193/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated193/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου [άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ].
Full text
Απόφαση 193 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Μ.Σ.
ΑΡΙΘΜΟΣ 193/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' ΠΟΛΙΤΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Πελαγία Ακάσογλου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, την 12 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)Δ. Μ. του Ε., κατοίκου ...., και 2)..., κατοίκου .... Ο πρώτος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σαπουντζάκη και ο δεύτερος παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος ανακάλεσε την από 11-11-2019 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Α. Α., που διατηρεί ατομική επιχείρηση με έδρα το ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Θεοδώρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/5/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1824/2013 του ίδιου Δικαστηρίου που κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση στο καθ' ύλην και κατά τόπο αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών, 670/2014 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 2945/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10-05-2018 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10.5.2018 [Γ.Α.Κ. 4580 / Ε.Α.Κ. 397 / 11.5.2018 - Εφετείο Αθηνών] αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η 2945/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 2.12.2016, αντιμωλία των διαδίκων και απέρριψε την από 30.9.2014 έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά του ήδη αναιρεσίβλητου? επικυρώθηκε δε, η εκκαλούμενη 670/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε, την 28.2.2014 και απέρριψε, αντιμωλία των διαδίκων, την από 3.5.2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων κατά του ήδη αναιρεσίβλητου.
Πριν από την 670/2014 απόφαση, επί της αγωγής, που ασκήθηκε, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, είχε εκδοθεί, την 1.4.2013, αντιμωλία των διαδίκων, η 1824/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς και παραπέμφθηκε η υπόθεση προς εκδίκαση στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, ως κατά τόπο και καθ' ύλη αρμόδιο.
Στους πρώτο και δεύτερο βαθμούς δικαιοδοσίας, η υπόθεση εκδικάσθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών [άρθρα 663 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυσαν πριν από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 (ΦΕΚ Α. 87 / 23.7.2015), ισχύον, για την ειδική αυτή διαδικασία, από 1.1.2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο ν. 4335/2015]. Η αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε, ως άνω, την 11.5.2018, νομίμως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης εφετειακής αποφάσεως ούτε οι διάδικοι επικαλούνται επίδοσή της.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί, ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου [άρθρο 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ].
Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα καθώς και αν δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του? ήτοι, αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αν αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία, από εκείνα, που ο ουσιαστικός νόμος απαιτεί.
Η παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε έννοια διαφορετική από την αληθινή είτε ως κακή εφαρμογή, δηλ. όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών της ένδικης υποθέσεως σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Δια του λόγου αυτού αναιρέσεως, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών [ενστάσεων] των διαδίκων καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την έρευνα της υποθέσεως στην ουσία. Κατά ταύτα, η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει, ως περιεχόμενο, (1).- την αιτίαση ότι η αγωγή απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη, ενώ ήταν νόμιμη, σύμφωνα με συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή / και (2).- την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη, κατ' ουσία.
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος [παραδεκτός] ο λόγος αυτός αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει στο έγγραφο [δικόγραφο] της αναιρέσεως [άρθρα 118 παρ.4, 119, 495 παρ.1, 577 παρ.3, 566 παρ.1, 562 ΚΠολΔ], να εκτίθενται, πλήρως και σαφώς, ως προς την υπό στοιχείο (1) περίπτωση, η ιστορική βάση της αγωγής, που απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη και ως προς την υπό στοιχείο (2) περίπτωση, οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας ώστε η αγωγή να γίνει δεκτή, ως βάσιμη ή να απορριφθεί, ως αβάσιμη, κατ' ουσία και όχι μόνο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα.
Ειδικότερα, ως προς την υπό στοιχείο (2) περίπτωση, δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών ουσιαστικών παραδοχών, κατά την επιλογή του αναιρεσείοντος αντίθετα, πρέπει να αναφέρεται, έστω και συνοπτικώς, το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που η απόφαση δέχθηκε και κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα.
Τούτο διότι μόνο από τις ουσιαστικές παραδοχές μπορεί να ελεγχθεί, αν η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικώς, η ευδοκίμηση της αναιρέσεως [άρθρο 578 ΚΠολΔ]? δηλ. η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα του διατακτικού, το οποίο συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας (ΑΠ ολ. 7/2011, ΑΠ ολ. 28/1998, ΑΠ ολ. 27/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 359/2015, ΑΠ 87/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
Εξ άλλου, το δικαστήριο της ουσίας για να διαγνώσει την αλήθεια, όσων πραγματικών ισχυρισμών ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπ' όψη του όλα τα υποστατά και έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν [άρθρα 106, 335, 338, 339, 340, 346, 240 ΚΠολΔ).
Η παράβαση της υποχρεώσεως αυτής, ιδρύει τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται και, άν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Αβάσιμος είναι ο λόγος αυτός αναιρέσεως, εφ' όσον από την απόφαση αποδεικνύεται ότι έχουν ληφθεί υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, που νομίμως προσκομίσθηκαν, με επίκληση, από τους διαδίκους.
Αρκεί η γενική αναφορά στην απόφαση του είδους των αποδεικτικών μέσων. Ειδική μνεία ή ξεχωριστή αξιολογήσή τους ή / και διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση ή έμμεση [δια τεκμηρίων] απόδειξη δεν είναι αναγκαία, εφ' όσον από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία περί του ότι λήφθηκε υπ' όψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο και, ιδίως, έγγραφο? δηλ.
για τον αναιρετικό έλεγχο αρκεί να προκύπτει, με βεβαιότητα ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, όσα υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας. Δεν αποκλείεται, όμως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, που, κατά την ελεύθερη κρίση του, έχουν μεγαλύτερη σημασία.
Η βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας περί προσκομίσεως [ή μη] αποδεικτικού μέσου ανάγεται σε πράγματα, συνεπώς, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). Για να είναι ορισμένος [παραδεκτός] ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ και, συνεπώς, εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει, στο δικόγραφο της αναιρέσεως [άρθρα 495 παρ.1, 118 παρ.4, 119, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 562 ΚΠολΔ], να εξειδικεύονται τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό τους και το παραδεκτό της προσκομίσεώς τους, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και νόμιμη προσκόμισή τους, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθούν υπ' όψη αυτεπαγγέλτως [άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ], να καθορίζεται ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν, με το αποδεικτικό μέσο και οι λόγοι για τους οποίους ο ισχυρισμός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, δηλ.
ότι ο ισχυρισμός είναι λυσιτελής, που επιδρά στο διατακτικό (ΑΠ ολ. 2/2008, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 8/2016, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 112/2008 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Αόριστος λόγος αναιρέσεως είναι, αυτεπαγγέλτως, απορριπτέος, ως απαράδεκτος και η αοριστία του δεν δύναται να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ ολ. 27/1998, ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 804/2005 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ).
-Ο έ κ τ ο ς λόγος αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ περιέχει την αιτίαση ότι η 2945/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έκρινε την αγωγή μη νόμιμη και απορριπτέα, κατά το κεφάλαιο, που αφορά αμοιβή των εναγόντων, εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων για εργασία Σάββατα και Κυριακές. Πλην όμως και κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη, δεν αναφέρεται, για την πληρότητα αυτού του λόγου αναιρέσεως, η ιστορική βάση της αγωγής? δηλ. τα πραγματικά περιστατικά, που οι αναιρεσείοντες είχαν επικαλεσθεί στην αγωγή για τη θεμελίωσή της, ως προς την αμοιβή για εργασία Σάββατα και Κυριακές ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το αν η απόρριψη της αγωγής, κατά το συγκεκριμένο κεφάλαιο, ως μη νόμιμης, συνιστά [ή όχι] παραβίαση των οικείων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου [άρθρο 1 ν. 3385/2005, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο 74 παρ.10 ν. 3863/2010].
Συνεπώς, ο έ κ τ ο ς λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος.
-Οι π ρ ώ τ ο ς και δ ε ύ τ ε ρ ο ς λόγοι αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ περιέχουν την αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ευθέως παραβίασε τα άρθρα 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959 και 440 ΑΚ, απορρίπτοντας την αγωγή, ως αβάσιμη στην ουσία, κατά τα κεφάλαια, που αφορούν αμοιβή υπερεργασίας, υπερωριακής εργασίας και διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών.
Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι απορριπτέοι, ως απαράδεκτοι για αοριστία διότι όπως εκτέθηκε στη νομική σκέψη, δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών? δηλ. το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, έστω και συνοπτικώς, τα οποία έγιναν δεκτά και ήταν θεμελιωτικά της κρίσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την 2945/2016 απόφασή του, για το αβάσιμο στην ουσία της αγωγής ώστε να μπορεί να ελεγχθεί, αναιρετικώς, η παραβίαση των πιο πάνω άρθρων 8 παρ. 4 ν.δ. 4020/1959 και 440 ΑΚ, όπως οι αναιρεσείοντες επικαλούνται.
Με τους τ ρ ί τ ο, τ έ τ α ρ τ ο και π έ μ π τ ο λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 11 περίπτωση (γ) ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δεν έλαβε υπ' όψη τα παρακάτω έγγραφα, αν και νομίμως προσκομίσθηκαν και έγινε επίκλησή τους, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, συγκεκριμένα: (α).- Το Καταστατικό του 'Σωματείου Εργαζομένων στη διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων στις προβλήτες του Πειραιά' με τα δημοσιεύματα κινητοποιήσεων, 'προς απόδειξη της καταχρηστικότητας των απολύσεών τους', (β).- τα ηλεκτρονικά μηνύματα [sms] από την εταιρία ΔΙΑΚΙΝΗΣΙΣ Α.Ε., διαχειρίστρια εταιρία του Σταθμού Εμπορευματοκιβωτίων [Σ.ΕΜΠΟ.] στο ..., όπου ο τόπος εργασίας τους, προς απόδειξη, της υπερωρίας, της υπερεργασίας, της εργασίας Κυριακές, αργίες και νύκτα', (γ).- τις καρτέλες ενσήμων, που αφορούν μισθωτές υπηρεσίες [από Ιούνιο 1996 μέχρι και τον Ιανουάριο 2001] και τις καρτέλες ενσήμων, που αφορούν αυτοαπασχολούμενο χειριστή [από 1.9.2001 μέχρι και την 1.5.2011], την βεβαίωση ασφαλιστικής ενημερότητας του Ι.Κ.Α., την άδεια Μηχανοδηγού - Χειριστή Τάξεως Δ' [από 17 ίππους έως 100 ίππους], εκδοθείσα, την 18.12.1997 και την άδεια Μηχανοδηγού - Χειριστή Τάξεως Α' [από 301 ίππους και άνω], εκδοθείσα, την 26.9.2000, την από 3.9.2001 βεβαίωση ενάρξεως επιχειρήσεως, στο Τμήμα Μητρώου της Δ.Ο.Υ. ..., με δραστηριότητα τις 'Εργασίες Εκσκαφών και Μετακίνησης Γαιών', το από 13.5.2004 Υπηρεσιακό Σημείωμα Ελέγχου του Σ.Δ.Ο.Ε., ως προς τον αναιρεσείοντα Δ.
Μ , 'προς απόδειξη της προϋπηρεσίας του και της ιδιότητάς του, ως ιδιοκτήτη και, ταυτοχρόνως, οδηγό - χειριστή μηχανήματος έργου', (δ).- την μηχανογραφημένη κατάσταση ενσήμων του Ι.Κ.Α., από 1.1.2002 μέχρι και 28.2.2012, τις καρτέλες ενσήμων [από Ιανουάριο 2000 μέχρι και τον Δεκέμβριο 2001], η άδεια Μηχανοδηγού - Χειριστή για μηχανήματα εκτελέσεως τεχνικών έργων με κινητήρια θερμική μηχανή Τάξεως Δ' [από 17 ίππους έως 100 ίππους], εκδοθείσα, την 19.7.2000 και την άδεια Μηχανοδηγού - Χειριστή για μηχανήματα εκτελέσεως τεχνικών έργων, με κινητήρια θερμική μηχανή Τάξεως Α' [από 301 ίππους και άνω], εκδοθείσα την 22.6.2000, ως προς τον αναιρεσείοντα Ν.
Μ. 'προς απόδειξη της προϋπηρεσίας του'. Από την 2945/2016 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, την οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος, χάριν της εξετάσεως της βασιμότητας των παραδεκτών τρίτου, τετάρτου και πέμπτου λόγων αναιρέσεως [άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ], αποδεικνύονται τα εξής: Στην 2945/2016 απόφαση περιέχεται βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπ' όψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", επίσης, από το όλο περιεχόμενό της ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, προς σχηματισμό της κρίσεώς του επί της ουσίας, έλαβε υπ' όψη και τα παραπάνω υπό στοιχεία (α), (β), (γ) και (δ) έγγραφα.
Συνεπώς και κατά τα γενόμενα δεκτά στη νομική σκέψη, οι τ ρ ί τ ο ς, τ έ τ ρ τ ο ς και π έ μ π τ ο ς παραδεκτοί λόγοι αναιρέσεως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι.
Κατ' ακολουθία τούτων, εφ' όσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως κατά της 2945/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Οι αναιρεσείοντες, ως ηττηθέντες, πρέπει να καταδικασθούν, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που ορίζεται στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ [άρθρα 480 ΑΚ, 106, 191 παρ. 2, 183, 176, 180 παρ. 1 ΚΠολΔ].
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10.5.2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της 2945/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, που ορίζεται στο συνολικό ποσό των χιλίων οκτακοσίων [1800] ευρώ.
Κρίθηκε αποφασίσθηκε, στην Αθήνα, την 10 Ιανουαρίου 2020.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 20 Φεβρουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ