Supreme Court dismisses retrial request as inadmissible due to lack of Article 544(10) grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the applicant's request for retrial of a previous decision rejecting her labor law claim. The applicant argued for a retrial based on Article 544(10) of the Code of Civil Procedure, but the court found the correct legal ground was Article 544(7). Consequently, the court ruled the request procedurally inadmissible and ordered the applicant to pay the state's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 495(1) and 538 et seq. of the Code of Civil Procedure; The request for retrial is inadmissible if the grounds cited do not match the statutory requirements for such extraordinary remedy, specifically when the applicant relies on Article 544(7) instead of Article 544(10).
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 193 / 2021 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 193/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Κοκοτίνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Σοφία Τζουμερκιώτη και Μαριάνθη Παγουτέλη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 17η Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Της αιτούσας την αναψηλάφηση-αναιρεσείουσας: Δ. Α. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαίρης Γαρυφαλλογιάννη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Του καθού η αναψηλάφηση-αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου α) από τον Υπουργό Οικονομικών και β) από τον Υπουργό Πολιτισμού, που κατοικοεδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Οικονόμου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του κράτους, που παραστάθηκε αφού ανακάλεσε την δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2009 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1934/2011 του ίδιου δικαστηρίου και 6194/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-7-2015 αίτησή της.
Εκδόθηκε η 773/2018 απόφαση του Αρείου Πάγου. Την αναψηλάφηση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αιτούσα-αναιρεσείουσα με την από 21-8-2018 αίτηση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε η αρεοπαγίτης Μαριάνθη Παγουτέλη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ. 1 και 538 επ. Κ.Πολ.Δ., το έκτακτο ένδικο μέσο της αίτησης αναψηλάφησης ασκείται με δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου που έχει εκδώσει την προσβαλλόμενη απόφαση και εκδικάζεται από το ίδιο δικαστήριο, αφού η άσκηση της αναψηλάφησης δεν έχει μεταβιβαστικό αποτέλεσμα (ΑΠ 245/2017, ΑΠ 870/2013).
Η δίκη ενώπιον του δικαστηρίου της αναψηλαφήσεως διέρχεται συνολικά τέσσερα στάδια. Στο πρώτο το δικαστήριο εξετάζει το παραδεκτό της αναψηλαφήσεως, αν δηλαδή αυτή έχει ασκηθεί εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις. Στο δεύτερο στάδιο εξετάζει το παραδεκτό και νόμιμο καθενός από τους λόγους της αναψηλαφήσεως, ενώ στο τρίτο εξετάζει την ουσιαστική βασιμότητα τους.
Μετά ταύτα, αν κάποιος λόγος κριθεί ουσιαστικά βάσιμος, επακολουθεί η εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως και το τελευταίο στάδιο, κατά το οποίο το δικαστήριο εξετάζει την ουσία της υποθέσεως μέσα στα όρια που καθορίζονται από την αναψηλάφηση. Στην προκειμένη περίπτωση, με την υπό κρίση, από 21-8-2018, αίτηση, που κατατέθηκε στον αρμόδιο Γραμματέα του παρόντος Δικαστηρίου στις 27-8-2018, ζητείται η αναψηλάφηση της 773/2018 αποφάσεως του Β1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου, που δίκασε κατ` ουσία, την υπόθεση, για τον αναφερόμενο σε αυτή λόγο, του άρθρου 544 αρ. 7 ΚΠολΔ και συγκεκριμένα διότι προ ολίγων ημερών πριν την κατάθεση της κρινόμενης αίτησης της, η αναιρεσείουσα και ήδη αιτούσα την αναψηλάφηση, βρήκε και πήρε στην κατοχή της, μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, νέα κρίσιμα έγγραφα τα οποία δεν μπορούσε να τα προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία.
Η αίτηση είναι παραδεκτή και ασκείται εμπροθέσμως, αφού τα εν λόγω έγγραφα κατ' εκτίμηση των εκτεθέντων από την αιτούσα, αυτή επικαλείται ότι τα βρήκε εντελώς πρόσφατα και πριν την εκπνοή της προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών για την άσκηση της αίτησής της (άρθρ. 545 παρ. 1 και 3, περ. ε` ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει σύμφωνα με την παραπάνω μείζονα σκέψη, να εξεταστεί, περαιτέρω, η αίτηση αυτή ως προς τα υπόλοιπα στάδια που αφορούν το παραδεκτό, νόμιμο και βάσιμο των λόγων της.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 539 παρ. 1 εδ. α` του Κ.Πολ.Δ., αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο κατά οριστικών αποφάσεων που περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ή έφεση, ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 544 του ιδίου Κώδικα αναψηλάφηση επιτρέπεται μόνο για τους επακριβώς καθορισμένους σ` αυτό λόγους.
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 538 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 45 παρ.1 του ν. 3994/2011 και ισχύει από τις 25-7-2011, "Με αναψηλάφηση μπορούν να προσβληθούν οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και των πολυμελών πρωτοδικείων, των εφετείων και του Αρείου Πάγου εφόσον δικάζει κατ` ουσία, σε κάθε δε περίπτωση εφόσον πρόκειται για στηριζόμενο στον αριθμό 10 του άρθρου 544, λόγο".
Η ως άνω διάταξη, κατά το σκέλος της που αναφέρεται σε αποφάσεις του Αρείου Πάγου που δικάζει κατ` ουσία, ήταν αρχικώς ανεφάρμοστη. Τούτο διότι, μετά την αντικατάσταση του άρθρου 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 31 παρ. 1 ν. 2172/1993, ο Άρειος Πάγος, αν αναιρούσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παρέπεμπε την υπόθεση στο ίδιο ή σε άλλο δικαστήριο, ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο που την εξέδωσε, με συνέπεια να μη δικάζει κατ` ουσία και να μην υπόκεινται σε αναψηλάφηση οι αποφάσεις του, ως ακυρωτικού (ΟλΑΠ 16/2003).
Στη συνέχεια, όμως, μετά την, εκ νέου, αντικατάσταση του άρθρου 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ. με το άρθρο 12 παρ. 4 ν. 4055/2012 (που σύμφωνα με το άρθρο 113 αυτού ισχύει από τις 2-4-2012), τη μεταγενέστερη αντικατάστασή του με το άρθρο 65 παρ. 1 ν. 4139/2013 (που σύμφωνα με το άρθρο 104 αυτού ισχύει από τις 20-3-2013), και, στη συνέχεια, με το τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015 (που σύμφωνα με το άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 4 αυτού ισχύει από 1-1-2016), ο Άρειος Πάγος μπορεί να δικάσει κατ` ουσία την υπόθεση στις αναφερόμενες στο άρθρο αυτό (580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.), περιπτώσεις και οι σχετικές αποφάσεις του υπόκεινται σε αναψηλάφηση.
Συγκεκριμένα, κατά το ως άνω άρθρο 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ., "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση στο τμήμα που ορίζεται από τον κανονισμό και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλους δικαστές.
Αν, όμως, αναιρεθεί η απόφαση του τελευταίου αυτού δικαστηρίου, δεν γίνεται παραπομπή, αλλά ο Άρειος Πάγος δικάζει αυτός την ουσία της υπόθεσης". Με βάση τα ανωτέρω, επομένως, για να είναι παραδεκτή αίτηση αναψηλάφησης, κατ` αποφάσεως του Αρείου Πάγου, που δημοσιεύθηκε μετά τις 2-4-2012 (αφότου άρχισε η ισχύς του ν. 4055/2012), πρέπει είτε ο Άρειος Πάγος να έχει δικάσει κατ` ουσία είτε ο λόγος αναψηλάφησης να στηρίζεται στον αριθμό 10 του άρθρου 544 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 846/2019, ΑΠ 793/2018, ΑΠ 1122/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Με την, από 8-8-2009, αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η ήδη αιτούσα την αναψηλάφηση, εξέθεσε ότι με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσελήφθη και απασχολήθηκε από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο ως σχεδιάστρια - εργατοτεχνίτρια αρχαιολογίας, στην IΓ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων κατά τα χρονικά διαστήματα: 1) από 5-10-1998 έως 31-7-2001, 2) από 24-9-2001 έως 31-12-2002, 3) από 31-3-2003 έως 23-5-2003, 4) από 9-6-2003 έως 7-8-2003, 5) από 4-8-2004 έως 31-12-2004 και 6) από 1-6-2005 έως 31-12-2005.
Ότι ειδικότερα οι τρεις πρώτες από τις συμβάσεις αυτές καταρτίσθηκαν με ιδιωτικούς φορείς, οι οποίοι είχαν αναλάβει, με χρηματοδότηση δημοσίων φορέων, δημόσια έργα σε περιοχές αρχαιολογικού ενδιαφέροντος και συγκεκριμένα με τις επιχειρήσεις "Κοινοπραξία ΕΤΕΠ-Μέτων Α.Ε.", "Ε. Α.Ε." και "Π. Π. και Σια Ε.Π.Ε.", αντίστοιχα.
Ότι στην πραγματικότητα οι ανωτέρω συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου αποτελούσαν μία ενιαία σύμβαση αορίστου χρόνου, αφού από την έναρξη της εργασιακής της σχέσεως με το εναγόμενο, μέχρι τις 31-12-2005, οπότε αυτό έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες της, χωρίς έγγραφη καταγγελία και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες του, ο δε χαρακτηρισμός των συμβάσεων αυτών ως ορισμένου χρόνου δεν δικαιολογούνταν από τη φύση ή το είδος ή τον σκοπό της εργασίας της, αλλά είχε τεθεί για καταστρατήγηση των εργασιακών της δικαιωμάτων.
Ζήτησε δε να αναγνωρισθεί ότι συνδέεται με το εναγόμενο με μία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η οποία εξακολουθούσε να βρίσκεται σε ισχύ και να υποχρεωθεί το εναγόμενο με απειλή χρηματικής ποινής να αποδέχεται τις νομίμως και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της στη θέση, την ειδικότητα και τις αποδοχές που αντιστοιχούν από τον νόμο, με αυτές της υπηρεσιακής της εντάξεως και εξελίξεως στο εργατοτεχνικό του προσωπικό, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών της προσόντων.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την υπ' αριθ. 1934/2011, οριστική απόφασή του, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσία βάσιμη, αναγνώρισε ότι η συνδέουσα τους διαδίκους σχέση εργασίας είχε τον χαρακτήρα συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας, αορίστου χρόνου και υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες της ενάγουσας, καταβάλλοντας της τις νόμιμες καταβλητέες αποδοχές αναλόγως της υπηρεσιακής της εντάξεως και εξελίξεως στο εργατοτεχνικό του προσωπικό, λαμβανομένων υπόψη και των λοιπών τυπικών της προσόντων.
Μετά από έφεση του εναγομένου, Ελληνικού Δημοσίου, εκδόθηκε η, υπ' αριθ. 6194/2014, απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία το Εφετείο δέχθηκε την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την απέρριψε ως μη νόμιμη. Μετά από αίτηση αναίρεσης της ήδη αιτούσας την αναψηλάφηση (ενάγουσας και εφεσίβλητης), εκδόθηκε η προσβαλλόμενη, με την αίτηση αναψηλάφησης, υπ' αριθ. 773/2018, απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου.
Από την επισκόπηση της απόφασης αυτής προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος, απέρριψε την αίτηση αναίρεσης, διότι δέχθηκε ότι πράγματι η ένδικη αγωγή, έχοντας το προαναφερόμενο περιεχόμενο και αίτημα, ήταν μη νόμιμη και απορριπτέα, αφού, αν υποτεθεί ότι ήταν αληθινά τα περιστατικά που τη θεμελίωναν, οι επικαλούμενες από την ενάγουσα συμβάσεις με το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως μία ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου διότι καταρτίσθηκαν μετά την έναρξη της ισχύος του αναθεωρημένου άρθρου 103 του Συντάγματος (δηλαδή μετά τις 17-4-2001) και συγκεκριμένα από τις 9-6-2003 ως τις 7-8-2003, από τις 4-8-2004 ως τις 31-12-2004 και από την 1-6-2005 ως τις 31-12-2005, ενώ οι επικαλούμενες προγενέστερες συμβάσεις δεν είχαν συναφθεί με το Ελληνικό Δημόσιο ή άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αλλά με ιδιωτικές επιχειρήσεις.
Ότι επί πλέον, αν υποτεθεί ότι ήταν αληθινά τα περιστατικά που θεμελίωναν την αγωγή, οι τρεις συναφθείσες με το εναγόμενο συμβάσεις εργασίας δεν ήταν διαδοχικές διότι μεταξύ τους μεσολαβούσαν μεγάλα κενά χρονικά διαστήματα (ενός έτους και έξι μηνών περίπου).
Συνεπώς, έκρινε, επί λέξει, ότι "το εφετείο, το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, έκρινε ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, αν και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ., δηλαδή δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις αναφερόμενες στην απόφαση αυτή, ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Γι' αυτό πρέπει να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλομένης με τις πιο πάνω (άρθρο 578 Κ.Πολ.Δ.) και να απορριφθούν και οι δύο λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια". Εφόσον, επομένως, όπως προκύπτει από τα παραπάνω, με την προσβαλλόμενη, υπ' αριθ. 773/2018, απόφαση, ο Άρειος Πάγος δεν δίκασε κατ` ουσία, αλλά κατά την ακυρωτική διαδικασία, ενώ με την, υπό κρίση αίτηση, με την οποία ζητείται η αναψηλάφηση της, δεν προβάλλεται λόγος αναψηλαφήσεως από το άρθρο 544 αριθ. 10 Κ.Πολ.Δ. αλλά από τον αριθμό 7 του ίδιου άρθρου, η αίτηση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην αρχή της παραγράφου αυτής, είναι απαράδεκτη.
Συνεπώς πρέπει να απορριφθεί αυτή και να καταδικασθεί η αιτούσα την αναψηλάφηση, στη δικαστική δαπάνη του καθ` ου η αίτηση, Ελληνικού Δημοσίου (το οποίο κατέθεσε προτάσεις) σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), μειωμένη κατά το άρθρο 22 του ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την, από 21 Αυγούστου 2018 και με αριθ. κατάθεσης 4/27-8-2018, αίτηση της Δ. Α., για αναψηλάφηση της 773/2018, αποφάσεως του Β1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου.
Καταδικάζει την αιτούσα στη δικαστική δαπάνη του καθ` ου, Ελληνικού Δημοσίου, την οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Ιουνίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Φεβρουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ