τομέα της απασχόλησης, μέσα στην ελληνική επικράτεια.

Εν τούτοις, από την ίδια διάταξη δεν δημιουργείται παράλληλη υποχρέωση του Κράτους να απασχολεί αυτό το ίδιο, ως εργοδότης, όλους τους πολίτες της επικράτειας ούτε να εξασφαλίζει, εσαεί, εργασία σε όλα τα πρόσωπα, τα οποία συνέβη, σε δεδομένη χρονική στιγμή, να καταστούν υπάλληλοι ή μισθωτοί στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα.

Πολύ περισσότερο, μια τέτοια υποχρέωση δεν νοείται κάτω από συνθήκες εξαιρετικών δημοσιονομικών πιέσεων, οι οποίες αφ' ενός περιορίζουν τη δυνατότητα του κρατικού προϋπολογισμού για κοινωνικές παροχές και αφ' ετέρου επιβάλλουν τη συρρίκνωση του Κράτους, ως επιχειρηματία ή εργοδότη και την, εντεύθεν, περικοπή ενός σημαντικού μέρους των θέσεων εργασίας, που υπήρχαν προηγουμένως.

Ακόμη, η ευχέρεια του κοινού νομοθέτη για κατάργηση οργανικών θέσεων δεν αποκλείεται ούτε από τη διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1 του Συντάγματος, σύμφωνα με την οποία "Καθένας έχει δικαίωμα να αναπτύσσει ελεύθερα την προσωπικότητά του και να συμμετέχει στην κοινωνική, οικονομική και πολιτική ζωή της Χώρας (....)".

Η διάταξη αυτή κατοχυρώνει, πράγματι, την οικονομική ελευθερία, της οποίας ιδιαίτερη εκδήλωση συνιστά το δικαίωμα στην εργασία. Η άσκηση του δικαιώματος πρέπει να γίνεται ακωλύτως, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (ΑΚ 361), χωρίς νομοθετικές παρεμβάσεις. Εν τούτοις, μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, περιοριστική της ελευθερίας αυτής, είναι συνταγματικώς ανεκτή, όταν διαπιστώνεται ότι η άσκηση του σχετικού δικαιώματος "προσβάλλει τα δικαιώματα των άλλων ή παραβιάζει το Σύνταγμα ή τα χρηστά ήθη" (άρθρο 5 παρ. 1 του Συντάγματος) ή αποβαίνει σε βάρος της εθνικής οικονομίας (άρθρα 25 παρ. 3 και 106 παρ. 2 του Συντάγματος, ΟλΑΠ 6/2014).

Ως εθνική οικονομία, δηλαδή ως μείζον δημόσιο συμφέρον, σε βάρος του οποίου δεν είναι συνταγματικώς θεμιτό να ασκείται η ιδιωτική οικονομία, νοείται, προεχόντως, η εξυγίανση των δημόσιων, οικονομικών πραγμάτων και η αποτροπή της, άλλως επαπειλούμενης, χρεωκοπίας του Κράτους, ήτοι ανάγκες επιτακτικές, οι οποίες διαπιστώνονται κατά τη διάρκεια μιας, εξαιρετικά δυσμενούς, δημοσιονομικής συγκυρίας.

Στην έννοια της περιουσίας, η οποία προστατεύεται από τις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (ΠΠΠ) της "Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε μαζί με τη σύμβαση με το ν.δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, τυπικά αυξημένη ισχύ έναντι των νόμων, περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθρο 17 του Συντάγματος προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και, μάλιστα, οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση είτε, απλώς, γεννημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφ' όσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία να ικανοποιηθούν δικαστικά, με βάση το ήδη ισχύον νομοθετικό καθεστώς ή την πάγια νομολογία (ΟλΣτΕ 668/2012).

Δεν περιλαμβάνονται, όμως, οι απλές προσδοκίες (ΣτΕ 720/2008), όταν, ιδίως, η ικανοποίησή τους εξαρτάται από μέλλοντα και αβέβαια γεγονότα, όπως η διατήρηση αμετάβλητων των συνθηκών, υπό τις οποίες κάποιο πρόσωπο επέτυχε να καταλάβει μια θέση εργασίας, της οποίας η διατήρηση είναι συνυφασμένη με την ύπαρξη ή την οικονομική πορεία του φορέα, στον οποίο ανήκει.

Ως εκ τούτου, η απλή προσδοκία του εργαζόμενου να διατηρηθεί στο μέλλον η σύμβαση εργασίας, δεν εμπίπτει στο πεδίο προστασίας του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ. Τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, η προστασία του εργαζόμενου στην περίπτωση απώλειας της θέσης εργασίας περιλαμβάνει, υπό τις εκάστοτε νόμιμες προϋποθέσεις, την καταβολή συγκεκριμένων παροχών (προεχόντως της αποζημιώσεως απολύσεως και του επιδόματος ανεργίας) προς ανακούφιση των δυσμενών, οικονομικών και ψυχολογικών συνεπειών από την απώλεια, δεν μπορεί, όμως, να φθάνει μέχρι τον αποκλεισμό του δικαιώματος του εργοδότη να λύσει τη σύμβαση εργασίας, με την επιφύλαξη, βέβαια, της απαγόρευσης της άσκησής του όταν αυτή γίνεται καταχρηστικά (ΑΚ 281).

Εξ άλλου, οι υποχρεώσεις σεβασμού και διαφυλάξεως της περιουσίας παντός προσώπου, που επιβάλλονται στα Κράτη από τη διάταξη του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, δεν είναι απεριόριστες. Στο ίδιο άρθρο προβλέπονται αποκλίσεις, όπως όταν η στέρηση της ιδιοκτησίας "επέρχεται για λόγους δημόσιας ωφέλειας, υπό όρους που προβλέπονται από το νόμο και τις γενικές αρχές του διεθνούς δικαίου".

Ακόμη, η παρεχόμενη προστασία δεν θίγει το δικαίωμα παντός Κράτους "να νομοθετεί με τον τρόπο που θεωρεί αναγκαίο για τη ρύθμιση της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή για την εξασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Επομένως, η εκ του άρθρου 1 του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ παρεχόμενη προστασία δεν αποκλείει την ευχέρεια του εθνικού νομοθέτη να καταργεί υφιστάμενες θέσεις εργασίας στο δημόσιο τομέα και να θέτει σε διαθεσιμότητα τα πρόσωπα, που μέχρι την κατάργηση υπηρετούσαν σ' αυτές, εφ' όσον η μεν κατάργηση των οργανικών θέσεων επιβάλλεται από λόγους δημοσίου συμφέροντος και γίνεται με κριτήρια σύμφωνα προς την ορθολογική οργάνωση και την οικονομικότητα της δημόσιας διοίκησης, η δε επιλογή του προσωπικού, που τίθεται σε διαθεσιμότητα, γίνεται με κριτήρια αντικειμενικά και με τρόπο που ελαχιστοποιεί τις, άλλως αναπόφευκτες, δυσμενείς συνέπειες από τη διαθεσιμότητα καθ' εαυτή ή την ενδεχόμενη, σε περίπτωση αδυναμίας μετακίνησης σε άλλη θέση, απόλυσή του.

Η διαπίστωση της αναγκαιότητας ως προς την ίδρυση ή κατάργηση οργανικών θέσεων στο δημόσιο τομέα αποτελεί αντικείμενο της εκτελεστικής λειτουργίας του Κράτους και των υποκείμενων φορέων δημόσιας εξουσίας (άρθρο 26 παρ. 2, 82 παρ. 1, 83 παρ. 1 και 101 επ. του Συντάγματος). Η αναγκαιότητα αυτή πρέπει να σταθμίζεται, όπως αναφέρθηκε, σύμφωνα με τις αρχές της ορθολογικής οργάνωσης και της οικονομικότητας της δημόσιας διοίκησης.

Η στάθμισή της, όμως, που γίνεται στο πλαίσιο μιας νόμιμης διοικητικής διαδικασίας και αποβλέπει στην εξυπηρέτηση δημόσιου σκοπού, αποτελεί πάντοτε κυβερνητική επιλογή και ευθύνη. Κατόπιν, η στάθμιση αυτή, ως πολιτική βούληση για την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης, εκτελείται με τις αντίστοιχες κανονιστικές διατάξεις.

Η δικαστική λειτουργία του Κράτους έχει την υποχρέωση να μην εφαρμόζει νόμο, του οποίου το περιεχόμενο είναι αντίθετο προς το Σύνταγμα (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος). Ομοίως, οι δικαστικοί λειτουργοί σε καμιά περίπτωση δεν υποχρεούνται να συμμορφώνονται με διατάξεις, οι οποίες έχουν τεθεί κατά κατάλυση του Συντάγματος (άρθρο 87 παρ. 2 του Συντάγματος).

Κατά τη συμμόρφωση προς τις υποχρεώσεις αυτές, όμως, τα δικαστήρια ουδόλως έχουν τη δικαιοδοσία να ελέγχουν την ορθότητα της κυβερνητικής πολιτικής (μεταξύ άλλων και) ως προς την οργάνωση της δημόσιας διοίκησης. Ένας τέτοιος έλεγχος μόνο οριακός θα μπορούσε να είναι, υπό την έννοια ότι η εφαρμογή των σχετικών, πολιτικών επιλογών και των συναφών κανονιστικών διατάξεων πρέπει να είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου, δημόσιου σκοπού και να μην πλήττει δυσαναλόγως σπουδαιότερα συμφέροντα των προσώπων, τα οποία αναπτύσσουν, νομίμως, τις δραστηριότητές τους, στον ίδιο χώρο και χρόνο (άρθρο 25 παρ. 1 εδ.

δ του Συντάγματος). Στο άρθρο πρώτο, παράγραφος Ζ "Ρυθμίσεις Θεμάτων Αρμοδιότητας Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης", υποπαράγραφος Ζ.2 "Διαθεσιμότητα, Παράταση, Συνέπειες, Αποζημίωση, Παροχές ΟΑΕΔ", αριθμός 1 του ν.4093/2012, με τον τίτλο "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν.4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016", ορίζεται ότι "Μόνιμοι πολιτικοί υπάλληλοι του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, οι θέσεις των οποίων καταργούνται, τίθενται σε διαθεσιμότητα.

Αν καταργούνται ορισμένες μόνο θέσεις του ίδιου κλάδου, οι υπάλληλοι που τίθενται σε διαθεσιμότητα προσδιορίζονται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 2 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 2 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). Οι υπάλληλοι αυτοί μπορεί κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητας:

α) Να μετατάσσονται εκουσίως, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις (άρθρο 154 παρ. 4 Υπαλληλικού Κώδικα, άρθρο 158 παρ. 4 Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων). β) Να μετατάσσονται υποχρεωτικά ή να μεταφέρονται με μεταβολή της υπηρεσιακής τους σχέσης σε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου [...] για το συμφέρον και τις ανάγκες της υπηρεσίας και, ιδίως, για την καλύτερη αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. [...].

γ) Να τοποθετούνται για την κάλυψη προσωρινών αναγκών σε οποιαδήποτε υπηρεσία του Δημοσίου, ΝΠΔΔ, ΟΤΑ ή οποιουδήποτε φορέα του δημόσιου τομέα με τη διαδικασία του άρθρου 5 του ν.4024/2011 [...]. δ) Να υπάγονται σε ειδικά προγράμματα επαγγελματικής επανεκπαίδευσης". Περαιτέρω, στον αριθμό 2 της ίδιας υποπαραγράφου, ορίζεται ότι "Η διαθεσιμότητα της προηγούμενης περίπτωσης διαρκεί οκτώ (8) μήνες και στον υπάλληλο καταβάλλονται τα τρία τέταρτα των αποδοχών του, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις.

Μέχρι την κατά οποιοδήποτε τρόπο λήξη της διαθεσιμότητας εξακολουθούν να καταβάλλονται από το φορέα προέλευσης οι ασφαλιστικές εισφορές εργοδότη και ασφαλισμένου, που αναλογούν για κύρια σύνταξη, επικουρική ασφάλιση, πρόνοια και υγειονομική περίθαλψη. [...]". Ακόμη, στον αριθμό 3 της ίδιας υποπαραγράφου, όπως αντικαταστάθηκε με την υποπαράγραφο ΣΤ.12 της παραγράφου ΣΤ του άρθρου πρώτου του ν.4152/2013, ορίζεται ότι "Οι ρυθμίσεις των περιπτώσεων 1 και 2 εφαρμόζονται αναλόγως στους υπαλλήλους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου του Δημοσίου, ανεξάρτητων αρχών, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ πρώτου και δεύτερου βαθμού, οι θέσεις των οποίων καταργούνται (για τους οποίους, μέχρι τότε και σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του άρθρου 52 παρ. 1 εδ.

α του π.δ. 410/1988, η κατάργηση της θέσης συνεπαγόταν και την αυτοδίκαιη λύση της σύμβασης εργασίας). Και τέλος, στον αριθμό 4 της ίδιας υποπαραγράφου, ορίζεται ότι "Η υπηρεσιακή σχέση των μόνιμων υπαλλήλων που βρίσκονται σε καθεστώς διαθεσιμότητας, καθώς και η σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου των υπαλλήλων της περίπτωσης 3, εφ' όσον δεν μεταταχθούν ή μεταφερθούν, λύεται με τη λήξη του καθεστώτος της διαθεσιμότητας", οπότε και καταβάλλεται η αποζημίωση του άρθρου 55 παρ. 1 του π.δ. 410/1988, ειδικά και μόνο ως αποζημίωση απόλυσης λόγω κατάργησης θέσης, σύμφωνα με τα οριζόμενα, ειδικότερα, στα επόμενα εδάφια του ίδιου αριθμού και υποπαραγράφου, όπως προστέθηκαν με το άρθρο πρώτο υποπαράγραφος Θ.1 περ. 2 του ν.4254/2014 (δικαιούνται, επίσης, το επίδομα ανεργίας και τις λοιπές παροχές που χορηγούνται από τον ΟΑΕΔ, ακόμη και αν δεν είχαν υπαχθεί στην ασφάλιση ανεργίας του εν λόγω Οργανισμού).

Με τις διατάξεις αυτές αναπροσαρμόζεται ο θεσμός της διαθεσιμότητας των εργαζομένων, η οποία για τους μονίμους δημοσίους υπαλλήλους προβλεπόταν ήδη από τις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 του ν.3528/2007 (Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων κλπ), συνδεόμενη με την κατάργηση οργανικής θέσης, ενώ για τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα είχε ρυθμισθεί από τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 1 έως 3 του ν.3198/1955, όπως στη συνέχεια τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε, ως ευχέρεια του εργοδότη για μονομερή, προσωρινή αναστολή της σύμβασης εργασίας με καταβολή του ημίσεως των τακτικών αποδοχών.Η νέα ρύθμιση καταλαμβάνει με ενιαίο τρόπο όλο το προσωπικό του δημόσιου τομέα [εκτός από αυτό των ΝΠΙΔ, για το οποίο και μόνο προβλέπεται καταγγελία της συμβάσεως εργασίας], ανεξάρτητα προς το αν αυτό υπηρετεί με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου.

Με τις διατάξεις του άρθρου 90 του ν.4172/2013, με την παρ.1α εδ. α του οποίου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 29 του ν.4210/2013 και προς διευκόλυνση της εφαρμογής διαδικασίας διαθεσιμότητας και κινητικότητας του προσωπικού στο δημόσιο τομέα, ορίσθηκε ότι "Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε Υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε υλοποίηση των σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης".

Στη συνέχεια των διατάξεων του ίδιου άρθρου, για τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες δεν καταργείται το σύνολο των οργανικών θέσεων ενός κλάδου ή μιας ειδικότητας, προβλέφθηκαν αντικειμενικά κριτήρια και διαδικασία, προκειμένου να γίνει η επιλογή των υπαλλήλων, οι οποίοι τίθενται σε διαθεσιμότητα (άρθρο 90 παρ. 2 του ν.4172/2013).

Για τις περιπτώσεις συνολικής κατάργησης των οργανικών θέσεων ενός κλάδου ή μιας ειδικότητας, οπότε δεν τίθεται ζήτημα επιλογής, διότι δεν υφίστανται παραμένοντες υπάλληλοι, προβλέφθηκε, κατ' εξαίρεση, ότι μια σειρά από πρόσωπα υπέρ των οποίων συντρέχουν ιδιαίτεροι, κοινωνικοί λόγοι προστασίας (όπως ανάπηροι, σύζυγοι ή γονείς αναπήρων, γονείς που ασκούν αποκλειστικά τη γονική μέριμνα ανηλίκων τέκνων, δικαστικοί συμπαραστάτες κλπ, σε συνδυασμό με εισοδηματικά κριτήρια, βλ.

λεπτομερώς παρ. 2 στοιχείο Δ' του άρθρου 90 του ν.4172/2013), μετατάσσονται ή μεταφέρονται αυτοδικαίως, από την ημερομηνία ισχύος των αποφάσεων κατάργησης των θέσεων, σε κενές ή συνιστώμενες με την απόφαση μετάταξης ή μεταφοράς του αρμόδιου κατά περίπτωση οργάνου διοίκησης προσωποπαγείς θέσεις, αντίστοιχες κατά κλάδο ή ειδικότητα με το βασικό τίτλο σπουδών που κατέχουν, της ίδιας ή ανώτερης κατηγορίας, στο φορέα προέλευσης ή σε τυχόν διάδοχο φορέα (άρθρο 90 παρ. 1α εδάφιο β' του ν.4172/2013).

Τέλος, το άρθρο 80 παρ. 1 του ν.4172/ 2013 ορίζει ότι "Από την έναρξη της ισχύος του παρόντος νόμου καταργούνται στους δήμους οι θέσεις της ειδικότητας σχολικών φυλάκων ανεξαρτήτως κατηγορίας εκπαίδευσης με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Οι υπάλληλοι, των οποίων οι θέσεις καταργούνται και εφόσον κατείχαν τις θέσεις αυτές την 9η Ιουλίου 2013, τίθενται σε διαθεσιμότητα σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 του ν.4093/2012, όπως ισχύει".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι η συρρίκνωση του δημόσιου τομέα με την κατάργηση οργανικών θέσεων και η εφαρμογή του θεσμού της διαθεσιμότητας σε συνδυασμό με την κινητικότητα των υπαλλήλων, των οποίων οι θέσεις καταργούνται, καθορίσθηκε να γίνει με κριτήρια ορθολογικά και οικονομικά, σύμφωνα αφ' ενός με τις πραγματικές ανάγκες των δημοσίων υπηρεσιών προκειμένου να συνεχίσουν να εκπληρώνουν της αποστολή τους με τον καλύτερο και, συγχρόνως φθηνότερο τρόπο και αφ' ετέρου με την όσο το δυνατόν μικρότερη βλάβη των εργαζομένων, των οποίων οι οργανικές θέσεις καταργούνται (βλ.

και την αιτιολογική έκθεση του ν.4172/2013, υπό το άρθρο 90). Σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 2 ΑΚ και το εν γένει σύστημα του ισχύοντος αστικού δικαίου, η καταγγελία είναι μονομερής, απευθυντέα και αναιτιώδης δικαιοπραξία, με την οποία εκδηλώνεται από το ένα μέρος των συνδεόμενων με μια σύμβαση αόριστης διάρκειας προς το έτερο η βούληση να παύσει να ισχύει ο μεταξύ τους ενοχικός δεσμός για το μέλλον.

Η καταγγελία ολοκληρώνεται με την περιέλευσή της σ' εκείνον, στον οποίο απευθύνεται και για να επιφέρει τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα, αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενό της, χωρίς αμφιβολία, η βούληση του καταγγέλλοντος περί του ότι από συγκεκριμένο χρονικό σημείο και μετέπειτα θεωρεί μη υφιστάμενο τον μέχρι τότε ισχύοντα συμβατικό δεσμό.

Πανηγυρικές εκφράσεις δεν απαιτούνται (ΑΠ 2110/2013). Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 1, 53 παρ. 1 και 55 παρ. 1 του π.δ. 410/1988, που κωδικοποίησε τη νομοθεσία για το προσωπικό που υπηρετεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο, τους ΟΤΑ και τα λοιπά ΝΠΔΔ, η απόλυση λόγω κατάργησης οργανικής θέσης αντιδιαστέλλεται προς την καταγγελία της σύμβασης εργασίας εκ μέρους της υπηρεσίας, ως αιτία λύσεως του νομικού δεσμού που υφίσταται ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο.

Στην πρώτη περίπτωση, η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδικαίως με την κατάργηση της θέσης του απασχολούμενου. Ο απολυμένος τίθεται εκτός υπηρεσίας και διατηρεί, απλά, το δικαίωμα να προτιμηθεί, ώστε να καταλάβει την ίδια θέση, εάν αυτή συσταθεί και πάλι, μέσα σε ένα έτος από την απόλυσή του. Στη δεύτερη περίπτωση, η σύμβαση εργασίας λύεται οποτεδήποτε, με καταγγελία από την υπηρεσία, αλλά μόνο για σπουδαίο λόγο (ακολουθεί, στο άρθρο 53 παρ. 1 του π.δ. 410/1988, ενδεικτική απαρίθμηση περιστάσεων, οι οποίες συνιστούν σπουδαίο λόγο).

Η καταγγελία γίνεται με απόφαση του οργάνου, που είναι αρμόδιο για την πρόσληψη, ύστερα από αιτιολογημένη, σύμφωνη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η λύση της σύμβασης εργασίας επέρχεται από την ανακοίνωση της απόφασης στον απασχολούμενο. Τόσο στην περίπτωση της απόλυσης λόγω κατάργησης οργανικής θέσης όσο και σ' αυτήν της καταγγελίας για σπουδαίο λόγο, ο εργαζόμενος δικαιούται την αποζημίωση, που προσδιορίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 55 παρ. 1 του π.δ. 410/1988.

Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες της υποπαραγράφου Ζ.2 του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012 και του άρθρου 90 του ν.4172/2013, συνάγεται ότι στην περίπτωση της κατάργησης οργανικών θέσεων, με παράλληλη περιαγωγή σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων, που τις κατείχαν, δεν πρόκειται για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, αλλά για αυτοδίκαιη απόλυση υπό αναβλητική αίρεση (ΑΚ 201), εξαρτώμενη από τη μη ευδοκίμηση της προσπάθειας της υπηρεσίας να μετατάξει ή μεταφέρει τους συγκεκριμένους υπαλλήλους σε οργανικές θέσεις κάποιου άλλου φορέα του δημόσιου τομέα.

Η εν λόγω εξέλιξη είναι ευμενέστερη για τους εργαζόμενους, σε σύγκριση με το προϋφιστάμενο νομικό καθεστώς, υπό το οποίο η κατάργηση οργανικής θέσεως είχε ως αυτοδίκαιη συνέπεια την άμεση απόλυση του υπαλλήλου. Περαιτέρω, με το άρθρο 41 του ν.4262/2014, οι διατάξεις της υποπερίπτωσης 4.α.i. της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Θ.1 της παραγράφου Θ' του άρθρου πρώτου του ν.4254/2014 αντικαταστάθηκαν, από τότε που ίσχυσαν, ως εξής: "4.α.i.

Στους μόνιμους και στους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δίκαιου αορίστου χρόνου υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ, οι οποίοι τίθενται σε καθεστώς διαθεσιμότητας σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου και του ν.4172/2013 και, στη συνέχεια, λύεται η εργασιακή τους σχέση λόγω κατάργησης της θέσης τους, το Ελληνικό Δημόσιο καταβάλλει αποζημίωση απόλυσης ειδικά και μόνο λόγω κατάργησης θέσης.

Για τον υπολογισμό, του ποσού αποζημίωσης, ως βάση λαμβάνεται ο βασικός μισθός του υπαλλήλου κατά την ημερομηνία που τέθηκε σε διαθεσιμότητα και ως χρόνος υπηρεσίας υπολογίζεται όλος ο χρόνος που ελήφθη υπόψη για την κατάταξη του υπαλλήλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 28 του ν.4024/2011, καθώς και ο χρόνος που μεσολάβησε μέχρι τη θέση του υπαλλήλου σε καθεστώς διαθεσιμότητας.

Κατά τα λοιπά, η αποζημίωση υπολογίζεται σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ.1 του άρθρου 55 του π.δ. 410/1988, όπως ισχύει. Στο ανωτέρω προσωπικό, εφόσον έχει συμπληρώσει τις προϋποθέσεις για λήψη σύνταξης, καταβάλλεται στο μεν επικουρικά ασφαλισμένο το 40%, στο δε μη επικουρικά ασφαλισμένο το 50% της ως άνω προβλεπόμενης αποζημίωσης.

Οι αποδοχές διαθεσιμότητας, που έλαβαν οι εν λόγω υπάλληλοι, συμψηφίζονται με την ως άνω αποζημίωση απόλυσης. Η ανωτέρω αποζημίωση, μετά και τον προβλεπόμενο ως άνω συμψηφισμό, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσό των 15.000 ευρώ. Υπάλληλοι που λαμβάνουν την αποζημίωση του παρόντος άρθρου δεν δικαιούνται ταυτόχρονα καμία άλλη αποζημίωση για την ίδια αιτία.

Η αποζημίωση της παρούσας υποπαραγράφου φορολογείται όπως κάθε άλλη αποζημίωση διακοπής σχέσεως εργασίας, σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 15 του ν.4172/2013, όπως εκάστοτε ισχύει (ΑΠ 1339/2018, ΣΤΕ 1428/2020). Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης καθορίζονται ο υπόχρεος για την καταβολή, ο τρόπος καταβολής, η διαδικασία, καθώς και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή της παρούσας.

Στις ανωτέρω ρυθμίσεις υπάγονται και οι υπάλληλοι των οποίων η εργασιακή σχέση λύθηκε κατ' εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, για τους οποίους η σχετική πράξη εκδόθηκε πριν την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης". Από τις διατάξεις του 4ου Κεφαλαίου - Αποκατάσταση Αδικιών - Επαναφορά Προσωπικού - Κινητικότητα του Ν.4325/2015 στο άρθρο 14:

Πεδίο εφαρμογής και διαδικασίες, ορίζεται: 1. Στις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου εμπίπτουν μόνιμοι και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου υπάλληλοι: α) των οποίων έχει λυθεί η υπαλληλική σχέση κατόπιν λήξης της διαθεσιμότητας ή οι οποίοι μετά την έκδοση οριστικών πινάκων κατάταξης και διάθεσης δεν ανέλαβαν υπηρεσία ή παραιτήθηκαν μετά την ανάληψη αυτής και μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, β) οι οποίοι τελούν σε καθεστώς διαθεσιμότητας βάσει του Ν.4172/2013 (Α' 167) και του Ν.4250/2014 (Α` 74), ακόμη και εάν έχει παρέλθει ο χρόνος της διαθεσιμότητας χωρίς να έχει λυθεί η υπαλληλική τους σχέση, γ) οι οποίοι τελούν σε διαθεσιμότητα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 67 παρ. 4 του Ν.4316/2014 (Α' 270), δ) οι οποίοι, αφού τέθηκαν σε διαθεσιμότητα κατόπιν κατάργησης της θέσης τους, υπηρετούν βάσει δικαστικής απόφασης, ε) οι οποίοι ανήκαν οργανικά σε νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, τα οποία καταργήθηκαν με τις διατάξεις του Ν.4250/2014 (Α' 74) και στ) οι οποίοι τέθηκαν σε εργασιακή εφεδρεία δυνάμει των διατάξεων των παραγράφων 5, 6 και 7 του άρθρου 34 του Ν.4024/2011 (Α' 226). 2.

Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κεφαλαίου δεν εμπίπτουν υπάλληλοι των οποίων η υπαλληλική σχέση λύθηκε κατόπιν υποβολής αίτησης παραίτησης και υποβολής αίτησης για συνταξιοδότηση εφόσον έχουν λάβει οριστική σύνταξη....

Από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι αυτή δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση της τα εξής: " Η ενάγουσα προσλήφθηκε την 1.12.1984, κατόπιν δημόσιας προκήρυξης, δυνάμει σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου, από τη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης, όπου υπηρέτησε με επαναλαμβανόμενες συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου μέχρι τις 13.7.1987, οπότε εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της Δ.Ε.Θ.

Α.Ε., με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, καταλαμβάνοντας μία κενή οργανική θέση του κλάδου Διοικητικοοικοvομικού - Μηχανογράφησης, με 9° βαθμό και πλεονάζοντα χρόνο υπηρεσίας στο βαθμό αυτό 2 έτη 3 μήνες και 5 ημέρες (βλ. το πρακτικό των με αριθμούς 5/1.12.1987 και 6/3.12.1987 συνεδριάσεων του πρωτοβάθμιου υπηρεσιακού συμβουλίου της Δ.Ε.Θ.

Α.Ε.). Στις 16.11.2000 μεταφέρθηκε στην Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας στον Κρατικό Αερολιμένα Θεσσαλονίκης, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, σε προσωποπαγή θέση (βλ. την υπ' αριθμ. Δ9/Α/48617/9908/31.10.2000 απόφαση των Υπουργών Μακεδονίας - Θράκης, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομικών και Μεταφορών και Επικοινωνιών - ΦΕΚ 305 Π/1.11.2000).

Εργάστηκε μέχρι τις 14.12.2012, οπότε της επιδόθηκε η διαπιστωτική πράξη της Διοικητή της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας (υπ' αριθ. πρωτ. Δ9/Β/39267/12585/ 10.12.2012) περί διαθεσιμότητάς της από την 13.11.2012 (επομένη δημοσίευσης του ν.4093/2012), καταργουμένης της θέσης της για ένα χρόνο ως υπαλλήλου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, με βαθμό Γ' κατηγορίας ΔΕ ειδικότητας Διοικητικού-Λογιστικού.

Με την υπ' αριθ. 1/2013 (ΦΕΚ 386Β721.2.2013) απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης τοποθετήθηκε εν τέλει σε θέση διοικητικού προσωπικού στο Αστυνομικό Τμήμα Πυλαίας, όπου ανέλαβε στην πραγματικότητα υπηρεσία την 1.7.2013 και παρέμεινε μέχρι τη συνταξιοδότησή της κατά στις 30.9.2014. Η ενάγουσα τέθηκε υπό καθεστώς διαθεσιμότητας, καθόσον πληρούσε τις προϋποθέσεις του ν.4093/2012, ήτοι α) συνδεόταν με το εναγόμενο ελληνικό δημόσιο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, β) κατείχε θέση της κατηγορίας ΔΕ της ειδικότητας Διοικητικού - Λογιστικού, η οποία καταργήθηκε και γ) σύναψε την επίδικη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου πριν το έτος 1994 και ειδικότερα πριν την ισχύ του v. 2190/1994, χωρίς διαδικασία επιλογής σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια υπό τον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής ή με ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας και συγκεκριμένα με δημόσια προκήρυξη, αλλά χωρίς να συνοδεύεται από γραπτό διαγωνισμό και δ) δεν ενέπιπτε στις εξαιρέσεις που θέτει ο v.4093/2012 σε συνδυασμό με τους ν.4024/2011 και 3986/2011.

Εντούτοις, οι διατάξεις του v.4093/2012, με τις οποίες καταργήθηκε η θέση της ενάγουσας που τέθηκε σε διαθεσιμότητα, αντιστρατεύονται ευθέως τις αρχές της αναλογικότητας και της αξιοκρατίας. Τούτο δε, διότι η επιλογή της ενάγουσας - εργαζομένης που τέθηκε στην κατάσταση αυτή, δεν έγινε βάσει αντικειμενικών κριτηρίων, ενώ η κατάργηση της παραπάνω οργανικής θέσης δεν πραγματοποιήθηκε με αποτυπωμένα στο νόμο κριτήρια αξιολόγησης των οργανωτικών δομών της θιγόμενης Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας, αλλά στηρίχθηκε αποκλειστικά στο τυχαίο κριτήριο της εν λόγω κατηγορίας και ειδικότητας, χωρίς να ληφθούν υπόψη (τυχόν) ιδιαιτερότητες και υπηρεσιακές ανάγκες.

Θεωρήθηκε δηλαδή, εκ προοιμίου, βέβαιο ότι δεν χρειάζονται οι υπηρεσίες των υπαλλήλων αυτής της κατηγορίας και ειδικότητας, χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες εξυπηρέτησης αποτελεσματικής λειτουργίας της θιγόμενης υπηρεσίας. Περαιτέρω, η επίδικη ρύθμιση προσβάλλει στον πυρήνα τους και συνταγματικά κατοχυρωμένα δικαιώματα της ενάγουσας (άρθρα 2 παρ. 1, 4 παρ. 5 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος), που επιβάλλουν το σεβασμό και την προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, την ισότιμη συνεισφορά στα δημόσια βάρη, την προστασία της εργασίας, ενώ μεταβάλλει και, κατά τρόπο προφανώς αντίθετο προς τα χρηστά ήθη και την καλή πίστη καθώς και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του διευθυντικού δικαιώματος του εναγόμενου εργοδότη, τους όρους εργασίας της ενάγουσας (κατ' άρθρο 281 ΑΚ), αφενός μειώνοντας κατά 25% τις - ήδη, μετά τις περικοπές, μειωμένες αποδοχές της θέτοντάς την σε διαθεσιμότητα, αφετέρου μειώνοντας εκ νέου τις, πριν τη διαθεσιμότητα, αποδοχές της με την τοποθέτησή της σε άλλη θέση με κατώτερο μισθό.

Ειδικότερα, η ενάγουσα τέθηκε σε διαθεσιμότητα με μοναδικό κριτήριο την κατηγορία και την ειδικότητα, χωρίς επαρκή αιτιολογία για ποιο λόγο επιφυλάσσεται διαφορετική μεταχείριση σε άλλους εργαζομένους της ίδιας κατηγορίας και της ίδιας ειδικότητας, κατά παράβαση της αρχής της μη διακρίσεως. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι η ενάγουσα είναι πλεονάζον προσωπικό, τέθηκε σε διαθεσιμότητα, χωρίς να προηγηθεί αντικειμενική και αξιοκρατική διαδικασία αξιολόγησης.

Με τον τρόπο όμως αυτό, ο νομοθέτης, λειτουργώντας ισοπεδωτικά, αντιμετωπίζει κατά τον ίδιο τρόπο τους ικανούς και ευσυνείδητους υπαλλήλους με τους αργόμισθους και τους ανεπαρκείς. Προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, διότι, ανεξαρτήτως της αποτελεσματικότητας και της προσφορότητας του μέτρου, πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν συγκεκριμένα πρόσωπα, των οποίων η ζωή ανατρέπεται άρδην και τα οποία θυσιάζονται, χάριν των οικονομικών στοχεύσεων της εκάστοτε κυβέρνησης και της περιστολής των κρατικών δαπανών, που αναγορεύονται σε σκοπούς υπέρτερου δημοσίου συμφέροντος, θέτοντας στο περιθώριο τον άνθρωπο ή μετατρέποντας αυτόν σε μέσο προς επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού.

Επίσης, με το επιβληθέν μέτρο της διαθεσιμότητας, προσβλήθηκε καίρια η επαγγελματική προσωπικότητα και η εν γένει αξιοπρέπεια της ενάγουσας, διότι ανατράπηκε άρδην η ζωή της, καθώς ύστερα από πολλά χρόνια και αφού η ίδια διαμόρφωσε για τον εαυτό της και την οικογένειά της ένα αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης με βάση την εργασία της, απομακρύνθηκε κατ' ουσίαν από αυτό, μετατρεπομένη με τον τρόπον αυτόν σε απλό μέσο για την επίτευξη του γενικά επιδιωκόμενου σκοπού της "περιστολής των κρατικών δαπανών".

Προσβλήθηκε δε βάναυσα η προσωπικότητα της ενάγουσας, καθόσον απομακρύνθηκε από τη θέση εργασίας της και της αποστερήθηκε, έστω και προσωρινά, το δικαίωμα να εργαστεί. Η μεταβολή αυτή στους όρους εργασίας της ενάγουσας επήλθε ανεξάρτητα από την πραγματική βούληση και τις ανάγκες των συμβαλλόμενων μερών στην επίδικη σύμβαση εργασίας, θίγοντας στον πυρήνα του τη συμβατική ελευθερία.

Σύμφωνα δε με το άρθρο 25 παρ. 1 εδαφ. δ του Συντάγματος, οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα, οφείλουν να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας, ενώ σύμφωνα με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου, το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών συνάγεται ότι ο νομοθέτης δύναται καταρχήν να επιβάλει στους πολίτες, προς εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης, επιβαρύνσεις για την αντιμετώπιση ορισμένης επείγουσας ανάγκης ή κατάστασης κρίσης, υπό την προϋπόθεση ωστόσο ότι αυτές κατανέμονται ισότιμα μεταξύ των πολιτών, ανάλογα με τις δυνάμεις του καθενός και με τήρηση των αρχών της προσφορότητας και της αναγκαιότητας.

Με την αναστολή των συμβάσεων εργασίας, χωρίς να εκτιμώνται οι ανάγκες των συμβαλλόμενων στις συμβάσεις εργασίας μερών, αλλά και χωρίς τη συγκριτική αξιολόγηση για την επιλογή των τιθεμένων σε διαθεσιμότητα, ο εργαζόμενος αποστερείται των υλικών όρων της ύπαρξής του. Δεν είναι, επομένως, επιτρεπτή η επιβολή μέτρων που βαρύνουν δυσανάλογα ορισμένες κατηγορίες πολιτών έναντι άλλων, ούτε, κατά μείζονα λόγο, η επισώρευση νέων μέτρων σε βάρος των ίδιων κατηγοριών πολιτών, εάν τα προηγούμενα αποδείχθηκαν απρόσφορα.

Για να κριθεί το νομοθετικό μέτρο, που λήφθηκε, πρόσφορο, θα έπρεπε το κριτήριο επιλογής του προσωπικού να είναι κατάλληλο, ώστε να εξασφαλισθεί ότι το προσωπικό που τίθεται σε διαθεσιμότητα, πλεονάζει ή είναι ακατάλληλο για την εκτέλεση της εργασίας που αυτό παρέχει.

Συνεπώς, η ενέργεια αυτή του εναγομένου να θέσει την ενάγουσα σε κατάσταση διαθεσιμότητας με την αυτοδίκαιη κατάργηση της θέσης εργασίας της, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των εργασιακών της όρων. Ενόψει τούτων, η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει την τήρηση των προϋφιστάμενων όρων της σύμβασης εργασίας της, αφού η ένταξή της σε καθεστώς διαθεσιμότητας λόγω κατάργησης της θέσης της, με την ταυτόχρονη μείωση των αποδοχών της, είναι άκυρη ως αντικείμενη στο Σύνταγμα, αλλά και στην ΕΣΔΑ (άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου), επιπλέον δε και καταχρηστική, αφού ασκήθηκε κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, καθώς και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος.

Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα μετά την επίμαχη ρύθμιση, ακολούθησε νέα νομοθετική ρύθμιση, αυτή του v. 4325/2015 "Εκδημοκρατισμός της Διοίκησης-Καταπολέμηση Γραφειοκρατίας-Αποκατάσταση αδικιών κλπ", ο οποίος νόμος δημοσιεύθηκε στις 11.5.2015 (ΦΕΚ Α' 47) και κατάργησε το θεσμό της διαθεσιμότητας του Κεφαλαίου Ζ.2 του v.4093/2012 και των άρθρων 80, 81, 82, 90, 91 και 93 του ν.4172/2013.

Στην αιτιολογική έκθεση του υπόψη νόμου γίνεται λόγος για αποκατάσταση αδικιών, επαναφορά προσωπικού και επανασύσταση υπηρεσιών και κλάδων που είχαν καταργηθεί, σε εφαρμογή μνημονιακών υποχρεώσεων, χωρίς προετοιμασία, χωρίς μελέτη και χωρίς αξιολόγηση δομών και προσωπικού. Αποδέχεται δηλαδή και ο ίδιος ο νομοθέτης, με την αποκατάσταση αυτή, ότι το επίμαχο ως άνω ληφθέν μέτρο της θέσης των εργαζομένων σε καθεστώς διαθεσιμότητας, υπό τους προαναφερθέντες όρους, δεν ήταν αναγκαίο και πρόσφορο προς εξυπηρέτηση του προαναφερθέντος σκοπού, για τον οποίο φέρεται να λήφθηκε, αλλά, αντίθετα, το δημόσιο συμφέρον επέτασσε τη συνέχιση της απασχόλησης των εργαζομένων στις θέσεις εργασίας τους (βλ.

προσκομιζόμενη ΕφΘεσ 914/2018 με τις εκεί παραπομπές). Επομένως, το εναγόμενο έχει έκτοτε περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη και ειδικότερα έχει καταστεί υπερήμερο ως προς την καταβολή των νόμιμων μηνιαίων αποδοχών της ενάγουσας...". Στη συνέχεια, το Μονομελές Εφετείο δέχθηκε ότι εδικαιούτο η αναιρεσίβλητη για διαφορές αποδοχών λόγω της θέσεώς της σε διαθεσιμότητα και της βλαπτικής μεταβολής των όρων της εργασίας της το συνολικό ποσό των 22.297,86 ευρώ, το οποίο της είχε επιδικάσει και το πρωτόδικο δικαστήριο και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση του ελληνικού Δημοσίου.

Έτσι που έκρινε το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο ότι η ενάγουσα δικαιούται να αξιώσει την τήρηση των προϋφιστάμενων όρων της σύμβασης εργασίας της, αφού η ένταξή της σε καθεστώς διαθεσιμότητας λόγω κατάργησης της θέσης της, με την ταυτόχρονη μείωση των αποδοχών της, είναι άκυρη ως αντικειμένη στο Σύνταγμα, αλλά και στην ΕΣΔΑ (άρθρο 1 Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου), επιπλέον δε και ως καταχρηστική, με επίκληση, προς ενίσχυση της κρίσης του αυτής, του γεγονότος ότι επακολούθησε νέα νομοθετική ρύθμιση, με το ν.4325/2015, με τον οποίο καταργήθηκε ο θεσμός της διαθεσιμότητας του κεφαλαίου Ζ2 του ν.4093/2012 και των άρθρων 80, 81, 90, 91 και 93 του ν.4172/2013, και ότι, ως εκ τούτου, το Ελληνικό Δημόσιο θέτοντας την αναιρεσίβλητη σε καθεστώς διαθεσιμότητας, έχει περιέλθει σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη και έχει καταστεί υπερήμερο ως προς την καταβολή των νομίμων μηνιαίων αποδοχών της, παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου τις διατάξεις των υποπαραγράφων Ζ1 και Ζ2 του ν.4093/2012, της με αριθμό ΔΙΔΑΔ/ΔΙΠΙΔΔ/οικ. 559/8.1.2013 (ΦΕΚ 7Β') απόφασης του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης, των διατάξεων του τέταρτου κεφαλαίου του ν.4325/2015, των άρθρων 2 παρ. 1, 4 παρ.1και 5, 5 παρ. 1, 22 παρ. 1, 25 παρ. 1 εδ.δ και 4 και 103 παρ. 4, 7, και 8 εδ.

α του Συντάγματος και του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. Και τούτο, διότι στην περίπτωση κατάργησης οργανικών θέσεων, όπως και στην περίπτωση της αναιρεσίβλητης, η οποία κατά τη διάρκεια της διαθεσιμότητάς της μετατάχθηκε στο Αστυνομικό Τμήμα Πυλαίας, και η οποία (κατάργηση) δεν αποκλείεται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του ΠΠΠ της ΕΣΔΑ, με παράλληλη περιαγωγή σε διαθεσιμότητα των υπαλλήλων που τις κατείχαν, δεν πρόκειται για καταγγελία της συμβάσεως εργασίας, αλλά για αυτοδίκαιη απόλυση υπό αναβλητική αίρεση( 201ΑΚ), εξαρτώμενη από τη μη ευδοκίμηση της προσπάθειας της υπηρεσίας να μετατάξει ή μεταφέρει τους συγκεκριμένους υπαλλήλους, όπως και την αναιρεσίβλητη, σε οργανικές θέσεις κάποιου άλλου φορέα του δημόσιου τομέα και, συνεπώς, το αναιρεσείον δεν είχε υποχρέωση να αποδέχεται τις υπηρεσίες της αλλά ούτε και να της καταβάλλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό για μισθούς υπερημερίας ή ως διαφορά αποδοχών, η οποία εξέλιξη είναι ευμενέστερη για τους εργαζόμενο, καθ' όσον η λύση υπάρχουσας σχέσης εργασίας της δεν επήλθε λόγω καταγγελίας της συμβάσεως αλλά λόγω καταργήσεως της οργανικής θέσεως στην οποία υπηρετούσε.

Επιπλέον, η περίπτωση της αναιρεσίβλητης, η οποία πριν τη λήξη της διαθεσιμότητάς της μετατάχθηκε σε άλλο φορέα (στο Αστυνομικό Τμήμα Πυλαίας) σε προσωποπαγή θέση, όπου και υπηρέτησε μέχρι και τη συνταξιοδότησή της, δεν εμπίπτει στο ρυθμιστικό πεδίο του Ν.4325/2015 (άρθρο 14 παρ. 2 Ν.4325/2015). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως με τον οποίο το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Περαιτέρω, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του γενομένου δεκτού λόγω αναιρέσεως, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου λόγου αναίρεσης, που αναφέρεται στην παράβαση της διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 11 μόνο και όχι και αριθμ. 8 του ΚΠολΔ. Αφού δε η υπόθεση δεν χρήζει περαιτέρω έρευνας, καθ' όσον αυτά τα γενόμενα δεκτά από το Μονομελές Εφετείο πραγματικά περιστατικά είχε ακριβώς επικαλεσθεί και η αναιρεσίβλητη προς θεμελίωση της ως άνω αγωγής της, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι δε δικονομικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις της εφέσεως, της οποίας μετά την αναίρεση αναβίωσε η εκκρεμοδικία, δεν παρουσιάζουν κενά κωλύοντα την οριστική λύση της διαφοράς, πρέπει να κρατηθεί η υπόθεση από το Τμήμα αυτό, να γίνει δεκτός ως βάσιμος ο μόνος λόγος της εφέσεως του Ελληνικού Δημοσίου περί νομικής αβασιμότητας της αγωγής, να γίνει δεκτή κατ' ουσίαν η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής περί επιδικάσεως υπέρ της αναιρεσιβλήτου του προαναφερόμενου ποσού και συνακόλουθα και κατά το κεφάλαιο αυτής περί δικαστικών εξόδων, να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμη η εν λόγω αγωγή, καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος του πρώτου και δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης, κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ, 22 Ν.3693/1957, 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ, 5 παρ.12 Ν.1738/1987, 2 της Κοινής Αποφάσεως Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης 134423/1992 (ΦΕΚ Β'11/20.1.1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 2094/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται την έφεση.

Εξαφανίζει την εκκαλουμένη υπ' αριθμ. 2341/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης κατά τα κεφάλαια αυτής περί επιδικάσεως του ποσού των 22.297,86 ευρώ υπέρ της αναιρεσιβλήτου και περί δικαστικών εξόδων .

Απορρίπτει την αγωγή της αναιρεσιβλήτου καθ' ο μέρος έγινε δεκτή από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Και

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσιβλήτου τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος του πρώτου και δεύτερου βαθμού δικαιοδοσίας και της προκείμενης δίκης ποσού τετρακοσίων (400) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιανουαρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Φεβρουαρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ